← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ν. Χαράλαμπου Διακουρτή κ.α., Αρ. Γεν. Αιτ: 161/2013, 23/11/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ν. Χαράλαμπου Διακουρτή κ.α., Αρ. Γεν. Αιτ: 161/2013, 23/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A357 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αιτ: 161/2013 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Αιτητές εναντίον Χαράλαμπου Διακουρτή Κούλλα Κώστα Σωτηράκη Διακουρτή Καθ΄ ων η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:23/11/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον καθ΄ ου η αίτηση 3 στην κυρίως αίτηση - αιτητή: κος Αγαθοκλέους Για αιτητές στην κυρίως αίτηση - καθ΄ ων η αίτηση: κα Αβραάμ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση του, ο καθ΄ ου η αίτηση 3 στην κυρίως αίτηση (εν τοις εφεξοίς ο αιτητής), αιτείται την ακύρωση και τον παραμερισμό (set aside) του Διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας κυρίως αίτησης στις 29/3/2013 και άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στον αιτητή να υπερασπιστεί την εναντίον του αίτηση με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο θα κρίνει ορθούς και δίκαιους. Περαιτέρω αιτείται την επαναφορά της κυρίως αίτησης με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο θα κρίνει ορθούς και δίκαιους, ως επίσης την ακύρωση και τον παραμερισμό και αναστολή όλων των μετέπειτα διαδικασιών που στηρίζονται στο διάταγμα ημερ. 29/3/2013, μέχρις ότου εκδικασθεί η υπό εξέταση αίτηση και η ουσία της διαφοράς των διαδίκων και μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Νομικό έρεισμα της αίτησης, είναι η Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.1-4, 9 και 11, Δ.64 θ.1 και 2, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 14, 16, 22, 32, 33, τα άρθρα 29, 30, 32, 39, 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, ο περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμος 39

(1)/2001, άρθρα 2-16, ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος 93
(1)/96 άρθρα 2-10, το Δίκαιο της Επιείκιας, η Νομολογία, οι εγγενείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ιδίου του αιτητή. Ο αιτητής κάνει αναφορά στο πως περιήλθε στην αντίληψη του η ύπαρξη της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και την ενημέρωση που έλαβε από τους δικηγόρους του. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι λανθασμένα αναγράφεται στις ένορκες δηλώσεις επίδοσης ότι αυτές έγιναν στον χώρο εργασίας του, λόγω του ότι εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος και επισύναψε προς αυτόν τον σκοπό την κατάσταση μισθοδοσίας του και συνεπώς δεν έλαβε γνώση ούτε της Διαιτητικής διαδικασίας, ούτε και της διαδικασίας της κυρίως αίτησης με αποτέλεσμα να τίθεται θέμα παράνομης και παράτυπης απόφασης. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες και τους λόγους που τον οδήγησαν να αποσύρει προηγούμενη αίτηση του με παρόμοιο αιτητικό και ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση. Για το ζήτημα της υπεράσπισης του, αναφέρει ότι υπέγραψε από αδελφική αληλεγγύη ως εγγυητής σε επιχείρηση του αδελφού του που ασχολείται με πώληση ειδών οικοδομής και λανθασμένα αναγράφεται στην Διαιτητική απόφαση ημερ. 7/11/2014 ότι είναι πρωτοφειλέτης. Σε κατοπινό στάδιο οι σχέσεις του με τον αδελφό του διασαλέφθησαν και να μην έχουν οποιαδήποτε επαφή και εσκεμμένα ο αδελφός του δεν τον ενημέρωσε όταν γίνονταν οι σχετικές επιδόσεις, λόγω και του αξιόχρεου του προσώπου του αιτητή. Επίσης ανέφερε ο ενόρκως δηλών ότι έλαβε χώρα απόκρυψη συγκεκριμένης συμφωνίας με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορετικοί όροι δανείου, ως επίσης ανέφερε ότι υπήρξε αμέλεια εξέτασης της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας προς όφελος της οποίας δόθηκε το δάνειο, που όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων δεν ήταν καλή και δεν το γνώριζε αυτό ο ενόρκως δηλών, ενώ οι αιτητές στην κυρίως αίτηση γνώριζαν για την επικείμενη οικονομική κρίση στον τομέα των κατασκευών και δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενημέρωση και συμβουλή ως όφειλαν. Επιπρόσθετα ο αιτητής, επικαλείται παραβίαση συγκεκριμένου όρου συγκεκριμένης συμφωνίας, δυνάμει της οποίας υπήρξε παράλειψη εξέτασης και αναζήτησης των αναγκαίων πιστοποιητικών και με βάση αυτά θα δικαιολογείτο η οποιαδήποτε απόσυρση ποσού με αποτέλεσμα να υπάρχει επαγγελματική αμέλεια. Επίσης ο αιτητής αναφέρει ότι η σύμβαση δανείου περιλαμβάνει επαχθείς όρους και καταχρηστικές ρήτρες και παράνομους τόκους με βάση την κείμενη νομοθεσία. Περαιτέρω αναφέρει ότι έχει ουσιώδη υπεράσπιση και ότι δεν οφείλει το ποσό της διαιτητικής απόφασης, ότι εγείρονται τέτοια ζητήματα που δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης και συντρέχουν όλες οι προυποθέσεις για έγκριση της όπως είναι η εκ πρώτης όψως ουσιώδη υπεράσπιση και η επεξήγηση των λόγων που οδήγησαν στην μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο και ότι σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ανέφερε επίσης ότι το δικαίωνα του να ακουστεί υπερισχύει της αρχής της τελεσιδικίας και ότι είναι πρόθυμος να συμμορφωθεί με οποιουσδήποτε όρους επιβάλει το Δικαστήριο. Το αίτημα αντίκρυσε την ένσταση των αιτητών στην κυρίως αίτηση (εν τοις εφεξοίς οι καθ΄ων η αίτηση). Νομικό έρεισμα της ένστασης, είναι το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ως αυτός έχει τροποποιηθεί, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.2, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.5, Δ.40 Θ.2, 7(Β), 11 και 15, Δ.48 Θ. 1-5, 8 και 9, Δ.49 και 64, ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4, η νομολογία, οι αρχές της επιείκιας, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 6 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, αδικαιολόγητα χρονικά καθυστερημένη και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς, ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι μετέωροι, ατεκμηρίωτοι και αβάσιμοι, ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και παράτυπη, ότι η θεραπεία που επιζητείται είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ανυπόστατη, ότι δεν παρουσιάζεται συζητήσιμη υπόθεση και επαρκής λόγος παραμερισμού του Διατάγματος εγγραφής και δεν υπάρχει κανένας λόγος για την παράλειψη εμφάνισης στην διαδικασία εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης και ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Στάλως Μαρδαπήττα η οποία αρχικώς προβαίνει σε αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα, ως επίσης και της νομικής συμβουλής που έλαβε. Περαιτέρω διαφώνησε με τους ισχυρισμούς του αιτητή, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές και επαναλαμβάνει την ένορκη δήλωση της η οποία καταχωρήθηκε στην αίτηση για εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα, κάνει αναφορά στο ιστορικό της αίτησης και που οδήγησαν στην εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης και στην έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης κινητών. Αναφέρει ότι η επίδοση της κυρίως αίτησης έγινε κανονικά και όλα εξετάστηκαν από το Δικαστήριο όπως είναι η Διαιτητική απόφαση, οι επιδόσεις, η απουσία των καθ΄ ων η αίτηση και ακολούθως η κυρίως αίτηση εγκρίθηκε. Επίσης η ενόρκως δηλούσα ανέφερε ότι οι επιδόσεις έγιναν δεόντως και στις δύο διαδικασίες, ήτοι στην Διαιτησία και στην κυρίως αίτηση και εν πάσει περιπτώσει ακόμα και να μην έγιναν στον χώρο εργασίας του αιτητή, οι επιδόσεις είναι καλές διότι αυτές έγιναν σε συγγενικό πρόσωπο του αιτητή. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα αρνείται την θέση ότι η προηγούμενη αίτηση έχει αποσυρθεί για νομικούς λόγους, λόγω του πανομοιότυπου της αίτησης και των ελάχιστων αλλαγών στην υπό εξέταση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε με καθυστέρηση. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα, αναφέρει ότι ο αιτητής παρέλειψε να καταχωρήσει έφεση εντός της καθορισμένης υπό του σχετικού νόμου, ακόμα και στην περίπτωση που ευσταθούν οι ισχυρισμοί του αιτητή για το πότε και πως περιήλθε στην αντίληψη του η ύπαρξη της Διαιτητικής απόφασης, καταδεικνύοντας το καταχρηστικό και παραπλανητικό της αίτησης και ότι θα μπορούσε να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari. Ως προς την σύμβαση δανείου, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ο αιτητής γνώριζε ότι υπόγραφε ως πρωτοφειλέτης με συνεπακόλουθη την ευθύνη του και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό, ισχυρισμό τον οποίο η ενόρκως δηλούσα αρνείται. Το ποσό των €80,000 δόθηκε στους καθ΄ ων η αίτηση και αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η όλη υπόθεση σε διαιτησία, την διαδικασία την οποία η ενόρκως δηλούσα εξιστόρισε, υπεραμυνόμενη το νομότυπο των όσων ακολούθησαν και καταδεικνύοντας το παράτυπο των όσων επικαλείται ο αιτητής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ-ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην υπόθεση Σπύρος Ηλία - ν - ΣΠΕ Αγίας Νάπας 2009 1 Α.Α.Δ σελ. 365, αποφασίσθησαν τα ακόλουθα: ΄΄ Αναφορικά όμως με την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν είχε εφαρμογή ο θ. 11 της Δ.48 γιατί αυτός αφορά μόνο «τον τρόπο σύνταξης του διατάγματος», είμαστε της άποψης ότι αυτή είναι νομικά εσφαλμένη. Το κείμενο του θ. 11 της Δ. 48 έχει ως ακολούθως: "
  1. Every order, if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgments are by these rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order made. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment, and may be enforced in any manner in which the judgment of a Court may be enforced." (η υπογράμμιση είναι δική μας) Σε δική μας μετάφραση: «
  2. Κάθε διάταγμα, εάν και όταν συνταχθεί (drawn up) πρέπει να συνταχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως προνοείται σ' αυτούς τους κανονισμούς για την σύνταξη αποφάσεων, και όταν συνταχθεί πρέπει να δείχνει στο μπροστινό μέρος από ποιόν ή εκ μέρους ποιού έγινε η αίτηση και τη φύση του διατάγματος. Κάθε τέτοιο διάταγμα μπορεί να παραμερισθεί ή διαφοροποιηθεί κατά τον ίδιο τρόπο που παραμερίζονται ή διαφοροποιούνται οι αποφάσεις και μπορεί να εφαρμοσθεί κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται οι αποφάσεις.» (η υπογράμμιση είναι δική μας). Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το μέρος του θ.11 στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4/7/05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13/1/04 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Έμμεσα ο θ. 11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17, θ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επομένως μπορούσε να αναφέρεται και η Δ.17, θ.10 στο σώμα της αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση ενόψει του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε την αίτηση ως νομικά αστήρικτη, δεν ασχολήθηκε με την ουσία της, κατά πόσο δηλαδή ήταν κατάλληλη περίπτωση για να διαταχθεί ο παραμερισμός του διατάγματος της 4/7/
  3. Επομένως σε περίπτωση που η έφεση επιτύχει, η υπόθεση κανονικώς εχόντων των πραγμάτων θα πρέπει να επιστραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου για να εξετάσει το κατά πόσο ικανοποιούνται τα κριτήρια για παραμερισμό της, καθότι το δικαστήριο τούτο δε θα εξετάσει το θέμα πρωτογενώς. Όμως υπάρχει η πιο κάτω εξέλιξη που πιστεύουμε ότι επηρεάζει και την παρούσα έφεση΄΄. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω απόφαση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ορθή νομική βάση για την υπό εξέταση αίτηση, η οποία προσομοιάζει με τα γεγονότα της πιο πάνω απόφασης, είναι η Δ.48 θ.11 η οποία εισάγει τα κριτήρια με τα οποία παραμερίζεται μια απόφαση με βάση την Δ.17 θ.10, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών (mutatis mutandis), διότι εδώ έχουμε μη εμφάνιση στην κυρίως αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και όχι σε αγωγή. Συνακόλουθα, η θέση που προβλήθηκε στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει ορθό νομικό έρεισμα δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ούτε βεβαίως μπορεί να ευσταθήσει η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι ο αιτητής θα έπρεπε να καταχωρήσει έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης εντός 21 ημερών δυνάμει του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η θέση του αιτητή ότι έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης όταν έχει πληροφορηθεί για την ύπαρξη εντάλματος κινητών, διότι το ένδικο μέσο της έφεσης δεν ήταν πλέον διαθέσιμο, από την στιγμή που μια εκ των προυποθέσεων για να εγγραφεί μια διαιτητική απόφαση είναι η μη άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο κατάχρησης της διαδικασίας ως εισηγείται η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση, διότι η προηγούμενη αίτηση αποσύρθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου και στην νέα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε εντός ευλόγου χρόνου από την προηγούμενη απόσυρση, υπάρχει η προσθήκη της ορθής νομικής βάσης ως αυτή έχει εκτεθεί ανωτέρω και συνεπώς η ορθή επίκληση νομοθετικής πρόνοιας στην υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση της διαδικασίας και ούτε δύναται να θεωρηθεί ως κατασπατάληση Δικαστικού χρόνου και εξόδων. Το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο, θα εξετάσει κατά πόσο πηρούνται οι προυποθέσεις για παραμερισμό του Διατάγματος εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης, έχοντας υπ΄ όψη ότι εφαρμόζεται, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, η Δ.48 θ.11, η οποία εισάγει τις αρχές για παραμερισμό απόφασης με βάση την Δ.17 θ.10, με βάση και το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο. Πολύ διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου NSM DEMOCARS LTD κ.α. - ν - ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010 ημερ. 14/10/2015, όπου η Έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου, ανέφερε τα ακόλουθα, όπου και τα σχετικά αποσπάσματα τα οποία μιλούν από μόνα τους: ΄΄Πριν την εξέταση τους, να προβούμε σε μια συνοπτική περιγραφή της νομολογιακής αντίκρυσης της Δ.17 θ.10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτέλεσε βέβαια τον πυρήνα της αίτησης, της ένστασης και της απόφασης. Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ.10 (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. UnigoodsTrading Co.Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774). Εφόσον δε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με αναφορά στους παράγοντες που, κατά φυσιολογική συνέπεια, επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν επεμβαίνει υποκαθιστώντας την πρωτόδικη κρίση (βλ. Μilouca v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941). Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και αφετέρου, η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με την διασφάλιση της τελεσιδικίας. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Ορθά λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο, έστρεψε πρώτα την προσοχή του στο αν είχε καταδειχθεί καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση............................... Είναι ορθό βέβαια αυτό που λέχθηκε στη νομολογία ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε απόφανση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση αλλά επιβάλλεται η παράθεση θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό. Στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, αναφέρονται τα εξής στη σελ.2123 και 2124: «Στην απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτηρίζει την προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος ως «αοριστολογίες»· υποδηλώνοντας την απουσία στέρεου βάθρου θεμελιωτικού οποιασδήποτε από τις προβληθείσες υπερασπίσεις. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισής του. Στο σημείο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει στην El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 (υπόθεση ναυτοδικείου - σύλληψη πλοίου), για να υπογραμμίσει όσα αναφέρονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση εκείνη: «Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν. Είτε οι εναγόμενοι 1 είναι οι ιδιοκτήτες του πλοίου είτε δεν είναι και είναι κάτι άλλο.» (Απόφαση (Εφετείου) από Κωνσταντινίδη, Δ.) Όντως το ακροσφαλές του βάθρου της υπεράσπισης του εφεσείοντος την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόστασή της. Στην ένσταση της εφεσίβλητης επισυνάπτεται τόσο η εγγυητική όσο και το δείγμα υπογραφής του εφεσείοντος, γεγονότα που δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από τον εφεσείοντα, είτε με ένορκη δήλωση, που θα ήταν δυνατό να προσαγάγει, ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο, όπως υποδεικνύει το δικάσαν δικαστήριο. Η καλοπιστία του εφεσείοντος τέθηκε, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό σοβαρή δοκιμασία, ενόψει της αποκάλυψης των σχέσεων του με τους ιθύνοντες της εταιρείας και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 2, και συνεγγυητής του ήταν αδελφός του· γεγονός αποκαλυπτικό της συνάφειας του εφεσείοντος τόσο με τον ίδιο όσο και με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες επιφυλάξεις, εξ αντικειμένου η προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος στερείται αξιοπιστίας. Κειμένεται η υπεράσπισή του μεταξύ πιθανολογούμενης άγνοιας ή αδυναμίας γνώσης των γεγονότων αφενός, και απουσίας συνεπειών από τις πράξεις του σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, αφετέρου. Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Eπισημαίνεται ανωτέρω η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και «αοριστολογίες». Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη΄΄. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο θα στρέψει πρωτίστως την προσοχή του για να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση που να πληρεί τα κριτήρια που τέθηκαν από το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο, παρ΄ όλο που θα εξεταστεί και για σκοπούς πληρότητας και το ζήτημα της καλής ή όχι επίδοσης που εγέρθηκε σε μεγάλη έκταση από τον αιτητή και που αποτελεί λόγο όπου το Δικαστήριο ex debito justitiae, μπορεί να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε ερήμην. Στην υπόθεση Τσεσμέλογλου - ν - Σοφοκλέους Πολιτική Έφεση 205/2010 ημερ. 15/1/2013, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333΄΄. Συγκεκριμένα, η θέση που προβάλλεται ότι ο αιτητής υπέγραψε ως εγγυητής του αδελφού του και όχι ως πρωτοφειλέτης, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η αναφορά του αιτητή έχει μείνει μετέωρη και ατεκμηρίωτη, διότι κανένα έγγραφο έγγυησης δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Ακόμα όμως και να υπέγραψε ως εγγυητής, αυτό δεν μεταβάλλει την συμβατική υποχρέωση του έναντι των καθ΄ ων η αίτηση. Εν πάσει περιπτώσει όμως, αυτή η θέση του αιτητή δεν έγινε αποδεκτή από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι προέβαλαν σαφή και κατηγορηματική, λεπτομερή και αντίθετη θέση για την ευθύνη του αιτητή ως πρωτοφειλέτη και ότι εισπράχθηκε το ποσό του δανείου, που αυτή η θέση έμεινε αναπάντητη και αναντίλεκτη από πλευράς αιτητή. Η αναφορά του αιτητή ότι υπέγραψε από αδελφική αλληλεγγύη ως εγγυητής, ακόμα και να ίσχυε αυτό, ουδόλως μεταβάλλει την συμβατική υποχρέωση του έναντι των καθ΄ ων η αίτηση η οποία δεν δύναται να μεταβληθεί ή ακυρωθεί, εάν εκ των υστέρων οι σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφιών έχει μεταβληθεί επί τω χείρω. Η αναφορά του αιτητή ότι οι καθ΄ ων η αίτηση απέκρυψαν εσκεμμένα συμφωνία μεταξύ Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και του Κεντρικού Φορέα ημερομηνίας 22/12/1997 με αποτέλεσμα οι όροι του δανείου να είναι διαφορετικοί από αυτούς που τέθηκαν κατά την συμφωνία σύναψης δανείου με τον Κεντρικό Φορέα, πέραν του ότι αυτή η αναφορά είναι γενική και αόριστη διότι δεν καθορίζονται επακριβώς και με σαφήνεια ποιοι είναι αυτοί οι όροι και σε ποια έκταση αυτοί επηρεάζουν την συμβατική σχέση του αιτητή, επιπλέον αυτοί οι ισχυρισμοί έτυχαν άρνησης από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι προέβαλαν σαφή και κατηγορηματική, λεπτομερή και αντίθετη θέση, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και αναπάντητη ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης η αναφορά του αιτητή ότι οι καθ΄ ων η αίτηση παρέλειψαν να εξετάσουν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας η οποία εκ τω υστέρων φάνηκε ότι δεν ήταν καλή και ότι παρέλειψαν να τον συμβουλέψουν για την επικείμενη οικονομική κρίση στον τομέα των κατασκευών παρόλο που οι καθ΄ων η αίτηση το γνώριζαν, πέραν της γενικότητας αυτής της αναφοράς και της άρνησης από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση και την συνεπακόλουθη έκθεση των θέσεων αυτών σε απόρριψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές οι αναφορές δεν αντέχουν στην στοιχειώδη βάσανο της λογικής, διότι είναι απορίας άξιο να γνωρίζει κάποιος θετικά μια επικείμενη οικονομική κρίση, η οποία ειρήσθω εν παρόδω είναι πρωτοφανής και ιδιάζουσα, και επιπλέον δεν αντέχει την βάσανο της λογικής να μην ελέγχεται η οικονομική κατάσταση μιας εταιρείας προτού δοθεί δανειοδότηση για ένα τέτοιο υψηλό ποσό. Επίσης η αναφορά του μάρτυρα ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι παραβίασαν όρο με τον οποίο απαιτείτο η αναζήτηση πιστοποιητικών πριν την εκταμίευση οποιουδήποτε ποσού, πέραν της άρνησης από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι προέβαλαν σαφή και εξειδικευμένη θέση ότι το ποσό δόθηκε και παραβιάστηκαν οι σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις και η οποία θέση παρέμεινε αναπάντητη και αναντίλεκτη, επιπρόσθετα δεν δύναται να διαπιστωθεί οποιαδήποτε συνέπεια αυτής της παράλειψης ακόμα και να ίσχυε, από την στιγμή που το ποσό της δανειοδότησης δόθηκε στους δανειολήπτες στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αιτητής ως πρωτοφειλέτης, θέση η οποία παρέμεινε αναπάντητη και αναντίλεκτη. Περαιτέρω, η αναφορά του αιτητή για παράνομο τοκισμό, είναι γενικός και αόριστος, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένα ποσό επί τοις εκατό και χωρίς να γίνεται διασύνδεση του ποσού επί τοις εκατό που θεωρεί ο αιτητής ως νόμιμο τόκο με συγκεκριμένο αξιούμενο ποσό για να διαπιστωθεί η οποιαδήποτε τυχόν υπέρβαση ή υπερχρέωση. Το ίδιο ισχύει βεβαίως για την θέση περί καταχρηστικών ρητρών και θέση ισχύος κατά την διαπραγμάτευση, θέση η οποία όχι μόνο δεν γίνεται αποδεκτή από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση, αλλά κυρίως αυτές οι αναφορές έχουν το στοιχείο της γενικότητας και της ασάφειας και συνακόλουθα δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση με βάση και το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο αιτητής απέτυχε να προβάλει μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της αίτησης, εν τούτοις το Δικαστήριο θα εξετάσει για σκοπούς πληρότητας και το ζήτημα της καλής ή όχι επίδοσης, ζήτημα που ούτως ή άλλως είναι σοβαρό και είναι πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτήν την θέση για να διαπιστωθεί κατά πόσο δεν έγινε καλή επίδοση με αποτέλεσμα να υπάρχει βλάβη στα δικαιώματα του αιτητή. Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση από τον φάκελο της διαδικασίας, διαφαίνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που αφορούν το πρόσωπο του αιτητή, ότι οι επιδόσεις έγιναν στον Χαράλαμπο Διακουρτή, καθ΄ ου η αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση, ως υπεύθυνος στον χώρο εργασίας του αιτητή και καθ΄ ου η αίτηση 3 στην κυρίως αίτηση. Το Δικαστήριο έχοντας υπ΄ όψη του τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του μέσα από την υπό εξέταση αίτηση και ένσταση, είναι ότι ο αιτητής εργάζεται στον δημόσιο τομέα και ο αδερφός του, ήτοι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση όχι και συνακόλουθα η αναφορά του ιδιώτη επιδότη ότι η επίδοση έγινε στον χώρο εργασίας του αιτητή δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στις ένορκες δηλώσεις επίδοσης δεν γίνεται αναφορά ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση είναι αδερφός του αιτητή, πλην όμως είναι αποδεκτή η συγγενική σχέση αυτών των δύο προσώπων. Ούτε έχει διαφανεί βεβαίως ότι τα δύο αδέλφια είναι συγκάτοικοι. Η αναφορά του αιτητή ότι ο αδελφός του δεν τον έχει ενημερώσει και μάλιστα εσκεμμένα για να του αποστερήσει το δικαίωμα να παραστεί ως διάδικος, πέραν του γεγονότος ότι αυτή έχει αμφισβητηθεί από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση και η αναφορά αυτή είναι πλέον εκτεθειμένη και έκθετη προς απόρριψη, πρωτίστως όμως προκύπει ότι η επίδοση έγινε νομότυπα, διότι αυτή η επίδοση έγινε σε ενήλικο μέλος της οικογένειας του εντός της πόλης όπου αυτός διαμένει. Η παραπομπή του αιτητή σε σχετική νομολογία αναφορικά με τον όρο οικογένεια και αδέλφια και πιο συγκεκριμένα στην απόφαση Τσερκέζου Κωστάκης κ.α. - ν - Κυπριακής Δημοκρατίας 1995 4 CLR 1722, δεν βοηθά την περίπτωση του αιτητή, διότι τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης είναι διαφορετικά και τα νομικά σημεία που εγέρθησαν στην εν λόγω υπόθεση και που αφορούν το ζήτημα είναι διαφορετικά. Σχετική νομοθετική Διάταξη που διέπει το ζήτημα της επίδοσης, είναι υπό τις περιστάσεις η Δ.5 θ. 2
(1)(
  1. i)και (ii), όπου προνοούνται τα ακόλουθα: ΄΄The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  2. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  3. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or.....................................................΄΄ Μέσα λοιπόν από τις πιο πάνω νομοθετικές Διατάξεις, προνοούνται διαζευκτικοί τρόποι επίδοσης μιας αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει σαφώς ως λέχθηκε ανωτέρω, ότι η επίδοση δεν έγινε μεν στον υπεύθυνο του χώρου εργασίας του αιτητή και συνεπώς δεν εφαρμόζεται ο διαζευκτικός τρόπος επίδοσης υπό (
  4. ii)ανωτέρω, αλλά η επίδοση έγινε με τον διαζευκτικό τρόπο υπό (
  5. i)ανωτέρω, ήτοι σε ενήλικα μέλος της οικογένειας του που διαμένει στην πόλη του, διότι δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε ότι ο αδελφός του αιτητή είναι ανήλικος ή διαμένει σε άλλη πόλη από αυτή της Λεμεσού και βεβαίως η πιο πάνω περίπτωση δεν απαιτεί συγκατοίκηση. Συνακόλουθα η επίδοση έγινε νομότυπα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται, διότι δεν έχει καταδειχθεί ότι οι επιδόσεις έγιναν παράτυπα και ούτε έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Ο αιτητής να καταβάλει στους καθ΄ ων η αίτηση τα έξοδα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.