← Κύπρος

MΑΡΙΝΕΛΛΑΣ ΚΙΛΙΚΙΤΑ κ.α. ν. OLGA MIKHAILOVA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1110/15, 20/11/2015

MΑΡΙΝΕΛΛΑΣ ΚΙΛΙΚΙΤΑ κ.α. ν. OLGA MIKHAILOVA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1110/15, 20/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A354 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1110/15 Mεταξύ:

  1. MΑΡΙΝΕΛΛΑΣ ΚΙΛΙΚΙΤΑ
  2. Μ. ΚΙΛΙΚΙΤΑ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Εναγόντων/Αιτητών και
  3. OLGA MIKHAILOVA
  4. KYΡΙΑΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
  5. ΑLINE HACHEM ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΥ
  6. RVZ TRUST COMPANY LIMITED
  7. RVZ LIMITED Εναγομένων/Καθ'ων η αίτηση ------------------ Αίτηση ημερ. 31.3.15 ------------------- 20.11.15 Για τους αιτητές: Koς Kαρατσής Για τους καθ'ων η αίτηση: Kος Χριστοδούλου μαζί με κα Κωνσταντίνου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Αυγουστή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μέσα στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 31.1.15, ο κ. Χριστοδούλου εκ μέρους των καθ'ων η αίτηση έθεσε ως προδικαστικά δύο θέματα εκ των οποίων το πρώτο εάν επιτύχει, καθορίζει καταλυτικά την πορεία της αίτησης και με το δεύτερο εάν επίσης επιτύχει, καθορίζεται η ακροαματική διαδικασία της αίτησης για την οποία δεν υπάρχει κοινή θέση. Τα θέματα αυτά αναφέρονται ανάμεσα στους λόγους ένστασης, όμως ενόψει της φύσης τους το Δικαστήριο όρισε όπως ακουστούν ως προδικαστικά θέματα και αφορούν: (α) ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθότι το διάταγμα έχει ακυρωθεί και κατά συνέπεια το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και δεν μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε ποινή για αστική παρακοή, (β) τον καθορισμό της διαδικασίας που ακολουθείται σε αιτήσεις για παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου και ειδικότερα κατά πόσο θα πρέπει να παρουσιαστεί προφορική μαρτυρία ή να ακουστεί η αίτηση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και πιθανής αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Ήταν η θέση του κ. Χριστοδούλου όπως εκφράστηκε μέσα από την αγόρευση του, ότι η εξουσία του Δικαστηρίου σε διαδικασίες αιτήσεων αστικής παρακοής διατάγματος είναι ο εξαναγκασμός σε συμμόρφωση σύμφωνα με το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και εφόσον το διάταγμα έχει ακυρωθεί, η οποιαδήποτε τιμωρία των καθ'ων η αίτηση προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 162 του Συντάγματος, στηρίζοντας τη θέση του στην υπόθεση Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.ά.

(2009)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, ήταν η θέση του κ. Χριστοδούλου ότι σε αυτής της φύσεως τις αιτήσεις εφόσον αφορούν οιωνή ποινική διαδικασία, θα πρέπει να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία και όχι να εκδικαστεί η αίτηση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Καρατζή ο οποίος σε σχέση με το πρώτο θέμα ανέφερε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιληφθεί της αίτησης αφού ο σκοπός είναι τόσο ο εξαναγκασμός προς συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου, όσο και η τιμωρία στην περίπτωση παρακοής. Αυτό ήταν όπως ανέφερε πάντοτε το νόημα της διαδικασίας και ουδέποτε έχει αλλάξει. Ήταν επίσης εισήγηση του κ. Καρατσή ότι η διαδικασία παρακοής διατάγματος στηρίζεται στη Δ.48 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και για το λόγο αυτό θα πρέπει να ακολουθηθούν τα όσα ισχύουν σε διαδικασίες αίτησης και έτσι η σωστή διαδικασία πρέπει κατά την εισήγηση του να περιοριστεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Η αίτηση για παρακοή διατάγματος στηρίζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρει τα εξής: «
  2. Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσσεγυήσεως παραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμα του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος». Όπως ανέφερα η θέση του κ. Χριστοδούλου ήταν, με δεδομένο ότι το διάταγμα έχει ακυρωθεί, ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, παραπέμποντας στην υπόθεση Θεοφάνους στην οποία αναφέρθηκε ότι "η διαδικασία του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου στρέφεται εναντίον της παρακοής διατάγματος το οποίο εξέδωσε το ίδιο το Δικαστήριο με σκοπό τη συμμόρφωση, ενώ το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε απειθεί σε διάταγμα ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από οποιονδήποτε Δικαστήριο. Η λειτουργία του άρθρου 42 τείνει καθαρά προς αποκατάσταση και γίνεται επωφελία του παραπονούμενου. Η ποινική καταφρόνηση έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και σκοπό έχει την αναστύλωση του κύρους και της εξουσίας του Δικαστηρίου." Η φράση στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 42 «έκαστο δικαστήριον θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σε οποιοδήποτε διάταγμα του» καταδεικνύει κατά την κρίση μου ότι η εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον εξαναγκασμό σε υπακοή, αλλά το Δικαστήριο έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή του διατάγματος κατά το χρόνο ισχύος του. Είναι πάγια νομολογία ότι το πρωτοκύτταρο της Δημοκρατίας είναι η διαφύλαξη της έννομης τάξης και η έννομη τάξη εκφράζεται μέσα από τα δικαστικά διατάγματα τα οποία πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού και σκοπός του τιμωρητικού χαρακτήρα είναι η αναστύλωση του κύρους του Δικαστηρίου όπως φαίνεται και στο πιο πάνω απόσπασμα από τη Θεοφάνους. Η αρχή αυτή δεν μπορεί να διαγράφεται ή να διαφοροποιείται επειδή το διάταγμα που πιθανώς να έχει παραβιαστεί από κάποιον στο χρόνο που ήταν σε ισχύ, ακυρώθηκε στη συνέχεια. Από την επιφύλαξη του άρθρου 42 προκύπτει κατά την κρίση μου ότι η διαζευκτική αναφορά καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου οι καθ'ων η αίτηση έχουν συμμορφωθεί με το διάταγμα ή η παράβαση έχει αρθεί με κάποιον άλλο τρόπο όπως η ακύρωση του διατάγματος στην παρούσα περίπτωση και η απόφαση Θεοφάνους δεν περιορίζει το άρθρο 42 μόνο σε εξαναγκασμό σε υπακοή, όπως ήταν η εισήγηση του κ. Χριστοδούλου αλλά με παραπομπή στην Παπαχρυσοστόμου αναφέρει ότι η διαδικασία αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι το Δικαστήριό έχει την εξουσία να εξετάσει την αίτηση στα πλαίσια του άρθρου 42 του Νόμου 14/
  3. Το δεύτερο θέμα που εγείρει ο κ. Χριστοδούλου είναι το κατά πόσο στην παρούσα διαδικασία θα πρέπει να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία ή το Δικαστήριο να περιορίσει τη διαδικασία στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 όπου σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων της αίτησης, στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και στην δυνατότητα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Στη βάση της διαταγής αυτής, ήταν η εισήγηση του κ. Καρατσή ότι δεν μπορεί να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία σε τέτοια αίτηση. Η νομολογία δεν έχει ξεκαθαρίσει το θέμα αυτό και σε αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων εντοπίζονται τόσο αποφάσεις στις οποίες επιτράπηκε η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, όσο και αποφάσεις στις οποίες η ακρόαση περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και σε αντεξέταση. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 αναφέρθηκαν τα εξής: "Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Στην υπόθεση επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1088 αναφέρθηκε ότι: "H διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέματα και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του καθ'ου η αίτηση, που ταυτίζονται με τις κυρώσεις ποινικού δικαστηρίου.». Στην υπόθεση Halin v. Timour κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 424, επαναλήφθηκε η θέση ότι η διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοια αίτηση που στηρίζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, είναι ταυτόσημη με τη διαδικασία σε ποινική διαδικασία. Όπως επίσης αναφέρθηκε στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Μαρκίτα Μιχαηλίδου Έφεση 22/2009 ημερ. 24.2.11, η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ'ου η αίτηση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το πιο πάνω νομικό πλαίσιο και η υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου, όπως επίσης και η ανάγκη ικανοποίησης τόσο της αντικειμενικής υπόστασης, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42, δεν μπορεί να περιορίζουν κατά την κρίση μου τη διαδικασία μόνο στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης έστω και αν η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48. Σίγουρα το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθορίζει το πλαίσιο όπως η έννοια του δικογράφου στις αστικές υποθέσεις και του κατηγορητηρίου στις ποινικές υποθέσεις, αλλά θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα στον αιτητή να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τους ισχυρισμούς του και του καθ'ου η αίτηση με προφορική μαρτυρία να αντικρούσει τους ισχυρισμούς αυτούς. Δεν μπορεί με άλλα λόγια το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η διαδικασία να προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία με την έννοια ότι πρέπει να ικανοποιούνται όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου, αλλά ή μαρτυρία που προσκομίζεται να περιορίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης, διαδικασία που είναι πιο περιορισμένη ακόμη και γι' απόδειξη αστικής υπόθεσης. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η φύση της διαδικασίας αυτής ως οιωνή ποινικής επιβάλλει όπως προσκομιστεί προφορική μαρτυρία και όχι να περιορίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης. (Υπ.) ........... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - απόφαση για καθορισμό της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης παρακοής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.