← Κύπρος

L.B.M. (LILLYTOS) LIMITED ν. CHRISTMAS MYSTERY LTD, Αρ. αγωγής: 1780/15, 23/11/2015

L.B.M. (LILLYTOS) LIMITED ν. CHRISTMAS MYSTERY LTD, Αρ. αγωγής: 1780/15, 23/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A360 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1780/15 L.B.M. (LILLYTOS) LIMITED Ενάγοντες εναντίον CHRISTMAS MYSTERY LTD Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:23/11/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Zαντήρα Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κα Ιωσηφάκη ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.18, Δ.48 θ.1-9, ο περί Συμβάσεων Νόμος Κεφ. 149, η νομολογία, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Αλέξανδρου Λίλλυτου. Αρχικά, ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του περί των γεγονότων και της εξουσιοδότησης του, ως επίσης και την ιδιότητα των εναγόντων ως εταιρεία η οποία ασχολείται με την εμπορία ταμειακών συστημάτων και περαιτέρω κάνει αναφορά ως προς την ιδιότητα των εναγομένων ως εταιρεία. Ακολούθως, γίνεται αναφορά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνάφθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την παροχή από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους συγκεκριμένων εμπορευμάτων, κάνοντας ειδική αναφορά στους όρους της συμφωνίας ως προς τον τρόπο πληρωμής και παραπέμποντας σε συγκεκριμένα τεκμήρια. Περαιτέρω γίνεται αναφορά ως προς τις παραδόσεις των εμπορευμάτων από τους ενάγοντες στους εναγόμενους με την ανάλογη έκδοση τιμολογίων για τα οποία έγινε ειδική αναφορά και επισυνάφθηκε ως τεκμήριο δέσμη τιμολογίων για το ποσό των € 18,935,21 τα οποία όλα ήταν υπογραμμένα από πλευράς εναγομένων, πλην ενός το οποίο στάληκε ηλεκτρονικώς και επισυνάφθηκε ως τεκμήριο. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εναγόμενη πλήρωσε έναντι του πιο πάνω ποσού € 6,000 σε αδελφή εταιρεία των εναγόντων από λάθος των εναγομένων και οι ενάγοντες διόρθωσαν το πιο πάνω λάθος με την μεταφορά χρημάτων και το υπόλοιπο οφειλόμενο πλέον ποσό είναι € 12,935,21, ως φαίνεται και στη σχετική κατάσταση λογαριασμού που επίσης επισυνάφθηκε ως τεκμήριο και το εν λόγω ποσό, είναι παραδεκτό από τους εναγόμενους με έγγραφο επιβεβαίωσης υπολοίπου υπογεγραμμένο από τους εναγόμενους και το εν λόγω έγγραφο (balance confirmation form) επισυνάφθηκε επίσης ως τεκμήριο. Η εναγόμενη εταιρεία, πλην της πιο πάνω αναφερόμενης πληρωμής, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας, η οποία και κατέθεσε σχετική δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση της εναγόμενης εταιρείας. Νομικό έρεισμα της ένστασης, αποτέλεσε η Δ.18 θ.1-9, Δ.48 θ.1-4, το άρθρο 30 του Συντάγματος, η νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά έξι λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα ότι η εναγόμενη έχει καλό και συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση, καλή, ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση και συνακόλουθα θα πρέπει να δοθεί άδεια για να καταχωρήσει υπεράσπιση χωρίς όρους. Επίσης αναφέρθηκε ως λόγος ένστασης ότι τα γεγονότα που αποκαλύπτονται και υποστηρίζουν την ένσταση, της δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί και είναι ορθό και δίκαιο να της δοθεί αυτό το δικαίωμα για να προβάλει την υπεράσπιση της και να τύχει δίκαιης δίκης, διαφορετικά θα της προκαλείτο μεγάλη αδικία. Περαιτέρω προβλήθηκε η θέση ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν έχουν τεθεί όλα τα θέματα που αφορούν την αγωγή και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το υλικό. Τέλος, προβλήθηκαν οι θέσεις ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις της Δ.18 και της νομολογίας που να δικαιολογούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης και ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί η αξίωση της ενάγουσας ως καθαρή και αδιαμφισβήτητη. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Gerda Kristina Teiserskyte. Αρχικά η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε αναφορά ως προς τα καθήκοντα της στην εναγόμενη εταιρεία και περαιτέρω ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και της εξουσιοδότησης της. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε μια γενική άρνηση των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Η ενόρκως δηλούσα παραδέχεται την συναφθείσα συμφωνία, την πώληση των εμπορευμάτων και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, την υπογραφή των τιμολογίων εκ μέρους της, πλην όμως αναφέρει ότι τα επίδικα εμπορεύματα δεν τηρούσαν της προυποθέσεις και προδιαγραφές τα οποία περιγράφονταν σε αυτά, διότι οι παραλείψεις και η αμέλεια των εναγόντων προκάλεσαν στους εναγόμενους ζημιά η οποία αποτιμάται σε χρήμα. Επίσης παραδέχεται την πληρωμή του ποσού των € 6,000 από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, πλην όμως η εν λόγω πληρωμή, έγινε με την δέσμευση των εναγόντων όπως προβούν στην αντικατάσταση και επιδιόρθωση των ελαττωματικών ταμειακών μηχανών, δέσμευση η οποία δεν υλοποιήθηκε με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά και απώλεια εισοδημάτων. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα παραδέχεται την παράδοση του σχετικού λογαριασμού και την ύπαρξη της γραπτής επιβεβαίωσης χρέους, πλην όμως αναφέρει ότι ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι θα αποκόψει και θα συμψηφίσει από το συνολικό ποσό της οικονομικής κατάστασης, οποιοδήποτε ποσό έχασε ή κλήθηκε να καταβάλει επιπλέον, ένεκα της ανεπάρκειας και της κακής λειτουργίας των ταμειακών μηχανών που παραδόθησαν. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα αρνείται το γεγονός της όχλησης και της αποστολής ηλεκτρονικών μηνυμάτων και λέγει ότι η εναγόμενη έχει καλό συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση και καλή, ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση και συνακόλουθα θα πρέπει να της δοθεί άδεια να καταχωρήσει υπεράσπιση χωρίς όρους. Ειδικότερα αναφέρει ότι αριθμός ταμειακών μηχανών που παραδόθησαν από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους ήταν ανεπαρκή ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά της προσφορά και της παραγγελίας, με αποτέλεσμα να υπάρχει αδυναμία χρησιμοποίησης αυτών και να μην μπορούν να πουληθούν προιόντα με συνεπακόλουθη απώλεια εισοδημάτων και κεκρδών. Επίσης οι ταμειακές μηχανές ρυθμίστηκαν με λανθασμένο συντελεστή Φ.Π.Α. και αυτό το γεγονός εντοπίστηκε από απρογραμμάτιστη επίσκεψη ομάδας λειτουργών του Φ.Π.Α. στον χώρο που ήταν αυτές τοποθετημένες και είχε ως αποτέλεσμα να κληθούν οι εναγόμενοι να κληθούν να καταβάλουν ποσά για να καλυφθεί η διαφορά από την λανθασμένη ρύθμιση του Φ.Π.Α. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, πρέπει όμως, να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Στην Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 791 - 792: «Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές."» Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Η πρώτη προυπόθεση πληρούται, διότι οι ενάγοντες καταχώρησαν κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο στις 18/5/
  1. Η δεύτερη προυπόθεση επίσης πληρούται, διότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 29/6/
  2. Η τρίτη προυπόθεση επίσης πληρούται, διότι οι ενάγοντες με την ένορκη δήλωση του κ. Αλέξανδρου Λίλλυτου με την θέση που αυτός κατέχει και την εμπλοκή που είχε, επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνουν ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν αποκαλύψει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και ούτε έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα τα οποία να δικαιολογούν την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η αναφορά των εναγομένων ότι οι ταμειακές μηχανές ρυθμίστηκαν με λανθασμένο συντελεστή Φ.Π.Α. και αυτό το γεγονός εντοπίστηκε από απρογραμμάτιστη επίσκεψη ομάδας λειτουργών του Φ.Π.Α. στον χώρο που ήταν αυτές τοποθετημένες και είχε ως αποτέλεσμα να κληθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν ποσά για να καλυφθεί η διαφορά από την λανθασμένη ρύθμιση του Φ.Π.Α. στερείται στοιχειώδους έννομης υπευθυνότητας από πλευράς εναγομένων που σίγουρα δεν δύναται να αποτελέσει λόγο υπεράσπισης. Ακόμα και να αληθεύει αυτό το γεγονός, η κλήση των εναγομένων να πληρώσουν τα ποσά που αντιστοιχούν στην διαφορά του συντελεστή Φ.Π.Α. ο οποίος προφανώς ήταν προγραμματισμένος σε μικρότερο ποσοστό, αποτελεί αποκατάσταση της έννομης τάξης και της απόδοσης στον Φ.Π.Α. τα ποσά που ούτως ή αλλιώς όφειλαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι στον Φ.Π.Α. και θα ήταν εντελώς παράδοξο, παράλογο και αντινομικό που αγγίζει τα όρια της περιφρόνησης της έννομης τάξης, να προβάλλεται είτε ως παράπονο, είτε ως υπεράσπιση, η κλήση για πληρωμή οφειλόμενων ποσών στον Φ.Π.Α. που ούτως ή άλλως όφειλαν να καταβάλουν με τον συντελεστή Φ.Π.Α. που προνοείται από την κείμενη νομοθεσία και που σίγουρα οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνταν να καρπωθούν. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των εναγομένων ως προς την ελαττωματικότητα των ταμειακών μηχανών, χαρακτηρίζονται από μια διαζευκτικότητα, διότι προβάλλεται και επαναλαμβάνεται η αναφορά ΄΄και/ή΄΄ ως προς την ισχυριζόμενη αμέλεια, απόκλιση των χαρακτηριστικών, προδιαγραφών και των συμφωνηθέντων, αντικατάσταση και επιδιόρθωση των ταμειακών μηχανών, αποκοπή και συμψηφισμό ποσών από πλευράς εναγομένων, ανεπάρκειας και κακής λειτουργίας των εν λόγω μηχανών, η οποία δεν παρέχει στο Δικαστήριο ένα στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο. Περαιτέρω, η εκδοχή που προβάλλεται ως υπεράσπιση, χαρακτηρίζεται από μια γενικότητα, ασάφεια και αοριστολογία. Συγκεκριμένα, η αναφορά που προβάλλεται ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά η οποία είναι υπολογίσιμη σε χρήμα, παρέμεινε μετέωρη και αναπόδεικτη, χωρίς κανένα ειδικό στοιχείο που να παραπέμπει και να καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως μια αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των εναγόντων και της ζημιάς των εναγομένων η οποία παρέμεινε αδιευκρίνηστη. Ακολούθως, δεν γίνεται μια συγκεκριμένη αναφορά ως προς τον αριθμό των ταμειακών μηχανών που είχαν τα ισχυριζόμενα προβλήματα και ποια ακριβώς ήταν η απόκλιση τεχνικών προδιαγραφών και ποια ήταν η απόκλιση ως προς τα συμφωνηθέντα και δεν γίνεται μια εξειδικευμένη αναφορά για την φύση και έκταση των προβλημάτων ή οποιωνδήποτε αποκλίσεων. Ούτε έχει το Δικαστήριο ενώπιον του οποιοδήποτε χειροπιαστό στοιχείο που να καταδεικνύει την οποιαδήποτε δέσμευση των εναγόντων είτε για επιδιόρθωση, είτε για αντικατάσταση οποιωνδήποτε μηχανών. Το μόνο στοιχείο που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, είναι η γραπτή αναγνώριση χρέους από πλευράς εναγομένων, η οποία δεν συνοδεύεται με οποιανδήποτε επιφύλαξη ή διαμαρτυρία. Ούτε έχει ενώπιον του το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει την οποιαδήποτε όχληση κατά τον ουσιώδη χρόνο από πλευράς εναγομένων για οποιαδήποτε προβλήματα, από την στιγμή μάλιστα που υπήρχε και ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων με την αποστολή και ενός τιμολογίου, η έκδοση των οποίων είναι παραδεκτή και είναι η πρώτη φορά που προβάλλεται τέτοια θέση με την ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, ήτοι η θέση ότι οι ενάγοντες οχλήθηκαν και δεσμεύθηκαν να αποκαταστήσουν ή να επιδιορθώσουν ταμειακές μηχανές, η οποία θέση χαρακτηρίζεται ως γενική και αόριστη. Περαιτέρω το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την σχετική αλληλογραφία με την οποία οι ενάγοντες όχλησαν για την πληρωμη των οφειλομένων, όχληση η οποία παρέμεινε αναπάντητη και σίγουρα η απλή άρνηση αυτής της αλληλογραφίας δεν προσθέτει οτιδήποτε στους εναγόμενους από απόψεως υπεράσπισης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποκαλύψουν μια εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και γεγονότα που να καταδεικνύουν την ανάγκη διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας, ενάγοντες απέδειξαν ότι πληρούνται οι προυποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση την Δ.18 και συνακόλουθα: Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των € 12,935,21, πλέον νόμιμο τόκο 4% ετησίως από 18/5/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον νόμιμο τόκο επί των εξόδων 4% ετησίως από 18/5/2015 μέχρι εξοφλήσεως. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής [1] Ord. 18, r.
  3. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.
  4. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.