← Κύπρος

ΝΤΙΝΑΣ ΗΛΙΑ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αριθ. Αγωγής: 5428/14, 18/11/2015

ΝΤΙΝΑΣ ΗΛΙΑ ν. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αριθ. Αγωγής: 5428/14, 18/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 5428/14 ΝΤΙΝΑΣ ΗΛΙΑ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγόμενων -------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13.3.15 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ. Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγομένους: κα Στιβαρού για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Αργυρού για N. Pirilides & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές, επικαλούμενοι βασικά τις πρόνοιες της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αιτούνται την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους προβάλλοντας, προς τούτο, πολλούς λόγους οι οποίοι, κατά την άποψή τους, συνηγορούν προς την κατεύθυνση αυτήν. H Αίτηση μεταξύ άλλων στηρίζεται και στην Δ.19 Θ 1-3, Δ.20 Θ1-3 και στην σχετική Νομοθεσία η οποία ρυθμίζει θέματα ηλεκτρισμού. Με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα η Ενάγουσα απαιτεί από τους Εναγόμενους την καταβολή του ποσού των €820.- ως ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι αξίωσαν και/ή εισέπραξαν παράνομα και/ή ως ποσό πληρωθέν άνευ ανταλλάγματος και/ή ως ποσό had and received και/ή ως ποσό με το οποίο οι Εναγόμενοι πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της Ενάγουσας και το οποίο οφείλουν να επιστρέψουν στην ίδια. Οι βασικοί ισχυρισμοί της Ενάγουσας όπως αυτοί προβάλλονται μέσω της Εκθέσεως Απαιτήσεως, είναι οι ακόλουθοι: Η Ενάγουσα, ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος με αριθμό 104 στην πολυκατοικία Paolena Court 2 στην Αγία Φύλαξη στη Λεμεσό, έλαβε κατοχή του πιο πάνω διαμερίσματος από τον τότε ενοικιαστή της τον Αύγουστο 2013, ο οποίος προχώρησε στην αποσύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος το οποίο μέχρι την παράδοση του διαμερίσματος βρισκόταν επ' ονόματι του και πληρωνόταν από τον ίδιο. Κατά ή περί τον Οκτώβριο 2013 ενοικίασε εκ νέου το διαμέρισμα σε νέο ενοικιαστή ο οποίος ανέλαβε να προχωρήσει στη σύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος επ' ονόματι του, ο οποίος εγκατέλειψε το διαμέρισμα την 21.5.

  1. Την 22.5.14 η Ενάγουσα μετέβηκε στα γραφεία των Εναγομένων στη Λεμεσό με σκοπό την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο Διαμέρισμα επ' ονόματι της. Κατά την εν λόγω επίσκεψη της στους Εναγομένους πληροφορήθηκε από υπάλληλο τους για παράνομη επέμβαση επί του μετρητή του Διαμερίσματος και υπεξαίρεση ηλεκτρικού ρεύματος. Κατά την ίδια πιο πάνω επίσκεψη της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι παράνομα αξίωσαν και/ή έθεσαν ως όρο επανασύνδεσης του ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα εις το όνομα της Ενάγουσας την πληρωμή του ποσού των €820.- που αντιπροσώπευε την αξία της κλαπείσας κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος ως και τα έξοδα διερεύνησης της παράνομης σύνδεσης του σχετικού μετρητή. Η Ενάγουσα κατέβαλε υπό διαμαρτυρία το πιο πάνω ποσό ενεργώντας υπό την πίεση των περιστάσεων και/ή των Εναγομένων. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε παράνομη και/ή άλλως επέμβαση στον μετρητή και/ή οποιαδήποτε κατανάλωση και/ή υπεξαίρεση ηλεκτρικού ρεύματος έγινε εν αγνοία της εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο το διαμέρισμα ενοικιαζόταν από άλλο πρόσωπο και η Ενάγουσα δεν ήταν καταναλωτής. Κατά την Ενάγουσα οι Εναγόμενοι χωρίς να προβούν στην απαραίτητη έρευνα αξίωσαν και εισέπραξαν από την ίδια το πιο πάνω αναφερθέν ποσό, χωρίς να λάβουν υπόψη τα παράπονα και διαμαρτυρίες της Ενάγουσας, χωρίς να καταγγείλουν την παράνομη επέμβαση στον μετρητή και/ή την υπεξαίρεση του ηλεκτρικού ρεύματος στην Αστυνομία και χωρίς να βεβαιωθούν ότι η Ενάγουσα ήταν όντως καταναλωτής. Με την Αίτησή τους οι Αιτητές προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους για τους οποίους, σύμφωνα με τη θέση τους, η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει να απορριφθεί σε αυτό το στάδιο. Αυτοί συνοψίζονται ως ακολούθως: Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει και/ή δεν δύναται να αποφασίσει τα εγειρόμενα ζητήματα καθότι αυτά αφορούν και/ή συνδέονται με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης και/ή ισχυριζόμενη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και/ή ενεργειών για τα οποία αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε εύλογη αιτία Αγωγής εναντίον των Εναγομένων και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων. Η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκο δήλωση της Μαρίας Κυπριανού, λειτουργό Νομικών Υπηρεσιών των Εναγομένων. Αναφέρει στην ένορκο δήλωση της το ιστορικό των πελατών αναφορικά με τον μετρητή του διαμερίσματος της Ενάγουσας και προσθέτει ότι στις 14.1.14 διαπιστώθηκε από τους καταγραφείς μετρητών των Εναγομένων ότι ο μετρητής παρουσίαζε κατανάλωση χωρίς όμως να υπάρχει πελάτης. Στις 6.5.14 το θέμα διερευνήθηκε από επιθεωρητή της περιφέρειας Λεμεσού όπου και εντοπίστηκε παράνομη σύνδεση με τον μετρητή. Έγινε διακοπή και τοποθετήθηκε επιστολή για παράνομη επέμβαση και χρέωση ύψους €227.- για τα έξοδα διερεύνησης. Στις 23.5.15 έγινε δεύτερη επίσκεψη όπου διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε νέα επέμβαση και ενημερώθηκε σχετικά ο σύζυγος της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι για να εγκρίνουν την αίτηση της Ενάγουσας για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας απαίτησαν την πληρωμή του ποσού των €820.- και μετά την πληρωμή του η Ενάγουσα κατέστη καταναλωτής. Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα αποδέχεται ότι το ποσό πληρώθηκε πριν την σύμβαση εφόσον αναφέρεται στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης ότι οι Εναγόμενοι έθεσαν ως όρο επανασύνδεσης του ηλεκτρικού ρεύματος την πληρωμή του ποσού των €820.- Αποτελεί θέση της ότι από την πιο πάνω παράγραφο της έκθεσης απαίτησης προκύπτει ότι κατά την πληρωμή του εν λόγω ποσού δεν υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων εφόσον η πληρωμή του τέθηκε ως όρος για την σύναψη σύμβασης και ότι οι Εναγόμενοι κοινοποίησαν την απόφαση τους να απαιτήσουν το εν λόγω ποσό πριν την ύπαρξη συμβατικής σχέσης και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας ημερ. 23.5.
  2. Η Εναγόμενη προβάλλει με τους λόγους ένστασης της κυρίως ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, η Αίτηση είναι αδικαιολόγητη, η Αίτηση τείνει να προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση στην υπόθεση και η διαγραφή δικογράφων εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου τα δικόγραφα κρίνονται αναντίλεκτα, ανυπόστατα κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Ανδρέα Ζαχαρία, συζύγου της Εναγόμενης. Στην ένορκο δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Αναφέρει περαιτέρω ο ομνύον ότι ο ίδιος του είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον βοηθό διευθυντή των Εναγομένων κ. Χαράλαμπο Ιωάννου ο οποίος πρότεινε να παρουσιαστεί ο πρώην ένοικος του διαμερίσματος και να πληρώσει το εν λόγω ποσό και να αναλάβει ο ίδιος του την ευθύνη πληρωμής του. Πέραν των πιο πάνω αναφέρει ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε έναντι του ως άνω λογαριασμού μετά την υπογραφή της σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και την δημιουργία της συμβατικής σχέσης καθότι κατά τον χρόνο καταβολής του ποσού υπήρχε ήδη συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων. Κατά το στάδιο της Ακρόασης της Αίτησης οι συνήγοροι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις εισηγήσεις και θέσεις κάθε πλευράς. Η επανάληψη του περιεχομένου τους δεν κρίνεται αναγκαία παρά μόνο θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η βασική διάταξη την οποία επικαλούνται οι Αιτητές είναι η Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η δε θεραπεία την οποία επιδιώκουν είναι η απόρριψη της αγωγής εναντίον τους. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει επίσης από την γραπτή αγόρευση των Εναγομένων όπου το μεγαλύτερο μέρος αυτής περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της απόρριψης της Αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.
  3. Στην Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)

(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1336, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τη Δ.27, θ.3: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Με την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλονται τέτοιες θέσεις και οι πρόνοιες του θ.3 δεν καλύπτουν την περίπτωση για την οποία επιζητείται η απόρριψη της αγωγής». Η σταθερή βάση της νομολογίας ήταν και είναι μέχρι σήμερα ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού με βάση τις πιο πάνω δικονομικές διατάξεις πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις. Αυτό τονίστηκε σε κάποιες από τις πρώτες αποφάσεις της Κυπριακής νομολογίας στις οποίες έγινε μάλιστα επίκληση Αγγλικής νομολογίας ακόμη και του 19ου αιώνα δηλαδή πριν καν τη θέσπιση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, στην Μavromoustakis v. Yeroudes (Executor)
(1965)1 C.L.R. 176, 183-184, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω τα οποία επίσης υιοθετήθηκαν και στην Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305: «Speaking of this jurisdiction to dismiss actions in limine, Lord Herschell in Lawrance v. Norreys (Lord)
(1890)15 App. Cas. 210, said (at page 219): "It is a jurisdiction which ought to be very spaningly exercised, and only in very exceptional cases". In Dyson v. Attorney-General
(1911)1 K.B. 410 at page 418, Fletcher Moulton, L.J. said: «.To my mind it is evident that our judicial system would never permit a plaintiff to be 'driven from the judgment seat' in this way without any court having considered his right to be heard, excepting in cases where the cause of action was obviously and almost incontestably bad". That is, undoubtedly, the test to be applied and the language used there is strong language. If there is a point capable or worthy of being argued it was clearly impossible to strike out an action in limine (per Tucker, L.J. in Law v. Dearley
(1950)1 All E.R. 124, at page 127). According to the notes to the English R.S.C. Order 25, rule 4, in the Annual Practice, it has been held in many cases that it is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule, and that this procedure can only be adopted when it can be clearly seen that a claim is, on the face of it, obviously unsustainable, or that the case is clear beyond doubt. So Long as the statement of claim discloses some cause of action, or raises some question fit to be decided by a court, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out». Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και διασαφηνίστηκαν περαιτέρω στην In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 όπου αναφέρθηκε ότι κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. Η επίκληση της εξουσίας του Δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Τέτοια άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Βλέπε επίσης Σιακόλας
(1998), πιο πάνω, και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21. Επιπρόσθετα, στην Λοϊζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, τονίστηκε ότι απόρριψη αγωγής θα πρέπει να διατάσσεται μόνο σε περιπτώσεις που το δικόγραφο του Ενάγοντος δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και όπου η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί μετά από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Είναι για αυτό το λόγο που διαφαίνεται μία σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας αυτής ενώ η αγωγή βρίσκεται ακόμη στα πολύ αρχικά της στάδια. Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι ζητούν ουσιαστικά την διαγραφή ολόκληρης της Αγωγής των Εναγόντων. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια της αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. Είναι θεμελιωμένο ότι διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19, Θ.26 και της Δ.27, Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό. Αποτελεί κύριο επιχείρημα, το μοναδικό όπως μπορεί να λεχθεί, των Εναγομένων για την διαγραφή της Αγωγής, η αποκλειστική δικαιοδοσία που έχει το Ανώτατο Δικαστήριο ως Διοικητικό Δικαστήριο κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας για να επιληφθεί των επίδικων ζητημάτων. Στην απόφαση Αγρόκτημα Λανίτης Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)225 αποφασίστηκε ότι: «Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρου 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου». Και στη Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997), Α.Α.Δ. 1424, παραθέτοντας και το πιο πάνω απόσπασμα από τη Λανίτη, συνεχίζει με τα εξής στη σελίδα 1432: "H αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στο τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοση της.» Πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο η απαίτηση των Εναγομένων από την Ενάγουσα να καταβάλει το ποσό των €820.- αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη υποκείμενη σε αναθεώρηση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η κα Στιβαρού εισηγείται ότι η άρνηση των Εναγομένων να συμβληθούν με την Ενάγουσα και υποβάλλοντας σε αυτήν ως όρο την πληρωμή των €820.- αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη την οποία η Ενάγουσα θα μπορούσε να προσβάλει με Προσφυγή. Στηρίζει περαιτέρω την εισήγηση της στο ότι η Ενάγουσα αναφέρει στην έκθεση απαίτησης της ότι αναγκάστηκε να πληρώσει το ποσό των €820.- ως όρο επανασύνδεσης του ρεύματος. Η πιο πάνω θέση των Εναγομένων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους. Κατά πρώτο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε απόφαση των Εναγομένων η οποία να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά διοικητικής πράξης ή έστω κάποια στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να συνηγορούν στο ότι η εν λόγω επιβολή του ποσού των €820 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, με την βεβαιότητα η οποία απαιτείται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με τον Νόμο περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (158(I)/1999): "διοικητική πράξη" σημαίνει ατομική διοικητική πράξη με την οποία ένα διοικητικό όργανο καθορίζει μονομερώς τι πρέπει να ισχύσει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Έκδοση διοικητικών πράξεων.
  1. Η έκδοση μιας διοικητικής πράξης γίνεται με τη διατύπωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου. Έναρξη ισχύος διοικητικών πράξεων.
  2. Η ουσιαστική ισχύς μιας διοικητικής πράξης αρχίζει από την ημέρα που η δήλωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Όταν ο νόμος καθιστά συστατικό στοιχείο της πράξης τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η ουσιαστική ισχύς της αρχίζει από την ημέρα της δημοσίευσης. Ενημέρωση για τα μέσα θεραπείας.
  3. Η διοίκηση οφείλει στο έγγραφο με το οποίο κοινοποιείται η πράξη να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για τις θεραπείες που έχει για να προσβάλει την πράξη. Στο έγγραφο πρέπει να καθορίζεται η φύση και η μορφή της θεραπείας, η προθεσμία που τάσσει το Σύνταγμα ή ο νόμος και το αρμόδιο δικαστήριο ή διοικητικό όργανο προς το οποίο μπορεί να απευθυνθεί ο ενδιαφερόμενος. Τα πιο πάνω προβλεπόμενα από τον προαναφερθέν Νόμο αποτελούν κάποια από τα χαρακτηριστικά, ουσιαστικά μάλιστα, μιας εκτελεστής Διοικητικής Πράξης. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει καταδειχθεί ούτε πως κοινοποιήθηκε η απόφαση των Εναγομένων στην Ενάγουσα, ούτε πότε αυτή κοινοποιήθηκε αλλά ούτε κατά πόσο η Ενάγουσα ενημερώθηκε από τους Εναγόμενους για τα μέσα θεραπείας. Επομένως δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να καταλήξει το Δικαστήριο αναφορικά με την ύπαρξη εκτελεστής διοικητικής πράξης. Κατά δεύτερο, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η πληρωμή του ποσού των €820.- ζητήθηκε από τους Εναγόμενους και καταβλήθηκε από την Ενάγουσα χωρίς η σχέση τους να διέπετε από συμφωνία επομένως η διαφορά μεταξύ των διαδίκων εμπίπτει εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, παραθέτοντας σχετική νομολογία. Το κρίσιμο σημείο στην υπό κρίση Αίτηση είναι κατά πόσο υπήρχε ή όχι συμφωνία μεταξύ των διαδίκων κατά την επιβολή και πληρωμή του εν λόγω ποσού. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου το πιο πάνω γεγονός αποτελεί σημείο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων ενώ η πλευρά των Εναγομένων θεωρεί ως δεδομένο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υφίστατο συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, γεγονός το οποίο η Ενάγουσα αμφισβητεί μέσω της ένστασης της. Με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε αυτό το στάδιο, κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί ούτε αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός ο χρόνος πληρωμής του ποσού εν σχέση με την υπογραφή της Συμφωνίας. Στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης δεν ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι πλήρωσε το ποσό των €820 και μετά υπογράφηκε η συμφωνία, ως εισηγούνται οι Εναγόμενοι. Αυτό το οποίο ισχυρίζεται είναι ότι για την επανασύνδεση του ρεύματος ζητήθηκε το εν λόγω ποσό και εδώ εγείρεται επίσης το ερώτημα κατά πόσο η επανασύνδεση του ρεύματος ακολούθησε ή προηγήθηκε της όποιας συμφωνίας εφόσον η σύνδεση του ρεύματος είναι εννοιολογικά και πρακτικά κάτι διαφορετικό από την κατάρτιση συμφωνίας. Από το Τεκμήριο 1 το οποίο συνοδεύει την Αίτηση δεν προκύπτει ότι η συμφωνία υπογράφηκε μετά την καταβολή του ποσού ούτε βέβαια αποδυκνείεται το αντίθετο, επομένως παραμένει ένα γεγονός υπό αμφισβήτηση. Πέραν των πιο πάνω αξίζει να σχολιάσω ότι η υπό αναφορά στην γραπτή αγόρευση των Εναγομένων απόφαση στην υπόθεση KASTELANOS HOLDINGS LTD v ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
(2006)4 Α.Α.Δ. 916, αφορά διαφορετικά περιστατικά. Κυρίως η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε ξεκάθαρη έκδοση μιας σαφής διοικητικής πράξης η οποία κοινοποιήθηκε στον διοικούμενο με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια εκτελεστή διοικητική πράξη. Τα πιο πάνω γεγονότα της προαναφερόμενης υπόθεσης και η ερμηνεία αυτών να σημειωθεί ότι διαφοροποιείται από τα γεγονότα τα οποία εξετάζονται μεταξύ των διαδίκων. Στην υπό εξέταση Αίτηση δεν πληρείται η προϋπόθεση η οποία τίθεται από την Νομολογία όπως τα γεγονότα να είναι αναντίλεκτα. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου παραμένει ζωντανό μέχρι το τέλος της δίκης και εφόσον το Δικαστήριο θα έχει την ευκαιρία να ακούσει στο σύνολο την σχετική μαρτυρία των διαδίκων. Σε αυτό το τόσο αρχικό στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν δύναται με τα όσα αμφιλεγόμενα και αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία προβάλλονται, να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα εφόσον αυτό θα προαπαιτούσε την αξιολόγηση μαρτυρίας, έργο το οποίο δεν επιτελείτε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση της κας Στιβαρού περί του ότι το θέμα μεταξύ των διαδίκων δεν είναι μια απλή χρηματική διαφορά. Επί του προκειμένου σημείου επίσης δεν έχει καταδειχθεί από τους Εναγόμενους ότι η εν λόγω διαφορά δεν είναι χρηματική. Από την ένορκο δήλωση της Μαρίας Κυπριανού προκύπτει ότι στις 14.1.14 διαπιστώθηκε ότι ο μετρητής παρουσίαζε κατανάλωση χωρίς όμως να υπάρχει πελάτης, επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η διαφορά να είναι χρηματική εφόσον οι Εναγόμενοι διαπίστωσαν ότι υπήρχε κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος επέβαλαν τόσο τα τέλη κατανάλωσης όσο και τα έξοδα διερεύνησης, υπήρχε δηλαδή ένας λογαριασμός προς όφελος των Εναγομένων ο οποίος για τους Εναγόμενους έπρεπε να πληρωθεί από κάποιον και δεν αποκλείεται επίσης η εμφάνιση της Ενάγουσας να αποτέλεσε για τους Εναγομένους ο τρόπος είσπραξης του εν λόγω ποσού. Υπογραμμίζεται ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιοδήποτε εύρημα γεγονότων ή αξιοπιστίας παρά μόνο παραθέτει τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται με τις αμφιβολίες οι οποίες δημιουργούνται στην έκταση και μόνο που αφορούν την παρούσα διαδικασία. Τα πιο πάνω συνηγορούν κατά την άποψη μου στο ότι το θέμα το οποίο προβάλλουν οι Εναγόμενοι δεν είναι απόλυτα νομικής φύσεως στο βαθμό που να δικαιολογεί το αίτημα τους για διαγραφή της Αγωγής. Για να καταλήξει το Δικαστήριο κατά πόσο όντως πρόκειται περί ενός ξεκάθαρα νομικού ζητήματος χρειάζεται η προσκόμιση μαρτυρίας προς απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται επίσης ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή εύλογη Αγωγή εναντίον των Εναγομένων ή ότι η Αγωγή είναι ενοχλητική, επιπόλαιη, κακόπιστη ή καταχρηστική. Επαναλαμβάνεται ότι σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία καθίσταται σαφές ότι βασικό στοιχείο επιτυχίας μιας αίτησης στη βάση της Διαταγής 27 για την προδικαστική επίλυση ενός θέματος, είναι αυτή να αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα ώστε να μη χρειάζεται για το Δικαστήριο να προβεί σε εξέταση πραγματικών γεγονότων για να αποφασίσει το ζήτημα της αρμοδιότητας του. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας των νομικών σημείων στο στάδιο αυτό. Είναι φανερό ότι υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ως προς το πλαίσιο το οποίο διέπει την μεταξύ τους σχέση αλλά και το καθεστώς υπό το οποίο επιβλήθηκε από τους Εναγόμενους και πληρώθηκε το ποσό των €820 από την Ενάγουσα. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε απόφαση επί των νομικών σημείων τα οποία εγείρουν οι Εναγόμενοι θα πρέπει να γίνει ενδελεχής και λεπτομερής αναδρομή όχι μόνο στα δικόγραφα αλλά και σε αριθμό εγγράφων για να διαφανούν οι συνθήκες οι οποίες επέφεραν τα όποια νομικά αποτελέσματα στην σχέση των διαδίκων. Συνεπώς το ζήτημα που εγείρεται δεν αφορά σε αμιγώς νομικό θέμα για να υπάρχει δυνατότητα εξέτασης του υπό το φως των προνοιών της Δ.27 Θ.3. Μέσα σε αυτό το θολό τοπίο εν σχέση με πολύ σημαντικά θέματα που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν μπορεί να καταλήξει με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ουσιαστικό γεγονός το οποίο στηρίζουν οι Εναγόμενοι το αίτημα τους. Για να αποφασιστούν τα εγειρόμενα σημεία σίγουρα θα χρειαστεί μαρτυρία που μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς μπορεί να προσκομιστεί και όχι στο παρόν στάδιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305, ότι δηλαδή η εξουσία του Δικαστηρίου που σύμφωνα με τη Δ.27 πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, η κατάληξη μου είναι ότι τα θέματα τα οποία προβάλλουν οι Εναγόμενοι θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εξέταση της ουσίας της Αγωγής που θεωρώ ως την πιο πρόσφορη διαδικασία. Λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί η αίτηση ημερ.13/03/15 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Καθ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] ....................................... Χρ. Χατζηγεωργίου,Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other/Interim/5428-14diagrafiagogis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.