← Κύπρος

APANASENKO ALEXANDER ν. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής 2499/09, 5/11/2015

APANASENKO ALEXANDER ν. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής 2499/09, 5/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A318 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2499/09 Μεταξύ: APANASENKO ALEXANDER, από Ρωσία Ενάγοντα και CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DEVELOPERS LTD, από Λεμεσό Εναγομένης ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 20.10.2015 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 5 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: Ο κ. Μ. Φιλίππου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Για τον Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση: Η κα Α. Γεωργίου για A. CHR. THEOPHILOU LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας στην υπό εκδίκαση αγωγή αξιοί εναντίον των Εναγομένων, την επιστροφή του ποσού των €25.000.- πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ο Ενάγοντας ο οποίος είναι Ρώσσος υπήκοος, ενδιαφέρθηκε να αγοράσει από τους Εναγομένους μία κατοικία με αρ.26 στο συγκρότημα κατοικιών «KARAOLIS BAY VIEW». Με απαίτηση των Εναγομένων, κατέβαλε σ' αυτούς το ποσό των €25.000.- ως «ένδειξη της σοβαρής πρόθεσης του να διαπραγματευθεί την αγορά της κατοικίας ώστε να μην πωλήσουν οι Εναγόμενοι την κατοικία μέχρι λήξης των διαπραγματεύσεων με τον Ενάγοντα». Περαιτέρω ισχυρίζεται πως εάν τελικά κατέληγαν σε συμφωνία με τους Εναγόμενους, το ποσό αυτό θα αφαιρείτο από το τίμημα της πώλησης, εάν όχι, τότε θα του επιστρεφόταν. Είναι η θέση του πως κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, οι Εναγόμενοι κατακράτησαν το ποσό των €25.000.- ως «μη επιστρεπτέα προκαταβολή αγοράς κατοικίας», και πως αρνούνται να το επιστρέψουν παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του. Οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετους ισχυρισμούς. Είναι η θέση τους πως ο Ενάγοντας εξέφρασε το ενδιαφέρον του να αγοράσει την κατοικία υπ' αριθμό 26 στο συγκρότημα κατοικιών «KARAOLIS BAY VIEW» και πως συμφώνησε προφορικά με τους Εναγόμενους ότι η κατοικία «δεν θα επωλείτο σε κανένα ενδιαφερόμενο αγοραστή για περίοδο 2 εβδομάδων». Ως αντάλλαγμα δε γι' αυτή την υπηρεσία, κατέβαλε στους Εναγόμενους το ποσό των €2.300.-. Στη λήξη των δύο εβδομάδων ο Ενάγοντας ζήτησε τρίμηνη παράταση, οι Εναγόμενοι αποδέκτηκαν το αίτημα του και συμφώνησαν προφορικά ότι ως αντάλλαγμα για την μη πώληση της συγκεκριμένης κατοικίας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε το ποσό των €22.700.-. Είναι η θέση των Εναγομένων πως ήταν ουσιαστικός όρος της εν λόγω συμφωνίας πως σε καμία περίπτωση τα καταβληθέντα χρήματα δεν θα επιστρέφοντο. Ισχυρίζονται επίσης πως η συμφωνία έγινε στην παρουσία της δικηγόρου του Ενάγοντα και ενός μεταφραστή που τους συνόδευε. Ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €22.700.- και οι Εναγόμενοι εξέδωσαν σχετική απόδειξη στην οποία καταγράφεται ρητά «ότι η αμοιβή αυτή ήταν μη επιστρεπτέα». Οι Εναγόμενοι αποδίδουν στον Ενάγοντα ότι προέβη σε προφορικές παραστάσεις (ότι θα αγόραζε την εν λόγω κατοικία και γι' αυτό τον λόγο οι Εναγόμενοι έπρεπε να απορρίψουν τις υπόλοιπες προσφορές που είχαν για την πώληση της, ότι θα υπέγραφε την συνήθη συμφωνία πώλησης ακινήτων που χρησιμοποιείται από πλευράς Εναγομένων) οι οποίες αποδείχθηκαν ψευδείς. Ένεκα των ψευδών αυτών παραστάσεων η κατοικία δεν έχει πωληθεί μέχρι και σήμερα αφού απορρίφθησαν αγοραστές, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν απώλεια κερδών της τάξης των €250.000.-, ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικώς από τον Ενάγοντα. Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας, (ο Ενάγοντας έκλεισε την υπόθεση του και στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται μάρτυρας εκ μέρους των Εναγομένων), καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι-Αιτητές επιδιώκουν την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ως ακολούθως: "Α) Δια της προσθήκης της φράσης «γεγονός το οποίο επεξηγήθηκε και/ή αναφέρθηκε στον Ενάγοντα και από τη δικηγόρο του» μετά τη λέξη επιστρεπτέα στην έβδομη γραμμή της υποπαραγράφου 1(ε) έτσι ώστε η παράγραφος 1(ε) μετά την τροποποίηση να διαβάζεται ως ακολούθως: «(ε) Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι ήταν ουσιαστικός όρος της συμφωνίας πως τα χρήματα αυτά καταβάλλονται ως αντάλλαγμα για τη μη πώληση της εν λόγω κατοικίας σε οποιοδήποτε τρίτο και ότι σε καμία περίπτωση δεν θα επιστρέφονταν. Η πιο πάνω συμφωνία έγινε στην παρουσία της δικηγόρου του Ενάγοντα και ενός μεταφραστή που τους συνόδευε. Η απόδειξη που δόθηκε προς τον Ενάγοντα κατέγραφε ρητά ότι η αμοιβή αυτή ήταν μη επιστρεπτέα γεγονός το οποίο επεξηγήθηκε και/ή αναφέρθηκε στον Ενάγοντα και από τη δικηγόρο του.» Β) Δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας υποπαραγράφου μετά την υποπαράγραφο 1(ε) η οποία θα λάβει αρίθμηση 1(στ) και θα διαβάζεται ως ακολούθως: «(στ) Περαιτέρω στην παρουσία της δικηγόρου του ο Ενάγοντας εξέφρασε και/ή μετάφερε την ανησυχία του και/ή τη διαφωνία του σε σχέση με συγκεκριμένους όρους της σύμβασης αγοραπωλησίας. Η δικηγόρος του Ενάγοντα πρότεινε συγκεκριμένες τροποποιήσεις και/ή αλλαγές οι οποίες έγιναν δεκτές από την Εναγόμενη. Ζητήθηκε περαιτέρω όπως οι εν λόγω τροποποιήσεις αποσταλούν γραπτώς στην Εναγόμενη ούτως ώστε να ενσωματωθούν και/ή να γίνει τροποποίηση επί της σύμβασης και εν συνεχεία η νέα τροποποιημένη σύμβαση θα δινόταν στον Ενάγοντα. Πράγματι η δικηγόρος του Ενάγοντα απέστειλε κατά ή περί την 24.09.2008 επιστολές αναφορικά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επί του κειμένου της προτεινόμενης σύμβασης.» Γ) Δια την αλλαγής της αρίθμησης των υποπαραγράφων 1(στ) και 1(ζ) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης σε υποπαραγράφους 1(ζ) και 1(η) αντίστοιχα." Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 θ1 - 4, στη Διαταγή 48 θ1, 2

(1), 2
(2)και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση συνοδεύει Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Καραολή, εκ των διευθυντών των Εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Είναι η θέση του πως είναι καίριας σημασίας για την γραμμή της υπεράσπισης, να συμπεριληφθούν στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί, καθότι κατά την συγκεκριμένη συνάντηση στην παρουσία και της δικηγόρου του Ενάγοντα, καταρτίστηκαν οι προβαλλόμενες στην Έκθεση Υπεράσπισης προφορικές συμφωνίες μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένων. Η μη συμπερίληψη των εν λόγω ισχυρισμών στο υφιστάμενο δικόγραφο, δεν οφείλεται σε κακοπιστία αλλά στο ότι οι Εναγόμενοι πίστευαν πως η μαρτυρία σε σχέση με το τι διημήφθη κατά την εν λόγω συνάντηση, καλυπτόταν ήδη από την παράγραφο 1(ε) του υφιστάμενου δικογράφου. Είναι τέλος θέση του ομνύοντα πως η αιτούμενη τροποποίηση ουδόλως θα επηρεάσει τα δικαιώματα του Ενάγοντα ενώ στην αντίθετη περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι Εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να προβάλουν ορθά όλα τα σχετικά με την υπεράσπιση τους, γεγονότα. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας δέκα συνολικά λόγους. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, πως η Αίτηση στερείται πραγματικής βάσης και/ή είναι καταχρηστική, παράτυπη, κακόπιστη και/ή ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο που ο Ενάγοντας έχει συμπληρώσει την μαρτυρία του και δεν μπορεί να αντικρούσει τους νέους ισχυρισμούς, η δε τυχόν έγκριση της θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόθεση του. Πως δεν δίδεται καμιά σοβαρή και/ή σαφής δικαιολογία και/ή επαρκής εξήγηση για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, πως υπήρξε αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, πως τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο την εκδίκαση της αγωγής, κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα. Η Ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 θ.1, Δ.48 θθ.1, 2, 3 και 4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Νικολέττας Ανδρονίκου, δικηγόρου στο γραφείο Α. CHR. THEOPHILOU LLC, δικηγόρων του Ενάγοντα, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους Ένστασης. Είναι η θέση της πως εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο (ο Ενάγοντας έκλεισε την υπόθεση του και ξεκίνησαν οι Εναγόμενοι την προσαγωγή της δικής τους μαρτυρίας) ο Ενάγοντας θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα είναι αδύνατο να «εκφράσει τη θέση του στους νέους ισχυρισμούς» των Εναγομένων. Προβάλλει επίσης πως οι προτεινόμενοι να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης ισχυρισμοί, αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία ήσαν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήσαν γνωστά στους Εναγομένους (εάν συνέβησαν) από το 2008 δηλαδή πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και της «υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης». Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικής επίδικες διαφορές.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικής επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
  2. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Παρατηρώ ότι εκείνο που επιζητούν οι Εναγόμενοι δεν είναι η αντικατάσταση των ισχυρισμών τους που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, ούτε και η προσθήκη νέων, εντελώς διαφορετικών ή αντιθέτων ισχυρισμών. Με την αιτούμενη τροποποίηση, επιδιώκεται η διευκρίνιση ή η επέκταση των θεμάτων που ήδη βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η προτεινόμενη τροποποίηση βασίζεται και περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της υφιστάμενης Υπεράσπισης και ο άξονας αυτός δεν είναι άλλος παρά η προβαλλόμενη θέση πως οι διάδικοι στην υπό εκδίκαση αγωγή είχαν συμφωνήσει προφορικά μεταξύ τους, πως οι Εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν σε πώληση της συγκεκριμένης κατοικίας για περίοδο 3 μηνών από της 22.9.2008 και ως αντάλλαγμα ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε το ποσό των €22.700.- και περαιτέρω πως η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε στην παρουσία της δικηγόρου του Ενάγοντα και ενός μεταφραστή που τους συνόδευε. Δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει αλλαγή πλεύσης εκ μέρους των Εναγομένων όσον αφορά την γραμμή που εξ' αρχής ακολούθησαν σε σχέση με την υπόθεση τους. Ο ισχυρισμός που επιθυμούν να προσθέσουν είναι πως το γεγονός ότι τα καταβληθέντα χρήματα δεν θα ήσαν επιστρεπτέα, επεξηγήθηκε στον Ενάγοντα από την δικηγόρο του. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25, θ1, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις δικογράφων οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Σκοπός είναι η διακρίβωση των πραγματικών ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. Το κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά. Πολ. Έφεση 96/2006, ημερ. 27.7.2007). Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον οι Εναγόμενοι - Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να υποβάλουν το αίτημα τους. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα «καθυστέρηση». Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ. α. (ανωτέρω), λέχθηκε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, τονίστηκε, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σε σχέση με τον παράγοντα αυτό οι Εναγόμενοι δίδουν σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις στην υποστηρίζουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση. Ούτε έχω πεισθεί από την υπάρχουσα ενώπιον μου μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι ενεργούν με κακή πίστη ή ότι θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά εάν εγκριθεί το αίτημα τους. Η ενέργεια των Εναγομένων να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, μπορεί να υποδηλοί αβλεψία, λάθος ή ακόμη και αμέλεια εκ μέρους των όχι όμως κακοπιστία. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά τους το δικαίωμα να προβάλουν τις θέσεις τους ούτως ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Εξάλλου, και συμφωνώ επί τούτου με τον συνήγορο των Εναγομένων, οι θέσεις που επιθυμούν να προβάλουν στην Υπεράσπιση τους, υπεβλήθησαν κατά κόρον στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του. Οι Ενάγοντες προβάλλουν επίσης πως η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι καλά γνωστό ότι κάτω από τις συμφυείς εξουσίες του, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να συμπληρώνει τον εαυτόν του ως Δικαστήριο ορθά και αποτελεσματικά και να ρυθμίζει τις ενώπιον του διαδικασίες ώστε να παρεμποδίζει κατάχρηση τους με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της δίκαιης δίκης [βλ. Τζενάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 ΑΑΔ, Re Beogradska D.D.
(1996)1ΑΑΔ 911, Ηλίας Ηλία (αρ.3)
(1995)1 ΑΑΔ 786, Παπόρης ν. Μaskinjabriken "Sio" A/S
(1996)1 B ΑΑΔ 1037]. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των Εναγομένων/Αιτητών. Επαναλαμβάνω ότι το ουσιαστικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές επίδικες διαφορές. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Διά ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης να καταχωρηθεί εντός πέντε ημερών από σήμερα. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εκ μέρους των Εναγόντων, να καταχωρηθεί εντός των επόμενων 5 ημερών από της καταχώρησης της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης, καθώς επίσης και εκείνα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΡ, ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης και ανταπαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.