Αναφορικά με την NETGATES SERVICES LTD, Αρ. Αίτησης 150/14, 18/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A348 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 150/14 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Μονομερή Αίτηση του Αστυνομικού Διευθυντή Επαρχίας Λεμεσού υπ' αρ. 150/14 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με το Διάταγμα Κατακράτησης Περιουσίας που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστηρίου Λεμεσού στις 9.5.14 και Αναφορικά με την NETGATES SERVICES LTD Ημερομηνία: 18.11.2015 Για την Αιτήτρια: κ. Ε. Πουργουρίδης. Για τoν Καθ' oυ η αίτηση: κα Γ. Ιωαννίδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 9.5.14, μετά από μονομερή αίτηση ημερ. 7.5.14, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση της Λοχ.1861 Μερόπης Καβάζη του ΤΑΕ Λεμεσού, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης από την Αστυνομία, 11 πύργων ηλεκτρονικών υπολογιστών χωρίς μάρκα και αύξοντα αριθμό, μέχρι τις 25.8.
- Διατάχθηκε επίσης όπως σε περίπτωση που μέχρι τότε δεν καταχωρείτο υπόθεση, τα τεκμήρια να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους ενώ σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας υπόθεσης, όπως το διάταγμα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της περιλαμβανομένης της διαδικασίας έφεσης, σε περίπτωση καταχώρησης τέτοιας. Περαιτέρω διατάχθηκε όπως το εν λόγω διάταγμα επιδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση εντός 4 ημερών από την έκδοση του. Στις 25.8.14, κατόπιν μονομερούς αίτησης ίδιας ημερομηνίας, η οποία υποστηριζόταν και πάλι από ένορκη δήλωση της Λοχ.1861 και με την οποία ζητήθηκε παράταση του προαναφερόμενου διατάγματος, το Δικαστήριο παράτεινε την ισχύ αυτού μέχρι τις 28.2.15 και πάλι με διαταγή όπως σε περίπτωση που μέχρι τότε δεν καταχωρηθεί υπόθεση τα τεκμήρια να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους. Διατάχθηκε επίσης όπως το διάταγμα επιδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση μέχρι τις 29.8.
- Στις 27.2.15, κατόπιν μονομερούς αίτησης ίδιας ημερομηνίας, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη της Αστ.3477 Α. Παπανικολάου και με την οποία ζητήθηκε παράταση του προαναφερόμενου διατάγματος, το Δικαστήριο παράτεινε εκ νέου την ισχύ αυτού μέχρι τις 31.5.15 και πάλι με διαταγή όπως σε περίπτωση που μέχρι τότε δεν καταχωρηθεί υπόθεση τα τεκμήρια να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους. Διατάχθηκε επίσης όπως το διάταγμα επιδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση μέχρι τις 5.3.
- Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 12.3.15, η Αιτήτρια εταιρεία NETGATES SERVICES LTD (στο εξής η Αιτήτρια) αιτείται: Α. Ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 9.5.14 Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού όπως επιστρέψει την περιουσία της εντός προθεσμίας που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Πριν προχωρήσω στην παράθεση της σχετικής μαρτυρίας θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην πορεία της αίτησης, το υπό Β' αιτούμενο διάταγμα κατέστη άνευ αντικειμένου ενόψει του ότι, ως δηλώθηκε από τους διαδίκους, τα επίδικα κατακρατηθέντα τεκμήρια επιστράφηκαν στις 30.3.
- Έτσι θα γίνει αναφορά μόνο στα θέματα που έχουν να κάνουν με το υπό Α' αιτούμενο διάταγμα. Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Προκόπη Πογιατζή, εκ των διευθυντών της Αιτήτριας. Σε αυτήν αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται κυρίως με την ενοικίαση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι ηλεκτρονικοί της υπολογιστές λειτουργούν με εξειδικευμένο πρόγραμμα της εταιρείας Microsoft και το μόνο που επιτρέπουν στον χρήστη τους είναι πρόσβαση στο διαδίκτυο. Ανάμεσα στους πελάτες της Αιτήτριας, είναι και η εταιρεία MEGAPRO LΤD, η οποία διευθύνει το internet cafe, που λειτουργεί στο Σωματείο του Απόλλωνα, στη Λεμεσό. Η Αιτήτρια ενοικιάζει ηλεκτρονικούς υπολογιστές προς την πιο πάνω εταιρεία, δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έχει υπογράψει μαζί της και χρεώνει το ποσό των €15 μηνιαίως, για κάθε υπολογιστή (παράγραφοι 1-3). Από τον Φεβρουάριο του 2014 και μετά η Αστυνομία εξασφαλίζει εντάλματα έρευνας και εισβάλλει στο πιο πάνω υποστατικό, κατάσχοντας αδιάκριτα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, υπό το πρόσχημα ότι θέλει να τους «εξετάσει», προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο αυτοί χρησιμοποιήθηκαν κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 78 και 79 του περί Στοιχημάτων Νόμου και/ή πιο πρόσφατα, κατά παράβαση των νέων προνοιών του Κεφ.
- Μέχρι σήμερα η Αστυνομία κατάσχεσε περιουσία της Αιτήτριας από το πιο πάνω υποστατικό 11 φορές (βλ. κατάλογο τεκμήριο Α). Εξ όσων ο μάρτυρας γνωρίζει, λόγω των σπουδών του σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι πιο πάνω κατασχέσεις ήταν εντελώς αχρείαστες και τούτο γιατί, οι υπολογιστές της Αιτήτριας θα μπορούσαν να είχαν εξεταστεί από την Αστυνομία επί τόπου έστω και προκαταρκτικά ή δειγματοληπτικά. Η εξέταση ενός υπολογιστή, προκειμένου να φανεί η νομιμότητα της χρήσης του είναι ζήτημα μερικών μόνο λεπτών και μπορεί να γίνει από τον οποιονδήποτε που κατέχει στοιχειώδεις γνώσεις περί της λειτουργίας τους. Μετά από κάθε κατάσχεση της η Αστυνομία απευθυνόταν μονομερώς στο Δικαστήριο και ζητούσε διάταγμα κατακράτησης. Συστηματικά απέκρυπτε από το Δικαστήριο τα πιο πάνω και αντί να ζητά περιορισμένο χρονικά διάταγμα, προκειμένου να ολοκληρώσει τις εξετάσεις της, και να διαπιστώσει αν όντως είχε διαπραχθεί κάποιο αδίκημα, ζητούσε εντελώς αδικαιολόγητα και παραπλανητικά, την έκδοση διατάγματος κατακράτησης «μέχρι την αποπεράτωση της όποιας ποινικής υπόθεσης ήθελε καταχωρηθεί. Στις 17.9.14 ο δικηγόρος της Αιτήτριας απέστειλε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού επιστολή (βλ. τεκμήριο Β) και κατά τις 16.10.14 έλαβε απάντηση (βλ. τεκμήριο Γ). Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, η Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού θωρακίζεται, πίσω από τα Δικαστικά διατάγματα κατακράτησης που εξασφαλίζει και στην συνέχεια αδιαφορεί εντελώς για τα δικαιώματα της Αιτήτριας, αλλά και για την ζημιά που της προκαλεί με την πιο πάνω συμπεριφορά της, η οποία συνιστά κατάχρηση εξουσίας και παραβλάπτει το δημόσιο συμφέρον. Παρόμοιες υποθέσεις του παρελθόντος είχαν οδηγήσει τον Αρχηγό Αστυνομίας στο να εκδώσει προς τις διάφορες Αστυνομικές Διευθύνσεις σχετική οδηγία (βλ. τεκμήριο Δ). Η οικονομική ζημιά που έχει υποστεί και που συνεχίζει να υφίσταται η Αιτήτρια από τα πιο πάνω είναι τεράστια, ενώ η αξία της περιουσίας της που κατακρατείται ως σήμερα ανέρχεται σε €60.000 περίπου (παράγραφοι 4-7). Η Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού ουδέποτε την ειδοποίησε για την πρόθεση της να καταχωρήσει αίτηση για την κατακράτηση της περιουσίας της και ουδέποτε της έδωσε την ευκαιρία να ακουστεί πριν την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Αν της δινόταν τέτοια ευκαιρία, θα μπορούσε να δείξει στο Δικαστήριο την ευκολία με την οποία εξετάζεται ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, αλλά και τον χρόνο που απαιτεί το εγχείρημα αυτό. Η δε αδιάκριτη και αχρείαστη κατάσχεση και κατακράτηση της περιουσίας της, υποχρεώνει την Αιτήτρια να αγοράζει συνέχεια νέους υπολογιστές, προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι των πελατών της. Περαιτέρω η Αστυνομία έχει την δυνατότητα να παράξει δικανικά αντίγραφα του περιεχομένου των υπολογιστών της Αιτήτριας και ασφαλώς μπορεί να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο για σκοπούς απόδειξης της όποιας υπόθεσης κατά των πελατών της (παράγραφος 8). Ως εκ των ανωτέρω, η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση του σχετικού διατάγματος κατακράτησης προς αποκατάσταση της νομιμότητας. Ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού καταχώρησε, στις 25.5.15 ένσταση στην αίτηση στην οποία προβάλλονται τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν εγείρεται προδικαστική ένσταση καθότι το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 9.5.14, του οποίου ζητείται η ακύρωση με την παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθότι τα κατασχεθέντα τεκμήρια επιστράφηκαν στον Ευάνθη Σοφοκλέους, μετά την ολοκλήρωση των επιστημονικών εξετάσεων τους από το αρμόδιο Τμήμα του Αρχηγείου Αστυνομίας και αφού ίσχυε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 27.2.
- Συνεπώς η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, δεν έγινε καλή τη πίστη αλλά κακόπιστα και για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και εν πάση περιπτώσει για σκοπούς που εκφεύγουν των σκοπών του Νόμου. Ανεξάρτητα της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η Αιτήτρια δε νομιμοποιείται να προβεί στην παρούσα αίτηση.
- Το εκδοθέν διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων ημερομηνίας 9.5.14 εκδόθηκε καθόλα νόμιμα.
- Η αίτηση είναι γενική, αόριστη, αβάσιμη και άσχετη με τα επίδικα κατασχεθέντα τεκμήρια και ή ασκείται καταχρηστικά.
- Η Αιτήτρια δε αποκαλύπτει λόγους και ή επαρκείς λόγους για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος.
- Τα επίδικα κατασχεθέντα αντικείμενα έχουν επιστραφεί. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Λοχ.1861 Μερόπης Καβάζη, η οποία λαμβάνει μέρος στις εξετάσεις της υπόθεσης για την οποία καταχωρήθηκε η αίτηση προς έκδοση του επίδικου διατάγματος. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση η Λοχ.1861: Υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην ένορκη της δήλωση ημερ. 7.5.14 προς έκδοση του επίδικου διατάγματος (τεκμήριο Α). Στις 6.5.14 διενεργήθηκε έρευνα κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας στο σωματείο Απόλλωνας στην Λεμεσό για διερεύνηση αδικημάτων κατά παράβαση του Ν.106(Ι)/
- Εκεί εντοπίστηκαν οι 11 επίδικοι πύργοι ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι οποίοι και κατασχέθηκαν για τις απαραίτητες επιστημονικές εξετάσεις. Αναφέρθηκε δε στο ιστορικό έκδοσης του επίδικου διατάγματος ημερ. 9.5.14 και στις επόμενες δύο αιτήσεις προς παράταση της ισχύος του, ημερ. 25.8.14 και 27.2.
- Αναφέρει επίσης ότι τα επίδικα κατασχεθέντα αντικείμενα επιστράφηκαν στον Ευάνθη Σοφοκλέους, από τη Λεμεσό, μετά την ολοκλήρωση των επιστημονικών εξετάσεων τους από το αρμόδιο τμήμα του Αρχηγείου Αστυνομίας και αφού ίσχυε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 27.2.
- Σε απάντηση δε στους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην παρούσα αναφέρει: Η Αιτήτρια δια μέσου του Προκόπη Πογιατζή δεν νομιμοποιείται να προβεί στην υπό εκδίκαση αίτηση. Ο Προκόπης Πογιατζής δεν έχει αποδείξει με οποιονδήποτε τρόπο ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας, ούτε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από αυτήν ούτε και εν πάση περιπτώσει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Ευάνθη Σοφοκλέους, ιδιοκτήτη του μέρους από το οποίο κατασχέθηκαν τα επίδικα τεκμήρια. Επιπλέον δεν αποδέχεται τα όσα ο Πογιατζής αναφέρει στις παραγράφους 1-3 της ένορκης δήλωσης του. Σε σχέση με τα αναφερόμενα στις παραγράφους 4-7 της ένορκης δήλωσης του ανωτέρω και για την προσπάθεια διασύνδεσης της παρούσας με αρκετές άλλες έρευνες από το 2014 και την κατακράτηση ηλεκτρονικών υπολογιστών τους για παρόμοιους σκοπούς, υποστηρίζει ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται ξεχωριστά και στην παρούσα δεν πρόκειται για κατάσχεση άσχετων αντικειμένων αλλά αυτά παραλήφθηκαν νόμιμα με βάση δικαστικό ένταλμα έρευνας για να εξετασθούν σε σχέση με την διερεύνηση συγκεκριμένων αδικημάτων. Προσθέτει δε ότι οι ισχυρισμοί στις εν λόγω παραγράφους είναι αβάσιμοι, αστήρικτοι, άσχετοι και δεν έχουν αποδειχθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω δεν μπορεί να αποφασιστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας, οι κατακρατήσεις τεκμηρίων σε άλλες υποθέσεις. Δεν δέχεται δε ούτε την ζημιά στην οποία γίνεται επίκληση και υποστηρίζει ότι ούτε και ο Ευάνθης Σοφοκλέους επικαλέστηκε στην Αστυνομία κάτι τέτοιο. Αναφορικά με την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης αμφισβητεί τα όσα εκεί εκτίθενται και σε σχέση με τον ισχυρισμό για την μη ενημέρωση της Αιτήτριας από την Αστυνομία για την πρόθεση της να καταχωρήσει αίτηση για κατακράτηση των επίδικων τεκμηρίων, αναφέρει ότι η Αστυνομία δεν είχε καμία νομική υποχρέωση περί τούτου εφόσον πρόκειται για μονομερή αίτηση (ex-parte). Ενόψει των πιο πάνω ζητείται η απόρριψη της αίτησης ως νόμο και ουσία αβάσιμης και ως άνευ αντικειμένου, με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Τα όσα έχουν εκθέσει οι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεως τους στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική Πτυχή Η διαδικασία για την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης τεκμηρίων μετά την κατάσχεση τους, για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη, καλύπτεται από τα άρθρα 27 και 32-34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής ο Νόμος). Ως έχει νομολογηθεί πρόκειται για πολιτική και όχι ποινική διαδικασία, εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα (βλ. Ησαΐα κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 179/11, ημερ. 22.10.13 και Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 84). Έτσι η απόφαση κατακράτησης δεν είναι ενδιάμεση αλλά ούτε και απόφαση στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας. Οι προαναφερόμενες διατάξεις είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το Νόμο. Το πρώτο στάδιο προβλέπεται από το άρθρο 27, το οποίο διέπει και καθορίζει την εξουσία της Αστυνομίας για την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το δεύτερο στάδιο από το άρθρο 32
(1)το οποίο διέπει την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές αρχές μετά την κατάσχεση τους και το τρίτο στάδιο από το άρθρο 32
(3)το οποίο προβλέπει την αποδέσμευσή τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας στο Δικαστήριο εάν η περαιτέρω κράτηση τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 360). Στο δεύτερο στάδιο κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Το άρθρο 32
(1)παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές αρχές για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες (βλ. Concrete Mix Limited ανωτέρω). Η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο Δικαστής δυνάμει των άρθρων 27-34 έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Ησαΐα ανωτέρω). Στον Νόμο δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθορίζει συγκεκριμένη διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων κατακράτησης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Πάρη Γεωργιάδη
(2009)1Β Α.Α.Δ 1000). Το άρθρο 32 δεν προβλέπει επίδοση της αίτησης ή του διατάγματος κατακράτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν οφείλει στο στάδιο αυτό να διατάξει τέτοια επίδοση αίτησης ή να ορίσει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όμως αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να διατάξει επίδοση της αίτησης ή μόνο του διατάγματος (βλ. Ησαΐα ανωτέρω). Όταν η αίτηση εξετάζεται στην απουσία της άλλης πλευράς ορθό είναι το Δικαστήριο να διατάξει επίδοση του διατάγματος εφόσον με την επίδοση δίδεται η ευκαιρία στους Καθ' ων η αίτηση είτε να αιτηθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος, είτε να εφεσιβάλουν την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 32Α του Νόμου (βλ. Ησαΐα ανωτέρω). Στο τρίτο στάδιο η εξουσία, η οποία παρέχεται από το άρθρο 32
(3)για αποδέσμευση των αντικειμένων από την αστυνομική φύλαξη, συναρτάται άμεσα με την προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με τη διατύπωση κατηγορίας εναντίον του. Δηλ. η πρόσαψη κατηγορίας οριοθετεί το τρίτο στάδιο της διαδικασίας. Στο στάδιο αυτό σύμφωνα με την πιο πάνω πρόνοια παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία για επιστροφή του αντικειμένου στον κάτοχο ή ιδιοκτήτη του, νοουμένου ότι η κράτηση και φύλαξή του δεν απαιτείται για τους σκοπούς της εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ανωτέρω). Εξέταση της παρούσας Πριν προχωρήσω θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι η εξέταση της παρούσας θα γίνει μόνο στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Εφόσον δεν γίνεται αμφισβήτηση γεγονότων και στοιχείων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις με τον ορθό δικονομικό τρόπο, δεν επιτρέπεται τέτοια αμφισβήτηση με άλλο τρόπο. Τέλος η εξέταση της αίτησης δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στη βάση των λόγων που εγείρονται στην ένσταση καθώς και στα θέματα που τελικά προωθούνται, ως αυτό προκύπτει από τις αγορεύσεις των διαδίκων. Θα αρχίσω από την θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα. Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση αυτή, ως προκύπτει από την τελική αγόρευση της συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει, ως προκύπτει από την νομολογία, τόσο ο κατηγορούμενος αλλά και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος έχουν το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο και να αιτηθούν ακύρωση διαταγμάτων όπως το επίδικο στην βάση επίκλησης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση του στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα
(2010)1Α Α.Α.Δ 181). Θα εξετάσω στη συνέχεια την θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι, ενόψει της επιστροφής των, δυνάμει του επίδικου διατάγματος, κατακρατηθέντων τεκμηρίων, η αίτηση κατέστη πλέον άνευ αντικείμενου και ως προς το μέρος αυτής με το οποίο ζητείται ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετη προς τούτο είναι η θέση της Αιτήτριας, η οποία υποστηρίζει ότι το αίτημα της προς ακύρωση του διατάγματος αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη θεραπεία από αυτήν για επιστροφή των τεκμηρίων καθώς και ότι τα Δικαστήρια που έχουν την εξουσία έκδοσης διαταγμάτων στην απουσία ενός εκ των διαδίκων (δυνάμει μονομερών αιτήσεων) έχουν και την αντίστοιχη εξουσία ακύρωσης τους, ιδιαίτερα όταν αυτό επιβάλλεται για σκοπούς αποκατάστασης της νομιμότητας και ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στα πλαίσια αυτά, σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψην είναι και η τυχόν παρεμπόδιση του διαδίκου από του να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματα του. Εξειδικεύοντας το πιο πάνω επιχείρημα ο κ. Πουργουρίδης υποστήριξε ότι στην παρούσα η Αιτήτρια υπέστη οικονομική ζημιά εκ της κατασχέσεως και της δυνάμει του επίδικου διατάγματος κατακρατήσεως των τεκμηρίων. Η δε επιστροφή αυτών, μέρος και μόνο της ζημιάς αποκατέστησε και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται από τον Καθ' ου η αίτηση ως μέθοδος παρεμπόδισης του Δικαστηρίου από του να ελέγξει το κατά πόσο «εξαπατήθηκε» κατά την έκδοση του διατάγματος. Καταλήγει ουσιαστικά η εν λόγω θέση ότι χωρίς την ακύρωση του διατάγματος, η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο για να διεκδικήσει αποκατάσταση της ζημιάς της (στην βάση του άρθρου 37 του Κεφ. 148) καθότι η άλλη πλευρά θα επικαλεστεί ότι η κράτηση των τεκμηρίων ήταν νόμιμη εφόσον έγινε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο που θα εξετάσει το θέμα δεν θα μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά εφόσον δεν μπορεί να κρίνει την εγκυρότητα ή μη του εν λόγω διατάγματος. Όσον αφορά την σχετική με τα πιο πάνω θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ. 155, δεν μπορεί να γίνει καθότι η εν λόγω διάταξη δεν προβλέπει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό ασφαλώς δεν ευσταθεί. Σίγουρα το άρθρο 32 δεν προβλέπει κάτι τέτοιο αλλά ως έχει νομολογηθεί, τέτοια διατάγματα μπορούν να ακυρωθούν στη βάση της μη αποκάλυψης στο Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων κατά τον χρόνο που ζητείται η έκδοση τους στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα
(2010)1Α Α.Α.Δ 181). Ισχύει και για τέτοια διατάγματα η νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (βλ. Attorney General a.o. v. Savvides (Νο.2)
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 734). Το Δικαστήριο μπορεί λοιπόν να ακυρώσει ένα διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και μόνο για το λόγο ότι κατά την έκδοση του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εφόσον τέτοια απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος «επενεργεί καταλυτικά - διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου». Το κριτήριο είναι αντικειμενικό (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva, Πολ. Εφέσεις 130 και 131/09, ημερ. 29.1.10). Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, η απόφαση καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Το γεγονός λοιπόν της επιστροφής των κατακρατηθέντων τεκμηρίων δεν εμποδίζει τον έλεγχο της, στην βάση των πιο πάνω, εγκυρότητας του διατάγματος. Με βρίσκει δε σύμφωνο η θέση της Αιτήτριας ότι δεν μπορεί τέτοια επιστροφή να θεωρηθεί ότι από μόνη της και δίχως άλλο καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση τέτοιων αιτημάτων καθότι κάτι τέτοιο θα έδινε την ευχέρεια στην Αστυνομία να την χρησιμοποιεί ως μέθοδο παρεμπόδισης του Δικαστηρίου από του να προβεί σε τέτοιο έλεγχο, σε κάθε περίπτωση. Δεν μου διαφεύγει ότι αποτελεί επίσης καλά καθιερωμένη νομική αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν πράττουν επί ματαίω, ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε και προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες είτε έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών, η επίλυση τους δεν θα κατέληγε σε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα. Η επιδίωξη δε σκοπού που παραμένει άνευ αντικειμένου και η εμμονή σ΄ αυτόν, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Θεοδωρίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1248) και Αναφορικά με την αίτηση του Victor Makushin, Πολ. Έφεση 430/2011, ημερ. 16.10.13). Το θέμα εξετάσθηκε αρχικά στην Μαυρονικόλα ν. Φοινιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1659, η οποία αφορούσε έφεση κατά της ακύρωσης προσωρινού διατάγματος. Είχε προκύψει αδυναμία παροχής της θεραπείας που επιζητούσε ο Αιτητής λόγω μεταβολής των γεγονότων στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της έκδοσης της απόφασης του προσωρινού διατάγματος και της έφεσης. Το Εφετείο εξετάζοντας κατά πόσο ήταν δικαιολογημένη η εξέταση της ουσίας της έφεσης, κατά πλειοψηφία, αποφάσισε ότι, υπό τις συνθήκες, το ζήτημα δεν είχε παρά μόνο ακαδημαϊκή σημασία, χωρίς δυνατότητα να προκύψει οποιοδήποτε όφελος σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Στην ίδια απόφαση ο Δ. Πικής, εκδίδοντας την απόφαση της μειοψηφίας, δέχτηκε ότι αντικείμενο της έφεσης είναι η θεώρηση της ορθότητας της απόφασης που εκκαλείται υπό το πρίσμα των λόγων της έφεσης. Θεώρησε περαιτέρω ότι υπήρχαν δύο ανεπίλυτα ζητήματα άμεσης πρακτικής σημασίας, η επιδίκαση εξόδων εις βάρος του εφεσείοντα ως επακόλουθο του αποτελέσματος και η υποχρέωσή του για αποζημίωση λόγω της αρχικής έκδοσης του διατάγματος χωρίς ειδοποίηση στους εναγομένους. Αναμφίβολα στην πιο πάνω υπόθεση δημιουργεί δεσμευτικό προηγούμενο η απόφαση της πλειοψηφίας. Από αυτήν όμως προκύπτει ότι σε περίπτωση που η εξέταση ενός θέματος δεν είναι ακαδημαϊκής και μόνο σημασίας αλλά υπάρχει δυνατότητα να προκύψει κάποιο όφελος στον Αιτητή, τότε προφανώς το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει την ουσία της αίτησης. Αυτό προκύπτει άλλωστε και από την προγενέστερη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γεώργιου Πολυκάρπου
(1991)1 Α.Α.Δ 207, όπου επιδιώχθηκε η μέσω της έκδοσης προνομιακού εντάλματος, ακύρωση εντάλματος σύλληψης μετά την εκτέλεση του. Αναφέρθηκε δε εκεί ότι η αποκατάσταση της νομιμότητας, έστω και εκ των υστέρων, και η δυνατότητα διεκδίκησης οποιωνδήποτε τυχόν δικαιωμάτων του από τον Αιτητή συνιστούσαν αρκετόν όφελος στην έννοια της αρχής που διατυπώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 1, σελ. 158, παράγραφος 163: «Where no benefit can be derived. Where grounds are made out upon which the court might grant the order, it will not do so where no benefit could arise from granting it». Προκύπτει επίσης από την ίδια υπόθεση ότι το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση τέτοιου θέματος ιδιαίτερα εάν η συγκεκριμένη διαδικασία είναι η μόνη που έχει στην διάθεση του ο Αιτητής προς εξέταση της νομιμότητας και εγκυρότητας της επίδικης διαταγής ή εντάλματος. Όλα τα πιο πάνω ισχύουν κατά την κρίση μου κατ' αναλογία και στην παρούσα. Ενόψει λοιπόν του ότι αρμόδιο για την εξέταση αίτησης ακύρωσης διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, στην βάση της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, όπως στην παρούσα, είναι το Δικαστήριο που το εξέδωσε (βλ. Djeredjian (Import-Export) Ltd a.o. v. Chartered Bank
(1965)1 C.L.R. 130, Αναφορικά με την Αίτηση της Χρυστάλλας Α. Λουκά
(1992)1Α Α.Α.Δ 648, Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα
(2010)1Α Α.Α.Δ 181 και Ησαΐα ανωτέρω) αλλά και του ότι η επιστροφή των τεκμηρίων δεν καθιστά την εξέταση του θέματος ως ακαδημαϊκής και μόνο σημασίας αλλά τίθεται θέμα αποκατάστασης της νομιμότητας και υπάρχει η δυνατότητα να προκύψει κάποιο όφελος στην Αιτήτρια, μέσω της δυνατότητας διεκδίκησης οποιωνδήποτε τυχόν δικαιωμάτων αυτή έχει, κρίνεται ότι η αίτηση ή θα πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της ως προς το ανωτέρω δηλ. θέμα. Στα πλαίσια της υποχρέωσης αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιωδών γεγονότων ο διάδικος έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια-έρευνα θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ 280). Δεν είναι όμως η παράλειψη κάθε γεγονότος που οδηγεί σε ακύρωση ενός διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το γεγονός θα πρέπει να είναι ουσιώδες για την απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην Demstar Limited ανωτέρω, ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για έκδοση του κάθε είδους διατάγματος. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται λοιπόν από τον εκδικάζοντα Δικαστή με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. CTO Public Company Limited κ.α. v. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 263/2009, ημερ. 16.2.12). Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο Αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Οι προεκτάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκαν στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd. v. Elcombe [1988] 3 All E.R. 188 (η οποία φαίνεται ότι έχει υιοθετηθεί και από τη δική μας νομολογία βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248 και Τσιερκέζου ανωτέρω). Εξετάζοντας τώρα τις θέσεις της Αιτήτριας, ως προκύπτει από τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την παρούσα, αυτές συνίστανται στο ότι θα πρέπει να ακυρωθεί το επίδικο διάταγμα, καθότι κατά την έκδοση του, δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα «ουσιώδη» γεγονότα:
- Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές της Αιτήτριας λειτουργούν με εξειδικευμένο πρόγραμμα της εταιρείας Microsoft και το μόνο που επιτρέπουν στον χρήστη τους είναι πρόσβαση στο διαδίκτυο.
- Από τον Φεβρουάριο του 2014 και μετά η Αστυνομία εξασφαλίζει εντάλματα έρευνας και εισβάλλει στο συγκεκριμένο υποστατικό, κατάσχοντας αδιάκριτα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, υπό το πρόσχημα ότι θέλει να τους «εξετάσει», προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο αυτοί χρησιμοποιήθηκαν κατά παράβαση συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών.
- Οι εν λόγω κατασχέσεις ήταν εντελώς αχρείαστες γιατί, οι υπολογιστές της Αιτήτριας θα μπορούσαν να είχαν εξεταστεί από την Αστυνομία επί τόπου έστω και προκαταρκτικά ή δειγματοληπτικά εφόσον η εξέταση ενός υπολογιστή, προκειμένου να φανεί η νομιμότητα της χρήσης του είναι ζήτημα μερικών μόνο λεπτών και μπορεί να γίνει από τον οποιονδήποτε που κατέχει στοιχειώδεις γνώσεις περί της λειτουργίας του.
- Μετά από κάθε κατάσχεση της η Αστυνομία αντί να ζητά περιορισμένο χρονικά διάταγμα, προκειμένου να ολοκληρώσει τις εξετάσεις της, και να διαπιστώσει αν όντως είχε διαπραχθεί κάποιο αδίκημα, ζητούσε εντελώς αδικαιολόγητα και παραπλανητικά, την έκδοση διατάγματος κατακράτησης «μέχρι την αποπεράτωση της όποιας ποινικής υπόθεσης ήθελε καταχωρηθεί».
- Παρόμοιες υποθέσεις του παρελθόντος είχαν οδηγήσει τον Αρχηγό Αστυνομίας στο να εκδώσει προς τις διάφορες Αστυνομικές Διευθύνσεις σχετική οδηγία.
- Η οικονομική ζημιά που έχει υποστεί και που συνεχίζει να υφίσταται η Αιτήτρια από τα πιο πάνω είναι τεράστια. Όσον αφορά τα υπ' αρ. 1, 3, 4 και 6 ανωτέρω, πρόκειται για ισχυρισμούς γεγονότων που περιέχονται στις παραγράφους 2, 5, 6 και 7 της ένορκης δήλωσης του Πογιατζή, οι οποίοι αμφισβητήθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση, μέσω της ένορκης δήλωσης της Λοχ.
- Από τη στιγμή λοιπόν που τα πιο πάνω αμφισβητήθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση εναπόκειτο στην Αιτήτρια, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης της παρούσας, να τα αποδείξει με τον ορθό δικονομικό τρόπο (βλ. Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377) κάτι που δεν έπραξε. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί λοιπόν ότι τα πιο πάνω αποτελούν πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν έχουν αποκαλυφθεί. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί σε σχέση με τα υπ' αρ. 1, 3 και 4 ανωτέρω, τα οποία αφορούν τις συνθήκες και την αναγκαιότητα κατάσχεσης και κράτησης των επίδικων τεκμηρίων, ότι η ίδια μάρτυρας στην ένορκη της δήλωση ημερ. 7.5.14, στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, αποκαλύπτει τι ακριβώς εντοπίσθηκε στο υποστατικό καθώς και γεγονότα σε σχέση με την ανάγκη για κατάσχεση και κράτηση με σκοπό την εξέταση τους. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι όλοι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που εντοπίσθηκαν ήταν σε λειτουργία και εμφάνιζαν στην οθόνη τους το περιηγητή δικτύου Firefox χωρίς ωστόσο να υπάρχει πρόσβαση στο διαδίκτυο οποιαδήποτε άλλη επιλογή ή δυνατότητα επεξεργασίας καθώς και ότι αυτοί θα αποσταλούν για εξέταση στο δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων της Αστυνομίας για να διαπιστωθεί κατά πόσο χρησιμοποιούνται ως παιγνιομηχάνημα περιορισμένου οφέλους ή τυχερό παιγνίδι καζίνο. Περαιτέρω όσον αφορά το υπ' αρ. 4 ανωτέρω, ως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων δεν οφείλει να θέσει χρονικό περιορισμό για την κατακράτηση εφόσον ως έχει εξηγηθεί στην Ησαΐα ανωτέρω, είναι πολύ δύσκολο σε αυτό το στάδιο να προβλέψει την εξέλιξη των αστυνομικών ερευνών και την αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας. Ως όμως προκύπτει από την ίδια υπόθεση το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία ενώ δεν καταχώρησε υπόθεση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, μπορεί να συνεχίσει να κατακρατεί τα αντικείμενα επ' άπειρον. Όταν το Δικαστήριο διατάσσει την κατακράτηση των αντικειμένων «μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατόν να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά» το κάνει υπό την προϋπόθεση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. Από τη στιγμή που η Αστυνομία, για λόγους που η ίδια γνωρίζει καλύτερα, δεν καταχωρεί ποινική υπόθεση εντός ευλόγου χρόνου, οφείλει είτε να επιστρέψει τα αντικείμενα είτε να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο για οδηγίες. Εάν δεν πράξει αυτό η κατακράτηση των αντικειμένων για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί ενδεχομένως κατάχρηση της διαδικασίας. Όμως και οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση μπορούν να αποταθούν στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32
(3)του Νόμου, αιτούμενοι την επιστροφή των τεκμηρίων (βλ. Ησαΐα ανωτέρω). Στην παρούσα η Αστυνομία ζήτησε μεν με την αρχική της αίτηση την κράτηση των τεκμηρίων μέχρι την αποπεράτωση οποιαδήποτε ποινικής διαδικασίας, αλλά παρά τούτο το Δικαστήριο εκδίδοντας το επίδικο διάταγμα έθεσε χρονικό περιορισμό στην ισχύ του και συγκεκριμένα μέχρι τις 25.8.
- Στη συνέχεια η ισχύς του διατάγματος παρατάθηκε κατόπιν δύο νέων αιτήσεων προς τούτο, με διατάγματα μέχρι τις 28.2.15 και στη συνέχεια μέχρι τις 31.5.
- Κανένα όμως από τα εν λόγω διατάγματα δεν έχουν προσβληθεί από τους Αιτητές. Όσον αφορά το υπ' αρ. 2 ανωτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει αμφισβητήσει ότι υπήρξαν από τον Φεβρουάριο του 2014 και άλλες κατασχέσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών, δυνάμει ενταλμάτων έρευνας, από το συγκεκριμένο υποστατικό. Όμως το πιο πάνω δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιώδες γεγονός, το οποίο έπρεπε να αποκαλυφθεί όταν ζητήθηκε η έκδοση του επίδικου διατάγματος. Αυτό γιατί κάθε περίπτωση δεν μπορεί παρά να κρίνεται στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της και κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί που να καταδεικνύει ότι όλες ή έστω κάποιες από τις περιπτώσεις αυτές ήταν οι ίδιες με την παρούσα αλλά και αυτό που αποδίδει η Αιτήτρια στην Αστυνομία, ουσιαστικά ότι σκόπιμα και για αλλότριους σκοπούς «εισβάλλει στο συγκεκριμένο υποστατικό, κατάσχοντας αδιάκριτα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, υπό το πρόσχημα ότι θέλει να τους «εξετάσει». Τέλος όσον αφορά το υπ' αρ. 5 ανωτέρω δηλ. την σχετική «οδηγία» του Αρχηγού Αστυνομίας (βλ. τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Πογιατζή), γίνεται προσπάθεια από πλευράς Αιτήτριας για σύνδεση της με την παρούσα, κάτι που όμως δεν προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής εφόσον εκεί γίνεται γενικά και αόριστα αναφορά σε δικανική εξέταση τεκμηρίων από την Δ.Ε.Η.Δ. και φέρει ημερομηνία 11.8.
- Αυτό λοιπόν δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιώδες γεγονός που έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται στο σύνολο της. Ως προς τα έξοδα, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως, μέχρι τον χρόνο επιστροφής των επίδικων τεκμηρίων δηλ. μέχρι και τις 30.3.15, η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της και ακυρώνω όλες τις αντίθετες προς τούτο διαταγές του Δικαστηρίου, ενώ από τον πιο πάνω χρόνο και μετά, τα έξοδα να είναι εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Αίτηση ακύρωσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο