← Κύπρος

VADIM ESIPOVICH ν. LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA κ.α., Αρ. Αγωγής 3586/07, 12/11/2015

VADIM ESIPOVICH ν. LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA κ.α., Αρ. Αγωγής 3586/07, 12/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A338 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3586/07 Mεταξύ: VADIM ESIPOVICH, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και- LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA, από τη Λεμεσό

  1. ANDREY PECHCHANSKIY, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------------- 12 Νοεμβρίου 2015 Για ενάγοντα: κ. Μ. Ιωάννου (κα Α. Ιωάννου ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενους: κα Μ. Τερψοπούλου για Α.Γ. Παφίτης & Σία ΔΕΠΕ A Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 20.7.1998 ο ενάγοντας προέβη στην αγορά μιας κατοικίας στον Άγιο Τύχωνα, επαρχίας Λεμεσού, από την εταιρεία Soprima Trading Ltd. O ενάγοντας κατέθεσε το συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Από σχετική έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος 2 στις 13.10.1998 με τη χρήση πλαστογραφημένου ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 28.7.1998 απέσυρε το αγοραπωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο και με τη χρήση άλλου πλαστογραφημένου ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 14.10.1998 συμφώνησε στην ακύρωση του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου και στη σύναψη νέου συμβολαίου μεταξύ της μητέρας του - εναγόμενης 1 και της εταιρείας Soprima Trading Ltd, το οποίο κατέθεσε στο Κτηματολόγιο. Μετά από έρευνα της Αστυνομίας διαπιστώθηκε η πλαστότητα των πληρεξουσίων, οπότε τόσο η απόσυρση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από το Κτηματολόγιο όσο και η ακύρωση του ακυρώθηκαν, με αποτέλεσμα να υπήρχαν δύο καταχωρημένα αγοραπωλητήρια συμβόλαια επί του ιδίου ακινήτου. Περαιτέρω ο εναγόμενος 2 καταχώρησε την Αγωγή 3797/07 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, η οποία αποσύρθηκε τελικά κατόπιν εξώδικης διευθέτησης της, υπό τον όρο ότι η εναγόμενη 1 θα προέβαινε σε απόσυρση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της από το Κτηματολόγιο, όπως και έγινε, και ο εναγόμενος 2 θα πληροφορούσε την εταιρεία Soprima Trading Ltd ότι το συμβόλαιο αυτό ήταν άκυρο. Όταν ο ενάγοντας στις 2.3.2007 ζήτησε από την πιο πάνω εταιρεία τη μεταβίβαση επ' ονόματι του της κατοικίας, εκείνη αρνήθηκε με το δικαιολογητικό ότι δεν είχε πληροφορηθεί ότι το συμβόλαιο με την εναγόμενη 1 κρίθηκε άκυρο. Ο εναγόμενος 2 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραλείπει να ενημερώσει την Soprima Trading Ltd για τη συμφωνία του ενάγοντα με την εναγόμενη 1 ως προς την ακυρότητα του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 29.10.
  2. Αποτέλεσμα της παράλειψης αυτής είναι η καταχώρηση της παρούσας Αγωγής με την οποία ο ενάγοντας αξιώνει δήλωση ότι η συμφωνία ημερομηνίας 29.10.1998 μεταξύ της Soprima Trading Ltd και της εναγόμενης 1 είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή παράνομη, δήλωση ότι η συμφωνία ημερομηνίας 29.10.1998 μεταξύ του ενάγοντα και της Soprima Trading Ltd με την οποία ακυρωνόταν το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 20.7.1998 είναι επίσης άκυρη και/ή παράνομη και τέλος αναγνωριστικό διάταγμα ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 20.7.1998 βρίσκεται σε ισχύ. Οι εναγόμενοι αρνούνται όλες τις αξιώσεις και ισχυρισμούς του ενάγοντα ιδιαίτερα εκείνους περί δήθεν δόλιας συμπεριφοράς του εναγόμενου
  3. Εγείρουν και προδικαστική ένσταση ότι ο ενάγοντας κωλύεται να εγείρει την παρούσα Αγωγή γιατί στα πλαίσια της Αγωγής 3797/00 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στις 16.2.2007 οι διάδικοι προέβησαν σε δήλωση ότι όλες οι διαφορές μεταξύ τους έχουν διευθετηθεί εφόσον ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση κατέβαλε στον εναγόμενο 2 το ποσό των $60.000,
  4. Τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Κατά την ακροαματική διαδικασία για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσαν ο ίδιος (Μ.Ε.1) και η Φανίτα Αγαθαγγέλου (Μ.Ε.2) ενώ για τους εναγόμενους ο Ευάνθης Νικολάου (Μ.Υ.1) και η Elizaveta Pechchanskaya (Μ.Υ.2). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε επίσης αριθμός εγγράφων ως τεκμήρια. Ιδιαίτερη αναφορά στα τεκμήρια θα γίνεται στα σημεία που παρίσταται ανάγκη. Ο ενάγοντας στην προφορική μαρτυρία του επανέλαβε τις θέσεις του που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης του. Επιβεβαίωσε τον καταρτισμό του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 20.7.1998 (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το συμβόλαιο 1») με την εταιρεία Soprima Trading Ltd (που στο εξής θα αναφέρεται ως η "Soprima") για την αγορά από τον ίδιο της κατοικίας με αρ.9 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7810 και 9794 στην περιοχή Αγίου Τύχωνα (που στο εξής θα αναφέρεται ως «η κατοικία»). Ο ενάγοντας κατέθεσε στο Κτηματολόγιο το συμβόλαιο 1 (σχετική απόδειξη κατάθεσης είναι το Τεκμ.3). Ο εναγόμενος 2 στις 13.10.1998 προέβη σε απόσυρση από το Κτηματολόγιο του συμβολαίου 1 με τη χρήση πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμ.4Α). Στη συνέχεια και με τη χρήση άλλου πλαστογραφημένου πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 14.10.1998 (Τεκμ.5Α) προέβη σε καταρτισμό συμφωνίας ακύρωσης του συμβολαίου 1 (Τεκμ.5), μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας Soprima (που στο εξής θα αναφέρεται ως «η συμφωνία ακύρωσης») και στις 20.10.1998 σε νέο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ της μητέρας του (εναγόμενης 1) και της Soprima (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το συμβόλαιο 2»). Στη θέση του συμβολαίου 1 που είχε αποσυρθεί κατατέθηκε το συμβόλαιο 2 στο Κτηματολόγιο. Η Αστυνομία προέβη σε διερεύνηση της υπόθεσης όπου και διαπίστωσε ότι η υπογραφή του ενάγοντα στα δυο πληρεξούσια έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον καταρτισμό της συμφωνίας ακύρωσης και του συμβολαίου 2 ήταν πλαστογραφημένη. Ως αποτέλεσμα το συμβόλαιο 1 επανήλθε στην ίδια θέση στο Κτηματολόγιο που ήταν προηγουμένως, με αποτέλεσμα να υπήρχαν δύο καταχωρημένα συμβόλαια στο Κτηματολόγιο που βάρυναν την ίδια κατοικία. Τα σχετικά έγγραφα που αφορούν στο πόρισμα της Αστυνομίας ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμ.7, 7Α και 7Β. Ακολούθησε η καταχώρηση της Αγωγής 3797/00 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμ.10) στην οποία ενάγοντας ήταν ο εναγόμενος 2 στην παρούσα Αγωγή και εναγόμενος ο ενάγοντας στην παρούσα Αγωγή. Η Αγωγή συμβιβάστηκε εξώδικα και στις 16.2.2004 αποσύρθηκε ως διευθετηθείσα και χωρίς έξοδα (σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου κατατέθηκε ωςΤεκμ.9), αφού οι δικηγόροι συμφώνησαν ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές έχουν διευθετηθεί και ότι ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση είχε καταβάλει στον εναγόμενο 2 το ποσό των $60.000,
  5. Την ίδια μέρα που διευθετήθηκε η Αγωγή 3797/00 ο εναγόμενος 2 οδήγησε τη μητέρα του στο Κτηματολόγιο και στην παρουσία της ανήλικης θυγατέρας του απέσυραν το συμβόλαιο
  6. Όπως του υποσχέθηκε ο εναγόμενος 2, αυθημερόν θα ενημέρωνε και την Soprima για την ακύρωση του συμβολαίου 2 πράγμα που δεν έκαμε μέχρι σήμερα. Μετά την παράλειψη αυτή του εναγόμενου 2 στις 2.3.2007 ο ίδιος ο ενάγοντας ζήτησε από την Soprima να του μεταβιβάσει την κατοικία και η απάντηση της ήταν αρνητική με το δικαιολογητικό ότι δεν είχε ενημερωθεί για την ακύρωση του συμβολαίου
  7. Ως αποτέλεσμα ο ενάγοντας προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής. Ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι συμφώνησε ποτέ να πληρώσει στους εναγόμενους Λ.Κ.236.000,00 ενώ η Αγωγή 5653/99 (Τεκμ.10) που καταχωρήθηκε από την εναγόμενη 1 της παρούσας Αγωγής εναντίον της Soprima και του ενάγοντα στην παρούσα Αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμ.
  8. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, δυνάμει σχετικής συμφωνίας ο ενάγοντας πώλησε την κατοικία σε κάποιον Σταύρο Σταύρου, ο οποίος αναμένει την επ' ονόματι του εγγραφή της κατοικίας, εφόσον ο ενάγοντας έχει ήδη πληρώσει ποσό εκ €83.657,07 ως φόρους για να του επιτραπεί να μεταβιβάσει (βλ. αποδείξεις πληρωμής, Τεκμ.12). Η Φανίτα Αγαθαγγέλου (Μ.Ε.2) υπεύθυνη του κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων, απλά ανέφερε στο Δικαστήριο το ιστορικό της επίδικης κατοικίας, όπως διαφαίνεται από το φάκελο του Κτηματολογίου που είχε στην κατοχή της, που ξεκινά με την κατάθεση του συμβολαίου 1 στις 21.7.1998 με αρ. πωλητηρίου 671/98 και συνεχίζει με την απόσυρση του στις 13.10.1998 δυνάμει εντύπου απόσυρσης (Τεκμ.4). Το συμβόλαιο 1 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υφίσταται ενώ το συμβόλαιο 2 αρ. Πωλητηρίου 968/98 αποσύρθηκε στις 16.2.2004 από την εναγόμενη 1, στη βάση Δήλωσης (Τεκμ.16), η οποία εμφανίστηκε στο Κτηματολόγιο προσωπικά. Η προσωπική της εμφάνιση επιμαρτυρείται από χειρόγραφη δήλωση της υπαλλήλου του Κτηματολογίου που χειρίστηκε το θέμα και επιβεβαιώνει το γεγονός. Ο Ευάνθης Νικολάου (Μ.Υ.1) υπάλληλος στο Πολιτικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού δεν ανέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό, εφόσον αίτημα της Υπεράσπισης να καταθέσει το φάκελο της Αγωγής 3140/09 Ε.Δ Λεμεσού δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο. Η Elizaveta Pechchanskaya (M.Y.2), η βασική μάρτυρας από πλευράς Υπεράσπισης είναι εγγονή της εναγόμενης 1 και θυγατέρα του εναγόμενου
  9. Στη μαρτυρία της επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις των εναγομένων στην Υπεράσπιση τους. Δικαιολόγησε την παράλειψη της εναγόμενης 1 να δώσει μαρτυρία στη ηλικία της που είναι 79 χρονών και στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, ενώ την παράλειψη του πατέρα της ότι αυτός βρίσκεται στη Ρωσία και λόγω εργασιών του δεν κατέστη δυνατή η εξασφάλιση άδειας να έλθει στην Κύπρο. Όπως γνωρίζει η Μ.Υ.2, γιατί πάντοτε συνόδευε τη γιαγιά και τον πατέρα της, στις 2.10.1998 η Soprima στη βάση του συμβολαίου 2 πώλησε στη γιαγιά της την επίδικη κατοικία έναντι του τιμήματος πώλησης εκ Λ.Κ.236.000,00, ποσό που πληρώθηκε εξ ολοκλήρου. Ήταν όρος του συμβολαίου 2 ότι η Soprima θα μεταβίβαζε την κατοικία επ' ονόματι της γιαγιάς της απαλλαγμένη εμπραγμάτων βαρών. Γνωρίζει επίσης ότι η Soprima και ο ενάγοντας μέσω του πατέρα της, ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου του στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου, συμφώνησαν στην ακύρωση του συμβολαίου
  10. Είναι ισχυρισμός της ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 14.10.1998 ήταν δεόντως πιστοποιημένο αλλά ο ενάγοντας σκόπιμα και δόλια παρέδωσε στον πατέρα της έγγραφο με ψεύτικη υπογραφή του, προς το σκοπό αποφυγής εκτέλεσης των συμβατικών του υποχρεώσεων καθώς και τη δημιουργία στον πατέρα της προβλημάτων με την Αστυνομία. Είναι η θέση της ότι το πόρισμα της Αστυνομίας δεν «δακτυλοδείχνει» τον πατέρα της ως υπεύθυνο για την πλαστογραφία της υπογραφής του ενάγοντα, που σκόπιμα ο ίδιος ο ενάγοντας έθεσε διαφορετική υπογραφή επ' εκείνη που χρησιμοποιεί συνήθως. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η διευθέτηση στην Αγωγή 3797/00 αφορούσε στον ενάγοντα και στον εναγόμενο 2 και όχι στη γιαγιά της, γι' αυτό και είναι εισήγηση της ότι η συμφωνία στην οποία κατέληξαν δεν δεσμεύει τη γιαγιά της. Σ' όσον αφορά το ποσό των $60.000,00 που πλήρωσε ο ενάγοντας, η Μ.Υ.1 πρόβαλε τη θέση ότι αφορούσε σε εξόφληση χρέους του ενάγοντα προς τον εναγόμενο 2 και είναι άσχετη πράξη με την επίδικη κατοικία. Καταλογίζει επιπρόσθετα στον ενάγοντα ότι συνέχισε να ενεργεί δόλια με την πώληση της κατοικίας σε κάποιον John Sheffield και ότι με τις ψευδείς παραστάσεις του στην εναγομένη 1, ότι θα της πλήρωνε το ποσό των Λ.Κ.236.000,00, αυτή πείστηκε να αποσύρει στις 16.2.2004 το συμβόλαιο 2 από το Κτηματολόγιο. Μέχρι σήμερα όμως ο ενάγοντας δεν έχει πληρώσει το πιο πάνω ποσό παρά τις υποσχέσεις του. Στις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων, με παραπομπές σε αποσπάσματα της μαρτυρίας, κάλεσαν το Δικαστήριο να δεχθεί τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Αν και στην Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι προβάλλουν ως προδικαστική ένσταση ότι ο ενάγοντας κωλύεται στην καταχώρηση της υπό κρίση Αγωγής γιατί είχε δηλωθεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια απόφασης στην Αγωγή 3797/00 ότι όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων έχουν διευθετηθεί, ο δικηγόρος των εναγομένων δεν έλαβε διαβήματα να ακουστεί προδικαστικά αλλά αφέθηκε να ακουστεί κατά την ακρόαση της Αγωγής. Από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τα δικόγραφα και τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων συνιστούν κοινό έδαφος τα εξής τα οποία αποτελούν και ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου: Η συνομολόγηση μεταξύ του ενάγοντα και της Soprima στις 20.7.1998 του συμβολαίου 1 για την αγορά από μέρους του ενάγοντα της επίδικης κατοικίας και η κατάθεση του στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στις 21.7.1998, με αρ. Πωλητηρίου 671/
  11. Με τη χρήση του Τεκ.4Α, πληρεξουσίου εγγράφου, ο εναγόμενος 2 προέβη σε απόσυρση του συμβολαίου 1 από το Κτηματολόγιο στις 13.10.
  12. Η συνομολόγηση στη συνέχεια του συμβολαίου 2 μεταξύ της εναγόμενης 1 και της Soprima στις 29.10.1998 για την αγορά από μέρους της εναγόμενης 1 της ίδιας κατοικίας έναντι του ποσού των Λ.Κ.236.000,00 και η κατάθεση του στο Κτηματολόγιο. Η συνομολόγηση στις 29.10.1998 της συμφωνίας ακύρωσης του συμβολαίου 1 μεταξύ της Soprima και του εναγόμενου 2, ως κατ' ισχυρισμό πληρεξουσίου αντιπροσώπου του ενάγοντα στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου. Η καταγγελία από μέρους του ενάγοντα στην Αστυνομία για πλαστογράφηση της υπογραφής του στα ειδικά πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία επιτεύχθηκε η απόσυρση αρχικά του συμβολαίου 1 από το Κτηματολόγιο και η μετέπειτα συνομολόγηση της συμφωνίας ακύρωσης. Σε καταγγελία του ενάγοντα προέβη και ο εναγόμενος 2 για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και η Αστυνομία προέβη σε σχετική έρευνα. Η επαναφορά στις 5.4.1999 της κατάθεσης του συμβολαίου 1 στο Κτηματολόγιο κατόπιν διαπίστωσης του Κτηματολογίου ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 28.7.1998 από λάθος διεγράφη. Η καταχώρηση στις 9.2.2000 της Αγωγής 3797/00 στο Ε.Δ. Λεμεσού από τον εναγόμενο 2 εναντίον του ενάγοντα και η απόσυρση της στις 16.2.2004 ανεπιφύλακτα ως εξωδίκως διευθετηθείσας, κατόπιν δήλωσης των διαδίκων ότι όλες οι διαφορές τους έχουν διευθετηθεί και ότι ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο 2 $60.
  13. Την ίδια μέρα δηλαδή στις 16.2.2004 η εναγόμενη 1 απέσυρε το συμβόλαιο 2 από το Κτηματολόγιο. Η καταχώρηση της Αγωγής 5653/99 από την εναγόμενη 1 εναντίον της Soprima και του ενάγοντα στην παρούσα Αγωγή, η οποία απορρίφθηκε τελικά από το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 1.2.2000 (Τεκμ.13). Η πώληση από μέρους του ενάγοντα της επίδικης κατοικίας σε κάποιον Sheffield και η περαιτέρω πώληση της σε κάποιο Σταύρο Σταύρου. Ήταν κυρίως η θέση της Μ.Υ.2 κατά την ακρόαση, η οποία συνιστά και τη βάση της Υπεράσπισης, ότι ο ενάγοντας δεν εκπλήρωσε τη συμβατική του υποχρέωση για πληρωμή στην εναγόμενη 1 του ποσού των Λ.Κ.236.000,00, προϋπόθεση για να αποσύρει η εναγόμενη 1 το συμβόλαιο 2 από το Κτηματολόγιο. Σημειώνεται ότι ο ενάγοντας αρνήθηκε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας επιμένοντας στην αρχική του θέση ότι η απόσυρση του συμβολαίου 2 από το Κτηματολόγιο ήταν μέρος των συμφωνηθέντων στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης της Αγωγής 3797/00, εξ ου και η απόσυρση του έγινε την ίδια μέρα. Από τις δυο εκδοχές προτιμώ εκείνη του ενάγοντα. Θα παραθέσω την αιτιολογία μου. Βασικά πρωταγωνιστές στην υπό κρίση διαφορά είναι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος
  14. Αυτοί οι δυο ήσαν οι διάδικοι στην Αγωγή 3797/00 και οι φερόμενοι συμβαλλόμενοι στην κατ' ισχυρισμό συμφωνία περί πληρωμής ποσού εκ Λ.Κ.236.000,00 στην εναγόμενη
  15. Δυστυχώς όμως όχι μόνο ο εναγόμενος 2 δεν παρουσιάστηκε να δώσει μαρτυρία για να υποστηρίξει την πιο πάνω εκδοχή αλλά και η δικαιολογία που δόθηκε από τη θυγατέρα του (Μ.Υ.2) για την παράλειψη του αυτή, ότι δηλαδή δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άδεια απουσίας από την εργασία του, ελλείψει άλλων στοιχείων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Τα ίδια ισχύουν και για την απουσία της εναγόμενης
  16. Η δήλωση της Μ.Υ.2 ότι η εναγόμενη 1 είναι ηλικίας 79 χρονών δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και ότι είναι ανίκανη να δώσει μαρτυρία. Σ' όσον αφορά τα δήθεν προβλήματα υγείας της εναγόμενης 1, η Μ.Υ.2 κατέθεσε ιατρική έκθεση ως Τεκμ.21 το οποίο αναφέρει την ύπαρξη δισκοπάθειας L4-L5 σπονδυλαρθρίτιδας και ισχιαλγίας από τις 28.8.
  17. Της εισηγείται ο ιατρός παραμονή της στην Κύπρο για ειδική φυσιοθεραπεία για έξι μήνες. Πουθενά δεν εισηγείται ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Από την άλλη ο ιατρός δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας για να δοθεί η ευκαιρία να αντεξεταστεί επί της Έκθεσης του, γι' αυτό και το Δικαστήριο είναι δισταχτικό στο να αποδεχθεί τη γενική θέση ότι για πόνο κάτω χαμηλά στην σπονδυλική στήλη, που είναι η διάγνωση, και η εισήγηση για ειδική φυσιοθεραπεία για 6 συνεχούς μήνες, χωρίς άλλη επεξήγηση, καθιστούν την εναγόμενη 1 ανίκανη να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία των εναγομένων 1 και 2 είναι βασική για την Υπεράσπιση τους. Από την άλλη όλη σχεδόν η μαρτυρία της Μ.Υ.2 περιστράφηκε γύρω στο τι της είχε λεχθεί από τη γιαγιά της και τον πατέρα της. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.α.

(1912)1(Β) 1711 στη σελ. 1719: «Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης ― Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν.» Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου η προσπάθεια της Μ.Υ.2 σε κάποιο στάδιο, κατά την επίμονη αντεξέταση της επί του θέματος, να παρακάμψει το εμπόδιο αυτό προβάλλοντας τη θέση ότι είχε άμεση γνώση των τεκταινομένων μεταξύ των διαδίκων, εφόσον πάντοτε ήταν παρούσα στις δοσοληψίες μεταξύ τους όπου η γιαγιά και ο πατέρας της την έπαιρναν μαζί τους. Γι' αυτό και γνώριζε τι διαλαμβάνετο κάθε φορά. Σημειώνεται ότι το 1998 όταν ξεκίνησαν οι επίδικες δοσοληψίες η Μ.Υ.2 ήταν ηλικίας μόλις 11 χρονών, σύμφωνα με την ημερομηνία γέννησης της που είναι η 31.7.1987, που η ίδια έδωσε στο Δικαστήριο. Σίγουρα και παρούσα να ήταν στις διάφορες συναντήσεις, που και ο ίδιος ο ενάγοντας την τοποθετεί στο Κτηματολόγιο στην περίπτωση απόσυρσης του συμβολαίου 2, δεν έχω πειστεί ότι ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι ακριβώς γινόταν, λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας της, πόσο μάλλον να γνωρίζει και λεπτομέρειες των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων ή τους όρους των συμφωνιών. Από τη μαρτυρία της ήταν εμφανής επίσης η προσπάθεια της Μ.Υ.2 να προωθήσει τη θέση ότι δεν τίθετο θέμα πλαστής υπογραφής του ενάγοντα στα δύο ειδικά πληρεξούσια που ο ενάγοντας έδωσε στον πατέρα της, λόγω του ότι ο ίδιος ο ενάγων σκόπιμα άλλαξε τον τρόπο υπογραφής του ακριβώς για να ξεγελάσει τον εναγόμενο 2 και να του δημιουργήσει προβλήματα με την Αστυνομία. Σημειώνεται ότι αν και υπάρχει αναφορά στην Υπεράσπιση ότι θα καλείτο ως μάρτυρας ο πιστοποιών υπάλληλος για να επιβεβαιώσει την εκδοχή της Υπεράσπισης, εντούτοις δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. Δόθηκε ως δικαιολογία για την απουσία του ότι εντοπίστηκε μεν αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να παραστεί στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία. Εκτός του ότι η εκδοχή της Μ.Υ.2 περί γνησιότητας των πληρεξουσίων εγγράφων χαρακτηρίζεται ως γενική και αόριστη, δεν παρατέθηκε κανένα στοιχείο από πού αντλεί η Μ.Υ.2 τέτοια πληροφόρηση. Σ' όσον αφορά το Τεκμ.22, ημερ. 9.1.1999 στο οποίο έδωσε έμφαση η Μ.Υ.2 ότι είναι η απόδειξη πληρωμής από την εναγόμενη 1 στη Soprima του τιμήματος πώλησης της κατοικίας, εκτός του ότι είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας συμφώνησε να πληρώσει στην εναγόμενη 1 ποσό εκ Λ.Κ.236.000,
  1. Εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή έδωσε ο ενάγοντας σε σχέση με την εγκυρότητα των πληρεξουσίων, αλλά και την δήθεν συμφωνία να πληρώσει στην εναγόμενη 1 ποσό εκ Λ.Κ.236.000,
  2. Εκτός από την μαρτυρία του ότι ουδέποτε υπέγραψε ή έδωσε τα δύο ειδικά πληρεξούσια στον εναγόμενο 2, ιδιαίτερα σημαντική για την υπόθεση του είναι και το πόρισμα της Αστυνομίας, όπως εξάγεται από την Έκθεση της ημερομηνίας 13.8.2004 (Τεκμ.7) ότι η υπογραφή στο ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 14.10.1998 δεν ανήκει στον ενάγοντα. Σ' όσον αφορά το άλλο ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 28.7.1998 η Αστυνομία δεν μπόρεσε να αποφανθεί κατά πόσο ήταν πλαστογραφημένη η υπογραφή του ενάγοντα ή όχι, λόγω απουσίας του πρωτοτύπου (βλ. επιστολή Αστυνομίας Τεκμ.7(Β)). Ο ενάγοντας ήταν σαφής όμως στη μαρτυρία του, την οποία αποδέχομαι, ότι η υπογραφή δεν ήταν δική του. Αν και δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ότι ο εναγόμενος 2 πλαστογράφησε την υπογραφή του ενάγοντα, εντούτοις έχει αποδειχθεί ότι ήταν το πρόσωπο που προώθησε τα πληρεξούσια, εφόσον αυτόν φέρεται να διορίζει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ο ενάγοντας. Σημαντική κρίνεται η συμμετοχή του εναγόμενου 2 στις πράξεις που ακολούθησαν του καταρτισμού των δυο πληρεξουσίων εγγράφων. όπου χρησιμοποιώντας το ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 28.7.1998 προέβη σε απόσυρση του συμβολαίου 1 από το Κτηματολόγιο αντικαθιστώντας το με το συμβόλαιο 2 που φέρει την μητέρα του ως αγοραστή και δικαιούχο της κατοικίας και χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο ημερ. 14.10.1998 (Τεκμ5Α) προέβη στον καταρτισμό της συμφωνίας ακύρωσης. Συνεπώς ο εναγόμενος 2 είχε ουσιαστική ανάμειξη στις διάφορες ενέργειες που έγιναν σε βάρος του ενάγοντα με απώτερο στόχο την διεκδίκηση από την εναγόμενη 1 της κατοικίας. Ουσιαστικά η Υπεράσπιση των εναγομένων περιστρέφεται στο ότι εξαπατήθηκε η εναγόμενη 1 και απέσυρε το συμβόλαιο 2 από το Κτηματολόγιο, εφόσον ο ενάγοντας δεν της επέστρεψε το ποσό των Λ.Κ.236.000,00 που είχε ήδη πληρώσει στην Soprima για αγορά της κατοικίας, ως η σχετική συμφωνία μεταξύ τους. Καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από πλευράς εναγομένων ως προς την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Παραμένει μόνο η γενική αναφορά της Μ.Υ.2, που όμως δεν βασίζεται σε ασφαλή δεδομένα, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω. Αντίθετα κρίνεται πιστευτός ο ενάγοντας ότι ουδέποτε έγινε τέτοια συμφωνία, έχοντας κατά νουν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα προηγουμένως αλλά και στη συνέχεια που είναι τα εξής: Την ίδια μέρα που αποσύρθηκε η Αγωγή 3797/98 αποσύρθηκε και το συμβόλαιο 2 από το Κτηματολόγιο, προσωπικά από την εναγόμενη
  3. Συνεπώς δεν μπορεί να αποσυνδεθεί η εναγόμενη 1 απ' όσα είχαν διαμειφθεί και συμφωνηθεί στα πλαίσια της Αγωγής 3797/98, ως η εισήγηση της δικηγόρου των εναγομένων στη γραπτή αγόρευση της. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου έχει αποδειχθεί ότι μητέρα και γιος ενεργούσαν πάντοτε μαζί για σκοπούς της επίδικης κατοικίας. Δεν γίνεται περαιτέρω καμιά αναφορά στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.2.2007 για πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.236.000,00 από τον ενάγοντα που κανονικά αναμένεται ότι θα γινόταν αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης. Αντίθετα γίνεται αναφορά ότι ο ενάγοντας έχει ήδη πληρώσει $60.000,00 στον εναγόμενο
  4. Η θέση της Μ.Υ.2 ότι το ποσό των $60.000,00 δόθηκε από τον ενάγοντα λόγω χρέους του προς τον εναγόμενο 2, είναι φανερό ότι πρόκειται για εκ των υστέρων κατασκεύασμα για να αποσυνδέσει προφανώς την πληρωμή του εν λόγω ποσού από τις επίδικες δοσοληψίες. Από την άλλη αν οι εναγόμενοι 1 και 2 ένοιωθαν ότι εξαπατήθηκαν και προέβησαν σε τέτοια ενέργεια, δηλαδή σε απόσυρση του συμβολαίου 2 από το Κτηματολόγιο, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα γιατί δεν προχώρησαν δικαστικά για ανάκτηση του ποσού των Λ.Κ.236.000,00 μέχρι σήμερα. Σημειώνεται ότι ούτε καν Ανταπαίτηση προέβαλαν στην παρούσα Αγωγή για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού ή της επίδικης κατοικίας, που είναι οι απαιτήσεις της εναγόμενης 1, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.
  5. Από τη μαρτυρία ενώπιον μου και ειδικότερα το Τεκμ.7 που είναι η Έκθεση της Αστυνομίας διαφαίνεται ότι ο εναγόμενος 2 προέβη και ο ίδιος σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του ενάγοντα για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, αλλά η Αστυνομία κατόπιν έρευνας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Συνεπώς ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα στα αμφισβητούμενα σημεία είναι όπως τα περιέγραψε ο ενάγοντας τον οποίον κρίνω καθόλα αξιόπιστο. Η εκδοχή του χαρακτηρίζεται συνεπής και σύμφωνη με τα διάφορα διαβήματα και ενέργειες των διαδίκων, σε αντίθεση με εκείνη της Μ.Υ.2 που κρίνεται αβάσιμη. Σ' όσον αφορά την Μ.Ε.2 λειτουργό του Κτηματολογίου Λεμεσού κρίνεται επίσης αξιόπιστη. Τη θεωρώ ανεξάρτητο μάρτυρα και τα όσα μαρτύρησε ήταν στα πλαίσια των εργασιών της και προκύπτουν από το φάκελο του Κτηματολογίου που είχε στην κατοχή της. Σημειώνεται ότι ουσιαστικά η μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Παρέμεινε τέλος να εξεταστεί η μαρτυρία του Μ.Υ.1 ο οποίος ουσιαστικά δεν είπε τίποτε σχετικό, εφόσον κλήθηκε απλά για να καταθέσει το φάκελο μιας Αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αλλά δεν του επιτράπηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Εν όψει της μαρτυρίας που δόθηκε από πλευράς ενάγοντα που συμφωνεί και με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί τα εξής τα οποία και συνιστούν επιπρόσθετα ευρήματα του Δικαστηρίου Ο ενάγοντας ουδέποτε υπέγραψε ή έδωσε τα δυο πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 28.7.1998 και 14.10.1998 στον εναγόμενο 2 ή κατέστησε αυτόν ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ποτέ. Η υπογραφή που φαίνεται ως δική του στην πραγματικότητα είναι πλαστογραφημένη. Ούτε επίσης συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία με τους εναγόμενους 1 και 2 για την πληρωμή στην εναγόμενη 1 του ποσού των Λ.Κ.236.000,00 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού, εκτός του ποσού των $60.000,00 που προνοείτο στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.2.2004, ότι έχει ήδη πληρωθεί, στα πλαίσια της Αγωγής 3797/
  6. Ο ενάγοντας μετά την απόσυρση του συμβολαίου 2 από το Κτηματολόγιο ζήτησε στις 2.3.2007 από την Soprima, στην οποία είχε πληρώσει το τίμημα πώλησης της κατοικίας, όπως του μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία αλλά αυτή αρνήθηκε με το δικαιολογητικό ότι δεν ενημερώθηκε από τους εναγόμενους για την απόσυρση του συμβολαίου 2 από το Κτηματολόγιο και ότι αυτό είχε ακυρωθεί. Μάλιστα με την επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 20.7.2010 (Τεκμ.19) επανέλαβε τη θέση της ότι είναι έτοιμη για μεταβίβαση σε όποιον υποδείξει το Δικαστήριο, ως το δικαιούχο της κατοικίας, μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Η έρευνα της Αστυνομίας για την καταγγελία του εναγόμενου 2 εναντίον του ενάγοντα κατέδειξε ότι ήταν ψευδής. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου θα προχωρήσω να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αγωγής και κατά πόσο τα όσα έχει αποδείξει ο ενάγοντας συνιστούν δόλο με την αυστηρότητα που προδιαγράφεται από τη νομολογία. Υπογραμμίζεται ότι είναι αρκετό αν αποδειχθούν μερικές από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες δόλου (βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547, 552). Στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992, στη σελ. 1003 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το δόλο: «Το τρίτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα όσα έχει αποδείξει η εφεσείουσα συνιστούν δόλο. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο».» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Τσιάρτας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1523 που ανέφερε επιπρόσθετα τα εξής: «Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547.» Η διαπλοκή της εναγομένης 1 στο όλο σκηνικό που στήθηκε σε βάρος του ενάγοντα είναι δεδομένη. Είναι συμβαλλόμενο μέρος στο συμβόλαιο 2 και εκείνη που κατέθεσε το συμβόλαιο 2 στο Κτηματολόγιο το οποίο στη συνέχεια απέσυρε με τη Δήλωση της ημερομηνίας 13.10.1998 (Τεκμ.4). Στο Κτηματολόγιο την είχε οδηγήσει ο εναγόμενος 2 που ήταν και το πρόσωπο που φέρεται να εξουσιοδοτεί ο ενάγοντας να ενεργήσει δήθεν για λογαριασμό του. Και οι δυο εναγόμενοι στη βάση πλαστογραφημένων ειδικών πληρεξουσίων εγγράφων και του συμβολαίου 2 που είναι η νέα συμφωνία μεταξύ της Soprima και της εναγόμενης 1 προσπάθησαν να εγγράψουν την επίδικη κατοικία επ' ονόματι της εναγόμενης 1, παρακάμπτοντας τον ενάγοντα που την είχε νόμιμα αγοράσει και καταθέσει το συμβόλαιο 1, που τον αφορούσε, στο Κτηματολόγιο. Ένας από τους λόγους που εμποδίζουν τη μεταβίβαση της κατοικίας επ' ονόματι του ενάγοντα είναι γιατί η Soprima, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο ενάγοντας και επιβεβαιώνονται από την επιστολή της δικηγόρου της (Τεκμ.19), αναμένει τον τελικό προσδιορισμό του δικαιούχου σε εγγραφή προσώπου. Η όλη συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά σαφώς ανέντιμη και ηθικώς ανάρμοστη συμπεριφορά. Συνιστά, κατά συνέπεια, δόλο. Ο ενάγοντας θα πρέπει να πετύχει στην Αγωγή του. Μια από τις θεραπείες που επιζητούνται είναι για Δήλωση και/ή απόφαση ότι η συμφωνία ακύρωσης με συμβαλλόμενα μέρη τον εναγόμενο 2, υπό την ιδιότητα του ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του ενάγοντα και την Soprima είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή παράνομη και/ή προϊόν πλαστογραφημένου πληρεξουσίου εγγράφου. Είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να παράσχει τέτοια θεραπεία, λόγω παράλειψης προσθήκης της Soprima ως διαδίκου αν και έχει αποδειχθεί η πλαστότητα του πληρεξουσίου στη βάση του οποίου ενήργησε ο εναγόμενος 2. Η ιδιότητα της Soprima ως μιας εκ των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία ακύρωσης την καθιστά αναγκαίο διάδικο. Το ίδιο ισχύει και για την θεραπεία της παραγράφου 16(Β), του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης που είναι Δήλωση και/ή Απόφαση ότι το συμβόλαιο 2 είναι άκυρο και/ή παράνομο και/ή προϊόν δόλου και απάτης. Πάλι συμβαλλόμενα μέρη στο συμβόλαιο 2 είναι η Soprima και η εναγόμενη 1, χωρίς όμως η Soprima να έχει συνενωθεί ως διάδικος. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και αποδεικνύονται κατά τη δίκη, άλλη απ' εκείνη που επιζητείται (βλ. Iris Development Limited v. Τάκη Λαζαρίδη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1504). Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η μόνη θεραπεία που μπορεί να αποδοθεί είναι αναγνωριστική απόφαση ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 28.7.1998 και 14.10.1998, στη βάση των οποίων επιτεύχθηκε η απόσυρση του συμβολαίου 1 από το Κτηματολόγιο και ο καταρτισμός της συμφωνίας ακύρωσης του συμβολαίου 1 αντίστοιχα είναι πλαστογραφημένα, γεγονός που παρασύρει σε ακυρότητα εξ υπαρχής και χωρίς να παράγει έννομα αποτελέσματα τη συμφωνία ακύρωσης. Επίσης δικαιούται σε αναγνωριστική απόφαση ότι το συμβόλαιο 1 ημερομηνίας 20.7.1998 μεταξύ του ενάγοντα και της Soprima βρίσκεται σε πλήρη ισχύ, που είναι η αξίωση 16(Γ) του παρακλητικού. Ενόψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 τα εξής διατάγματα: (α) Αναγνωριστική απόφαση ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 28.7.1998 και 14.10.1998 στη βάση των οποίων επιτεύχθηκε η απόσυρση του συμβολαίου 1 από το Κτηματολόγιο και ο καταρτισμός της συμφωνίας ακύρωσης του συμβολαίου 1 αντίστοιχα είναι πλαστογραφημένα, γεγονός που παρασύρει σε ακυρότητα εξ υπαρχής και χωρίς να παράγει έννομα αποτελέσματα τη συμφωνία ακύρωσης ημερομηνίας 29.10.1998. (β) Αναγνωριστική απόφαση ότι το συμβόλαιο 1 ημερομηνίας 20.7.1998 μεταξύ του ενάγοντα και της Soprima βρίσκεται σε πλήρη ισχύ, που είναι η αξίωση 16(Γ) του παρακλητικού. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ομού και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Δόλια μεταβίβαση περιουσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.