← Κύπρος

Άγγελου Αρτέμη Χειμώνα ν. Ειρήνης Ρολάνδου, Αρ. γενικής αίτησης: 1244/2013, 6/11/2015

Άγγελου Αρτέμη Χειμώνα ν. Ειρήνης Ρολάνδου, Αρ. γενικής αίτησης: 1244/2013, 6/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A325 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. γενικής αίτησης: 1244/2013 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 και τροποποιητικός νόμος 3/60 μέχρι 144

(1)/99, άρθρα 12
(3), 80 και 85 Άγγελου Αρτέμη Χειμώνα Αιτητής - Εφεσείοντας και Ειρήνης Ρολάνδου Καθ΄ ης η αίτηση - Εφεσίβλητη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6/11/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή - εφεσείοντα: κος Στέλιος Χαραλάμπους Για της καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητη: κος Φωτάκης Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση - έφεση, αιτείται όπως κηρυχθεί άκυρη (με τις συναφείς εκφράσεις) η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 4/11/2013 στην αίτηση με αριθμό Α.Α.Δ. 74/08 του Κτηματολογίου Λεμεσού, με την οποία αποφασίζει ότι δεν μπορεί να καταργήσει το δικαίωμα διάβασης το οποίο είναι εγγεγραμμένο προς όφελος του δεσπόζοντος ακινήτου με αρ. τεμαχίου 488 Φ/Σχ. 52/61 εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση δυνάμει αρ. εγγραφής 22155 του χωριού Πισσούρι. Νομικό έρεισμα της αίτησης, ήταν τα άρθρα 12
(3), 80 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 και τροποποιητικός νόμος 3/60 μέχρι 144
(1)/99, το άρθρο 29 του Ν.14/60, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, η νομολογία, το Σύνταγμα και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 17 λόγοι έφεσης και πιο συγκεκριμένα ότι ο Διευθυντής πήρε την απόφαση του καθ΄ υπέρβαση του Κεφ. 224, ότι η απόφαση του είναι εσφαλμένη και παράνομη (με συναφείς χαρακτηρισμούς) ως μη βασιζομένη επί όλων των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, η απόφαση είναι αναιτιολόγητη χωρίς να γίνεται αναφορά στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη και αγνοώντας τα γεγονότα της υπόθεσης, η επιτόπια εξέταση ήταν αντικανονική, ως επίσης και η όλη διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης απόφασης και δεν έχει γίνει η δέουσα νομική και ουσιαστική έρευνα. Περαιτέρω ο αιτητής, αναφέρει ότι ο Διευθυντής αγνόησε το γεγονός ότι το δεσπόζον ακίνητο εφάπτεται σε εγγεγραμμένο δημόσιο δρόμο και ότι τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν σε οικιστική ζώνη, αγνόησε το γεγονός ότι το δουλεύον ακίνητο έχει αξιοποιηθεί εμπορικά και οικιστικά και ότι το δικαίωμα διαβάσεως, στερεί από τον αιτητή να αξιοποιήσει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα καταστήματα του και προκαλούνται προβλήματα στην λειτουργικότητα, όπως είναι ο περιορισμός του χώρου στάθμευσης. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι ο Διευθυντής αγνόησε το γεγονός ότι υπάρχει υφιστάμενος ασφάλτινος δρόμος δημόσιος εγγεγραμμένος, το οποίο χρησιμοποιείται και από τις δύο πλευρές και ο δρόμος βρίσκεται στο βόρειο μέρος του δεσπόζοντος ακινήτου. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι η οποιαδήποτε ανάπτυξη του δεσπόζοντος ακινήτου θα βασισθεί στο γεγονός ότι αυτό εφάπτεται με τον αναφερόμενο δρόμο και όχι λόγω του δικαιώματος διάβασης και ότι ο Διευθυντής αγνόησε αναιτιολόγητα την εισήγηση της αρμόδιας Κτηματολόγου η οποία προέβη σε επιτόπια έρευνα και η οποία εισηγήθηκε ότι μπορεί να καταργηθεί το δικαίωμα διάβασης. Εν κατακλείδι ο αιτητής προβάλλει την θέση ότι δεν ενημέρωσε τον πατέρα του αιτητή και τότε ιδιοκτήτη του δουλεύοντος ακινήτου, κατά την εγγραφή του δικαιώματος διάβασης σύμφωνα με τον φάκελλο Α2154/73, ότι δεν είχε καμία νομική υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 11Α να παραχωρήσει δικαίωμα διάβασης στον ιδιοκτήτη του δεσπόζοντος ακινήτου επειδή το κτήμα εφαπτόταν σε εγγεγραμμένο δημόσιο δρόμο. Στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναφορά ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν στην παραχώρηση του δικαιώματος διάβασης. Υιοθετεί τους λόγους αίτησης/ έφεσης, αναφέρει ότι δεν λήφθηκε τότε υπ΄ όψη ο υφιστάμενος εγγεγραμμένος δημόσιος δρόμος, ως επίσης αναφέρει ότι τα επίδικα ακίνητα τον ουσιώδη χρόνο παραχώρησης του δικαιώματος διάβασης είχαν γεωργική χρήση, ενώ σήμερα το δουλεύον ακίνητο εμπίπτει σε οικιστική και εμπορική, το δε δεσπόζον σε οικιστική ζώνη, αγνοώντας ο Διευθυντής την εν λόγω αλλαγή, ως επίσης δεν λήφθηκε υπ΄ όψη ότι σήμερα το δεσπόζον ακίνητο εφάπτεται σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, σε αντίθεση με το τι συνέβαινε όταν παραχωρήθηκε το δικαίωμα διάβασης, όπου το ακίνητο εφαπτόταν επί χωματόδρομου και η διέλευση ήταν δύσκολη τους μήνες του χειμώνα. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 21/10/2014 που υποστηρίζει την αίτηση - έφεση, ο κ. Στάθης Περικλέους κάνει αναφορά στις συνθήκες και τους λόγους όπου έλαβε οδηγίες για να προβεί σε εξέταση του κατά πόσο μπορούσε να κατασκευαστεί δρόμος - ράμπα ο οποίος να ξεκινά από το κύριο δρόμο Πισσουρίου - Πλατανίσκια, να διέρχεται δια μέσου του δεσπόζοντος ακινήτου και να καταλήγει στο σπίτι που υπάρχει στο νότιο μέρος αυτού και μετά από επιτόπια εξέταση που διενήργησε και μετά την μελέτη του, διαπίστωσε ότι αυτό είναι εφικτό. Απέρριψε τους ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων που υποστηρίζουν την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητης, τονίζοντας ότι η επιτόπια εξέταση και η μορφολογία του εδάφους δεν εμποδίζουν την κατασκευή του εν λόγω δρόμου, το κόστος κατασκευής του δρόμου δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας και το εύρος κατάληψης των πρανών επιχωμάτωσης του ιδιωτικού δρόμου (ράμπας) δεν επηρεάζει τα γειτονικά ακίνητα και η κλίση του δρόμου δεν ξεπερνά το 12% που είναι μέσα στα επιτρεπτά όρια. Επίσης, διαφώνησε με την θέση ότι δεν μπορεί να κατασκευαστεί δρόμος, υποστηρίζοντας την αντίθετη θέση, λέγοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για κατασκευή δημόσιου δρόμου που πρέπει να πληρούνται οι κλίσεις που αναφέρονται, αλλά για ιδιωτικό δρόμο - ράμπα, δια μέσου της οποίας η καθ΄ ης η αίτηση θα μπορεί να εισέρχεται από τον δημόσιο δρόμο στο σπίτι της και στην συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να υπάρχει κλίση του ιδιωτικού δρόμου μέχρι 18%, απαντώντας απορριπτικά στην θέση του ενός εκ των δύο ενόρκως δηλούντων στην ένσταση. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητης και νομικό έρεισμα της ένστασης, αποτελείτο από τα άρθρα 12, 80 και 85 του Κεφ.224, οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956 άρθρα 2, 5-10, 14-18, το άρθρο 29 του Ν.14/60, η Δ.48 θ.3,4 και 7, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 16 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα ότι τα δεδομένα που έχουν ληφθεί υπόψη δεν έχουν αλλάξει, ότι ο διευθυντής έλαβε υπ΄ όψη του όλες τις προυποθέσεις που επιβάλλουν την κατάργηση ή μη υφιστάμενης διόδου και ότι ο Διευθυντής αποφάσισε για δεύτερη φορά μετά τον παραμερισμό απόφασης του ημερομηνίας 10/2/2010 που εξέδωσε επί του ιδίου θέματος στην αίτηση - έφεση 110/2010. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι το δικαίωμα διόδου εξασκείται αδιαλείπτως, η πραγματική κατάσταση είναι ως έχει και εξακολουθεί να υφίσταται η οικία που υπήρχε και πριν το 1973 όταν παραχωρήθηκε το δικαίωμα διόδου, ότι δεν γίνεται κάποια επίκληση λόγων που να καταδεικνύουν λάθος του Διευθυντή, ότι ο αιτητής δεν έχει συμμορφωθεί με το άρθρο 6 των Κανονισμών του 1956 που προβλέπει ότι ο αιτητής μαζί με την καταχώρηση της έφεσης - αίτησης οφείλει να καταχωρήσει την έκθεση των λόγων της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου (the statement of his reason for decision) και συνακόλουθα δεν έγινε επίδοση της έκθεσης αυτής, κατά παράβαση του άρθρου 9 των σχετικών Κανονισμών. Επιπρόσθετα προβάλλεται η θέση ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη και ότι στάθμισε ορθά όλα τα πραγματικά γεγονότα και τα νομικά σημεία και για μια ακόμα φορά έκρινε ότι δεν δύναται να καταργηθεί η υφιστάμενη οδός. Ως προς το οδικό δίκτυο που επηρεάζει τα επίδικα ακίνητα, προβλήθηκε η θέση ότι αυτό δεν έχει μεταβληθεί από τότε που παραχωρήθηκε το δικαίωμα διόδου και παραμένει όπως και τότε απροσπέλαστος ο βόρειος δρόμος, διότι το δεσπόζον ακίνητο εξακολουθεί να μην έχει πρόσβαση από την βόρεια πλευρά, λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς που φθάνει μέχρι τα 13 ½ μέτρα. Επίσης προβλήθηκε η θέση ότι η μεταβολή των ζωνών όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, δεν αποτελεί δυσμενές στοιχείο η ύπαρξη διόδου και το εν λόγω δικαίωμα, δεν επηρεάζει την εμπορική και οικιστική ανάπτυξη του δουλεύοντος ακινήτου, λόγω της ανάπτυξης που έγινε σε αυτό, ενώ η κατάργηση του δικαιώματος θα επηρεάσει δυσμενώς την πρόσβαση στο δεσπόζον ακίνητο. Εν κατακλείδι, προβλήθηκαν οι θέσεις ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και ότι ο αιτητής εμποδίζεται λόγω κωλύματος συμπεριφοράς και περιουσιακού κωλύματος, λόγω της προηγούμενης οικιοθελούς παραχώρησης του δικαιώματος από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη με αποτέλεσμα να αποσυρθεί η σχετική αίτηση για αναγκαστική απόκτηση διόδου. Η ένσταση υποστηρίχθηκε από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από τον κ. Αντώνη Αντωνίου, ο οποίος κάνει αναφορά στην πηγή της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και στο ιστορικό του δουλεύοντος ακινήτου και γενικά περιέγραψε την επί τόπου κατάσταση και χαρακτηριστικά των επιδίκων ακινήτων. Υιοθέτησε τους λόγους ένστασης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που υπάρχουν στην αίτηση, εκτός από εκείνους που παραδέχεται. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και που αφορά το καθεστώς διόδου που υπήρχε και τους λόγους που αυτό έχει δημιουργηθεί, ήτοι η ύπαρξη της οικογενειακής τους οικίας και που σήμερα διαμένει η μητέρα του. Ως προς τα πιο πάνω αναφερθέντα κωλύματα, ανέφερε ότι ο πατέρας του και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του άλλου ακινήτου, κατέληξαν σε ιδιωτική συμφωνία με βάση την οποία υπήρξε αποζημίωση, ως αυτή καταγράφεται στην ένορκη δήλωση. Χαρακτήρισε ως υστερόβουλους, ψευδείς και υποβολιμαίους τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα Αρτέμη Χειμώνα. Αναφέρει ότι η υφιστάμενη δίοδος χρησιμοποιείτο ακόμα και από αρχαιοτάτων χρόνων, λόγω και της εκεί κατάστασης, όπου η δίοδος στο νότιο μέρος του δεσπόζοντος που συνορεύει με το δουλεύον είναι η μόνη ενδεδειγμένη, ενώ η βόρεια πλευρά του δεσπόζοντος έχει τέτοια κλίση την οποία χαρακτήρισε ως απροσπέλαστο σημείο και ως κρεμμό και προς τούτο παρέπεμψε στην ένορκη δήλωση του αγρονόμου τοπογράφου Γεώργιου Βρωμοβρυσιώτη. Επίσης επισυνάφθηκε και σχετική βεβαίωση από τον Κοινοτάρχη του Πισσουρίου αναφορικά με την χρησιμοποίηση της επίδικης διόδου. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η επίκληση οποιωνδήποτε ζωνών δεν σχετίζεται με την παραχώρηση ή αφαίρεση δικαιώματος διόδου και ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση το παραχωρηθέν δικαίωμα διόδου είναι το λιγότερο επαχθές του δουλεύοντος και ότι η πρόσβαση από τον δημόσιο δρόμο προς το δεσπόζον είναι αδύνατη διότι είναι κρεμμός. Αρνήθηκε την θέση του αιτητή ότι το δικαίωμα διόδου επηρεάζει την αξιοποίηση του ακινήτου του, λόγω ακριβώς της αξιοποίησης του, η οποία έχει υπερβεί τους συντελεστές δόμησης και κάλυψης και συνακόλουθα δεν δύναται να μέμφεται ο αιτητής το εν λόγω δικαίωμα διόδου. Εν κατακλείδι ο ενόρκως δηλών καλεί τον αιτητή όπως αποδείξει ότι η υψομετρική διαφορά των 12 μέτρων που υπάρχει στο βόρειο μέρος του δεσπόζοντος είναι προσβάσιμη κατάσταση και λέγει ότι είναι γενική η αναφορά του αιτητή ότι δεν λήφθηκαν υπ΄ όψη οι εκεί καταστάσεις και δεν έχουν προβληθεί αντικειμενικοί λόγοι για το λανθασμένο της απόφασης του Διευθυντή. Η ένσταση υποστηρίχθηκε και από την ένορκη δήλωση του κ. Γεώργιου Βρωμοβρυσιώτη, ο οποίος καταχώρησε και μια περαιτέρω συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην αρχική ένορκη δήλωση, αναφέρει τα προσόντα του και τους λόγους που τον οδήγησαν να προβεί σε συγκεκριμένη μελέτη και κατά πόσο είναι εφικτό να δημιουργηθεί δρόμος στο βόρειο μέρος του δεσπόζοντος ακινήτου, μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας και του κόστους κατασκευής και της μη καταστροφής του εν λόγω τεμαχίου. Μελέτησε την παρούσα αίτηση, όσο και την αίτηση 110/2010 και έχει επισκεφθεί και στις δύο περιπτώσεις τα επίδικα ακίνητα στα οποία δεν έλαβε χώρα καμία αλλαγή, πλην της εμπορικής ανάπτυξης στο δουλεύον ακίνητο. Προέβη σε υψομετρικές μετρήσεις και επισύναψε το σχετικό σχέδιο ως τεκμήριο. Αναφέρει επιπλέον ο ενόρκως δηλών, ότι στην προηγούμενη αίτηση με αριθμό 110/2010 που καταχώρησε ο ίδιος αιτητής Άγγελος Αρτέμη Χειμώνας και επέτυχε την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 10/2/2010 με την οποία και πάλι απέρριπτε την αίτηση του για κατάργηση του εγγεγραμμένου δικαιώματος διάβασης, είχε προβληθεί από τον συνάδελφο του Στάθη Περικλέους με ένορκη δήλωση του ημερ. 6/8/2010, ότι ήταν δυνατή η κατασκευή δρόμου από το βόρειο μέρος του κτήματος 488, που ο ενόρκως δηλών το θεωρεί απροσπέλαστο, λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς με τον δημόσιο δρόμο. Ο ισχυρισμός ότι είναι δυνατή η κατασκευή δρόμου μέσα στα νόμιμα πλαίσια από το βόρειο σύνορο του δεσπόζοντος είναι αδύνατος, διότι κανένας δρόμος δεν μπορεί να κατασκευαστεί με κλίση μεγαλύτερη του 8% και σε εξαιρετικές περιπτώσεις με παρέκκλιση μέχρι 12%. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η επιχείρηση κατασκευής δρόμου εντός του δεσπόζοντος θα έχει κλίση μεγαλύτερη εκείνης του 12% που σημαίνει ότι είναι απαγορευτική κατασκευή και αδύνατη νομικά να υλοποιηθεί. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι αδύνατη επίσης η κατασκευή δρόμου με προσπέλαση προς τον βόρειο δημόσιο δρόμο και η κατασκευή τέτοιου δρόμου θα απαιτήσει εύρος κατάληψης των πρανών επιχωμάτωσης που θα καλύψει με βάσει τους υπολογισμούς του περίπου το 40% του εμβαδού του δεσπόζοντος και επιπρόσθετα θα δημιουργήσει υψομετρική διαφορά με τα γειτονικά κτήματα, η οποία θα υπερβαίνει το νόμιμο επιτρεπτό ύψος του 1,20 μέτρου και εν κατακλείδι είναι οικονομικά ασύμφορη η εν λόγω κατασκευή, λόγω των επιχωματώσεων που θα πρέπει να γίνουν. Στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, η οποία είναι απαντητική της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Στάθη Περικλέους, απορρίπτει τον σχεδιασμό του εν λόγω προσώπου, λέγοντας ότι γίνεται απόκρυψη στοιχείων που θα είναι βοηθητικά για το Δικαστήριο για να εξάξει ορθά συμπεράσματα. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι υπάρχει παράλειψη αναφοράς ως προς τις διατομές, δηλαδή τις εγκάρσιες τομές του δρόμου, ώστε να φανεί η κλήση και σταθερότητα των πρανών και τα στοιχεία αυτά είναι σημαντικά και ουσιώδη, διότι αναλόγως της φύσης του υλικού επιχωμάτωσης, η κλίση των πρανών μπορεί να είναι 1:1, 1:5 (κάθετο προς οριζόντιο) ή και μικρότερη και από τις γνώσεις και την εμπειρία του, ο σχεδιασμός του δρόμου αυτού δεν είναι εντός των νομίμων πλαισίων. Ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψη από το Δικαστήριο, κατά τον ενόρκως δηλούντα και να αγνοήσει συνεπώς την πρόταση του κ. Στάθη Περικλέους, είναι το γεγονός της ασύμφορης οικονομικά πρότασης, λόγω του εύρους κατάληψης των πρανών επιχωμάτωσης και με βάση τους υπολογισμούς του καλύπτει περίπου το 40% του δεσπόζοντος τεμαχίου. Αναλόγως του υλικού που θα χρησιμοποιηθεί για τις επιχωματώσεις, ενδέχεται να παραστεί ανάγκη κατασκευής τοίχων αντιστήριξης με τις προφανείς οικονομικές συνέπειες (μελέτης και κατασκευής) και κατά συνέπεια θα ήταν σκόπιμη από πλευράς τους, υποβολή γεωτεχνικής μελέτης που να υποδεικνύει την κατάλληλη κλίση των πρανών, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητα τους, στοιχείο που δεν δίδεται στο Δικαστήριο για να εξάξει τα ορθά συμπεράσματα του. Επιπλεόν διαπιστώνεται ότι δεν έχει υποβληθεί υδρολογική μελέτη καθώς και λύση στο πρόβλημα απορροής των ομβρύων υδάτων, τα οποία όπως δεικνύει η φορά της κλίσης του δρόμου, οδεύουν προς την υφιστάμενη κατοικία, με πιθανά προβλήματα πλημμύρας. Εισηγείται ο ενόρκως δηλών, ότι θα πρέπει να αγνοηθεί η πρόταση του κ. Στάθη Περικλέους, λόγω της περίπτωσης ανάπτυξης του δεσπόζοντος, όπως είναι η οικοπεδοποίηση και η ενιαία ανάπτυξη και με βάση τον σχεδιασμό του δρόμου αυτό δεν θα είναι εφικτό με τρομερές οικονομικές απώλειες. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση οικοπεδοποίησης, ο δρόμος θα πρέπει να κατασκευαστεί είτε προς το ανατολικό σύνορο, είτε προς το δυτικό, λόγω του πλάτους του κτήματος και σε τέτοια περίπτωση, ο δρόμος θα δημιουργήσει ανεπίτρεπετες υψομετρικές διαφορές με τα γειτονικά τεμάχια αναλόγως της περίπτωσης. Σε περίπτωση ενιαίας ανάπτυξης, θα υπάρχει κατασκευή κτηρίων στο ύψος του δρόμου με βάση τον σχεδιασμό του κ. Στάθη Περικλέους, πλην όμως τα κτίσματα θα είναι και πάλι σε υψόμετρο ανεπίτρεπτο σε σχέση με τα γειτονικά τεμάχια και στις δύο περιπτώσεις θα υπάρχει υπερβολικό κόστος επιχωματώσεων και τοίχων αντιστήριξης, χωρίς να εξετάζεται το θέμα των στατικών μελετών των υπό ανέγερση οικοδομών και της ευστάθειας τους πάνω σε έδαφος που προήλθε από τόσο μεγάλες επιχωματώσεις και χωρίς να αγγίζει το κόστος κατασκευής των οικοδομών. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι οικονομικά ασύμφορη η κατασκευή του δρόμου όπως εισηγείται ο κ. Στάθης Περικλέους και πιο συγκεκριμένα, η αξία κατασκευής των επιχωματώσεων για την δημιουργία του προταθέντος δρόμου, νοουμένου ότι η κατασκευή του χρονικά δεν αρχίσει αμέσως θα είναι ψηλό. Η σημερινή αξία κατασκευής χωμάτινου δρόμου (περιλαμβάνει μεταφορά χώματος και συμπύκνωσης του) είναι περίπου 5 - 6 ευρώ ανα κυβικό μέτρο και η επίστρωση της επιφάνειας με ασφαλτικό υλικό για προστασία της διάβρωσης, λόγω μεγάλης κλίσης, αυξάνει περαιτέρω το κόστος κατασκευής. Σε περίπτωση καθυστέρησης κατασκευής του δρόμου που αυτό θα γίνει, ακόμα και σε περίπτωση που ξεπεραστούν τα νομικά εμπόδια, το κόστος θα αυξηθεί ως προς την κατασκευή και τις επιχωματώσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 στο οποίο ουσιαστικά στηρίζεται η έφεση έχει ως ακολούθως: «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο». Επίσης, το άρθρο 12
(3)του Νόμου περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: « Όταν το δικαίωμα αυτό είναι δικαίωμα διόδου, αν ένεκα διάνοιξης δημόσιου δρόμου ή άλλης διόδου ή αν ένεκα άλλου λόγου δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη αυτού, ο κύριος του δουλεύοντος ή του δεσπόζοντος ακινήτου δικαιούται να απαιτήσει την κατάργηση του, ο δε Διευθυντής ερευνά την υπόθεση, αποφασίζει αν το δικαίωμα αυτό πρέπει να καταργηθεί ή όχι, γνωστοποιεί την απόφαση του σε όλους τους ενδιαφερομένους και αν η απόφαση του είναι ότι το δικαίωμα πρέπει να καταργηθεί, προχωρεί στην κατάργηση του μετά την πάροδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης που αναφέρθηκε: Νοείται ότι, αν υποβληθεί οποιαδήποτε αξίωση για την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης από τον κύριο του δουλεύοντος ακινήτου για την κατάργηση του πιο πάνω δικαιώματος, ο Διευθυντής αφού λάβει υπόψη τα γεγονότα κάθε περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου χρήσης του δικαιώματος καθορίζει την αποζημίωση που τυχόν πρέπει να καταβληθεί και γνωστοποιεί αυτήν σε όλους τους ενδιαφερόμενους και δεν προχωρεί στην κατάργηση του δικαιώματος πριν ικανοποιηθεί ότι η αποζημίωση που εκτιμήθηκε από αυτόν καταβλήθηκε». Οι αρχές που διέπουν τις εξουσίες του Διευθυντή και στη συνέχεια του Δικαστηρίου όταν εξετάζει έφεση, με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224, έχουν καθοριστεί από τη νομολογία η οποία είναι πλούσια και πάγια και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 100 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 108 (Καλλής Δ.): «Ο μηχανισμός για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου προσφέρεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καλώς θεμελιωμένες. Έχει νομολογηθεί ότι κατά τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου ο Διευθυντής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εκδίδει απόφαση η οποία εμπίπτει εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644, Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.ά. v. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210,Σολομώντος v. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου μέσω Κλείτου Καζαφανιώτη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58).» Στην πρόσφατη απόφαση Αντώνη Χρίστου Χατζησωφρονίου κ.α. ν. Παναγιώτα Ονησιφόρου Δημοσθένους
(2011)1Β ΑΑΔ 885, αφού υιοθετήθηκε το πιο πάνω απόσπασμα, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 894 (Πασχαλίδης Δ.): «Ενόψει των πιο πάνω[1], λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις όπως την παρούσα. Αναφορικά με την αιτιολογία αυτή επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956». Ως προς το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει ο Εφεσείων, τα όσα αναφέρθηκαν στην Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.α.
(2005)1Α ΑΑΔ 541 στη σελ. 549 είναι σχετικά (Χατζηχαμπής Δ., όπως ήταν τότε): «Να παρατηρήσουμε όμως και κάτι άλλο. Όπως τόνισε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής, με πλήρη επίγνωση των αρχών που διέπουν το θέμα, αν και κατά το δικαστικό έλεγχο που προσφέρει το άρθρο 80 το Δικαστήριο υπεισέρχεται στην ίδια την ουσιαστική ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και δεν περιορίζεται στην εξωτερική νομιμότητα της, το βάρος είναι στον Εφεσείοντα/Αιτητή να καταδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή, ως του κατ' εξοχήν αρμόδιου στο πράγμα, είναι λανθασμένη, εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν». Σχετική με την επίμαχη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224, είναι η Ρεβέκκα Χρ. Κανάρα - ν - Χρυσούλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 801, στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το κριτήριο για την αναθεώρηση των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224, όπως διασαφηνίζει η νομολογία είναι το σύννομο και το δίκαιο της απόφασης που επιτρέπει σε αντίθεση προς την ακυρωτική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διείσδυση στην ουσία της απόφασης και εφόσον κρίνεται ορθό, την τροποποίηση της. (Βλ., μεταξύ άλλων, Αθανάση κ.ά. ν. Χ"Μαμά κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.208·Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906.).................................................................................................................................................................................................................................... Σκοπός του εδαφίου
(3)του Άρθρου 12 του Κεφ. 224 είναι η εξισορρόπηση περιουσιακών δικαιωμάτων των ιδιοκτητών όμορων κτημάτων. Προάγεται το δημόσιο συμφέρον με την κατάργηση του δικαιώματος διόδου, ο σκοπός για τη δημιουργία του οποίου έπαυσε να υφίσταται». Στην υπόθεση Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος - ν - Παναγιώτας Παπανεοκλή
(1992)11 Α.Α.Δ. σελ.906, λέχθησαν να ακόλουθα: «Η φύση και η έκταση της εξουσίας του Διευθυντή προκύπτει από τις ίδιες τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3). Για να είναι επιτρεπτή η κατάργηση δικαιώματος διόδου θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός ότι "συνεπεία διανοίξεως δημοσίας οδού ή ετέρας διόδου ή εξ άλλου λόγου δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη αυτού." Είναι σαφές ότι ο νομοθέτης θέλησε να δημιουργήσει μηχανισμό έρευνας προς διαπίστωση του αν ο περιορισμός που συνεπάγεται το δικαίωμα διόδου στο δουλεύον ακίνητο εξακολουθεί να είναι αναγκαίος έχοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα όπως αυτά εξελίσσονται. Ο Διευθυντής δεν έχει εξουσία για την κατάργηση δικαιώματος διόδου εκτός ανδιαπιστώνει μεταβολή των πραγματικών δεδομένων που μπορούν να συσχετισθούν προς την ανάγκη διατήρησης του. Δεν είχε διανοιχτεί δρόμος ή άλλη δίοδος ούτε έγινε επίκληση οποιασδήποτε άλλης μεταβολής που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως το δικαίωμα διόδου, ως εμπράγματο δικαίωμα προσαρτημένο στη γη, δεν ήταν πια αναγκαίο. Η διαμόρφωση του χώρου ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη του χρόνου της δικαστικής απόφασης που οδήγησε στην εγγραφή του δικαιώματος».. Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4/11/2013 Η σχετική απόφαση του Διευθυντή είναι εντός του φακέλου της διαδικασίας και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτολεξεί ως έχει, αλλά θα γίνει μια συνοπτική αναφορά αυτής και θα γίνεται ειδική μνεία κατά την αξιολόγηση της με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και υπό το φως του πιο πάνω νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι αφού έγινε επιτόπια έρευνα στις 16/11/2012 και μελέτη όλων των στοιχείων και γεγονότων, προέκυψε ότι το οδικό δίκτυο δεν έχει μεταβληθεί από τότε που παραχωρήθηκε το δικαίωμα διάβασης, το δεσπόζον ακίνητο εξακολουθεί να εφάπτεται βόρεια σε δημόσιο δρόμο όπως ήταν και όταν παραχωρήθηκε το δικαίωμα διόδου, το εν λόγω δικαίωμα εξακολουθείται να χρησιμοποιείται από την ιδιοκτήτρια του δεσπόζοντος και η κατοικία της εξακολουθεί να υφίσταται όπως και τότε όταν παραχωρήθηκε το δικαίωμα διόδου, τα φυσικά χαρακτηριστικά του δεσπόζοντος ακινήτου δεν έχουν αλλάξει από την ημερομηνία παραχώρησης του δικαιώματος διόδου και γίνεται ειδική αναφορά για την κατάσταση των ακινήτων από πλευράς ζωνών κατά την περίοδο παραχώρησης του δικαιώματος διόδου και σήμερα. Επίσης αναφέρθηκε ότι το δικαίωμα διόδου δεν επηρεάζει την οικιστική και εμπορική ανάπτυξη του δουλεύοντος, διότι δεν επηρεάζονται οι συντελεστές δόμησης και κάλυψης. Επίσης γίνεται αναφορά στην αίτηση που έγινε το 1973 για αναγκαστική παραχώρηση διόδου, η οποία και αποσύρθηκε από τον αιτητή μετά από την φιλική παραχώρηση δικαιώματος διάβασης δυνάμει και των διατάξεων των άρθρων 11
(1)(α) και 11Α του Κεφ. 224. Επίσης έγινε αναφορά στο όνομα του κτηματολογικού λειτουργού ο οποίος διενήργησε την επιτόπια εξέταση και ο οποίος εισηγήθηκε να μην καταργηθεί το δικαίωμα διόδου και συνεπεία όλων των πιο πάνω, των στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης αλλά και την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αίτηση - έφεση 110/2010, αποφάσισε ο Διευθυντής ότι δεν μπορεί να καταργήσει το δικαίωμα διόδου διότι δεν συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224. ΕΞΕΤΑΣΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ Θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο και κατανοητό ευθύς εξ΄ αρχής, ότι στην υπό εξέταση υπόθεση, ζητούμενο είναι η εξέταση της ορθότητας και της νομιμότητας της απόφασης του Διευθυντή, με την οποία αποφασίστηκε η μη κατάργηση του ήδη υφιστάμενου δικαιώματος διόδου δυνάμει του άρθρου 12
(3)και κατά πόσο η εν λόγω απόφαση, δικαιολογεί την μη κατάργηση του εν λόγω δικαιώματος με βάση την εν λόγω νομοθετική διάταξη και τις περιπτώσεις που η διάταξη προνοεί, ήτοι: Α) ένεκα διάνοιξης δημόσιου δρόμου Β) ή άλλης διόδου ή Γ) αν ένεκα άλλου λόγου δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη αυτού. Δηλαδή στην υπό εξέταση αίτηση, δεν εξετάζεται η ορθότητα και νομιμότητα απόφασης του Διευθυντή με βάση την οποία για πρώτη φορά εξετάζεται αίτημα για παραχώρηση διόδου. Έχοντας υπόψη την νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224, τις αρχές που διέπουν τον έλεγχο των αποφάσεων του Διευθυντή με βάση και το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη το Δικαστήριο και την σχετική επί του θέματος τεθείσα μαρτυρία και τις εισηγήσεις αμφοτέρων των ευπαιδεύτων συνηγόρων ως αυτές εμφαίνονται στις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Το δικαίωμα διόδου, ως αυτό υπάρχει σήμερα, χρονολογείται από το έτος 1973, με βάση και τα στοιχεία του φακέλου που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα με τον φάκελο Α 2154/1973. Είναι κοινώς αποδεκτό, ότι το εν λόγω δικαίωμα διόδου εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από την καθ΄ ης η αίτηση αδιαλείπτως από τότε μέχρι σήμερα και συνακόλουθα υπάρχει ακόμα η ανάγκη διέλευσης στο δεσπόζον ακίνητο δια μέσου της διόδου που υπάρχει από το 1973 και του σχετικού δικαιώματος. Συνακόλουθα η περίπτωση υπό (Γ) ως αυτό έχει αναφερθεί ανωτέρω δεν πληρείται στην υπό εξέταση αίτηση/έφεση, διότι δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος που να δεικνύει την μη αναγκαιότητα της σχετικής διόδου. Ούτε η περίπτωση υπό (β) ως αυτό έχει αναφερθεί ανωτέρω εφαρμόζεται στην υπό εξέταση αίτηση/έφεση, διότι ως είναι κοινώς αποδεκτό, δεν έχει διανοιχθεί άλλη δίοδος η οποίος να μην είναι δημόσια, διότι ως είναι ξεκάθαρο από την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, η περίπτωση υπό (β) καλύπτει διάνοιξη διόδου η οποία να μην είναι δημόσια, ένεκα της ρητής αναφοράς της υπό περίπτωσης (Α), όπου καθιερώνεται ρητά η περίπτωση διάνοιξης δημόσιου δρόμου. Συνακόλουθα το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί στο κατά πόσο πληρούται η περίπτωση υπό (Α) ως αυτή έχει αναφερθεί ανωτέρω και το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε αυτή η περίπτωση πληρούται στην υπό εξέταση υπόθεση. Συγκεκριμένα, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, διαφαίνεται ξεκάθαρα, ότι δεν έχει διανοιχθεί κάποιος δημόσιος δρόμος, αλλά υφίσταται ο ίδιος δημόσιος δρόμος που συνορεύει βορείως του δεσπόζοντος ακινήτου και που υπήρχε το έτος 1973 όταν παραχωρήθηκε το σχετικό δικαίωμα διόδου και αυτό είναι αποδεκτό από την πλευρά του αιτητή, διότι ο ίδιος ο αιτητής κάνει αναφορά στον εν λόγω δρόμο για να υποστηρίξει την εισήγηση του ότι είναι εφικτή η κατασκευή δρόμου που να ξεκινά από τον εν λόγω δρόμο και να καταλήγει στην οικία της καθ΄ ης η αίτηση που βρίσκεται νοτίως του δουλεύοντος ακινήτου και η οποία κτίστηκε το έτος 1958 και δεν έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε άλλη ανάπτυξη από τότε. Η οποιαδήποτε αναφορά του αιτητή ότι ουσιαστικά έχει παραπλανηθεί με την υπόδειξη σχεδίων κατά τον χρόνο όπου παραχωρήθηκε το δικαίωμα διόδου, είναι πλέον άνευ βασιμότητας και σημασίας, εν΄ όψει του κοινού υποβάθρου περί ύπαρξης του εν λόγω δημόσιου δρόμου. Έχει διαφανεί επίσης ξεκάθαρα, καθ΄ ότι δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι η υφιστάμενη κατάσταση του δεσπόζοντος ακινήτου με την υψομετρική διαφορά μεταξύ του εν λόγω δημόσιου δρόμου και του δεσπόζοντος ακινήτου και γενικά ότι η μορφολογία του εδάφους δεν έχει αλλάξει, αλλά και επειδή δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία περί του αντιθέτου επί αυτών των θεμάτων. Η αναφορά του αιτητή ότι κατά το έτος 1973 ο δρόμος ήταν χωμάτινος και η διέλευση από τον εν λόγω δρόμο ήταν δύσκολη κατά τους χειμερινούς μήνες, σε αντιδιαστολή με την σημερινή κατάσταση του δρόμου ο οποίος έχει ασφαλτοστρωθεί, δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου, διότι είναι δεδομένη η μορφολογική κατάσταση του ακινήτου σε συνδυασμό με την υψομετρική διαφορά, η οποία ξεπερνά τα 12 μέτρα και για αυτό το θέμα θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω, καθ΄ ότι ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω υψομετρική διαφορά δεν εμποδίζει την διάνοιξη δρόμου που να ενώνει την οικία της καθ΄ ης η αίτηση με τον δημόσιο δρόμο που βρίσκεται βορείως του δεσπόζοντος ακινήτου. Όσον αφορά την προβαλλόμενη θέση ότι κατά το έτος 1973 δεν έχει ενημερωθεί ο πατέρας του αιτητή ότι δεν είχε υποχρέωση να παραχωρήσει δικαίωμα διάβασης λόγω του ότι εφαπτόταν το δεσπόζον σε δημόσιο δρόμο, δεν έχει υπό τις περιστάσεις καμία σημασία, διότι εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή με βάση την διάταξη 12
(3)του Κεφ. 224 με βάση την οποία αποφασίστηκε το 2013 η διατήρηση του δικαιώματος διάβασης και δεν εξετάζεται το τι έλαβε χώρα το 1973 και που εν πάσει περιπτώσει, το τι έλαβε χώρα το 1973 δεν καλύπτεται με την υπό εξέταση νομική πτυχή του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224 και συνακόλουθα είναι άνευ σημασίας πλέον η εισήγηση περί κωλύματος συμπεριφοράς και περιουσίας που εισηγείται η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση/εφεσίβλητης που κάνει αναφορά για συναφθείσα συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει όμως, ακόμα και αυτό το ζήτημα θα εξεταστεί αναλυτικά πιο κάτω και πιο συγκεκριμένα η δυνατότητα διάνοιξης τέτοιας οδού που να συνδέει την οικία της καθ΄ ης η αίτηση με τον εν λόγω δημόσιο δρόμο. Η αναφορά του αιτητή ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη από τον διευθυντή η άποψη λειτουργού που προέβη σε επιτόπια έρευνα και με βάση την οποία το δικαίωμα διάβασης μπορούσε να καταργηθεί και χωρίς αυτό να αιτιολογηθεί, παρέμεινε μετέωρη και έκθετη προς απόρριψη, διότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε τέτοια έκθεση. Εν πάση περιπτώσει όμως, και οι τρεις περιπτώσεις όπου προνοεί ο νομοθέτης για την κατάργηση του δικαιώματος διόδου, έχουν πλήρως και δεόντως ληφθεί υπόψη από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, κάνοντας πλήρη αναφορά στους εν λόγω παράγοντες και περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο 12
(3)του Κεφ. 224, επικαλούμενος ταυτόχρονα την εν λόγω νομοθετική διάταξη. Η απόφαση του είναι καθοδηγούμενη ορθώς από την εν λόγω νομοθετική διάταξη, έλαβε υπ΄ όψη του την υφιστάμενη κατάσταση η οποία δεν έχει αλλάξει από απόψεως μορφολογίας, υψομέτρων, δρόμου, ανάπτυξης του δεσπόζοντος και χρήσης του δικαιώματος, (οι ζώνες έχουν αλλάξει αλλά αυτό θα αξιολογηθεί πιο κάτω) και στηρίχθηκε στην επιτόπια εξέταση που έλαβε χώρα και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο στην εν λόγω διαδικασία, παρέχοντας ένα ασφαλές υπόβαθρο για τον ίδιο για να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται με βάση το άρθρο 12
(3)του Κεφ. 224 η κατάργηση του επίδικου δικαιώματος διόδου και που οδήγησαν στην απόφαση του να διατηρηθεί το εν λόγω δικαίωμα, απόφαση που βρίσκει σύμφωνο και το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρθησαν πιο πάνω. Ειδική αναφορά προβαίνει επίσης ο Διευθυντής αναφορικά με την αξιοποίηση του δουλεύοντος ακινήτου με την εκεί ανάπτυξη που έλαβε χώρα, ως επίσης και στην αλλαγή των ζωνών των επιδίκων ακινήτων, αν και το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω αλλαγή ζωνών και η ανάπτυξη που έλαβε χώρα, δεν προνοούνται στο επίδικο άρθρο 12
(3)του Κεφ. 224 ως περιπτώσεις που δικαιολογείται η κατάργηση του δικαιώματος διόδου. Εν πάση όμως περιπτώσει, η απόφαση του Διευθυντή είναι και επί αυτού του θέματος αιτιολογημένη και πλήρης, διότι ο Διευθυντής ρητά αναφέρει ότι το δικαίωμα διόδου δεν επηρεάζει την εμπορική και οικιστική ανάπτυξη του δουλεύοντος ακινήτου, διότι από αυτό το δικαίωμα διόδου δεν επηρεάζονται οι συντελεστές δόμησης και κάλυψης και η αναφορά του αυτή είναι αρκούντως ικανοποιητική, λαμβανομένου υπ΄ όψη του αιτιολογικού που προβάλλεται. Η αναφορά του αιτητή ότι επηρεάζονται οι χώροι στάθμευσης του, παρέμειναν γενικοί και αόριστοι, διότι δεν έχει εντοπιστεί μια θετική και λεπτομερής αναφορά και που εν πάσει περιπτώσει το εν λόγω θέμα δεν καλύπτεται από τις περιπτώσεις που προνοεί το άρθρο 12
(3)του Κεφ. 224 για κατάργηση δικαιώματος διόδου. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της αίτησης/έφεσης που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας, θα εξεταστεί και η εισήγηση του αιτητή/εφεσείοντα ότι η καθ΄ ης η αίτηση μπορεί να εξυπηρετηθεί με την κατασκευή της διόδου ως αυτή την έχει περιγράψει και συνακόλουθα κατά πόσο το επίδικο δικαίωμα διόδου θα μπορεί να καταργηθεί. Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι η εισήγηση της καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητης ότι δεν έχει συνταχθεί και επιδοθεί η έκθεση των λόγων έφεσης με συνακόλουθη την ακυρότητα της αίτησης/έφεσης λόγω μη συμμόρφωσης με τους σχετικούς κανονισμούς, είναι πλέον άνευ αντικειμένου και ουσίας, εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης της αίτησης/έφεσης με βάση την οποία δεν πληρείται καμία εκ των περιπτώσεων του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224, αλλά και της αξιολόγησης της απόφασης του Διευθυντή από το Δικαστήριο, όπου κρίθηκε η απόφαση ως ορθή, αιτιολογημένη και βασισμένη ορθώς στις πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης αλλά και των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης. Η εισήγηση του αιτητή ότι δύναται να διανοιχθεί δίοδος όπως τον έχει περιγράψει και που να συνδέει την οικία της καθ΄ ης η αίτηση με τον εφαπτόμενο δημόσιο δρόμο βορείως του δεσπόζοντος ακινήτου δεν δύναται να ευσταθήσει. Το Δικαστήριο, μελετώντας με πάρα πολλή προσοχή τις ένορκες δηλώσεις των κ.κ. Στάθη Περικλέους και Γεώργιου Βρωμοβρυσιώτη, κρίνει ότι τα όσα αναφέρει ο κ. Γιώργος Βρωμοβρυσιώτης και κυρίως με τα όσα αναφέρει με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, είναι διαφωτιστικά, εξειδικευμένα, παρέχουν στο Δικαστήριο ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο στο Δικαστήριο στο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και οι ειδικές αναφορές του κ. Γιώργου Βρωμοβρυσιώτη, πείθουν, αλλά και υπερκαλύπτουν τις αναφορές του κ. Στάθη Περικλέους, ως επίσης οι αναφορές του κ. Βρωμοβρυσιώτη παρέμειναν αναπάντητες, καθ΄ ότι εξειδικευμένη απάντηση στις εξειδικευμένες αναφορές του κ. Βρωμοβρυσιώτη δεν υπήρξε και ούτε αντεξέταση έλαβε χώρα. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά του κ. Στάθη Περικλέους ως προς τις διατομές, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με τον κ. Γιώργο Βρωμοβρυσιώτη, ο οποίος ρητά και εξειδικευμένα αναφέρει ότι υπάρχει παράλειψη αναφοράς ως προς τις διατομές, δηλαδή τις εγκάρσιες τομές του δρόμου, ώστε να φανεί η κλήση και σταθερότητα των πρανών και τα στοιχεία αυτά είναι σημαντικά και ουσιώδη, διότι αναλόγως της φύσης του υλικού επιχωμάτωσης, η κλίση των πρανών μπορεί να είναι 1:1, 1:5 (κάθετο προς οριζόντιο) ή και μικρότερη. Περαιτέρω, ο κ. Γιώργος Βρωμοβρυσιώτης αναφέρει ότι, λόγω και των εργασιών επιχωμάτωσης που θα πρέπει να γίνουν και του εύρους κατάληψης των πρανών επιχωμάτωσης και αναλόγως του υλικού που θα χρησιμοποιηθεί για τις επιχωματώσεις, ενδέχεται να παραστεί ανάγκη κατασκευής τοίχων αντιστήριξης και κατά συνέπεια θα ήταν σκόπιμη από πλευράς τους, υποβολή γεωτεχνικής μελέτης που να υποδεικνύει την κατάλληλη κλίση των πρανών, ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερότητα τους, στοιχείο που δεν δίδεται στο Δικαστήριο για να εξάξει τα ορθά συμπεράσματα του και αυτή η θέση παρέμεινε ως έχει, διότι δεν έχει καταδειχθεί με αντίθετη μαρτυρία ότι αυτοί οι φόβοι αναφορικά με την σταθερότητα είναι αβάσιμοι. Επιπλεόν, ο ενόρκως δηλών κ. Γιώργος Βρωμοβρυσιώτης, διαπιστώνει ότι δεν έχει υποβληθεί υδρολογική μελέτη καθώς και λύση στο πρόβλημα απορροής των ομβρύων υδάτων, τα οποία όπως δεικνύει η φορά της κλίσης του δρόμου, οδεύουν προς την υφιστάμενη κατοικία, με πιθανά προβλήματα πλημμύρας και η επί αυτού του θέματος αναφορά επίσης παρέμεινε ως έχει, διότι δεν έχει καταδειχθεί με αντίθετη μαρτυρία ότι αυτοί οι φόβοι αναφορικά με την πιθανότητα προβλημάτων πλυμμήρας είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα, αυτό που εξετάζεται πρωτίστως, είναι η ασφάλεια του να διανοιχθεί ο εν λόγω δρόμος και διαφαίνεται μέσα από τα πιο πάνω στοιχεία ότι η ασφάλεια δεν είναι δεδομένη και συνακόλουθα δεν εξετάζεται το ζήτημα των προβλημάτων από ενδεχόμενη μελλοντική ανάπτυξη του δεσπόζοντος και κατά πόσο αυτό είναι οικονομικά ασύμφορο ή όχι, εάν και εφόσον αυτό επιτευχθεί και σε ποιο βαθμό και κατά πόσο υπάρχει τέτοια επιθυμία, για το οποίο το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν έχει κάποιο χειροπιαστό στοιχείο. Συνακόλουθα και για τους πιο πάνω λόγους, η εισήγηση από πλευράς αιτητή/εφεσείοντα για την διάνοιξη του δρόμου όπως την έχει περιγράψει δεν είναι υπό τις περιστάσεις εφικτή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3)του Κεφ. 224 και έλαβε υπόψη του όλους τους παράγοντες και την υπάρχουσα κατάσταση των επιδίκων ακινήτων και συνακόλουθα η αίτηση/έφεση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή/εφεσείοντα και υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση/εφεσίβλητης, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής [1] Αναφέρεται στο απόσπασμα της Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 100 που καταγράφεται πιο πάνω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.