← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ ν. Ανδρέα Χατζηπέτρου κ.α., Γενική Αίτηση: 912/13, 6/11/2015

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ ν. Ανδρέα Χατζηπέτρου κ.α., Γενική Αίτηση: 912/13, 6/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A326 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕMEΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 912/13 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟΝ ΚΕΦ. 4 ΑΡΘΡΑ 21 ΚΑΙ 30, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΝ Ν.22/85ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ

  1. ΚΑΙ Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ, εκ Λεμεσού Αιτητών Και
  2. Ανδρέα Χατζηπέτρου, εκ Λεμεσού.
  3. Μελίτα Αβραάμ Τοφαρίδου, εκ Λεμεσού.
  4. Ανδρούλλας Χαραλάμπους, εκ Λεμεσού.
  5. Χριστιάνα Βανέλλη, εκ Λεμεσού.
  6. Ανδρέα Τσίπη, εκ Λεμεσού. Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου
  7. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κος Πότσης για κ.κ KARAPATAKIS PAVLIDES LLC. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 4: κα Διάκου για κο. Χ. Αδάμου. Α Π Ο Φ Α Σ Η (EX TEMPORE) (στην Αίτηση για εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης αναφορικά με τους καθ ων η αίτηση 2 και 4) Με την παρούσα Γενική Αίτηση οι Αιτητές ζητούν σύμφωνα με το αιτητικό υπό στοιχείο (α) της Αίτησης τους: Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε την 20.2.12 εναντίον των Καθ ων η αίτηση. Εναντίον των Καθ ων η αίτηση 1,3 και 5 εκδόθηκε Διάταγμα ως ανωτέρω στις 12.3.
  8. Η αίτηση βασίζεται στον Νόμο Περί Διαιτησίας Κεφ. 4 άρθρο 21 και 30, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/1985 ως έχει τροποποιηθεί άρθρα 2,52 και 53, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς άρθρο 79 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Γεωργιάδη ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα, η επανάληψη των οποίων δεν καθίσταται αναγκαία. Σημαντικό να αναφερθεί ότι ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 20.2.12 εκδόθηκε Διαιτητική απόφαση εναντίον των καθ ων η αίτηση, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α και γνωστοποιήθηκε σε αυτούς μέσω επίδοσης και οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης του επιδότη κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Β. Σύμφωνα με τον ίδιο η απόφαση του Διαιτητή είναι καθόλα νόμιμη και δεσμευτική και οι καθ ων η αίτηση δεν άσκησαν έφεση ή ένσταση κατά της εν λόγω απόφασης. Οι καθ ων η αίτηση 2 και 4 καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας ως λόγους ένστασης τα όσα αναφέρονται και είναι εμφανή στην ίδια την ένσταση. Τα γεγονότα εις τα οποία στηρίζεται η ένσταση καταγράφονται στην ένορκο δήλωση της καθ' ης η αίτηση 4 η οποία συνοδεύει την ένσταση. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως η καθ ης η αίτηση 4 ισχυρίζεται κυρίως ότι η ίδια της δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το χρέος το οποίο είναι της μητέρας της και το οποίο θα αναλάμβανε ο αδελφός της, ο οποίος δεν είναι διάδικος, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι Αιτητές. Μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα και η απόφαση η οποία εκδόθηκε είναι παράτυπη. Κατά το στάδιο της Ακρόασης οι συνήγοροι στήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε προφορικές αγορεύσεις. Ο συνήγορος των Αιτητών υποστήριξε ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις έκδοσης του Διατάγματος ενώ η συνήγορος των καθ ων η αίτηση 2 και 4 εισηγήθηκε ότι με βάση την ένσταση και την ένορκη δήλωση η οποία την συνοδεύει, το αιτούμενο Διάταγμα δεν δικαιολογείται. Οι Αιτητές καταχώρησαν στον φάκελο του Δικαστηρίου στις 19.3.14 σχετική Ειδοποίηση Αλλαγής Ονόματος των Αιτητών το οποίο προέκυψε μετά την συγχώνευση τους με την Συνεργατική Οικοδομική και Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 52

(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6).» Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, οι πρόνοιες του οποίου σχετίζονται με την παρούσα αίτηση και έχουν ως εξής: «21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(4)του άρθρου 52, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52 καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη Νομολογία οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Διατάγματος ως το αίτημα στην παρούσα Αίτηση, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Στην Πολιτική Έφεση 188/06 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 716 αναφέρθηκε ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν είναι αντικείμενο της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής απόφασης κατά πόσο η απόφαση του διαιτητή περιλάμβανε τόκο πέρα του επιτρεπομένου επισημαίνοντας ταυτόχρονα πως το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 παρέχει σε όποιο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Από τη στιγμή που δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής της απόφασης τέτοιο παράπονο. Στη Ανδρέας Χατζηγεωργίου-Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/2012, αποφασίστηκε: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου,2014, καθορίστηκαν περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις ως η παρούσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Οι πιο πάνω πρόνοιες έχουν περιορίσει επιτακτικά τα ζητήματα τα οποία μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια Αίτησης όπως η παρούσα. Επομένως το Δικαστήριο εξετάζοντας την παρούσα Αίτηση δεν έχει περιθώρια να επισέλθει σε θέματα τα οποία εκφεύγουν από τα πιο πάνω στενά πλαίσια άσκησης των εξουσιών του για εξέταση αιτήματος εγγραφής Διαιτητικής απόφασης. Αντλώντας καθοδήγηση απ΄ όλα τα πιο πάνω πρώτιστα θα αναφέρω ότι μετά από εξέταση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 20.2.12 έχω ικανοποιηθεί ότι αυτή φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης ως επιτάσσει η Νομολογία. Να σημειωθεί βέβαια ότι κάτι τέτοιο δεν αμφισβητείται από τους καθ ων η αίτηση 2 και
  1. Στο σύγγραμμα Halsbury's Lawsof England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96 δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης Διαιτητικής απόφασης όπου αναφέρεται: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Με αναφορά στα πιο πάνω και παρατηρώντας παράλληλα το Τεκμήριο Α την Διαιτητική απόφαση, διαπιστώνω ότι η Απόφαση είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφέστατο τρόπο χωρίς να αφήνει κενά ερμηνείας ή αβεβαιότητας προς τα πρόσωπα τα οποία απευθύνεται δηλαδή τους Αιτητές και τους καθ ων η Αίτηση περιλαμβανομένων και των καθ ων η αίτηση 2 και
  2. Επομένως καταλήγω ότι η Απόφαση ημερ. 20.2.12 περιλαμβάνει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Κατά δεύτερο θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στους καθ ων η αίτηση 2 και 4, οι οποίες να σημειωθεί δεν αμφισβητούν την επίδοση σε αυτές της Διαιτητικής απόφασης, η οποία κρίνω ότι έγινε κανονικά σύμφωνα με το Τεκμήριο Β το οποίο συνοδεύει την Αίτηση. Η επίδοση της Διαιτητικής απόφασης έγινε προσωπικά στους καθ ων η αίτηση 2 και 4 στις 25.7.13 και 20.7.13 αντίστοιχα. Οι καθ ων η αίτηση 2 και 4 με την ένσταση τους και την ένορκο δήλωση της καθ ης η αίτηση 4, προβάλλουν γεγονότα τα οποία κατά την άποψη τους έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά την Διαιτησία. Τέτοιοι ισχυρισμοί όμως έχουν παραμείνει μετέωροι και δεν έχουν προωθηθεί από τους καθ ων η αίτηση 2 και 4 εφόσον δεν προσήγαγαν οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτου. Να σημειωθεί βέβαια ότι το πρέπον στάδιο για την εξέταση των ισχυρισμών των καθ ων η αίτηση 2 και 4 δεν είναι το παρών, αλλά κατά την Διαιτησία καθώς επίσης θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την εν λόγω Διαιτητική απόφαση δια εφέσεως εντός 21 ημερών από την επίδοση της απόφασης, ως το δικαίωμα το οποίο τους παρέχει ο Νόμος. Πέραν των πιο πάνω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης και τα υπόλοιπα επιχείρηματα των καθ ων η αίτηση 2 και 4 είναι εντελώς αβάσιμα και δεν έχουν τεκμηριωθεί. Να σημειωθεί επίσης ότι η καθ ης η αίτηση 4 με την ένορκη δήλωση αναφέρει ότι έγιναν συμφωνίες μεταξύ της και του αδελφού της οι οποίες έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά την Διαιτησία. Ούτε κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αποδεκτό εφόσον δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο οι συμφωνίες τις οποίες έκανε η ίδια μπορούν να δεσμεύουν τους Αιτητές. Πέραν των πιο πάνω δεν έχει επίσης καταδειχθεί οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά από μέρους του Διαιτητή εφόσον δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα λέχθηκαν από αμφότερες πλευρές. Έχω την άποψη, η οποία επιβεβαιώνεται από την Νομολογία, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε τέτοια θέματα τα οποία εγείρουν οι καθ ων η αίτηση 2 και 4 στο παρόν στάδιο. Θεωρώ ότι για σκοπούς εκτέλεσης η διαιτητική απόφαση προσλαμβάνει ισχύ απόφασης Δικαστηρίου εφόσον έχει παρέλθει η περίοδος υποβολής έφεσης. Ισχύουν κατά την άποψη μου όσα λέχθηκαν στην ΣΠΕ Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη ανωτέρω όπου λέχθηκε καθαρά ότι η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι ζήτημα τύπου. Ως εκ των ανωτέρω οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι και η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται Διάταγμα ως η παρ. (α) της Αίτησης αναφορικά με τους καθ ων η αίτηση 2 και
  3. Το Διάταγμα εκδίδεται υπέρ των Αιτητών σύμφωνα με την ειδοποίηση ημερ. 19.3.14 αναφορικά με την μετονομασία τους. Τα έξοδα επιδικάζονται εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 4 και προς όφελος των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα επιδικάζονται αλλυλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Καθ ων η αίτηση 1,3 και 5 εις ότι αφορά τα στάδια όπου η διαδικασία ήταν κοινή για όλους τους Καθ ων η αίτηση. (Υπ.) ..................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/General/Final/registrationofarbitrationorder912-13 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.