← Κύπρος

ΛΕΝΙΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1094/14, 20/11/2015

ΛΕΝΙΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1094/14, 20/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1094/14 Μεταξύ: ΛΕΝΙΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγοντα - και -

  1. ΜΑΡΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
  2. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΙΤΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενου. ------------------ Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2 - Αιτητές : κ. Π. Κωνσταντίνου για Α. Π. Ερωτοκρίτου Για τον Ενάγοντα- Καθ΄ ου η αίτηση: κα. Λ. Χατζηλοίζου για Χ. Χατζηλοίζου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η . Οι Εναγόμενοι 2 - Αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων που έχει στην κατοχή του ο Ενάγοντας - Καθ΄ ου η αίτηση, όπως αυτά συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της αίτησης υπό στοιχεία Α1-Α
  4. Ο Ενάγοντας ήγειρε ένσταση στην έκδοση του διατάγματος. Οι λόγοι διατυπώνονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και διευκρινίζονται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση. Αυτοί θα μπορούσαν να συνοψιστούν στο ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, οι Αιτητές ήδη έχουν στην κατοχή τους τα έγγραφα Α1 και Α2 εφόσον οι ίδιοι τα απέστειλαν στους συνηγόρους του Ενάγοντα και τα έχουν αποκαλύψει με την ένορκη αποκάλυψη τους και εις ότι αφορά τα έγγραφα Α3 και Α4 ο Ενάγοντας δεν τα είχε ποτέ στην κατοχή του. Οι συνήγοροι αγόρευσαν στη βάση του περιεχομένου της αίτησης και ένστασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εφοδίασε το Δικαστήριο με γραπτό κείμενο της αγόρευσης του. Αξιολόγησα κάθε εισήγηση στην οποία έκαναν αναφορά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, καθώς και το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης με τις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις και τη δικογραφία. Η Αίτηση να σημειωθεί ότι στηρίζεται κυρίως επί της Διαταγής 28 θ. 11, όπου προνοείτε η έκδοση Διατάγματος για ειδική αποκάλυψη, δηλαδή συγκεκριμένων εγγράφων τα οποία ζητά ο Αιτητής να αποκαλυφθούν. Σύμφωνα με την επικρατούσα Νομολογία όπως αυτή έχει διαμορφωθεί αναφορικά με την δικονομική πρόνοια της Δ.28 Θ. 1 και Θ.11 για αποκάλυψη εγγράφων, μπορεί να λεχθεί ότι η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Ο θεσμός της ένορκης αποκάλυψης όπως ισχύει με την Δ.28 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, διαφαίνεται ότι αναγνωρίζει αφ΄ ενός μεν τη γενική αποκάλυψη (Δ.28 κ.1) αφ΄ ετέρου δε την ειδική αποκάλυψη (Δ.28 κ.11) επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση. Υποστήριξη στο συμπέρασμα αυτό προκύπτει κατ΄ αρχήν από το συνδυασμό των δύο εν λόγω διατάξεων αλλά και από τη νομολογία (βλέπε υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.

(2001)1 A.A.Δ. 153. Είναι δε πλήρως διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή (TBF ανωτέρω) και ως εκ τούτου παρατίθεται στη συνέχεια: «Ο δικαστής είπε στο προκειμένο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 Θ.11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο Θ.11 χρησιμοποιείται εφ΄ όσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το Θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση......». Το ότι είναι επιτρεπτό να ζητείται ένορκη αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου συνάγεται ρητά από τη Δ.28 κ.11, βέβαια σ΄ αυτήν την περίπτωση όπως ορθά επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1958, σελίδα 725 απαιτείται η απόδειξη εκ πρώτης όψεως της σχετικότητας αλλά και κατοχής των εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη. Με βάση την πιο πάνω συνοπτική παράθεση των αρχών της ισχύουσας Νομολογίας, το βασικό ερώτημα στην παρούσα υπόθεση είναι η σχετικότητα των εγγράφων για τα οποία απαιτείται από πλευράς Εναγόμενων 2/Αιτητών η ένορκη αποκάλυψη τους. Όπως προκύπτει από όλα όσα έχουν καταγραφεί ανωτέρω, θεωρείται σχετικό κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση, ενώ αίτημα για αποκάλυψη εγγράφων, απορρίπτεται μόνο όταν τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης κύριο επίδικο θέμα αποτελεί το κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 ειδοποίησε τους Εναγόμενους 2 εν σχέση με την καταχώρηση της Αγωγής 294/07. Οι Εναγόμενοι 2 αρνούνται την ύπαρξη τέτοιας ειδοποίησης. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι δεν στάληκε η εν λόγω ειδοποίηση. Από πλευράς Ενάγοντα υπάρχει ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έστειλε την εν λόγω ειδοποίηση αλλά ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση όπου αποδειχθεί αληθινή η θέση του Εναγόμενου 1 ότι στάληκε εν τέλει η ειδοποίηση, η απαίτηση του θα πρέπει να καταβληθεί από τους Εναγόμενους 2. Επομένως η σχετικότητα της αποστολής και παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης αποτελεί κατά την άποψη μου τον πυρήνα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων όπως προκύπτει από την δικογραφία της υπόθεσης. Πέραν των αιτούμενων αποδείξεων αποστολής και παραλαβής της επιστολής ημερ. 24.1.07 ζητείται επίσης η αποκάλυψη των επιστολών ημερ. 1.12.08 και 14.11.11 οι οποίες στάλησαν από τους Εναγόμενους 2 στον Εναγόμενο 1 και στους συνηγόρους του Ενάγοντα αντίστοιχα οι οποίες και πάλι αναφέρονται στο ζήτημα αποστολής της ειδοποίησης σύμφωνα με τον Νόμο και την θέση των Εναγομένων 2 ότι δεν υποχρεούνται να πληρώσουν το ποσό της Απόφασης στην Αγωγή 294/07. Επομένως και οι πιο πάνω επιστολές κρίνονται σχετικές με τα επίδικα θέματα και οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των εγγράφων. Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εξέταση μόνο του ζητήματος της σχετικότητας. Χρειάζεται, ταυτόχρονα, να πληρείται η προϋπόθεση ο διάδικος εναντίον του οποίου θα εκδοθεί διάταγμα ένορκης αποκάλυψης να έχει ή να είχε στην κατοχή ή στον έλεγχο του τα σχετικά έγγραφα. Αναφορικά με το θέμα της κατοχής των εγγράφων υπό στοιχεία Α3 και 4, ουσιαστικό στοιχείο το οποίο λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο είναι ότι κατά την αρχική αποκάλυψη εγγράφων, ο Ενάγοντας αποκάλυψε ενόρκως την επιστολή ημερ. 24.1.07 η οποία κατά τον ίδιο στάληκε προς τους Εναγόμενους 2 από τον Εναγόμενο 1 και η οποία αποτελεί την επίδικη ειδοποίηση σύμφωνα με τον Νόμο, με την ένδειξη «ΔΙΠΛΟΣΥΣΤΗΜΕΝΗ». Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται στην ένορκο αποκάλυψη του Ενάγοντα. Από την άλλη ο Εναγόμενος 1 με την ένορκο δήλωση αποκάλυψης αναφέρει ότι δεν έχει οποιοδήποτε έγγραφο στην κατοχή του. Η επιχειρηματολογία της κας Χατζηλοίζου επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι οι επιστολές ημερ. 1.12.08 και 14.11.11 είχαν δοθεί στο γραφείο τους από τους δικηγόρους των Εναγομένων 2 επομένως η αποκάλυψη τους δεν είναι αναγκαία και αναφορικά με τα έντυπα του ταχυδρομείου για αποστολή και παραλαβή της επιστολής ημερ. 24.1.07 αποτελούν έγγραφα τα οποία δεν είχε ποτέ ο Ενάγοντας στην κατοχή του, εξού και καταχώρησε την παρούσα Αγωγή. Σε αυτό το στάδιο θα σχολιάσω την εισήγηση της κας Χατζηλοίζου η οποία τέθηκε με την αγόρευση της με την οποία ισχυρίστηκε ότι η Δ.28 δεν προνοεί για αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ήταν στην κατοχή ενός διαδίκου. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εν λόγω εισήγηση εφόσον από απλή ανάγνωση της Δ.28 θ.11, προκύπτει άμεσα ότι η αποκάλυψη αφορά κατοχή εγγράφων ακόμα και σε παρελθοντικό χρόνο, όπως εκτενέστερα θα αναφερθώ κατωτέρω. Όσον αφορά την ένσταση και εισήγηση του Ενάγοντα ότι τα έγγραφα Α3 και Α4 των οποίων ζητείται η αποκάλυψη δεν βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο του Ενάγοντα, διαπιστώνω ότι από τα ενώπιον μου τεθέντα έγγραφα, τα οποία δεν αμφισβητούνται, η επιστολή ημερ. 24.1.07 με την ένδειξη «ΔΙΠΛΟΣΥΣΤΗΜΕΝΗ» αποκαλύφθηκε από τον Ενάγοντα με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Η πλευρά του Ενάγοντα εφοδίασε την πλευρά των Εναγομένων 2 με την εν λόγω επιστολή. Η κατοχή και αποκάλυψη της πιο πάνω επιστολής από τον Ενάγοντα δημιουργεί ερωτηματικά στο Δικαστήριο, εφόσον αποτέλεσε μάλιστα θέση της κας Χατζηλοίζου κατά την αγόρευση της ότι ο λόγος ο οποίος κινήθηκε η Αγωγή ήταν η μη αποστολή της ειδοποίησης ως προνοείται από τον Νόμο στους Εναγόμενους 2. Δεν θα προβώ σε περαιτέρω σχολιασμό της πιο πάνω διαπίστωσης εφόσον επέκταση επί του πιο πάνω ζητήματος θα ισοδυναμούσε με αξιολόγηση μαρτυρίας κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο. Επομένως το Δικαστήριο έχει επίσης ικανοποιηθεί ότι εκ πρώτης όψεως έχει καταδειχθεί ότι ο Καθ ου η Αίτηση έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του τα αιτούμενα έγγραφα υπό στοιχεία Α 3 και 4, τα οποία η ύπαρξη τους προκύπτουν από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 24.1.07 η οποία αποκαλύφθηκε από τον Ενάγοντα με την ένδειξη ότι αυτή στάληκε «ΔΙΠΛΟΣΥΣΤΗΜΕΝΗ». Σχετική αναφορά σχετικά με το ζήτημα της κατοχής, μπορεί να γίνει στο Σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, 2nd Ed. σελ.546, para.14.22 και 14.23: "A party is regarded as having (or a having had) a document in his control if .. (
  1. a)the document is or was in his physical possession; (
  2. b)he has or has had a right to possession of it; or (
  3. c)he has or has had a right to inspect or take copies of it. Accordingly, the rules call for the disclosure not just of documents that are in the possession of the party giving disclosure, but also for documents that were in his possession in the past, or documents that he had a right to possess, regardless of whether he exercised this right, or documents which he has had a right to inspect or copy. The definition of "control" is extensive. Thus, a party is obliged to give disclosure of documents that are in the possession of another, if he has a right to inspect and take copies. Citizens have a right to inspect a variety of documents in the hands of public and private authorities. Does it mean that whenever there is such a right a litigant comes under an obligation of disclosure? It may be argued that the principle of equality of arms demands that where a party has a right to obtain information contained in a document, he should be obliged to disclose it to other parties if it is relevant to the determination of an issue in legal proceedings, unless there are some special reasons for making an exception. On this view, the duty of disclosure extends to documents that a party may inspect on application to some public authority." Στην υπό κρίση αίτηση, με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας εφόσον ο ίδιος του φέρνει στο προσκήνιο την ύπαρξη της ειδοποίησης ημερ. 24.1.07 αλλά και ο Εναγόμενος 1 πρώην δικηγόρος του Ενάγοντα ισχυρίζεται ότι στάληκε η εν λόγω ειδοποίηση, κρίνω ότι δύναται υπό τις περιστάσεις και έχοντας ως δεδομένο ότι βρίσκεται στην κατοχή του Ενάγοντα η επιστολή ημερ. 24.1.07, να μπορεί να αποκαλύψει κατά πόσο ήταν ή είναι στην κατοχή, έλεγχο και εξουσία του τα έγγραφα τα οποία σχετίζονται με την αποστολή και παραλαβή της πιο πάνω επιστολής ημερ. 24.1.07, εφόσον μάλιστα από το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν αποκλείεται από τον ίδιο παντελώς το ενδεχόμενο να είχε όντως σταλεί η ειδοποίηση από τον Εναγόμενο 1 αν και η Αγωγή κινήθηκε λόγω μη αποστολής της εν λόγω ειδοποίησης. Στην έννοια της κατοχής ή ελέγχου των εγγράφων από τον Ενάγοντα, εμπίπτει και το ενδεχόμενο τα εν λόγω έγγραφα να βρίσκονται ή να βρίσκονταν στην κατοχή του Εναγομένου 1 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους του Ενάγοντα τουλάχιστον κατά τον χρόνο όπου κατ' ισχυρισμό στάληκε η επιστολή ημερ.24.1.07 από τον Εναγόμενο 1 εκ μέρους του Ενάγοντα, τότε πελάτη του. Εις ότι αφορά τα έγγραφα υπό στοιχεία Α1 και 2 της Αίτησης δηλαδή τις επιστολές ημερ. 1.12.08 και 14.11.11 παρατηρώ ότι αυτές έχουν αποκαλυφθεί από μέρους των Εναγομένων 2. Επομένως οι εν λόγω επιστολές βρίσκονται ήδη στην κατοχή τους και δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αιφνιδιασμού τους κατά την δίκη ή να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν την υπόθεση του Ενάγοντα. Οι εν λόγω επιστολές προφανώς θα χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία από τους Εναγόμενους 2 και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις να υποχρεώσει τον Ενάγοντα να αποκαλύψει έγγραφα τα οποία ήδη γνωρίζουν οι Εναγόμενοι 2 εφόσον είναι οι συντάκτες των επιστολών. Ακόμα και αν ο Ενάγοντας επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω επιστολές κατά την δίκη δεν θα προκαλείτο οποιαδήποτε βλάβη στους Εναγόμενους 2 εφόσον έχουν ήδη αποκαλύψει τις εν λόγω επιστολές οι ίδιοι τους και έχουν άμεση γνώση αυτών . Σύμφωνα με την ισχύουσα Νομολογία επί του θέματος της αποκάλυψης, θεωρείται επιβεβλημένο ένας διάδικος να συνεχίζει να βρίσκεται κάτω από την υποχρέωση αποκάλυψης εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση ακόμα και εκεί όπου έχει ήδη προβεί σε ένορκη αποκάλυψη, πόσο μάλλον στην περίπτωση όπου έχουν περιέλθει στη γνώση του αντιδίκου του, μέσω των εγγράφων που τον εφοδίασε αυτός ο διάδικος, κάποια γεγονότα που οδήγησαν τον αντίδικο στην ανάγκη της υποβολής αίτησης για αποκάλυψη, όπως ισχύει στην παρούσα περίπτωση αναφορικά με την αναγκαιότητα αποκάλυψης των εγγράφων αποστολής και παραλαβής της επιστολής ημερ. 24.1.07 την οποία επαναλαμβάνω αποκάλυψε ο Ενάγοντας. Να σημειωθεί τέλος ότι εξέτασα τους λόγους ένστασης περί κακοπιστίας της Αίτησης και δεν έχω διαπιστώσει κακοπιστία από μέρους των Αιτητών αλλά δεν έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν έχει τεθεί επίσης οποιοδήποτε στοιχείο από μέρους του Καθ ου η Αίτηση/Ενάγοντα το οποίο να δικαιολογεί την μη έκδοση του Διατάγματος με ειδική αναφορά στις πρόνοιες τις Δ.28 θ.11, οι οποίες διαφέρουν, σε μικρό βαθμό βέβαια, από αυτές της γενικής αποκάλυψης της Δ.28 θ.1. Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση πρέπει να επιτύχει καθόσον αφορά τις θεραπείες υπό στοιχεία Α 3 και 4, ενώ αποτυγχάνει καθόσον αφορά τις θεραπείες Α1 και 2. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ο Ενάγων-Καθ΄ ου η Αίτηση διατάσσεται να γνωστοποιήσει ενόρκως εντός 30 ημερών από της έκδοσης του παρόντος διατάγματος κατά πόσο είχε ή έχει στην κατοχή, έλεγχο και εξουσία του τα έγγραφα που αναφέρονται στα αιτητικά υπό στοιχεία Α 3 και 4, αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων, καταχωρώντας ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εντός της πιο πάνω προθεσμίας. Δεν βρίσκω κανένα καλό λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, κανόνας ο οποίος ισχύει και σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης. Ενόψει δε της επιτυχίας των Εναγομένων 2-Αιτητών σε μέρος των αιτουμένων θεραπειών, επιδικάζονται έξοδα υπέρ τους και σε βάρος του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το ½ , να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other/Interim/1094-14furtherdisclosure cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.