← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΠΙΜΠΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. CONSTANTINOU BROS MEAT MARKET LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15323/14, 18/11/2015

ΝΙΚΟΣ ΠΙΜΠΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. CONSTANTINOU BROS MEAT MARKET LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15323/14, 18/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A349 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15323/14 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΠΙΜΠΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 7976) Κατήγορος ν.

  1. CONSTANTINOU BROS MEAT MARKET LIMITED
  2. ΜΑΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρυσηίδα Κλεάνθους Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κος. Γαβριηλίδης Κατηγορούμενοι 2 και 3: παρόντες ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν 17 κατηγορίες για την έκδοση ισάριθμων επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1, 4, 7, 10, 13, 16, 19, 22, 25, 28, 31, 34, 37, 40, 43, 46, 49 οι κατηγορούμενοι 1, σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο μεταξύ 1/2/2013 και 29/3/2013 εξέδωσαν, με την υπογραφή του διευθυντή τους Μάριου Κωνσταντίνου - κατηγορούμενου 2, τις δεκαεφτά επίδικες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου εις διαταγή των παραπονούμενων, οι οποίες κατά την παρουσίαση τους προς πληρωμή στην τράπεζα που έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν λόγω παγοποίησης του λογαριασμού ΚΑΠ και οι οποίες για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως τους παρέμειναν και εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν επίσης 17 κατηγορίες έκαστος για την παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση στους κατηγορούμενους 1 κατά τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της έκδοσης επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2, 5, 8, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29, 32, 35, 38, 41, 44, 47 και 50 για τον κατηγορούμενοι 2 και των κατηγοριών 3, 6, 9, 12, 15, 18, 21, 24, 27, 30, 33, 36, 39, 42, 45, 48 και 51 για τον κατηγορούμενο 3, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 σε διάφορες ημερομηνίες την περίοδο μεταξύ 1/02/13 και 29/3/2013 (κατά τις ημερομηνίες δηλαδή που με βάση τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 οι τελευταίοι εξέδωσαν τις επιταγές), υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές των κατηγορουμένων 1, παρείχαν συνδρομή και ή παρακίνησαν τους κατηγορούμενους 1 στην έκδοση των δεκαεφτά επίδικων επιταγών, οι οποίες κατά την παρουσίαση τους προς πληρωμή που έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν λόγω παγοποίησης του λογαριασμού ΚΑΠ και οι οποίες για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως τους παρέμειναν και εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς
(3)μάρτυρες κατηγορίας και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής ενώ δεν παρουσίασαν οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 23 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις τελικές τους θέσεις και εισηγήσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί δεόντως από το Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο έκδοσης της παρούσας απόφασης, δεν κρίνεται όμως σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσιες ενώ όπου είναι απαραίτητο θα γίνονται συγκεκριμένες αναφορές. ΔΟΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Μιχάλης Πίμπος - διευθυντής των παραπονούμενων. Ο ΜΚ1 είναι ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη είναι εταιρεία που ασχολείται με την εκτροφή χοίρων σε χοιροτροφική μονάδα στην Ορούντα ενώ ο ίδιος πέραν από διευθυντής είναι και ο υπεύθυνος πωλήσεων της εταιρείας. Γνωρίζει τόσο τους κατηγορούμενους 1 όσο και τους 2 και 3 εφόσον υπάρχει συνεργασία λόγω του κρεοπωλείου που αυτοί διατηρούν στα Πολεμίδια και συγκεκριμένα πωλούσαν σε αυτούς γουρούνια. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο 3 έπαιρναν τηλέφωνο τον ίδιο προσωπικά και παράγγελλαν την ποσότητα κρέατος που ήθελαν. Για την συνεργασία τους αυτή, διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού. Σύμφωνα με τον ίδιο μετά την τηλεφωνική παραγγελία, τα ζώα που ζητούσαν αποστέλλονταν στο σφαγείο την επόμενη ημέρα και ακολούθως παραδίδονταν στο κρεοπωλείο της κατηγορούμενης
  1. Ο ίδιος απέστελλε μέσω φαξ αντίγραφο του τιμολογίου. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 κάθε τέλος του μήνα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους κατηγορούμενους και μετέβαινε στην Λεμεσό όπου με τους κατηγορούμενους 2 και 3 συμφωνούσαν τον τρόπο πληρωμής, εκδίδονταν επιταγές μεταχρονολογημένες για περίοδο 45 ημερών. Ανέφερε δε ο ΜΚ1 ότι εκδότης ήταν ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος υπέγραφε και τις επιταγές. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 - 17 τις επίδικες επιταγές τις οποίες εξέδιδε ο κατηγορούμενος
  2. Σύμφωνα δε με τον ίδιο οι επιταγές του παραδίδονταν στην παρουσία των κατηγορουμένων 2 και
  3. Έντονη ήταν η θέση του ΜΚ1 σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του κυρίως σε σχέση με την έκδοση των επίδικων επιταγών. Συγκεκριμένα δήλωσε με έμφαση συνεχώς ότι σε όλες τις συναντήσεις του για την έκδοση επιταγών παρόντες ήταν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ενώ παρουσίαζε τον κατηγορούμενο 2 ως τον εκδότη των επιταγών τον οποίο καθόρισε σε άλλο σημείο της εξέτασης του ως το πρόσωπο με το οποίο ανάλογα με το ποσό των τιμολογίων καθόριζε τον αριθμό των επιταγών και κατά πόσο θα εκδιδόταν μια επιταγή για έκαστο τιμολόγιο ή και περισσότερες. Χαρακτηριστικά στο ερώτημα τα τεκμήρια 1 - 17 πόσα τιμολόγια αφορούν απάντησε «Για κάθε τιμολόγιο 1 ή 2 επιταγές με 45 ημέρες πίστωση. Αν το ποσό ήταν μεγάλο τότε 2 επιταγές για κάθε τιμολόγιο. Αυτό ήταν στην ευχέρεια του Μάριου για να μπορούν οι επιταγές να πληρώνονται για αυτό και κάποια επειδή ήταν μεγάλο το ποσό εκδόθηκαν 2 επιταγές». Τις επίδικες επιταγές τις κατέθεσε με βάση τις ημερομηνίες που αυτές ήταν πληρωτέες ενώ κατέθεσε περίπου 3 φορές την κάθε επιταγή. Καμία επιταγή δεν πληρώθηκε. Στην συνέχεια αναφέρθηκε με ιδιαίτερη αναφορά σε κάθε επιταγή ξεχωριστά, και καθόρισε ποιες επεστράφησαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και ποιες με την ένδειξη ΚΑΠ. Συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 1 και 2 επιστράφηκαν με ένδειξη μη διαθέσιμα κεφάλαια ενώ όλες οι υπόλοιπες με την ένδειξη ΚΑΠ. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 με την επιστροφή των πρώτων επιταγών επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους κατηγορούμενους, βεβαίως στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν διευκρίνισε με ποιό πρόσωπο μίλησε και αν αυτός είναι ένας εκ των κατηγορουμένων 2 και 3, οι οποίοι του είπαν ότι θα φρόντιζαν αν διευθετηθεί ο λογαριασμός, πράγμα που δεν έπραξαν, ενώ σε μεταγενέστερη επικοινωνία του είπαν ότι δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις επιταγές. Τελειώνοντας ανέφερε ότι ο λόγος που καταχώρησε την παρούσα υπόθεση είναι για να αποτρέψει τους κατηγορούμενους να δημιουργήσουν το ίδιο πρόβλημα σε άλλους συναδέλφους του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 επέμεινε στην θέση του ότι συναλλασσόταν με τους κατηγορούμενους 2 και 3 και με την 1η η οποία ως είπε είναι εταιρεία. Επανέλαβε ότι οι επιταγές είχαν εκδότη την 1η κατηγορούμενη, υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 ενώ ο ίδιος συναλλασσόταν και με τα 3 πρόσωπα που είναι κατηγορούμενοι. Ο ΜΚ1 καθόρισε τον χρόνο που του δόθηκαν οι επιταγές (Τ. 1 - 17) τον Γενάρη ενώ ανέφερε ότι έλαβε και στο παρελθόν επιταγές στα πλαίσια της συνεργασίας του με τους κατηγορούμενους οι οποίες πληρώθηκαν. Παράλληλα ανέφερε ότι μετά την τηλεφωνική επικοινωνία με τους κατηγορούμενους πίστεψε ότι θα καλύπτονταν οι επιταγές καθότι δεν είχε λόγο να μην το πιστέψει ενώ στο ερώτημα γιατί δεν ανέμενε τότε να ομαλοποιηθεί ο λογαριασμός όπως του είπαν, απάντησε ότι μεσολάβησε το τηλεφώνημα που του δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να πληρώσουν και γι' αυτό τις κατέθεσε. Δεν θυμάται τον χρόνο του τηλεφωνήματος αυτού μπορεί όμως να το καθορίσει ότι έλαβε χώρα περίπου στο μέσο των επιταγών. Στο σημείο αυτό η συμπεριφορά του ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα δεν μου έκανε καλή εντύπωση, αντίθετα οι απαντήσεις του ήταν γενικές και αόριστες, ενώ θυμάται με λεπτομέρεια άλλα γεγονότα δεν θυμάται πότε έλαβε τις επιταγές και πότε είχε επικοινωνία με τους κατηγορούμενους, αναφορά γενική αφού ουδέποτε και σε κανένα σημείο δεν ανέφερε με ποιον εξ' αυτών επικοινώνησε στις 2 ισχυριζόμενες τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε. Η γενική εικόνα που απεκόμισα από την συνολική παρουσία του ΜΚ1 στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με τα όσα ανωτέρω ανέφερα δεν ήταν καλή. Ο ΜΚ1 σε πολλά σημεία της μαρτυρία του μου έδωσε την ξεκάθαρη εικόνα ότι κατέβαλλε προσπάθεια και είχε την ανάγκη να τονίζει συνεχώς την έκδοση των επιταγών στην παρουσία των κατηγορουμένων 2 και 3 γεγονός που μου έδωσε την εντύπωση μιας επιτηδευμένης μαρτυρίας καθοριζόμενης εξ' αρχής να αποδείξει συγκεκριμένα ζητήματα. Ενώ θυμόταν με πολλή λεπτομέρεια τις συνθήκες της συνεργασίας του με τους κατηγορούμενους, τα τηλεφωνήματα και τι ακριβώς διαμείφθηκε σε αυτά δεν μπορούσε να καθορίσει ούτε τον χρόνο που αυτά έγιναν αλλά άγνωστη παρέμεινε και η συγκεκριμένη ημερομηνία έκδοσης των επιταγών που καθορίστηκε απλά ότι ήταν «τον Γενάρη». Κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στην ολότητα της ως αξιόπιστη και καταλήγω ότι ο ΜΚ1 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας σε ουσιαστικά για την υπόθεση σημεία, όπως την έκδοση των επιταγών, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν και την συμμετοχή αμφότερων των κατηγορουμένων 2 και 3 σε αυτά. Μέσα από την μαρτυρία του όμως προέκυψαν και μη αμφισβητούμενα γεγονότα και σημεία, τα οποία μπορεί να μην αποτελούν ουσιώδη ζητήματα αλλά γίνονται αποδεκτά, όπως η ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ της παραπονούμενης εταιρείας με την κατηγορούμενη 1, την διατήρηση κατάστασης λογαριασμού και την αποπληρωμή με επιταγές μεταχρονολογημένες. Πέραν δηλαδή του πλαισίου συνεργασίας τους, η μαρτυρία του ΜΚ1 στα ουσιώδη θέματα που άπτονται των συστατικών στοιχείων ιδιαίτερα σε σχέση με την εμπλοκή των κατηγορουμένων 2 και 3 ήταν ασαφής και αόριστη ως εκ τούτου απορρίπτεται στο μέρος τούτο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και άλλο μέρος της να το απορρίψει (βλ. Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). ΜΚ2 Ελένη Καλογέρη - Διευθύντρια παραπονούμενων Η ΜΚ2 είναι μια εκ των διευθυντών των παραπονούμενων με καθήκοντα στο λογιστήριο της εταιρείας. Αναφέρθηκε στις εργασίες της παραπονούμενης στην εκτροφή χοίρων και περαιτέρω στην συνεργασία της με τους κατηγορούμενους 1, 2 και
  1. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι γνωρίζει τους κατηγορούμενους 2 και 3 με τους οποίους συνεργάζονταν και οι οποίοι είναι οι διευθυντές της κατηγορούμενης 1 για την οποία έκανε και έλεγχο στον έφορο εταιρειών, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 18 τα σχετικά έντυπα. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους με τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 οι οποίοι διατηρούν κρεοπωλείο στα Πολεμίδια τους πουλούσαν χοίρους και η ίδια από το λογιστήριο μιλούσε μαζί τους κάθε φορά που παραλάμβαναν ζώα για να ελέγξει αν τα παρέλαβαν και αν το εμπόρευμα ήταν εντάξει. Σύμφωνα με την ΜΚ2, η ίδια απέστελλε ακολούθως με φάξ το τιμολόγιο, το οποίο αν δεν παραλάμβαναν της τηλεφωνούσαν να το ξαναστείλει. Επίσης απέστελλε και την κατάσταση λογαριασμού με το υπόλοιπο για να το γνωρίζουν. Τονίζω στο σημείο αυτό την αντίφαση της μαρτυρίας σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 ο οποίος καθόρισε τον εαυτό του ως το πρόσωπο που απέστελλε με φαξ τα τιμολόγια στους κατηγορουμένους. Οι παραπονούμενοι σύμφωνα με την ΜΚ2 πωλούσαν επί πιστώσει ζώα στους κατηγορούμενους και διατηρείτο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης με χρεώσεις και πιστώσεις και εξέδιδαν και κατάσταση λογαριασμού την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Ο δικός της ρόλος τελείωνε εδώ καθότι όλα τα έγγραφα που αυτή έστελνε με φαξ τα έδιδε στον άλλο διευθυντή, τον ΜΚ1, ο οποίος πήγαινε στην Λεμεσό για να πληρωθεί. Σύμφωνα με την ΜΚ2 και με βάση το Τ.19 που εκτυπώθηκε στις 30/9/2013, το υπόλοιπο που παρουσιάζεται ανέρχεται στο ποσό των €60.538.47σ. ενώ με βάση το Τ. 20 που κατέθεσε, πρόσφατη κατάσταση λογαριασμού μέχρι την 6/10/2015 το υπόλοιπο παρέμεινε το ίδιο. Αναφέρθηκε και η ΜΚ2 στην συμφωνία συνεργασίας με τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 και συγκεκριμένα ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 τηλεφωνούσαν στον ΜΚ1, παράγγελναν αριθμό ζώων, τα οποία οι ίδιοι ως εταιρεία τα έστελναν στο σφαγείο και ακολούθως στο κρεοπωλείο στα Πολεμίδια. Τους τηλεφωνούσε να επιβεβαιώσει ότι τα παραλάμβαναν και ακολούθως έστελνε με φαξ το τιμολόγιο. Ακολούθως παρέδιδε τον ΜΚ1 τα πρωτότυπα τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού, ο οποίος πήγαινε στην Λεμεσό για να παραλάβει τις επιταγές που εξέδιδαν οι κατηγορούμενοι 2 και
  3. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 σύνολο τιμολογίων τα οποία εξέδωσε η ίδια και τα οποία φαίνονται και στα τεκμήρια 19 και
  4. Αναγνώρισε περαιτέρω τα Τεκμήρια 1 - 17 ως τις επιταγές που τις έφερε ο ΜΚ1 όταν μετέβηκε για να πληρωθεί από τους κατηγορούμενους 2 και
  5. Σύμφωνα με την ΜΚ2 οι επίδικες επιταγές δόθηκαν για εξόφληση των τιμολογίων Τεκμ.
  6. Όλες οι επιταγές παραδόθηκαν στην ίδια από τον ΜΚ1, τις έλεγχε αν ήταν ορθές και τις κατέθετε. Σύμφωνα με την ΜΚ2 οι επιταγές δόθηκαν όλες μαζί περίπου στα μέσα Ιανουαρίου. Ξεκίνησε να καταθέτει τις επιταγές, τις πρώτες 3 τις κατέθεσε αρκετές φορές και έχουν πολλές σφραγίδες ενώ οι υπόλοιπες κατατέθηκαν από μια φορά έκαστη, όλες δε οι επιταγές επεστράφησαν απλήρωτες γιατί σύμφωνα με την ίδια ο λογαριασμός δεν είχε λεφτά μέσα για να πληρωθούν. Πριν καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση η ΜΚ2 αναφέρθηκε σε επικοινωνία με τους κατηγορούμενους όπου προσπάθησαν να εξεύρουν κάποια λύση να δίδονται λεφτά, εβδομαδιαία για να πληρώνονται οι επιταγές που επιστρέφονταν απλήρωτες. Μάλιστα σύμφωνα με την ΜΚ2 συμφώνησαν να καταβάλλεται το ποσό των €500= κάθε εβδομάδα και προς τούτο μιλούσε συχνά και με τους κατηγορούμενους 2 και
  7. Την ίδια στιγμή ανέφερε ότι κάποιες φορές γίνονταν αυτές οι πληρωμές και κάποιες άλλες όχι. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι γύρω στις 5 - 6 φορές κατέθεσαν τα 500€ και μετά σταμάτησαν. Στο σημείο αυτό τα όσα ανέφερε η ΜΚ2 για συμφωνία με τους κατηγορούμενους και πληρωμές είναι γεγονότα εις τα οποία καμία αναφορά δεν έγινε από τον ΜΚ1, ο οποίος μάλιστα παρουσιάστηκε και ως το πρόσωπο που είχε την ευθύνη να εισπράττει εκ μέρους της παραπονούμενης. Επίσης η θέση αυτή της ΜΚ2 είναι γενική και αόριστη καθότι από την μια αναφέρει ότι γύρω στις 5 - 6 φορές δόθηκαν για τις επιταγές αυτές 500€, δηλαδή ενδεχομένως να δόθηκαν περί τα €2.500= - €3.000= ενώ ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κανένα ποσό δεν δόθηκε για τις επιταγές αυτές οι οποίες παραμένουν μέχρι και σήμερα στο σύνολο τους απλήρωτες. Μέσα από το Τεκμήριο 19 όμως το οποίο η ίδια η ΜΚ2 κατέθεσε και συνέταξε φαίνεται να έγιναν 7 πληρωμές των €500= έκαστη για το διάστημα του Ιουλίου και Αυγούστου του
  8. Βεβαίως σημειώνω στο σημείο αυτό, σε συνδυασμό πάντοτε με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ότι, ενδεχομένως να μην έχει σημασία καθότι δεν αμφισβητήθηκε το υπόλοιπο ούτε και αποτελεί υπεράσπιση η ενδεχόμενη πληρωμή έστω μέρους των επιταγών για το υπό εξέταση αδίκημα, πλην εάν η πληρωμή αυτή έγινε εντός 15 ημερών από την παρουσίαση μιας επιταγής, όμως οι αντιφάσεις αυτές δύναται και πρέπει να ληφθούν υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας της ΜΚ2 στην μαρτυρία της γενικότερα. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 ανέφερε ότι εκδότης της επιταγής είναι η εταιρεία - κατηγορούμενη 1 και αυτοί συναλλάσσονταν με τους κατηγορούμενους 2 και
  9. Η ίδια δεν είδε κανένα από τους κατηγορούμενους να υπογράφει τις επιταγές. Ανέφερε ότι υπήρχε ένας λογαριασμός στον οποίο γίνονταν χρεώσεις και πιστώσεις και για τον οποίο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 τις έδιδαν επιταγές άλλες φορές για το ακριβές ποσό του τιμολογίου και άλλες όχι ακριβώς για το ποσό αυτό. Συμφώνησε ότι κανένα από τα τιμολόγια του Τ. 21 δεν φέρει υπογραφή παραλήπτη και δεν είχε μαζί της οποιαδήποτε απόδειξη ότι τα έστειλε με το φαξ ενώ στην υποβολή ότι το τ.21 είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα για να συνάδει με το ποσό των επιταγών απάντησε ότι για να εκδοθούν οι επιταγές σημαίνει ότι αποδέχτηκαν τα τιμολόγια και το ποσό εις το οποίο αντιστοιχούσαν ενώ παράλληλα καθόρισε το ποσό των τιμολογίων περίπου στις €60.538,47σ όπως είναι περίπου και το σύνολο των επιταγών Τεκμήρια 1 -
  10. Αντεξεταζόμενη για την ημερομηνία έκδοσης των επιταγών επέμεινε ότι τις παρέλαβε από τον ΜΚ1 μέσα στον Ιανουάριο του 2013 ενώ όταν της υποδείχθηκε ότι αυτό είναι αδύνατο καθότι στο Τεκμ. 21 περιλαμβάνονται τιμολόγια του Φεβρουαρίου και ημερομηνιών περί τα τέλη Ιανουαρίου, απάντησε «Εντάξει, έχουν περάσει ξέρω εγώ 2 χρόνια
  11. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη. Για αυτό είπα νομίζω πρέπει να ήταν μέσα στον Ιανουάριο γιατί οι επιταγές είναι του Φεβρουαρίου». Στο σημείο αυτό τονίζω ότι η ΜΚ2 έδειξε όχι μόνο να αγνοεί την ημερομηνία έκδοσης αλλά και παραλαβής από την ίδια των επιταγών αλλά μέσα από την απάντηση της και την στάση της κρίνω ότι η ημερομηνία που έδωσε είναι ένα συμπέρασμα εις το οποίο προέβηκε απλά και μόνο λόγω του ότι οι επιταγές έφεραν ημερομηνίες του Φεβρουαρίου, συμπέρασμα εις το οποίο προέβηκε αυθαίρετα και μόνο λόγω των ημερομηνιών επί των επιταγών και όχι επειδή θυμόταν με βεβαιότητα γεγονότα. Βεβαίως με βάση την κοινή θέση ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, σαφώς προκύπτει ότι αυτές εκδόθηκαν πριν την 1/2/2013, αλλά είναι αδύνατο τότε να υπάρχει ταύτιση τους με τα τιμολόγια Τεκμ.21 ως επέμεινε η ΜΚ2 και εδώ ακριβώς έγκειται η αντίφαση στην θέση της. Η θέση της αυτή ως διαφαίνεται και μέσα από τις απαντήσεις της, δημιουργεί στο Δικαστήριο την εικόνα ότι η ΜΚ2 δεν απαντά ειλικρινά και με γνώση των γεγονότων που απλά λόγω πέρας μεγάλου χρονικού διαστήματος έχουν ενδεχομένως ξεχαστεί αλλά μεθοδευμένα και με σκοπό να καθορίσει χρόνο έκδοσης τον οποίο συμπέρανε μελετώντας τις ημερομηνίες των επιταγών Τεκμήρια 1 - 17 χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι με βάση αυτό το συμπέρασμα θα ήτο αδύνατο οι επιταγές αυτές να εκδόθηκαν για εξόφληση των τιμολογίων Τεκμ.
  12. Φυσικά ως θα αναλύσω και κάτωθι ο ακριβής χρόνος έκδοσης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 αλλά σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3 για τους οποίους θα πρέπει να εξεταστεί η ένοχη διάνοια κατά τον χρόνο έκδοσης, όμως οι αντιφάσεις της ΜΚ2 σε αυτό το σημείο πλήττουν την αξιοπιστία της γενικότερα. Η πιο πάνω κατάληξη μου στηρίζεται και στην απάντηση που έδωσε σε άλλη ερώτηση όταν της υποδείχθηκαν οι ημερομηνίες των τιμολογίων, ότι «Έχω να πω ότι μπορεί να ήταν και έτσι. Μπορεί να ήταν και μέσα στον Φεβρουάριο και να ήταν και πιο κοντά στην ημερομηνία που μπήκαν στο ΚΑΠ η εταιρεία του κύριου Μάριο και του κυρίου Πανίκου». Περαιτέρω η ΜΚ2 δήλωσε ότι ανέμενε και αναμένει από τους κατηγορούμενους 2 και 3, να πληρώσουν τις επιταγές, οι οποίοι είναι οι μέτοχοι και οι διευθυντές της εταιρείας ενώ στην υποβολή ότι υπεύθυνη να αποπληρώσει είναι η κατηγορούμενη 1, η ΜΚ2 απάντησε «Δεν ξέρω τι να πω. Εγώ τα προϊόντα τα έστελνα στον κύριο Μάριο και στον κύριο Πανίκο». Με βάση τα πιο πάνω και με ιδιαίτερη αναφορά στα σημεία που παρέπεμψα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία της ΜΚ2 στην ολότητα της ως αξιόπιστη και αληθή. Βεβαίως μέσα από την μαρτυρία της προέκυψαν γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, όπως η ύπαρξη κάποιας συνεργασίας με τους κατηγορούμενους, η ύπαρξη υπολοίπου και η παραλαβή επιταγών. Όσον αφορά όμως τις λεπτομέρειες των συνθηκών παραλαβής και την ανάμειξη των κατηγορουμένων 2 και 3 είναι ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα και δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία της για να προβώ σε ασφαλή συμπεράσματα. Μέσα από τα όσα ανέφερε προκύπτει ότι ενδεχομένως οι επιταγές να της δόθηκαν Ιανουάριο δεν αποκλείει όμως να της είχαν δοθεί και Φεβρουάριο ενώ ταυτόχρονα επιμένει ότι ήταν μεταχρονολογημένες και ότι αυτές ταυτίζονταν με τα τιμολόγια που κατέθεσε. Οι θέσεις αυτές είναι μεταξύ τους πρόδηλα αντιφατικές και συγκρουόμενες και δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική. Συνεπώς η μαρτυρία της πλην των μη αμφισβητούμενων γεγονότων απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και μη ασφαλής προς εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων. ΜΚ3 Φίλιππος Κλεάνθους, Διευθυντής υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου O ΜΚ3 άφησε θετική εντύπωση και εικόνα στο Δικαστήριο και κρίνω την μαρτυρία του αξιόπιστη. Ο ΜΚ3 είναι διευθυντής παραρτήματος της Τράπεζας Κύπρου στα Πολεμίδια, με καθήκοντα τα οποία ανέλαβε την 24/2/
  13. Τους κατηγορούμενους τους γνωρίζει σαν πελάτες της τράπεζας οι οποίοι διατηρούσαν τρεχούμενο λογαριασμό με όριο €53.000= για τον οποίο και διέθεταν και βιβλιάριο επιταγών. Δικαίωμα υπογραφής του λογαριασμού αλλά και δικαίωμα χρήσης είχαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ξεχωριστά. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο δείγματα υπογραφής των κατηγορουμένων 2 και 3 από το σύστημα της τράπεζας. Δεν γνώριζε αν οι κατηγορούμενοι εκτός από τον τρεχούμενο διατηρούσαν και οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό καθότι οι φάκελοι των συγκεκριμένων πελατών δεν είναι πλέον στο υποκατάστημα τους αλλά σε άλλη υπηρεσία της τράπεζας. Παρατηρώντας τα τεκμήρια 1 - 17 ο ΜΚ3 τα αναγνώρισε ως επιταγές εκδομένες από τον τρεχούμενο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και σύμφωνα με το δείγμα που κατέθεσε, όλες υπογράφηκαν από τον Μάριο Κωνσταντίνου. Ακολούθησε ανάλυση για τις 17 επιταγές με αναφορά στο πότε αυτές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή ενώ συνεχίζει και λέει ότι αυτές δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκούς υπόλοιπου στις πρώτες παρουσιάσεις και μετά τις 27/2 γιατί ο λογαριασμός εντάχθηκε στο ΚΑΠ. Ο ΜΚ3 κατέθεσε κατάσταση του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού που αφορά την περίοδο από 01/02/2013 - 30/04/2013 ενώ απάντησε ότι σε περίπτωση που παρουσιάζεται μια επιταγή εάν δεν υπάρχουν υπόλοιπα σφραγίζεται με την σχετική ένδειξη, πέραν τούτου όμως στις πλείστες περιπτώσεις επικοινωνούν με τους πελάτες για να δουν αν υπάρχει ενδεχόμενο κάλυψης. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμών ανέφερε ότι πάντα αποστέλλονται και ανέφερε και την διεύθυνση που στην περίπτωση των κατηγορουμένων αποστέλλονταν. Σε σχέση με την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει καθότι μόλις στις 3 Μαρτίου ανέλαβε την διεύθυνση του παραρτήματος και ο λογαριασμός ήταν ήδη στο ΚΑΠ όμως από την κατάσταση που έχει, μπορεί να πει ότι ο λογαριασμός ήταν ενεργός, γίνονταν καταθέσεις κατά τον προηγούμενο μήνα και παρουσιάζονταν και επιταγές για πληρωμή. Στο ερώτημα κατά πόσο με βάση την κατάσταση λογαριασμού οι επιταγές μπορούσαν αν τιμηθούν, ο ΜΚ3 απάντησε «Ήταν μαζική η παρουσίαση των επιταγών και παρά το ότι γίνονταν καταθέσεις δεν μπορούσαν να καλυφθούν οι επιταγές εξ' ού και μπήκαν στο ΚΑΠ». Σύμφωνα με τον ΜΚ3 η τελευταία κατάθεση μετρητών στον λογαριασμό ήταν στις 25/2/2013 ενώ καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 27/2/
  14. Στο ερώτημα εάν κάποια από τις επιταγές επηρέασε να ενταχθεί ο λογαριασμός στο ΚΑΠ ο ΜΚ3 απάντησε «Η προσωπική μου άποψη είναι πως ναι. Οι καταθέσεις που γίνονταν δεν μπορούσαν να καλύψουν τις επιταγές που παρουσιάζονταν μαζικά και οι επιταγές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι επιταγές οι επίδικες να συνέβαλαν στο να μπει στο ΚΑΠ ο λογαριασμός». Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 διευκρίνισε σε σχέση με το υπόλοιπο στις 28/2/2013 που ήταν 78.000€ ενώ στις 30/04/2013 €58.000= ότι στις 28/2 παρουσιάστηκαν για πληρωμή επιταγές και αυξήθηκε το υπόλοιπο ενώ μετά που επεστράφησαν απλήρωτες αφαιρέθηκε γι' αυτό μειώθηκε στις €58.000=. Σύμφωνα με τον ΜΚ3 ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός ανοίχθηκε στις 18/03/1996 και έκλεισε στις 24/01/2014 και συμφώνησε ότι επί 17 χρόνια λειτουργούσε κανονικά. Ο ΜΚ3 απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό και τις επίδικες επιταγές. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται η αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού δεν φάνηκε να αμφισβητείται από την Υπεράσπιση με βάση την τελική της αγόρευση και εισήγηση. Από την μαρτυρία του δε προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, θετική μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης του, αφήνοντας ουσιαστικά την μαρτυρία αυτή αναντίλεκτη. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση εις την οποία προέβηκα ανωτέρω, την αποδεκτή μαρτυρία και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ισχυρισμούς καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Η παραπονούμενη εταιρεία, η οποία διατηρεί εκτροφείο χοίρων, είχε συνεργασία με την 1η κατηγορούμενη, η οποία διατηρεί κρεοπωλείο στην Λεμεσό και εις την οποία παρέδιδε ποσότητες ζώων μετά από παραγγελίες. - Για την συνεργασία τους αυτή διατηρείτο κατάσταση λογαριασμού και διδόταν πίστωση με την λήψη μεταχρονολογημένων επιταγών. - Σε άγνωστο επακριβώς χρόνο, προγενέστερα της 1ης Φεβρουαρίου 2013, δόθηκαν οι επίδικες επιταγές, οι οποίες είχαν σαν εκδότη την 1η κατηγορούμενη και υπογράφηκαν από τον 2ο κατηγορούμενο, ο οποίος δικαιούτο να υπογράφει στην παραπονούμενη κάτω από άγνωστες ακριβώς συνθήκες. - Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες. - Όλες οι επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκαν και δεν έχουν πληρωθεί λόγω ανεπαρκών υπολοίπων καθώς επίσης και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι ο λογαριασμός των κατηγορούμενων παγοποιήθηκε ΚΑΠ. - Ο λογαριασμός των κατηγορούμενων 1 παγοποιήθηκε και μπήκε στο ΚΑΠ (Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών) στις 27/02/2013 λόγω επιστροφής απλήρωτων και μη τιμημένων επιταγών. - Οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί εντός 15 ημερών μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Ως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου για την έκδοση των επιταγών, την παρουσίαση τους στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και την μη πληρωμή τους για περίοδο 15 ημερών έχουν αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, όλες οι κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων 1 δηλαδή οι κατηγορίες 1, 4, 7, 10, 13, 16, 19, 22, 25, 28, 31, 34, 37, 40, 43, 46 και
  1. Στο σημείο αυτό σημειώνω βεβαίως ότι επί των λεπτομερειών των αδικημάτων όλων των πιο πάνω κατηγοριών, ως ημερομηνία έκδοσης των επιταγών, αναφέρονται οι ημερομηνίες που οι επιταγές ήταν πληρωτέες. Με βάση όμως την αποδεκτή μαρτυρία και τα συνεπακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες συνεπώς αυτές δεν εκδόθηκαν τις ημερομηνίες που έφεραν αλλά σε προγενέστερο χρόνο. Ο χρόνος έκδοσης όμως των επίδικων επιταγών δεν θεωρείται ουσιώδες και συστατικό στοιχείο των αδικημάτων ως εκ τούτου δεν κρίνω ότι αυτό το κενό είναι ικανό να οδηγήσει σε αντίθετο αποτέλεσμα και κατάληξη, έχοντας επίσης ως δεδομένο ότι και μέσα από την αντεξέταση όλων των μαρτύρων κατηγορίας δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση η έκδοση των επιταγών από την κατηγορούμενη 1, αντίθετα μάλιστα σε πολλά σημεία αποτέλεσε η έκδοση των επιταγών από την 1η κατηγορούμενη θέση και υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης με σκοπό να αμφισβητήσει την συμμετοχή των κατηγορουμένων 2 και
  2. Αναφορικά τώρα με το ζήτημα του χρόνου έκδοσης των επιταγών στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 182/2014, (XENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, ημερ.23/10/2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον εφεσείοντα χωρίς τροποποίηση των λεπτομερειών εφόσον ο χρόνος υπογραφής τους δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση που έκδωσε το παρόν Εφετείο στην Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 253/14 ημερ. 15.10.15, όπου αναλύεται η σχετική επί του θέματος νομολογία. Ως εκ περισσού λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στη διαφοροποίηση των λεπτομερειών, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει μπορούσε να πράξει εφόσον σύμφωνα με την Κυριάκου (ανωτέρω) δεν αφορούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και υπό τα περιστατικά της υπόθεσης συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Ερχόμενη τώρα στους κατηγορούμενους 2 και 3. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 διώκονται όπως αναφέρεται αρχικά στην απόφαση με βάση τα άρθρα 305Α
(1)και 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Το άρθρο 20 (γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
  2. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: ................. (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. " Η απόφαση στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αποτελεί σημαντική νομολογία από την οποία προκύπτουν οι βασικές αρχές αναφορικά με την ευθύνη των διευθυντών εταιρείας η οποία εκδίδει επιταγές. Στην απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Περαιτέρω μέσα από την πλούσια νομολογία επί του θέματος προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή.» Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κατ' αρχήν αναφέρεται ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν μόνο από τον κατηγορούμενο 2 και όχι από τον κατηγορούμενο
  1. Περαιτέρω και μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχουν διαφανεί οι συνθήκες έκδοσης των επιταγών, από ποιο πρόσωπο αυτές παραδόθηκαν και ουδεμία μαρτυρία αξιόπιστη και αποδεκτή υπάρχει αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 και συγκεκριμένα τα γεγονότα τα οποία να συνιστούν την απαραίτητη συνδρομή του ιδίου του κατηγορούμενου 3 προς την 1η κατηγορούμενη. Ειδικότερα το μόνο που προκύπτει από την αποδεχτή μαρτυρία σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3 είναι ότι αυτός είναι ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης
  2. Αυτό όμως δεν αρκεί για να κριθεί η ενοχή του σύμφωνα με τα ανωτέρω. Διαπιστώνεται ότι ουδέν στοιχείο καταρχήν υπάρχει για να στοιχειοθετείται η οποιαδήποτε ένοχη πράξη, actus reus, απο πλευράς κατηγορούμενου 3 ή η συμμετοχή του με οιοδήποτε άλλο τρόπο στην έκδοση των επιταγών, συνεπακόλουθα παρέλκει και η εξέταση της ένοχης διανοίας, mens rea. Αναφορικά τώρα με τον κατηγορούμενο 2 είναι προφανές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την αποδεκτή μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 παρείχε δια της υπογραφής του βοήθεια στην κατηγορούμενη 1 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Με βάση το αναντίλεκτο αυτό γεγονός που αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου αποδεικνύεται η ένοχη πράξη του κατηγορούμενου 2, ητοι το actus reus. Ως εκ τούτου αυτό που απομένει να εξεταστεί προκειμένου να αποφασιστεί η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου 2 είναι κατά πόσο συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea). Στο σημείο αυτό δε αναφέρω ότι για την εξέταση του θέματος θεωρείται σκόπιμη η εξέταση του χρόνου έκδοσης σε συσχετισμό πάντοτε με την ένοχη, κατά εκείνη την περίοδο, σκέψη του κατηγορούμενου
  3. Ο ακριβής χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές παραδόθηκαν στην παραπονούμενη, μέσα από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δεν διαφάνηκε καθότι το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω δεν αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς περί έκδοσης τους τον Ιανουάριο του 2013 σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό περί ταύτισης των επίδικων επιταγών με τα συγκεκριμένα τιμολόγια, Τεκμ.
  4. Έχοντας ως δεδομένο ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν ημερομηνίες από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι και την 29η Μαρτίου του 2013 και με βάση το εύρημα ότι αυτές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες δύναται να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι αυτές εκδόθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του Φεβρουαρίου, συνεπώς ο ουσιώδης χρόνος μελέτης του επίδικου λογαριασμού είναι αυτός. Μέσα από την ακροαματική διαδικασία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 23 από τον ΜΚ3 κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Η κατάσταση αυτή αφορά τις περιόδους από 01/02/2013 μέχρι 30/04/
  5. Μέσα σε αυτό δε το χρονικό διάστημα ενώ ο λογαριασμός φαίνεται να είχε ως όριο ποσό ύψους €53.000,00= η κίνηση του σε αυτή την περίοδο κυμαίνεται συνεχώς με χαμηλότερο χρεωστικό υπόλοιπο από €52.888.40σ μέχρι υψηλότερο €81,116.72σ με διάφορες διακυμάνσεις ανά περιόδους. Πέραν της μαρτυρίας τούτης ουδεμία μαρτυρία όμως δόθηκε για την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού κατά την προγενέστερη περίοδο της 1ης Φεβρουαρίου
  6. Με γνώμονα το αναντίλεκτο γεγονός της έκδοσης των επιταγών ως μεταχρονολογημένων και με δεδομένο ότι η 1η επιταγή χρονικά έφερε ημερομηνία 1/2/2013, τεκμαίρεται αβίαστα ότι όλες οι επιταγές εκδόθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή. Και εδώ προκύπτει το εξής ερώτημα. Πώς το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα για την ένοχη διανοία του κατηγορούμενου 2 κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών όταν ουδεμία μαρτυρία ενώπιον του υπάρχει για την κατάσταση του λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης εκείνη την περίοδο. Χωρίς καμία εικόνα του κατά πόσο ο λογαριασμός αυτός κατά τον χρόνο πριν τις ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών ήταν χρεωστικός ή πιστωτικός ή γενικά τι εικόνα παρουσίαζε, ελλείπει παντελώς το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσα να βασίσω με ασφάλεια το οποιοδήποτε συμπέρασμα μου περί ένοχης σκέψης του κατηγορούμενου 2 κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών. Ακόμα όμως και αν δεχόμουνα την θέση των ΜΚ 1 και 2 περί έκδοσης και παράδοσης των επιταγών περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2013 ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε σε σχέση με τον λογαριασμό εκείνη την περίοδο για να μπορέσουν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 εκδίδοντας τις επιταγές σε συσχετισμό με την κατάσταση του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 πίστευε ή όχι ότι αυτές θα τιμούνταν. Αυτό βέβαια ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι ΜΚ 1 και 2 ανέφεραν ότι λάμβαναν επιταγές από την κατηγορούμενη 1 και στο παρελθόν και οι οποίες τιμήθηκαν χωρίς πρόβλημα. Ακόμα και ο ΜΚ3 που παρουσίασε το Τεκμ. 23, ενώ ερωτήθηκε για την γενικότερη εικόνα του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1, δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση λέγοντας ότι δεν γνωρίζει καθότι όταν ανέλαβε αυτός ο λογαριασμός ήταν ήδη στο ΚΑΠ. Συνεχίζοντας πρέπει να αναφέρω ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ3 ο λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης παγοποιήθηκε και τα στοιχεία της καταχωρήθηκαν στο ΚΑΠ την 27/2/2013, ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης των επιταγών. Συνεπώς την στιγμή που ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε και παρέδωσε, ενδεχομένως ο ίδιος, τις επίδικες επιταγές, ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 δεν ήταν στο ΚΑΠ και δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για την κατάσταση του λογαριασμού αυτού. Συνεπώς και με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να αναλύσω και ειδικότερα την παντελή απουσία μαρτυρίας για την κατάσταση του λογαριασμού κατά τον χρόνο έκδοσης αυτών, στοιχεία απαραίτητα για να εξαχθεί συμπέρασμα περί γνώσης και πρόθεσης ενός κατηγορούμενου κατά τον χρόνο της συνέργειας είναι αδύνατο να κρίνω, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι πληρείται το συστατικό στοιχείο της ένοχης σκέψης. Επιπλέον έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες εάν όντως ο κατηγορούμενος γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση ή ένοχη πρόθεση ότα εξέδιδε τις επίδικες επιταγές. Η κατάσταση λογαριασμού των μηνών Φεβρουαρίου μέχρι και Απριλίου του 2013 που παρουσιάστηκε έστω και αν παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο και όχι πιστωτικό, σε συνδυασμό με την μαρτυρία του ΜΚ3 περί μαζικής κατάθεσης επιταγών δεν μπορεί να με οδηγήσει σε ασφαλή συμπέρασμα για την εικόνα του λογαριασμού αυτού σε προγενέστερη ημερομηνία. Η οιαδήποτε κατάληξη μου περί του αντιθέτου θα βασιζόταν σε υποθέσεις και αυθαίρετα συμπεράσματα που δεν επιτρέπονται και δεν μπορούν να βασισθούν σε οποιοδήποτε ανάλογο εύρημα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες εναντίον της κατηγορούμενης 1, και συνεπώς το Δικαστήριο την κρίνει ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με τους κατηγορούμενους 2 και 3 αφού με βάση τα όσα προανέφερα θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες εναντίον τους και συνεπώς οι κατηγορούμενοι 2 και 3 απαλλάσσονται και αθωώνονται εις όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Σε ότι αφορά το θέμα των εξόδων αυτά επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον της κατηγορουμένης 1, ως αυτά θα υπολογισθούν απο τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 3 ενόψει του ότι η υπεράσπιση τους ήταν κοινή με την κατηγορούμενη 1 δεν εκδίδεται καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ................ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.