ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ Κ. THEOPHILOU CONSTRUCTION LIMITED ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ: ΑΝΤΩΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Γενικής Αίτησης: 783/14, 26/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 783/14 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 4 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ Κ. THEOPHILOU CONSTRUCTION LIMITED, εξ Ύψωνα Λεμεσού. ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ: ΑΝΤΩΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, εκ Λεμεσού ΚΑΘ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου, 2015 Για Αιτητές: κος Γ. Δανός. Για Καθ' ου η Αίτηση: κος. Π. Παυλίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (στο εξής η αίτηση) οι Αιτητές αιτούνται άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 6.10.
- Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 21 και 22 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη Δ.47 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, Δ.47 και Δ.48, στην πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως προς τα γεγονότα τα οποία αφορούν την Αίτηση, ορκίζεται ο Κυριάκος Θεοφίλου Κυριάκου από τη Λεμεσό, Διευθυντής των Αιτητών, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα στην ένορκο δήλωση του: Κατά ή περί την 6.10.14 σε διαιτησία η οποία έγινε στην Λεμεσό εκδόθηκε απόφαση εναντίον του καθ ου η αίτηση για το ποσό των €14.273,05σ πλέον Φ.Π.Α ύψους €2.266,58σ πλέον τόκοι προς 4,25% ετησίως από 20.10.14 μέχρι εξόφλησης, πλέον την αναλογία των εξόδων Διαιτησίας εκ €1.580,88σ, σύμφωνα με την Διαιτητική απόφαση την οποία επισύναψε ως Τεκμήριο Α. Ως αναφέρει ο ομνύον ο Διαιτητής διορίστηκε από αμφότερους τους διαδίκους σύμφωνα με το περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
- Αντίγραφα της Απόφασης Τεκμήριο Α επιδόθηκε προσωπικά και ιδιοχείρως από την Διαιτητή στον καθ ου η αίτηση την 21.11.14 σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της ιδίας η οποία επισυνάπτεται στην Αίτηση. Στην Αίτηση επίσης επισυνάπτεται ένορκη δήλωση της Γιούλας Μιχαηλίδου η οποία ορκίζεται ότι επέδωσε προσωπικά την 21.11.14 η ίδια της δια χειρός στους διαδίκους την Απόφαση της ημερ. 6.10.
- Ο καθ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση, η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Διαιτησίας Νόμο άρθρα 1-11 και 14, στη Δ.48, Δ.49, Δ.55, Δ.57 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: (α) Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. (β) Η διαιτητής λανθασμένα και κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης εξέδωσε την απόφαση χωρίς να ληφθούν υπόψη ουσιαστικά σημεία και τεκμήρια και αντιβαίνει στην οδηγία 17 της διαιτητού. (γ) Η Αίτηση στηρίζεται σε ανεπαρκές υπόβαθρο και η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση περιέχει αναλήθειες και/ή παραπλανητικούς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο εφόσον η διαιτητής δεν έλαβε υπόψη της όλα τα απαραίτητα έγγραφα κατά την έκδοση της απόφασης. (δ) Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική και προσβάλει τα δικαιώματα του καθ ου η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης του εντός ευλόγου χρόνου. (ε) Η πιθανή έκδοση του Διατάγματος θα προκαλέσει μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά στον καθ ου η αίτηση και στην ορθή απονομή και/ή το κύρος της δικαιοσύνης. (ζ) Η εκδοθείσα απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς δικαιολογίας. Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση όπου αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 6.10.14 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον του κατά το 33,08%, εναντίον του Αιτητή κατά το 20,64% και το εναπομείναν 46,28% έχει επιμεριστεί κατ' αναλογία της επιτυχίας. Παρά το γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε στις 6.10.14 η απόφαση επεδόθη στην ίδιο στις 21.11.14 λόγω καθυστέρησης της πληρωμής της απόφασης από τον Αιτητή. Ο καθ ου η αίτηση επισύναψε στην ένορκο δήλωση του ως Τεκμήριο Γ επιστολές του δικηγόρου του προς την διαιτητή όπου ζητούσε να παραλάβει αντίγραφο της απόφασης για να μπορέσει να προχωρήσει με έφεση και επισύναψε επίσης ως Τεκμήριο Δ τις επιστολές της διαιτητού προς απάντηση των επιστολών του δικηγόρου του. Σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω καθυστέρησης του Αιτητή να πληρώσει την απόφαση είχε παρέλθει η προθεσμία των 21 ημερών από την έκδοση της απόφασης εντός του οποίου εδικαιούτο να καταχωρήσει έφεση εφόσον το άρθρο 9 του συμφωνητικού εγγράφου διαιτησίας ημερ. 20.12.11, το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο Ε, ο χρόνος άρχισε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Η διαιτητής δεν έλαβε υπόψη της έγγραφα και μαρτυρία και σύμφωνα με τα πρακτικά τα οποία επισύναψε ως Τεκμήρια Στ και Ζ προκύπτει ότι ο Αιτητής παραδέχεται την παραβίαση της συμφωνίας. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Όσον αφορά την αγόρευση του κ. Δανού, με αυτήν, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι τα όσα αναφέρονται στην ένσταση δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας εφόσον δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4 το μόνο ένδικο μέσο το οποίο είχε ο καθ ου η αίτηση μετά την έκδοση και επίδοση της απόφασης ήταν να ζητήσει την ακύρωση της. Όσον αφορά τον χρόνο των 21 ημερών εντός του οποίου, κατά τον καθ ου αίτηση εδικαιούτο να καταχωρίσει έφεση, ξεκίνησε να τρέχει από 21.11.14 και όχι 6.10.
- Όσον αφορά το ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε πριν την λήξη των 21 ημερών ο κος Δανός παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία με την υποστηρίζετε η θέση του ότι νομιμοποιείται στην καταχώρηση της Αίτησης πριν την λήξη των 21 ημερών. Ο κος Παυλίδης με την αγόρευση του ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του καθ ου η αίτηση. Εισηγείται δε ότι αποτελεί θέση του καθ ου η αίτηση ότι δεν έγινε διαιτησία εφόσον δεν λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις των μαρτύρων, καμία μαρτυρία δεν λήφθηκε υπόψη και πλην του Αιτητή ουδείς άλλο αντεξετάστηκε. Εισηγείται περαιτέρω ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι διαιτητική απόφαση καθότι ο διαιτητής δεν ακολούθησε την διαδικασία η οποία προβλέπεται στο Κεφ. 4 και ως εκ τούτου ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά. Όσον αφορά την αγόρευση του κ. Παυλίδη, να σημειωθεί ότι οι εισηγήσεις του περί μη διεξαγωγής της διαιτησίας σύμφωνα με το Κεφ. 4 και ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι διαιτητική απόφαση, δεν αποτελούν λόγους ένστασης σύμφωνα με την ένσταση την οποία καταχώρησε ο καθ ου η αίτηση επομένως δεν μπορούν οι εν λόγω θέσεις του να ληφθούν υπόψη. Αναφορικά με την απόφαση προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι αυτή στερείται αιτιολογίας χωρίς να μπορεί από το Δικαστήριο να εκληφθεί ότι ο πιο πάνω λόγος ένστασης περιλαμβάνει και το ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι διαιτητική απόφαση. Ο κος Παυλίδης επίσης εισηγείται ότι δεν μπόρεσε ο καθ ου η αίτηση να εφεσιβάλει την απόφαση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών εφόσον η διαιτητής παρέδωσε σε αυτόν την απόφαση στις 21.11.14 ενώ αυτή εκδόθηκε στις 6.10.14, θέση η οποία δεν προβάλλεται εξιδεικευμένα ως λόγος ένστασης. Η παρούσα αίτηση εδράζεται στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης». Στην υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κος Παυλίδης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα εν σχέση με τα υπό εξέταση ζητήματα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί», δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄ αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση 357/08, ημερ. 11.4.12 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα, που ας σημειωθεί εις το πιο κάτω απόσπασμα επίσης παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κος Παυλίδης: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Στην Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1895 αναφέρθηκε ότι το λεκτικό του άρθρου 21 του Κεφ. 4 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1950, από το οποίο λήφθηκε το Κεφ. 4, και έγινε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713: «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση». Τέλος στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, παραγρ. 111 σελ. 50-51, σε σχέση με τους λόγους ένστασης που μπορεί να εγερθούν σε μια αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, αναφέρεται ότι σε περίπτωση που η ένσταση είναι ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή ότι η διαιτητική απόφαση λήφθηκε λανθασμένα («improrerly procured» - ως παράδειγμα για αυτό στη σελ. 57 αναφέρεται η εξαπάτηση του διαιτητή ή η δόλια απόκρυψη ουσιώδους μαρτυρίας) τότε η ορθή πορεία είναι να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό-ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης δεν έχει καταδειχθεί από τον καθ ου η αίτηση για ποιο λόγο η αίτηση στερείται του απαραίτητου νομικού υποβάθρου ή ότι αυτή είναι αντικανονική ή παράτυπη. Κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης, ο οποίος απορρίπτεται. Τα όσα έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης, ισχύουν αναφορικά και με τον τρίτο λόγο ένστασης όπου ο καθ ου η αίτηση εισηγείται ότι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ανεπαρκές και η ένορκος δήλωση του Κυριάκου είναι παραπλανητική. Δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο από μέρους του καθ ου η αίτηση καθώς επίσης το Δικαστήριο δεν εντόπισε οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να συνηγορεί προς αυτή την εισήγηση του καθ ου η αίτηση. Αποτελεί βέβαια διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν φαίνεται να περιλαμβάνει οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Επομένως ο τρίτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης ότι η διαιτητής λανθασμένα και κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης προχώρησε στην έκδοση της απόφασης χωρίς να ληφθούν υπόψη ουσιαστικά σημεία και τεκμήρια, επίσης δεν έχει καταδειχθεί από τον καθ ου η αίτηση τι συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη της η διαιτητής ή ποια τεκμήρια κατά την άποψη του έπρεπε να ληφθούν υπόψη και δεν λήφθηκαν με αναφορά στα πρακτικά της διαιτησίας τα οποία επισυνάπτει ο καθ ου η αίτηση. Ούτε στην ένορκο δήλωση του καθ ου η αίτηση γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά σε σημείο της μαρτυρίας ή σε τεκμήριο το οποίο παρουσιάστηκε στην διαιτησία αλλά δεν λήφθηκε υπόψη. Η απλή αναφορά και μόνο στο ότι δεν λήφθηκε υπόψη από την διαιτητή ουσιαστική μαρτυρία και τεκμήρια δεν κρίνεται ικανοποιητική. Πέραν των πιο πάνω κρίνεται επίσης ως αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος ένστασης εφόσον ο καθ ου η αίτηση θα μπορούσε να ζητήσει ακύρωση της διαιτητικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κεφ. 4, ενώ προτίμησε να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επί του προκειμένου να αναφέρω επίσης ότι εάν ο καθ ου η αίτηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαιτησίας έκρινε ότι η διαιτητής ήταν απρεπής ή ενεργούσε ενάντια των δικαιωμάτων του ή δεν ήταν αμερόληπτη, θα μπορούσε να αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την απομάκρυνση της διαιτητού. Με άλλα λόγια ο καθ' ου η αίτηση αφήνει να νοηθεί ότι η διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά, έννοια που περιλαμβάνει και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (βλ. Σολωμού ν. LAIKI CYPRIALIFE LTD, Πολ. Έφεση 193/08, ημερ. 19.5.10). Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού, ως φαίνεται από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την εξέταση της νομικής πτυχής, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε να τεθεί στα πλαίσια αίτησης του καθ' ου η αίτηση για παραμερισμό-ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και όχι στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, όπου μπορεί να προβληθεί ό,τι έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης Επομένως και ο δεύτερος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα της προσβολής της απόφασης, ο καθ ου η αίτηση του σε μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι στερήθηκε του δικαιώματος του να εφεσιβάλει την απόφαση εντός 21 ημερών από την έκδοση της εφόσον ενώ ζητήθηκε επανειλημμένα η απόφαση από την διαιτητή δεν του παραδόθηκε εφόσον έπρεπε να καταβληθούν τα έξοδα της διαιτησίας. Κατ αρχάς να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος και σχετικός λόγος ένστασης αναφορικά με την στέρηση του δικαιώματος έφεσης της απόφασης. Παρ' όλα αυτά να αναφέρω ότι κατ αρχάς το Κεφ. 4 δεν προβλέπει χρόνο εντός του οποίου δύναται να ζητηθεί η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και κατά δεύτερο δεν έχει γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο ο καθ ου η αίτηση δεν ζήτησε την ακύρωση της απόφασης αμέσως μετά την επίδοση σε αυτόν της απόφασης στις 21.11.14 όπου είχε κάθε δικαίωμα να πράξει τούτο από 21.11.14 ενώ όπως προκύπτει ο ίδιος του παρέμεινε άπρακτος μέχρι την υποβολή της ένστασης του όπου προέβαλε τις θέσεις του. Ο καθ ου η αίτηση παραπονείται έντονα ότι στερήθηκε του δικαιώματος του να εφεσιβάλει την απόφαση. Το παράπονο του όμως δεν δικαιολογείται εφόσον είχε κάθε δικαίωμα και ευκαιρία μετά την 21.11.14 να ζητήσει ακύρωση της απόφασης. Αναφορικά με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο ένστασης, επίσης δεν έχει καταδειχθεί ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητη ή καταχρηστική. Ακόμα πιο δυσνόητη είναι η θέση του καθ ου η αίτηση η οποία προβάλλεται μέσω του τέταρτου λόγου ένστασης όπου αναφέρεται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του καθ ου η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης του εντός ευλόγου χρόνου. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ένστασης και την θέση του καθ ου η αίτηση ότι η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει ζημιά στον ίδιο και στην ορθή απονομή και κύρος της δικαιοσύνης, κρίνεται επίσης αβάσιμος και αστήρικτος εφόσον δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο από μέρους του καθ ου η αίτηση το οποίο να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Επομένως ο τέταρτος και πέμπτος λόγος ένστασης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Όσον αφορά τον έκτο λόγο ένστασης έχω εξετάσει την διαιτητική απόφαση η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Η στην ένορκο δήλωση του καθ ου η αίτηση, αυτή αποτελείται από 36 σελίδες, με αναφορά στην μαρτυρία η οποία δόθηκε κατά την διαιτησία, σχολιασμό αυτής και καταγραφή των συμπερασμάτων της διαιτητού τα οποία αιτιολογούν την τελική απόφαση της. Επομένως δεν διαπιστώνω ότι η απόφαση ημερ. 6.10.14 στερείτε δέουσας και επαρκούς δικαιολογίας. Επομένως και ο έκτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώνω επίσης ότι ο καθ ου η αίτηση φαίνεται να έχει παρανοήσει το λεκτικό και περιεχόμενο της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης εφόσον ο ίδιος του αναφέρει στην παρ. 3 της ενόρκου δηλώσεως του ότι η απόφαση εκδόθηκε εναντίον του κατά το 33,08% και εναντίον του αιτητή κατά 20,64% και το εναπομείναν 46,28% έχει επιμεριστεί κατ' αναλογία της επιτυχίας. Από το λεκτικό της απόφασης όμως Τεκμήριο Α στην Αίτηση προκύπτει ότι ο πιο πάνω καταμερισμός σε ποσοστά έγινε από την διαιτητή αναφορικά με τα έξοδα και μόνο και όχι για τα ποσά τα οποία επιδικαστήκαν στην απόφαση. Επανερχόμενη στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης προκύπτει από την νομολογία η οποία έχει αναφερθεί ανωτέρω όπου βασική προϋπόθεση για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Να σημειωθεί ότι με τις πιο πάνω αρχές συμφωνεί και ο καθ ου η αίτηση εφόσον με την γραπτή αγόρευση του αναφέρεται στις πιο πάνω αρχές και προϋποθέσεις τις νομολογίας. Στο σύγγραμμα Halsbury's ανωτέρω, Τόμος 2, παραγρ. 96 σελ. 42-43 αναφέρεται ότι για να είναι μια διαιτητική απόφαση έγκυρη δεν απαιτείται να έχει συγκεκριμένο λεκτικό αλλά μπορεί να είναι διατυπωμένη σε τέτοια γλώσσα που ο διαιτητής θεωρεί ορθή νοουμένου όμως ότι το νόημα της είναι σαφές. Μια ασαφής ή αβέβαιη διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση διαπιστώνω ότι η απόφαση Τεκμήριο Α στην αίτηση φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά έγκυρης απόφασης. Αναφέρονται σε αυτή τα μέρη, το όνομα της διαιτητού, η επιδίκαση των ποσών σε έκαστο μέρος και αιτιολογείται η απόφαση της διαιτητού για τον καταμερισμό των εξόδων μεταξύ των μερών. Καθώς επίσης καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου τα ποσά πρέπει να καταβληθούν και σε αντίθετη περίπτωση θα επιβληθεί τόκος 4,25%. Επομένως από το λεκτικό της πιο πάνω απόφασης δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή κενό το οποίο να την καθιστά άκυρη ή να επιδέχεται πολλών ερμηνειών κατά τρόπο που να την καθιστούν ασαφή. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε λόγος περί του αντιθέτου από τον καθ ου η αίτηση. Όσον αφορά την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στον καθ ου η αίτηση, ως προκύπτει από την ένορκο δήλωση της διαιτητού και αυτό δεν αμφισβητείται από τον καθ ου η αίτηση, η απόφαση επιδόθηκε στον ίδιο την 21.11.14. Επομένως η γνωστοποίηση της απόφασης έγινε 21.11.14 και όχι κατά την έκδοση της απόφασης δηλαδή 6.10.14 όπως διατείνεται ο καθ ου η αίτηση. Από την στιγμή όπου είναι παραδεκτό και από τις δυο πλευρές ότι η επίδοση έγινε 21.11.14 δεν μπορεί το Δικαστήριο να αντιληφθεί την θέση του καθ ου η αίτηση ότι η απόφαση γνωστοποιήθηκε σε αυτόν στις 6.10.14. Η εξήγηση την οποία δίδει ο καθ ου η αίτηση ότι σύμφωνα με τον όρο 9 της συμφωνίας η απόφαση θεωρείται ότι γνωστοποιήθηκε την ημέρα έκδοσης της, δηλ. 6.10.14, δεν με βρίσκει σύμφωνη εφόσον το εν λόγω άρθρο αναφέρει μόνο ότι τα μέρη δεσμεύονται από την απόφαση από την ημέρα έκδοσης της χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στο δικαίωμα προσβολής ή αμφισβήτησης της απόφασης. Συνεπώς ο καθ' ου η αίτηση αν και είχε όλο το χρόνο να προβεί σε αίτηση παραμερισμού-ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ποτέ δεν έπραξε κάτι τέτοιο αν και έλαβε γνώση της απόφασης 21.11.14. Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετάσει τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση περί των διαδικασιών που τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαιτησίας, ισχυρισμοί που οφείλω να αναφέρω προβάλλονται με μπερδεμένο και ασαφή τρόπο. Εν κατακλείδι, για όλους τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, κρίνω ότι η Αίτηση δικαιολογείται και ο καθ ου η αίτηση δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 6.10.14 ως η παρ. 1 της Αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ ου η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final/783-14registrationofarbitrationaward cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο