← Κύπρος

Έλενα Πετρόμπεα ν. Νέαρχου Παπακώστα, Αρ. Αγωγής: 118/10, 4/11/2015

Έλενα Πετρόμπεα ν. Νέαρχου Παπακώστα, Αρ. Αγωγής: 118/10, 4/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A317 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 118/10 Μεταξύ: Έλενα Πετρόμπεα Ενάγουσας και Νέαρχου Παπακώστα Eναγομένου ------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 04.11.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Μιχαήλ με κα. Παύλου Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Κωμοδρόμου με κα. Δήμου για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης και Συνεταίροι Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα διεκδικεί, γενικές, ειδικές καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις για πρόκληση σοβαρότατης βλάβης και/ή μόνιμης βλάβης η οποία προκλήθηκε στην υγεία της, κατά τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης στην οποία την υπέβαλε ο Εναγόμενος, στις 16.04.2009, λόγω παράλειψης καταβολής της αναμενόμενης δεξιότητας και/ή επιμέλειας και/ή γενικότερα αμέλειας του Εναγόμενου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ηλικίας 23 ετών. Περί τον Απρίλιο του 2009 ενώ η Ενάγουσα φοιτούσε στην Αγγλία διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος, 6 εβδομάδων, και ζήτησε να διακόψει την, ανεπιθύμητη, εγκυμοσύνη της οπότε άγγλοι γιατροί της υπέδειξαν και/ή συμβούλευσαν ότι μπορούσε αυτό να γίνει με τη χρήση χαπιού. Θα ήταν δε ασφαλής μέθοδος αφού δεν θα υπήρχε επέμβαση, σε αντίθεση με την έκτρωση που προϋποθέτει επέμβαση και εγκυμονεί κινδύνους για τη μήτρα και άλλα γυναικεία όργανα. Ο Εναγόμενος με τον οποίο είχε επικοινωνήσει η μητέρα της Ενάγουσας, η οποία ζει στην Κύπρο, συμβούλευσε όπως, η διακοπή της εγκυμοσύνης, γίνει με χειρουργική επέμβαση ως πιο ασφαλής μέθοδος ενώ η διακοπή της κύησης με τη χρήση χαπιού ήταν επικίνδυνη. Η Ενάγουσα εμπιστευόμενη τα όσα της μετέφερε η μητέρα της και εξαιτίας του ότι ο Εναγόμενος ήταν ο προσωπικός της ιατρός, αφού ήρθε στην Κύπρο, τον επισκέφθηκε στις 15.04.2009 και προγραμματίστηκε για τις 16.04.2009 η επέμβαση για διακοπή της εγκυμοσύνης της. Μετά την επέμβαση που έγινε στις 16.04.2009 και μετά την έξοδο της από την πολυκλινική Υγεία η Ενάγουσα αισθανόταν δυσφορία, φούσκωνε η κοιλιά της, γεγονός που ανέφερε στον Εναγόμενο, τον είχε δε επισκεφθεί πλην όμως αυτός δεν διαπίστωνε οτιδήποτε. Όταν η Ενάγουσα επέστρεψε στην Αγγλία για να συνεχίσει τις σπουδές της η κατάσταση της χειροτέρευσε. Εισάχθηκε σε νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχε γενική μόλυνση της κοιλιακής χώρας και των οργάνων της (μήτρας, ωοθηκών, κύστης κ.λ.π. Pelvis Inflammatory Disease (PID)). Είναι ακόμη η θέση της Ενάγουσας ότι εξαιτίας τραυματισμού της μήτρας και των εντέρων επήλθε η μόλυνση, όλα αποτελέσματα αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγόμενου. Ζητούνται ως εκ τούτου γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και το πόνο που της προκάλεσε ο Εναγόμενος καθώς και ειδικές ζημιές ύψους €15.690,00. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αποδέχεται ότι υπέβαλε σε χειρουργική επέμβαση την Ενάγουσα, στις 16.04.2009, για διακοπή κύησης δια της μεθόδου της αναρρόφησης, πλην όμως απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί αμέλειας ή παράβασης των νομικών καθηκόντων του. Ισχυρίζεται ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα ούτως ώστε να μην επέλθει οποιαδήποτε βλάβη στην υγεία της Ενάγουσας. Την προειδοποίησε δε για όλους τους ενδεχόμενους κινδύνους και μετεγχειρητικά της έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες καθώς και θεραπεία. Είχε δε εξασφαλίσει τη γραπτή της συγκατάθεση πριν από την επέμβαση. Μία εβδομάδα μετά την επέμβαση την επανεξέτασε και η κλινική εξέταση, καθώς και η εξέταση με υπερήχους, έδωσαν φυσιολογικά αποτελέσματα. Περαιτέρω, λόγω των συμπτωμάτων που η Ενάγουσα παρουσίαζε, ήτοι κοιλιακή δυσφορία, καθώς και έλλειψη πυρετού ή ρίγους ή αιμορραγίας ή παθολογικό κολπικό υγρό, έκρινε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το γυναικολογικό γι΄ αυτό την παρέπεμψε για γαστρεντερολογική εξέταση. Επιπλέον ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα προέβηκε σε αναληθείς ισχυρισμούς, ως προς το πρόσωπο του, με τους οποίους επιδιωκόταν να πληγεί η επαγγελματική υπόληψη και φήμη του, ως εκ τούτου εγείρει Ανταπαίτηση εναντίον της διεκδικώντας αποζημιώσεις. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, που η Ενάγουσα καταχώρησε, ξεκαθαρίζει ότι δεν ισχυρίζεται και/ή σε καμία περίπτωση δεν είναι η θέση της, ότι το πρόβλημα στην υγεία της και/ή η μόλυνση που είχε ήταν συνεπεία και/ή η γενεσιουργός αιτία της μόλυνσης απορρέει από την χειρουργική επέμβαση, αφού οι λόγοι του προβλήματος υγείας της και/ή της μόλυνσης της είναι ο τραυματισμός και/ή διάτρηση της μήτρας της κατά τη διάρκεια της επεμβάσεως και όχι η επέμβαση αυτή καθ΄ αυτή όπως ο Εναγόμενος παραπλανητικά ισχυρίζεται. Για την απόδειξη της απαίτησης κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες (στο εξής Μ.Ε.). Για την Υπεράσπιση (η Ανταπαίτηση εγκαταλείφθηκε) κατέθεσαν επτά μάρτυρες (στο εξής Μ.Υ.). Κατατέθηκε επίσης μεγάλος αριθμός εγγράφων, ως Τεκμήρια, στα οποία το Δικαστήριο θα αναφερθεί στη συνέχεια όπου κρίνει αναγκαίο. Μ.Ε.1 κατέθεσε η Χαρά Σπηλιοπούλου, καθηγήτρια ιατροδικαστικής και τοξικολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 2010 είναι και ιατροδικαστής για τις Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο. Στις 16.09.2014 συνάντησε για πρώτη φορά την Ενάγουσα η οποία της παρέδωσε ένα φάκελο με ιατρικά έγγραφα που αφορούσαν μέχρι το 2011 αναφορικά με τον τερματισμό της κύησης της. Της υπέβαλε κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις, δεν την εξέτασε όμως. Από τα έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της και τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια (Τεκμήρια 1-13) ήταν η γνώμη της ότι στην Ενάγουσα, μετά τη διακοπή της κύησης της τον Απρίλιο του 2009, προκλήθηκε μόλυνση - φλεγμονή της πυέλου η οποία όμως παραμελήθηκε επειδή δε διαγνώστηκε μέσα στις πρώτες 28 ημέρες, και η φλεγμονή δεν μπορούσε να θεωρηθεί εύκολη. Τα αντιβιοτικά που της χορηγήθηκαν επέφεραν φαύλο κύκλο. Εξήγησε πως με τη χορήγηση της αντιβίωσης - κεφαλοσπορύνη τρίτης γενιάς - μαζί με άλλα φάρμακα, ενώ θεραπεύεται η λοίμωξη καταστρέφεται η φυσική χλωρίδα του κόλπου με αποτέλεσμα το άτομο αυτό να είναι πολύ πιο ευαίσθητο σε συνεχή λοίμωξη λόγω της καθυστερημένης διάγνωσης. Εξήγησε περαιτέρω πως η διάγνωση της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου (PID) είναι δύσκολη, πολύπλοκη και δεν γίνεται μόνο με υπέρηχους. Όταν υπάρχει αναφορά πόνου από ασθενή, εντός των 28 ημερών μετά από τερματισμό κύησης με χειρουργική επέμβαση, θα πρέπει να γίνει (α) αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση, (β) υπερηχογράφημα, και (γ) με εξέταση αίματος για αναζήτηση δεικτών φλεγμονής, και σε περίπτωση που ο γιατρός δε μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα, κάτι που δεν είναι σπάνιο, τότε θα συστήσει αξονική τομογραφία ή λαπαροσκόπηση ή βιοψία μήτρας. Αυτή είναι η πλήρης σειρά των εξετάσεων. Από τα έγγραφα που μελέτησε και τα οποία ετοιμάστηκαν από το Νοσοκομείο The Leeds Teaching Hospital διαφάνηκε ότι οι γιατροί στην Αγγλία χορήγησαν στην Ενάγουσα τριπλή αντιβίωση. Όσον αφορά την εξέταση (Τεκμήριο 9) η οποία έγινε στην Ενάγουσα στις 13.07.2009 στο ίδιο Νοσοκομείο της Αγγλίας, κατανόησε η μάρτυρας, ότι χορηγήθηκαν δύο αντιβιοτικά. Αναφορικά με το Τεκμήριο 12 που αφορά εξέταση αξονικής τομογραφίας η μάρτυρας ανέφερε ότι η πληγή που παρουσιάζεται μέσα στη μήτρα, χωρίς να είναι 100% σίγουρη, είναι συμβατή με μια παλιά ουλή, με ένα παλιό τραυματισμό, και ο ιστός έχει νεκρωθεί στο συγκεκριμένο σημείο. Ξεκαθάρισε πως ο τραυματισμός αυτός δεν σχετίζεται με διάτρηση της μήτρας της Ενάγουσας αν και μία χειρουργική έκτρωση, θα μπορούσε να συσχετιστεί με τραυματισμό της μήτρας. Σύμφωνα επίσης με εξετάσεις που έγιναν στην Αγγλία η Ενάγουσα ουδέποτε νόσησε από μικρόβια όπως, χλαμίδια ή γονόκοκκο ή άλλο παρόμοιο μικρόβιο ή μικροοργανισμούς, τα οποία θα μπορούσαν από μόνα τους να προκαλέσουν τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Μία εκ των αιτιών πρόκλησης αυτής της νόσου είναι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Μία άλλη αιτία είναι και η είσοδος μικροβίων κατά τη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, το Τεκμήριο 2, (Συναίνεση Ασθενούς) αν και έχει την υπογραφή του γιατρού-Εναγόμενου δεν αναφέρονται σε αυτό γραπτώς οι κίνδυνοι για τους οποίους προειδοποιήθηκε η Ενάγουσα σχετικά με την επέμβαση που της έγινε. Από αυτό το έντυπο δεν αποδεικνύεται ότι έχουν αναφερθεί αναλυτικά οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τη διακοπή της κύησης και πως θα αντιμετωπίζονταν αυτές. Μ.Ε.2 κατέθεσε η Ρούλα Σταύρου, μητέρα της Ενάγουσας. Περί τον Απρίλιο του 2009 η Ενάγουσα ενώ ήταν φοιτήτρια στην Αγγλία την ενημέρωσε, τηλεφωνικά, ότι ήταν έγκυος και πως άγγλοι γιατροί τη συμβούλευσαν να κάνει διακοπή της εγκυμοσύνης της, αφού αυτό επιθυμούσε, με τη χρήση χαπιού. Η μάρτυρας επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο και του ανέφερε περί της πρόθεσης της Ενάγουσας για διακοπή της εγκυμοσύνης της. Ο Εναγόμενος της είπε ότι δεν συνιστούσε τη μέθοδο του χαπιού και τη συμβούλευσε όπως η Ενάγουσα έλθει στην Κύπρο για να υποβληθεί σε διακοπή της εγκυμοσύνης της, με χειρουργική επέμβαση που είναι πιο ασφαλής μέθοδος. Ενημέρωσε την Ενάγουσα η οποία ήρθε στην Κύπρο και στις 15.04.2009 επισκέφθηκαν μαζί τον Εναγόμενο στο ιατρείο του. Εκεί ο Εναγόμενος, αφού εξέτασε την Ενάγουσα τη διαβεβαίωσε ότι η μέθοδος της χειρουργικής επέμβασης ήταν η πιο ασφαλής και ακίνδυνη για τη διακοπή της εγκυμοσύνης της, σε αντίθεση με τη μέθοδο της χορήγησης χαπιού. Ο Εναγόμενος δεν ανέφερε ή εξήγησε οτιδήποτε άλλο στην Ενάγουσα ή της επέστησε τη προσοχή της σε οποιουδήποτε κινδύνους, παρενέργειες ή συμπτώματα. Η Ενάγουσα μετά τις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου και αφού έδωσε πίστη στα λόγια του, αποδέχθηκε την εισήγηση του και προγραμματίστηκε η επέμβαση την επόμενη μέρα, 16.04.2009. Στις 16.04.2009 η Μ.Ε.2 συνόδευσε την Ενάγουσα η οποία εισάχθηκε ως ασθενής στην Πολυκλινική Υγεία και ο Εναγόμενος προέβηκε σε χειρουργική επέμβαση διακοπής της κύησης. Η μάρτυρας βρισκόταν έξω από το χειρουργείο. Μετά το πέρας της επέμβασης, ο Εναγόμενος τη διαβεβαίωσε ότι η επέμβαση πήγε καλά, χωρίς προβλήματα και όταν θα ξυπνούσε η Ενάγουσα, από τη νάρκωση, θα μπορούσε να πάει στο σπίτι της, όπως και έγινε. Στις 24.04.2009 έγινε η πρώτη προγραμματισμένη επίσκεψη της Ενάγουσας στο ιατρείο του Εναγόμενου παρουσία της μάρτυρος. Η Ενάγουσα ανέφερε στον Εναγόμενο ότι ένιωθε τη κοιλιά της φουσκωμένη. Ο Εναγόμενος τη διαβεβαίωσε ότι το φούσκωμα θα υποχωρούσε, όταν τα όργανα της θα επανέρχονταν στη θέση τους. Η κατάσταση της Ενάγουσας χειροτέρευε, γι΄ αυτό ακολούθησε μία εβδομάδα περίπου μετά νέα επίσκεψη στο ιατρείο του Εναγόμενου. Μετά και από αυτή την επίσκεψη εξακολουθούσε να υπάρχει φούσκωμα και άλγος στην Ενάγουσα, η ίδια η μάρτυρας τηλεφωνούσε προσωπικά στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος απέδιδε το φούσκωμα και το άλγος της Ενάγουσας στο ενδεχόμενο να είχαν επηρεαστεί τα έντερα της και συνέστησε υπομονή. Στις 17.05.2009, λόγω εμετού και έντονου πόνου, η Ενάγουσα συνοδευόμενη από τη μάρτυρα επισκέφθηκαν την Πολυκλινική Υγεία όπου της χορηγήθηκε παυσίπονη ένεση με οδηγίες κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που υπήρξε με τον Εναγόμενο, να τον επισκεφθεί την επόμενη μέρα. Στις 18.05.2009 η Ενάγουσα πάλι συνοδευόμενη από τη μάρτυρα επισκέφθηκαν το ιατρείο του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος προέβηκε σε εξέταση της Ενάγουσας με υπέρηχους χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη εξέταση. Παρέπεμψε ωστόσο την Ενάγουσα σε γαστρεντερολόγο, τον Ανδρέα Βανέζο, τον οποίο επισκέφθηκε η Ενάγουσα στις 02.06.2009. Η μάρτυρας είχε εν τω μεταξύ μιλήσει, τηλεφωνικά, με την ενδοκρινολόγο Δήμητρα Παναγιωτοπούλου και της ανέφερε τι συνέβαινε στην Ενάγουσα. Η εν λόγω γιατρός συμβούλευσε τη μάρτυρα να προβούν σε εξέταση από τον ακτινολόγο Βαρνάβα, ο οποίος όντως στις 06.06.2009 υπέβαλε την Ενάγουσα σε υπερηχογράφημα άνω και κάτω κοιλίας. Λόγω του ότι συνέχισαν να υπάρχουν στην Ενάγουσα τα συμπτώματα του πόνου και του φουσκώματος, η τελευταία αγανάκτησε και επέστρεψε στην Αγγλία. Στις 14.06.2009 λόγω τρομερών πόνων εισάχθηκε σε Νοσοκομείο στην Αγγλία όπου διαπιστώθηκε μόλυνση της κοιλιακής χώρας και των οργάνων της, δηλαδή φλεγμονώδη νόσος της πυέλου (PID). Χορηγήθηκε αντιβίωση στην Ενάγουσα ωστόσο πάλι στις 13.07.2009 η Ενάγουσα ξαναεπισκέφθηκε το ίδιο Νοσοκομείο, στην Αγγλία, διότι η μόλυνση της δεν υποχωρούσε. Της συνταγογραφήθηκε και πάλι αντιβίωση. Στις 18.08.2009 η Ενάγουσα ήρθε στην Κύπρο. Επισκέφθηκαν μαζί στις 24.08.2009 το γυναικολόγο Π. Αβάνη αφού το φούσκωμα και οι πόνοι δεν είχαν εξαφανιστεί τελείως. Από την εξέταση του ιατρού Αβάνη και αναλύσεις που έγιναν φάνηκε ότι η μόλυνση συνεχιζόταν και της συνταγογραφήθηκε αντιβίωση. Στις 26.08.2009 έγινε επίσκεψη στο γυναικολόγο Σ. Ευσταθίου για δεύτερη γνώμη. Στις 28.08.2009 έγινε εκ νέου επίσκεψη στο γυναικολόγο Π. Αβάνη ο οποίος αφού υπέβαλε την Ενάγουσα σε νέες αναλύσεις συνταγογράφησε και πάλι αντιβίωση. Επειδή οι πόνοι δεν έφυγαν η Ενάγουσα μαζί με τη μάρτυρα επισκέφθηκαν και το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού καθώς και το Μακάριο Νοσοκομείο Λευκωσίας. Έγιναν εξετάσεις αξονικής τομογραφίας και διαφάνηκε μάζα από πληγή πιθανή από τραύμα της μήτρας μετά από την έκτρωση. Τα ίδια συμπτώματα συνέχισαν να υπάρχουν, οπότε ακολούθησαν νέες επισκέψεις στον ιατρό Π. Αβάνη στις 23.09.2009 και 13.10.2009 με συνταγογράφηση αντιβίωσης και στις δύο περιπτώσεις. Ακολούθησε δε στις 18.10.2009 επίσκεψη στο Ισραήλ αλλά και στις 23.10.2009 στο Αρεταίειο Νοσοκομείο στην Κύπρο. Στις 26.10.2009 υπήρξε επίσκεψη στον γιατρό Ο. Σιμανόφσκι ο οποίος αφού υπέβαλε την Ενάγουσα σε υπέρηχο της ανέφερε ότι δεν έβρισκε κάτι παθολογικό και πως οι πόνοι ήταν εξαιτίας των συμφύσεων που πιθανόν να είχαν δημιουργηθεί. Στις 10.11.2009 ο ιατρός του Αρεταίειου Νοσοκομείου Β. Τάνος αφού εξέτασε την Ενάγουσα, διαπίστωσε ότι το ενδομήτριο της είχε αυξηθεί από τις 23.09.2009 που την είχε εξετάσει ξανά, και πως τα αποτελέσματα των αναλύσεων ήταν καλά. Στις 04.01.2010 η Ενάγουσα μετέβηκε και πάλι σε Νοσοκομείο της Αγγλίας όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις για βακτήρια τα αποτελέσματα των οποίων ήταν αρνητικά. Επαναλήφθηκαν οι εξετάσεις στις 12.02.2010 και επίσης τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά. Μ.Ε.3 κατέθεσε η Έλενα Πετρόμπεα - Ενάγουσα, από τη Λεμεσό η οποία τον Απρίλιο του 2009 φοιτούσε στην Αγγλία όπου κατόπιν εξετάσεων διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος. Επιθυμούσε τη διακοπή της κύησης. Άγγλοι ιατροί της εισηγήθηκαν τη χρήση χαπιού με το οποίο θα επερχόταν η αποβολή του εμβρύου. Ενημέρωσε για το γεγονός τη μητέρα της που ζούσε στην Κύπρο και η τελευταία επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο, ο οποίος πρότεινε να γίνει η διακοπή της εγκυμοσύνης με χειρουργική επέμβαση από τον ίδιο, στην Κύπρο, ως πιο ασφαλής μέθοδος. Η μητέρα της μετέβηκε στην Αγγλία και οι δύο μαζί επέστρεψαν στην Κύπρο. Επισκέφθηκαν στις 15.04.2009 και οι δύο τους το ιατρείο του Εναγόμενου. Εκεί ο Εναγόμενος διαβεβαίωσε την Ενάγουσα ότι η μέθοδος της χειρουργικής επέμβασης ήταν πιο ασφαλής, σε αντίθεση με τη μέθοδο της χορήγησης χαπιών που της συστάθηκε στην Αγγλία. Η Ενάγουσα δίνοντας πίστη στα λόγια του Εναγόμενου, αποδέχθηκε την εισήγηση του και προγραμματίστηκε η χειρουργική επέμβαση για την επόμενη μέρα. Στις 16.04.2009 η Ενάγουσα συνοδευόμενη από τη μητέρα της εισάχθηκε ως ασθενής στην Πολυκλινική Υγεία. Ακολούθως κάτω από νάρκωση ο Εναγόμενος προέβηκε σε χειρουργική επέμβαση διακοπής της κύησης της. Μία εβδομάδα αργότερα, περί τις 24.04.2009 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο στο ιατρείο του και παρουσία της μητέρας της, του ανέφερε ότι ένιωθε την κοιλιά της φουσκωμένη. Ο Εναγόμενος τη διαβεβαίωσε πως θα υποχωρούσε το φούσκωμα όταν τα όργανα της θα επέστρεφαν στη θέση τους. Τον ξαναεπισκέφθηκε με το ίδιο παράπονο σε μία περίπου εβδομάδα. Συνέχιζαν ωστόσο τα συμπτώματα γι΄ αυτό η μητέρα της έπαιρνε τηλέφωνο και ενημέρωνε τον Εναγόμενο. Αυτός συνέστηνε υπομονή και απέδιδε το φούσκωμα και τον πόνο σε πιθανό επηρεασμό των εντέρων. Η κατάσταση της Ενάγουσας επιδεινωνόταν και στις 17.05.2009 αφού έκανε εμετό έχοντας έντονους πόνους, επισκέφθηκε με τη μητέρα της, την Πολυκλινική Υγεία, όπου, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που υπήρξε με τον Εναγόμενο, της χορηγήθηκε παυσίπονη ένεση με οδηγίες να τον επισκεφθεί την επόμενη μέρα, πράγμα το οποίο έπραξε. Ο Εναγόμενος την εξέτασε με υπέρηχους χωρίς όμως να προβεί σε άλλη γυναικολογική εξέταση. Της ανέφερε ότι έβλεπε μία κηλίδα αίματος και πως αναμενόταν να δει περίοδο τις επόμενες μέρες. Περίοδο όμως αυτή είχε μετά από 4 μήνες. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος την παρέπεμψε σε γαστρεντερολόγο, τον Ανδρέα Βανέζο. Ήταν η θέση του Εναγόμενου πάντοτε έναντι των παραπόνων της, ότι έκανε σωστά τη δουλειά του και σε κάποιες περιπτώσεις θύμωνε κιόλας. Στις 02.06.2009 η Ενάγουσα επισκέφθηκε τον γαστρεντερολόγο Α. Βανέζο ο οποίος βρήκε λίγο ερεθισμένα τα έντερα της και της έδωσε φαρμακευτική αγωγή. Της συνέστησε δε να κάνει κολονοσκόπηση πλην όμως η ίδια έκρινε ότι δεν σχετιζόταν με το πρόβλημα της και δεν την έκανε ποτέ. Στις 06.06.2009 κατόπιν προτροπής της ενδοκρινολόγου Δ. Παναγιωτοπούλου, με την οποία μίλησε η μητέρα της, η Ενάγουσα υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα άνω και κάτω κοιλίας από τον ακτινολόγο Βαρνάβα. Στις 10.06.2009 επέστρεψε στην Αγγλία και στις 14.06.2009, βράδυ προς 15.06.2009, λόγω τρομερών πόνων εισάχθηκε σε νοσοκομείο του Leeds. Εκεί την υπέβαλαν σε αναλύσεις αίματος, εξετάσεις ούρων, λήφθηκαν υγρά από τον κόλπο της και την εξέτασε γυναικολόγος. Το επόμενο πρωί της ανέφεραν ότι είχε γενική μόλυνση της κοιλιακής χώρας και των οργάνων αυτής, την φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Της χορηγήθηκε αντιβίωση. Στις 13.07.2009 είχε ξαφνικούς έντονους πόνους και επισκέφθηκε ξανά το ίδιο νοσοκομείο στην Αγγλία και της λήφθηκαν εκ νέου ούρα και υγρά από τον κόλπο. Η μόλυνση δεν υποχώρησε ως της αναφέρθηκε και της συνταγογραφήθηκε πάλι αντιβίωση. Στις 18.08.2009 η Ενάγουσα επέστρεψε στην Κύπρο οπότε στις 24.08.2009 επισκέφθηκε μαζί με τη μητέρα της το γυναικολόγο Π. Αβάνη, αφού ο πόνος και το φούσκωμα δεν είχαν εξαλειφθεί πλήρως. Την παρέπεμψε για τεστ Παπανικολάου και καλλιέργεια κολπικών υγρών οπότε φάνηκε ότι η μόλυνση συνεχιζόταν. Στις 26.08.2009 επισκέφθηκε για δεύτερη γνώμη και τον γιατρό Σ. Ευσταθίου ο οποίος επίσης της συνταγογράφησε αντιβίωση. Στις 28.08.2009 ξαναεπισκέφθηκε τον Π. Αβάνη ο οποίος διαπίστωσε ότι συνεχιζόταν η μόλυνση και της χορήγησε πάλι φαρμακευτική αγωγή. Επειδή συνέχισαν οι πόνοι, στις 18.09.2009 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου υποβλήθηκε σε αναλύσεις αίματος και αξονική τομογραφία η οποία έδειξε ότι υπήρχε μάζα από πληγή, πιθανή από τραύμα μήτρας μετά από έκτρωση. Στις 21.09.2009 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και κατόπιν υπερηχογραφήματος φάνηκε ότι υπήρχε ινομύωμα κοντά στην ωοθήκη, κάτι που φάνηκε και στο υπερηχογράφημα που την υπέβαλε την ίδια μέρα ο γυναικολόγος Γ. Παπαγεωργίου διαπιστώνοντας ότι υπήρχε μάζα κοντά στην ωοθήκη. Ο γιατρός Αβάνης την εξέτασε ξανά στις 23 και 26.09.2009 και της χορήγησε νέα φαρμακευτική αγωγή. Το ίδιο έκανε και στις 13.10.2009. Επισκέψεις για θεραπεία του προβλήματος της έκανε, μαζί με τη μητέρα της, η Ενάγουσα και στο Ισραήλ στις 18.10.2009. Στις 26.10.2009 επισκέφθηκε τον γαστρεντερολόγο Σιμανόφσκι ο οποίος δεν έβρισκε κάτι παθολογικό και της ανέφερε ότι πιθανόν οι πόνοι να είναι από συμφύσεις που έχουν δημιουργηθεί λόγω της μόλυνσης. Στις 10.11.2009 επισκεπτόμενη για δεύτερη φορά τον γιατρό Β. Τάνο, αυτός διαπίστωσε ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων που την είχε υποβάλει ήταν καλά. Στις 14.11.2009 επισκέφθηκε τον γυναικολόγο Σάββα Νικολαίδη αφού εξακολουθούσε να έχει πόνους στην κοιλιά και ο οποίος της ανάφερε ότι δεν φαινόταν να υπάρχει μόλυνση και πως το πρόβλημα οφειλόταν στο γεγονός ότι πιθανόν να υπήρχαν συμφύσεις στα έντερα της λόγω της περιτονίτιδας. Τέλος η Ενάγουσα δήλωσε ότι έχει ταλαιπωρηθεί σωματικά και ψυχικά, για μεγάλο χρονικό διάστημα, και πλέον δεν εμπιστεύεται κανένα γιατρό εξαιτίας αυτών που πέρασε. Έχει μετανιώσει που προέβηκε στην έκτρωση και πως αν δεν είχε διακόψει την εγκυμοσύνη της τίποτε από όσα πέρασε δεν θα συνέβαιναν. Μ.Ε.4 κατέθεσε ο γυναικολόγος, ιατρός, Παναγιώτης Αβάνης. Σπούδασε στην Αθήνα και στην Αγγλία. Στην Αγγλία υπήρξε διευθυντής νοσοκομείου. Μετά για 8 χρόνια μετοίκησε στην Αθήνα, ενώ τα τελευταία 25 χρόνια εργάζεται ως γυναικολόγος στην Κύπρο. Παλαιότερα διατηρούσε κλινική και τώρα εργάζεται στο Αχίλλειο Νοσοκομείο, διατηρώντας πάλι δικό του ιατρείο εντός του εν λόγω ιδιωτικού νοσοκομείου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε διάφορους κινδύνους που ελλοχεύουν μετά τη διακοπή κύησης. Μία εκ των επιπλοκών που ενδεχομένως να υπάρξουν είναι η πρόκληση σαλπιγγίτιδας (PID). Συστήνεται, ως εξήγησε, για σκοπούς πρόληψης να δίδεται ένα ευρέου φάσματος αντιβιοτικό φάρμακο, για να προστατέψει το περιστατικό αν συνυπάρχει είσοδος μικροβίων μέσα στον κόλπο, τα οποία υπάρχουν και ονομάζονται παθογόνα. Ανέφερε επίσης πως, όταν γίνεται η διακοπή της κύησης με τη μέθοδο της αναρρόφησης, όλη η κοιλότητα της μήτρας είναι μία πληγή η οποία παίρνει 4 με 6 εβδομάδες για να επουλωθεί. Αυτό συμβαίνει και μετά από μία φυσιολογική γέννα ή από μία καισαρική. Η πιο ασφαλής διαγνωστική μέθοδος για την ύπαρξη σαλπιγγίτιδας είναι η κλινική γυναικολογική εξέταση αφού υπάρχουν συμπτώματα, δηλαδή ο τράχηλος είναι επώδυνος, υπάρχει εσωτερική αιμορραγία λόγω ρήξης εξωμήτριου εγκυμοσύνης ή λόγω ρήξης εξωμήτριου κυήσεως ή ρήξη κύστεος ωοθήκης, και ο πόνος είναι οξύς. Συστήνεται δε και η εξέταση με υπέρηχους για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν υπολείμματα εγκυμοσύνης τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ενδομητρίτιδα η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε σαλπιγγίτιδα (PID). Υπάρχει και η περίπτωση όπου μπορεί να προκαλείται σιωπηρή μόλυνση, τα συμπτώματα της οποίας είναι αμυδρά, δηλαδή υπάρχει ελαφρύς πόνος χωρίς να αποκλείεται οξύς πόνος όταν το περιστατικό είναι προχωρημένο. Πολλές φορές μπορεί να δημιουργηθεί και απόστημα. Επίσης τα γυναικεία υγρά έχουν χρώμα κίτρινο ή πράσινο ή κιτρινοπράσινο, γι΄ αυτό ο γιατρός πρέπει να υποψιαστεί για διάφορα μικρόβια. Ξεκαθάρισε ότι μία ακτινολογική εξέταση δεν μπορεί να δείξει αν υπάρχει ουλή μέσα στην κοιλότητα της μήτρας. Μόνο αν υπάρχει πολύποδας ή αν υπάρχει κάποιο μικρό ινομύωμα. Όσον αφορά την Ενάγουσα ο Μ.Ε.4 την εξέτασε για πρώτη φορά στις 24.08.2009 στο ιατρείο του. Αφού πήρε το ιστορικό της προέβηκε σε γυναικολογική εξέταση και διαπίστωσε ότι είχε μήτρα φυσιολογικού μεγέθους και κινητή. Ο τράχηλος ήταν επώδυνος στην εξέταση αλλά όχι εξεσιμασμένα. Υπήρχε κάποια ευαισθησία στο λαιμό της μήτρας και αυτό ήταν δικαιολογημένο λόγω της αντιβίωσης που είχε πάρει η Ενάγουσα στην Αγγλία. Προφανώς το PID που διέγνωσαν οι συνάδελφοι του στο Λονδίνο ήταν σε αποδρομή. Και οι δύο σάλπιγγες της Ενάγουσας ήταν ψηλαφητές και επώδυνες, ένδειξη ότι κλινικά δεν είχε απόστημα. Μία φυσιολογική γυναίκα που δεν έχει πρόβλημα με τις σάλπιγγες αυτές δεν είναι ψηλαφητές. Οι σάλπιγγες δεν είναι ψηλαφητές γιατί είναι μαλακό και εύκαμπτο μόριο μέσα στην κοιλιά ενώ όταν υπάρχει μόλυνση και οι δύο σάλπιγγες είναι ψηλαφητές. Πήρε κολπικό υγρό από την Ενάγουσα για καλλιέργεια όπου αποδείχθηκε ότι υπήρχαν δύο μικρόβια, ο πρωτέας και ο αιμόφιλος. Έδωσε αντιβίωση τρίτης γενιάς - κεφαλοσπορίνη. Αυτό έγινε στις 28.08.2009. Κατά τη γνώμη του τα πιο πάνω συμπτώματα συνιστούσαν την ύπαρξη εξαρτηματίτιδας άλλως PID. Εξήγησε ο Μ.Ε.4 ότι ο πρωτέας και ο αιμόφιλος αποτελούν αιτία για πρόκληση της μόλυνσης PID. Επίσης τέτοια μόλυνση μπορεί να προκαλέσει και το μικρόβιο του κολοβακτηριδίου που μπορεί εύκολα μια γυναίκα να επιμολυνθεί και το οποίο δεν εντοπίζεται εύκολα στις αναλύσεις, επειδή εμφανίζεται περισσότερο ο πρωτέας και ο αιμόφιλος. Στην επόμενη επίσκεψη που η Ενάγουσα είχε το Σεπτέμβριο του 2009, από την καλλιέργεια κολπικού υγρού υπήρχε κολοβακτηρίδιο, και η δεξιά σάλπιγγα ήταν ακόμα ψηλαφητή, ενώ η αριστερή δεν ήταν, άρα υπήρχε βελτίωση. Ξεκαθάρισε ο μάρτυρας ότι ο αιμόφιλος και ο πρωτέας όπως και τα χλαμύδια και η γονόρροια είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενα βακτήρια, όχι όμως κατ΄ ανάγκη το κολοβακτηρίδιο. Στις περιπτώσεις μόλυνσης από πρωτέα η σωστή θεραπεία γίνεται και με την παραχώρηση αντιβίωσης και στο σύντροφο της γυναίκας αλλιώς θα της το ξαναμεταδώσει. Στην περίπτωση της Ενάγουσας ο μάρτυρας δεν χορήγησε αντιβίωση στο σύντροφο της αφού όπως κατάλαβε αυτός ζούσε στην Αγγλία. Οι συνάδελφοι του ιατροί στην Αγγλία είχαν δώσει στο σύντροφο της αντιβίωση για τα μικρόβια που βρήκαν τα οποία όμως αυτός δεν γνώριζε ποια ήταν. Μ.Υ.1 κατέθεσε η Δέσπω Ευαγγέλου, νοσηλεύτρια, εργαζόμενη από το 2002 στο ιατρείο του Εναγόμενου. Εκτελεί χρέη βοηθού της υπεύθυνης του ιατρείου Γιούλας Περικλέους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αρχείου που τηρείται στο ιατρείο του Εναγόμενου η κάρτα ασθενούς για την Ενάγουσα ανοίχθηκε στις 02.04.2004. Έκτοτε διατηρείται στο αρχείο του ιατρείου που τηρείται από τον Εναγόμενο, οι δε πληροφορίες και τα στοιχεία συμπληρώνονται και καταχωρούνται από τον ίδιο. Την κατοχή και φύλαξη του αρχείου έχει η Γιούλα Περικλέους. Μέσα στα καθήκοντα της, όπως και της Γιούλας Περικλέους, είναι η μέχρι τέλους διεκπεραίωση (follow
  2. up)όταν το ζητήσει ο Εναγόμενος. Αναλόγως της περίπτωσης υπάρχει επικοινωνία με τον πελάτη - ασθενή για περαιτέρω εξετάσεις, αναλύσεις αίματος που πιθανόν να ζητηθούν από τον Εναγόμενο, οπότε ζητούνται τα αντίγραφα των αποτελεσμάτων για καταχώρηση τους στο αρχείο του ιατρείου. Η Μ.Υ.1 μαζί με τη Γιούλα Περικλέους διευθέτησαν στην Πολυκλινική Υγεία, στις 15.04.2009, κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου την κράτηση χειρουργείου για την επόμενη ημέρα. Σύμφωνα με το αρχείο του Εναγόμενου μετά την επέμβαση που αυτός έκανε στην Ενάγουσα, η τελευταία επισκέφθηκε το ιατρείο του στις 24.04.2009 για μετεγχειρητικό έλεγχο. Θυμόταν πως η Ενάγουσα κατά αυτήν την ημερομηνία είχε καλή εικόνα, δεν φαινόταν να την ταλαιπωρούσε κάτι και ήταν καλά στην υγεία της. Κατά την εξέταση της Ενάγουσας ήταν παρούσα, ο Εναγόμενος την εξέτασε με υπέρηχο και δακτυλική εξέταση. Θυμόταν ότι μετά τις 24.04.2009 η Ενάγουσα ξαναεπισκέφθηκε το ιατρείο του Εναγόμενου που σύμφωνα με το αρχείο του ιατρείου αυτό ήταν στις 18.05.2009. Απ΄ ότι την πληροφόρησε ο Εναγόμενος στις 18.05.2009 την παρέπεμψε σε γαστρεντερολόγο το Δρα Α. Βανέζο. Η Ενάγουσα δεν επικοινώνησε ξανά μαζί τους και ως εκ τούτου για σκοπούς ενημέρωσης του αρχείου του Εναγόμενου, υπήρξε επικοινωνία με το ιατρείο του Δρα Α. Βανέζου ο οποίος έδωσε αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού ημερομηνίας 04.06.2009 και το οποίο αποτελεί μέρος του αρχείου του Εναγόμενου. Ως μέρος του αρχείου του Εναγόμενου είναι και το έγγραφο που ετοιμάστηκε από το Δρα Μιχάλη Βαρνάβα ημερομηνίας 06.06.2009 το οποίο παρέλαβε η ίδια από τον Εναγόμενο αφού προηγουμένως η μητέρα της Ενάγουσας ενημέρωσε για τη σχετική ακτινολογική εξέταση. Η μητέρα της Ενάγουσας επισκέφθηκε το ιατρείο του Εναγόμενου στις 15.06.2009 κατόπιν προγραμματισμένου ραντεβού για να υποβληθεί η ίδια σε τεστ Παπανικολάου. Κατά αυτή την ημερομηνία η μητέρα της Ενάγουσας δεν υπέβαλε κάποιο παράπονο στην ίδια ή στη Γιούλα Περικλέους αναφορικά με την υγεία της Ενάγουσας. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο γιατρός Ανδρέας Βανέζος, γαστρεντερολόγος. Από το 1987 διατηρεί δικό του ιατρείο. Συνεργάζεται με διάφορους γιατρούς και πολυκλινικές. Η Ενάγουσα τον επισκέφθηκε στις 02.06.2009 μαζί με τη μητέρα της, κατόπιν προγραμματισμένου ραντεβού και αφού τον είχε ενημερώσει προηγουμένως ο Εναγόμενος ζητώντας του να την υποβάλει σε εξέταση, αφού ο τελευταίος δεν εντόπιζε κάτι γυναικολογικό. Αφού πήρε το ιστορικό της Ενάγουσας προέβηκε σε κλινική εξέταση. Έκανε ψηλάφηση για τυχόν μάζα ή τυχόν έντονο οξύ σημείο. Δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Η Ενάγουσα ήταν απύρετη, είχε όμως ευαισθησία κατά τη ψηλάφηση στο κάτω μέρος της κοιλιάς, δεξιά. Τη ρώτησε αν είχε κάνει άλλες εξετάσεις και του ανέφερε ότι είχε γίνει γυναικολογική εξέταση και έλεγχος. Επίσης του ανέφερε για αιματολογικές εξετάσεις, ζήτησε να τις δει και δεν τις είχε μαζί της, του είπε όμως ότι ήταν όλα εντάξει. Της εισηγήθηκε τότε να προχωρήσει με ολική κολονοσκόπηση στο παχύ έντερο. Ρώτησε επίσης αν είχε προηγηθεί υπερηχογράφημα και η μητέρα της απάντησε αρνητικά, γι΄ αυτό, ο μάρτυρας εισηγήθηκε να γίνει υπερηχογράφημα για την κάτω και άνω κοιλία. Ορίστηκε να γίνει κολονοσκόπηση στις 05.06.2009 πλην όμως στις 04.06.2009 η μητέρα της Ενάγουσας τον ενημέρωσε ότι η τελευταία δεν επιθυμούσε να κάνει τέτοια εξέταση. Αυτός εισηγήθηκε να γίνει τουλάχιστον το υπερηχογράφημα. Ο μάρτυρας είχε ήδη ενημερώσει τον Εναγόμενο για τον προγραμματισμό της κολονοσκόπησης και τον υπέρηχο. Ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι είχε γίνει ήδη υπέρηχος και γυναικολογική εξέταση και ήταν όλα εντάξει. Σε ερώτηση αν η Ενάγουσα έδειχνε να είχε λοίμωξη της πυέλου ο μάρτυρας ανέφερε πως παίρνοντας ως δεδομένο ότι η Ενάγουσα ήταν απύρετη και κινείτο κανονικά, έστω και αν είχε κάποια ευαισθησία χωρίς όμως οξύ πόνο, απέκλεισε κάτι τέτοιο αφού ψηλάφησε τα γεννητικά της όργανα και δεν εντόπισε οποιαδήποτε διόγκωση. Παρατήρησε γενικά πως, ένας πόνος στο στομάχι μπορεί να σημαίνει και έμφραγμα μυοκαρδίου. Επίσης ένας πόνος στην κοιλιά μπορεί να σημαίνει πάρα πολλά πράγματα. Ο ίδιος δεν γνώριζε όταν εξέταζε την Ενάγουσα περί της διακοπής της κύησης. Γι΄ αυτό άλλωστε δεν έγραψε οτιδήποτε στο Τεκμήριο 63 που ετοίμασε. Την Ενάγουσα δεν την ξαναείδε, ωστόσο, 2-3 χρόνια πριν τη δίκη συνάντησε τη μητέρα της, και από τα λεγόμενα της αποκόμισε την εντύπωση ότι τον βολιδοσκοπούσε για τις προθέσεις του να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, λέγοντας του ότι η κόρη της κινήθηκε δικαστικά εναντίον του Εναγόμενου, αναφέροντας του παράλληλα ότι ήταν συγγενής με τη σύζυγο του. Αυτός της ανέφερε επιγραμματικά ότι αν χρειαστεί ως μάρτυρας τότε θα υποστηρίξει ό,τι έγινε με αληθή τρόπο. Απέρριψε κατηγορηματικά υποβολή, κατά την αντεξέταση, ότι ετοίμασε εκ των υστέρων το Τεκμήριο 63. Μ.Υ.3 κατέθεσε η Helen Αγαθαγγέλου, νοσηλεύτρια, προϊστάμενη στο Γυναικολογικό Τμήμα της Πολυκλινικής Υγείας. Έχει κάνει σχετικές σπουδές στην Αγγλία και έχει συνολικά 40 χρόνια εμπειρίας. Γνωρίζει τον Εναγόμενο ως γιατρό γυναικολόγο που συνεργάζεται με την Πολυκλινική υγεία. Θυμόταν την περίπτωση της Ενάγουσας η οποία υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από τον Εναγόμενο. Αυτή την παρέλαβε αρχικά και την έβαλε σε δωμάτιο συμπληρώνοντας σχετική φόρμα. Την Ενάγουσα είδε πρώτα ο αναισθησιολόγος και μετά ο Εναγόμενος. Πριν εισέλθουν στο χειρουργείο, συμπληρώθηκε η γραπτή συγκατάθεση ώστε να χειρουργηθεί η Ενάγουσα. Επίσης αυτή συμπλήρωσε τη σχετική φόρμα (Τεκμήριο 65) πριν και μετά το χειρουργείο αναφορικά με αναλώσιμα που χρησιμοποιήθηκαν. Θυμόταν ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επιπλοκή κατά την επέμβαση της Ενάγουσας. Μ.Υ.4 κατέθεσε ο γιατρός Νέαρχος Παπακώστας, Εναγόμενος. Αναφέρθηκε στη συνομιλία που είχε με τη μητέρα της Ενάγουσας πριν τη χειρουργήσει. Ήταν η θέση του ότι σε καμία περίπτωση υποχρέωσε την Ενάγουσα να έρθει από την Αγγλία για να την υποβάλει σε χειρουργική επέμβαση, αποδέχθηκε όμως ότι εξήγησε στη μητέρα της πως η μέθοδος της αναρρόφησης είναι πιο ασφαλής και εν πάση περιπτώσει η χρήση χαπιού δεν ήταν επιτρεπτή στην Κύπρο. Προχώρησε στην επέμβαση στις 16.04.2009 αφού την προηγούμενη μέρα είχε προβεί σε εξέταση της Ενάγουσας. Κατά την επέμβαση δεν υπήρξε οποιαδήποτε επιπλοκή και απέρριψε κατηγορηματικά ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί διάτρησης ή τραυματισμού της μήτρας της. Επίσης απέρριψε τη θέση ότι επήλθε οποιαδήποτε μόλυνση στην Ενάγουσα, μετεγχειρητικά, αφού αυτός της είχε χορηγήσει σχετική αντιβίωση αλλά και επειδή κατά την εξέταση που την υπέβαλε στις 24.04.2009, δεν υπήρχαν οποιαδήποτε συμπτώματα που να τον οδηγούσαν σε υποψία για κάτι τέτοιο. Αυτός ήταν και ο λόγος που παρέπεμψε την Ενάγουσα σε εξέταση από τον γιατρό Βανέζο, γαστρεντερολόγο, αφού ο ίδιος από τη γυναικολογική εξέταση έβρισκε πως ήταν όλα φυσιολογικά. Την ίδια άποψη είχε και κατά την εξέταση που υπέβαλε την Ενάγουσα στις 18.05.2009 όταν τον επισκέφθηκε μετά από παράπονο για πόνο στην περιοχή της κοιλιάς και αφού το προηγούμενο βράδυ είχε αυτή επισκεφθεί την Πολυκλινική Υγεία. Μ.Υ.5 κατέθεσε ο ιατρός Τέλης Πατρόκλου, γυναικολόγος μαιευτήρας. Η μαρτυρία του κατευθύνθηκε προς την απόδειξη της θέσης ότι ο Εναγόμενος έχει κάνει σωστά τη δουλειά του. Ο ίδιος αν χρησιμοποιούσε την ίδια μέθοδο διακοπής της κύησης θα χορηγούσε την ίδια αντιβίωση που χορήγησε ο Εναγόμενος. Ανέφερε δε πως δεν ευσταθεί η θέση της Ενάγουσας περί διάτρησης της μήτρας ή τραυματισμού της ή ακόμη και μετεγχειρητικής μόλυνσης, αφού κάτι τέτοιο θα φαινόταν από την εξέταση - υπερηχογράφημα στην οποία την υπέβαλε ο ακτινολόγος Βαρνάβας τον Ιούνιο του 2009. Αποδέχθηκε ότι το έγγραφο συγκατάθεσης ασθενούς, για χειρουργική επέμβαση, έχει σήμερα υποστεί πολλές αλλαγές, κυρίως στο θέμα της διατύπωσης στην Αγγλική γλώσσα. Του προκάλεσε απορία ότι, ενώ η Ενάγουσα πήρε αντιβίωση στο Νοσοκομείο του Leeds, 4 μήνες αργότερα εξακολουθούσε να παρουσιάζει το βακτήριο της γονόρροιας όταν την εξέτασε ο συνάδελφος του Αβάνης. Ήταν η θέση του πως αυτό δεν μπορούσε να έχει σχέση με την επέμβαση που ο Εναγόμενος υπέβαλε την Ενάγουσα. Μ.Υ.6 κατέθεσε ο γιατρός Μάριος Λιασίδης, επίσης μαιευτήρας γυναικολόγος και πρόεδρος της Παγκύπριας Γυναικολογικής και Μαιευτικής Εταιρείας. Η μαρτυρία του ήταν προϊόν αιτήματος ως εξήγησε, του Εναγόμενου για να δώσει τη γνώμη του μέσα από το μαρτυρικό υλικό που υπήρχε. Ανάφερε πως έτυχε στο παρελθόν όπου διαφαινόταν να υπάρχει αμέλεια εκ μέρους ιατρού και αυτός συμβούλευσε να αποζημιωθεί ο ασθενής και να μην φτάσει η υπόθεση στο Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση ήταν η θέση του πως ο Εναγόμενος είχε δίκαιο στις θέσεις του. Τη γνώμη του την στήριξε στο γεγονός ότι (α) δεν υπήρχε συγκεκριμένη διάγνωση από γιατρό για ενδομητρίτιδα και (β) η αντιβίωση που χορήγησε ο Εναγόμενος μετεγχειρητικά στην Ενάγουσα κάλυπτε και την περίπτωση που ενδεχομένως η Ενάγουσα να είχε κάποιο βακτήριο ώστε να μην προκληθεί μόλυνση. Κατέληξε δε, συνεκτιμώντας τα δύο πιο πάνω στοιχεία και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Ενάγουσα μέσα σε περίοδο 7 μηνών επισκέφθηκε 24 φορές 17 διαφορετικούς γιατρούς, σε τρεις διαφορετικές χώρες, η άποψη του ήταν ότι πρόκειτο για σύνδρομο έκτρωσης και τύψεις συνειδήσεως λόγω του ότι διέκοψε την κύηση της σκοτώνοντας ουσιαστικά το παιδί της. Μ.Υ.7 κατέθεσε ο Γιώργος Αντωνιάδης, Ιστοπαθολόγος Κυτταρολόγος. Η μαρτυρία του ήταν τυπική και συνίστατο στο ότι ο Εναγόμενος του απέστειλε εξέταση για βιοψία, τον Ιούνιο του 2009, για Τεστ Παπανικολάου αναφορικά με τη Ρούλα Σταύρου, μητέρα της Ενάγουσας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους καθώς και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων της υπόθεσης, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση τους. Η Μ.Ε.1, Χαρά Σπηλιοπούλου άφησε πολύ καλή εντύπωση και έπεισε ότι έχει τη θεωρητική υποδομή αλλά και εμπειρία για όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία της υπήρξε διαφωτιστική. Στο βαθμό που η μαρτυρία της σχετίζεται με το θεωρητικό υπόβαθρο των όσων ανέλυσε, καθώς και με το περιεχόμενο των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή της, ως προϊόν γνώσης της, γίνεται αποδεκτή. Ωστόσο η γνώμη και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, αναφορικά με την υγεία της Ενάγουσας, μετά την επέμβαση στην οποία την υπέβαλε ο Εναγόμενος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Ο λόγος έγκειται στο ότι αφενός το περιεχόμενο του έγγραφου υλικού που δόθηκε στη Μ.Ε.1 δεν αποδείχθηκε στη δίκη με μαρτυρία στην οποία μπορεί να δοθεί βαρύτητα, αφού τα πρόσωπα που συνέταξαν τα έγγραφα (Τεκμήρια 1-13) δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται ότι η κατάθεση Τεκμηρίων 2, 7 και 8 έγινε για τον περιορισμένο σκοπό, ότι αυτά είναι που είχε στη διάθεση της και μελέτησε η μάρτυρας, και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Σημειώνεται ακόμη πως το Τεκμήριο 8 το οποίο φαίνεται να προέρχεται από το The Leeds Teaching Hospital ομιλεί περί εισαγωγής της Ενάγουσας λόγω πιθανής μόλυνσης (Admitted with likely PID) και δεν αναφέρεται σε ξεκάθαρη διάγνωση, κάτι που δεν σχολιάστηκε από τη Μ.Ε.1. Περαιτέρω το υλικό που δόθηκε στη Μ.Ε.1 δεν της παρείχε την ευχέρεια για να έχει ολοκληρωμένη άποψη ή να τοποθετηθεί ή να διαφοροποιήσει τη γνώμη της με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Αυτό γιατί η Μ.Ε.1 δεν είχε υπόψη της ότι ο Εναγόμενος μετεγχειρητικά (ως είναι αποδεκτό) χορήγησε αντιβίωση στην Ενάγουσα η οποία κάλυπτε βακτήρια τα οποία προκαλούν τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου (PID). (Σημειώνεται πως η θέση της Ενάγουσας δεν ήταν πως δεν της χορηγήθηκε αντιβίωση αμέσως μετά την επέμβαση). Όσον αφορά στις Μ.Ε.2 και 3, μητέρα της Ενάγουσας και την Ενάγουσα αντίστοιχα, κρίνεται ότι στο βαθμό που η μαρτυρία τους είναι αποδεκτή, είτε γιατί είναι παραδεκτή μέσα από τα δικόγραφα είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο την αποδέχεται. Όσον αφορά όμως τα σημεία της μαρτυρίας που αμφισβητήθηκαν και παρουσιάστηκε αντίθετη μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης, ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια το Δικαστήριο επιλέγει να μην την αποδεχθεί. Το Δικαστήριο θεωρεί πως υπήρξαν υπερβολές μέσα από τη μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων, προκύπτουσες από έντονη πικρία προφανώς θεωρώντας υπεύθυνο τον Εναγόμενο. Υπήρξε εμμονή σε συμπεράσματα που μόνο ιατρική μαρτυρία δύναται να πείσει το Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους αυτή θα είχε σημασία ή βαρύτητα μόνο εάν επιβεβαιωνόταν από κάποιο ιατρό. Υπενθυμίζεται ότι η Ενάγουσα έκανε λόγο για διάτρηση της μήτρας της, ωστόσο, όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία αλλά τόσο η ιατροδικαστής Σπηλιοπούλου (Μ.Ε.1) όσο και ο Μ.Ε.4 κατέθεσαν πως δεν υπήρχε θέμα διάτρησης της μήτρας από τον Εναγόμενο κατά την επέμβαση. Παρατηρείται ακόμη ότι κατά τη μαρτυρία της η Ενάγουσα κατέθεσε πως ο Μ.Ε.4, κατά τις εξετάσεις που την υπέβαλε, της έκανε λόγο για διάτρηση της μήτρας. Πρόκειται για αρνητικό στοιχείο στην αξιοπιστία της. Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό για τραυματισμό της μήτρας ο Μ.Ε.4 δεν έκανε λόγο για κάτι τέτοιο. Η δε Μ.Ε.1 η οποία αναφέρθηκε σε τραυματισμό από πιθανή επέμβαση στηρίχθηκε στα όσα γράφτηκαν στο Τεκμήριο 10 στο οποίο το Δικαστήριο δεν δίνει βαρύτητα για το λόγο ότι η ιατρός που το συνέταξε δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Μ.Ε.4 κατέθεσε ο γιατρός Αβάνης, άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, ήταν πολύ επεξηγηματικός και διαφωτιστικός στη μαρτυρία του. Απαντούσε χωρίς περιστροφές και χωρίς τάση υπερβολής, περιορίστηκε μόνο στα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε από τις εξετάσεις που υπέβαλε την Ενάγουσα και στηριζόμενος σε ευρήματα που προέκυψαν από αναλύσεις στις οποίες παρέπεμψε την Ενάγουσα. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της εκτός όπου αυτή δεν προέρχεται από προσωπική γνώση. Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 κρίνεται επίσης αποδεκτή. Δεν παραγνωρίζεται ότι είναι εργοδοτούμενη του Εναγόμενου ωστόσο κατά την αντεξέταση της παρέμεινε σταθερή και ξεκαθάρισε στη μαρτυρία της, εκεί όπου η γνώση της προερχόταν από άλλη πηγή, την οποία επικαλέστηκε, κυρίως το φάκελο - κάρτα ασθενούς της Ενάγουσας την οποία συμπλήρωνε ο Εναγόμενος, ενώ αυτή, μαζί με άλλη υπάλληλο του Εναγόμενου, διατηρούσαν στο αρχείο του ιατρείου. Δεν εντοπίζονται κλονιστικά στοιχεία μέσα από τη μαρτυρία της. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο γιατρός Α. Βανέζος γαστρεντερολόγος. Άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, ήταν επεξηγηματικός και παρουσίασε με γλαφυρότητα και λεπτομέρεια τα όσα διαμείφθηκαν κατά την εξέταση την οποία υπέβαλε την Ενάγουσα, κατόπιν παραπομπής της από τον Εναγόμενο. Καλή επίσης εντύπωση άφησε και η Μ.Υ.3 εργαζόμενη στην Πολυκλινική Υγεία, η οποία ήταν παρούσα κατά την εισαγωγή της Ενάγουσας πριν την επίδικη επέμβαση συμπληρώνοντας τα διαδικαστικά της εισαγωγής έγγραφα. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε τάση υπεκφυγής στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν αλλά ούτε και υπερβολή στις απαντήσεις της. Κατά την αντεξέταση απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Αξιόπιστος κρίνεται και ο Μ.Υ.4, Εναγόμενος. Επικεντρωμένο το Δικαστήριο στα ουσιώδη ζητήματα που άπτονται των επίδικων θεμάτων, διαφαίνεται πως η θέση του ότι, δεν υπήρξε τραυματισμός ή διάτρηση της μήτρας της Ενάγουσας παραμένει πειστική ενώπιον του Δικαστηρίου ενόψει της μη προσκόμισης αντίθετης, αποδεκτής, ιατρικής μαρτυρίας από πλευράς της Ενάγουσας. Συμπορεύεται ως προς τα θέματα αυτά με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4. Υπενθυμίζεται επίσης ότι στο θέμα της χορήγησης αντιβίωσης, μετεγχειρητικά της επέμβασης στην Ενάγουσα, δηλώθηκε από το συνήγορο της, κατά τη δίκη, ευθέως πως δεν αμφισβητείται. Ο Εναγόμενος υπέστηκε μακροσκελή αντεξέταση και η μαρτυρία του ήταν σταθερή, δεν εντοπίζονται κλονιστικά στοιχεία πλην ενός σημείου που άπτεται της πληροφόρησης-ενημέρωσης προς την Ενάγουσα για τους πιθανούς κινδύνους εξαιτίας της επέμβασης. Το μέρος αυτής της μαρτυρίας δεν γίνεται αποδεκτό αφού το Δικαστήριο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες πως ο Εναγόμενος εξήγησε με λεπτομέρεια στην Ενάγουσα τους κινδύνους από την επέμβαση, όπως τους ανέφερε στο Δικαστήριο, δηλαδή ότι ήταν ενδεχόμενο να υπάρξει διάτρηση ή τραυματισμός της μήτρας ή αιμορραγία ή πυρετός. Λογικό ήταν εάν κάτι τέτοιο αναφερόταν στην Ενάγουσα θα ακολουθούσε κάποια συζήτηση προκαλούμενη από ερωτήματα εκ μέρους της Ενάγουσας ή περαιτέρω εξηγήσεις από τον Εναγόμενο ως προς την αντιμετώπιση τέτοιων κινδύνων. Δεν υπήρξε όμως τέτοια αναφορά. Υπενθυμίζεται άλλωστε πως η θέση του Εναγόμενου ήταν πως έκανε αναφορά για τέτοιους κινδύνους όχι μόνο στο ιατρείο του, την προηγούμενη μέρα της επέμβασης, αλλά και λίγο πριν η Ενάγουσα εισέλθει στο χειρουργείο. Κάτι τέτοιο κρίνεται ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική, άλλωστε κατά τη θέση του την πληροφόρησε στο ιατρείο του, προς τι η επανάληψη λίγα λεπτά πριν το χειρουργείο και αφού της επίσκεψης του προηγήθηκε η επίσκεψη του αναισθησιολόγου, ως κατέθεσε η Μ.Υ.3, που προφανώς της χορηγήθηκε αναισθητικό. Σημειώνεται πως στο έντυπο συγκατάθεσης ουδείς από αυτούς τους κινδύνους αναφέρεται. Συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του Μ.Υ.4 ότι πληροφόρησε ή προειδοποίησε την Ενάγουσα περί των κινδύνων που ανάφερε στη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.4 δεν άφησε την εντύπωση πως δεν αντιλαμβανόταν τη σημασία αυτής του της παράλειψης και προφανώς ήθελε να την καλύψει. Αξιόπιστοι κρίνονται και οι Μ.Υ.5 και 6 οι οποίοι ως γυναικολόγοι διαφώτισαν το Δικαστήριο περί του τρόπου που αναπτύσσεται, και την αιτία που προκαλείται, η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου (PID). Δεν παραγνωρίζεται ότι και οι δύο είναι γυναικολόγοι, μαιευτήρες, με ίδια ειδικότητα όπως αυτή που έχει ο Εναγόμενος. Αυτό όμως δεν είναι ικανό στοιχείο ώστε το Δικαστήριο να μην δεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία τους. Αντίθετα το περιεχόμενο της μαρτυρίας του είναι τέτοιο το οποίο στηριζόμενο στη λογική του ιστορικού της Ενάγουσας αλλά και των αδιαμφισβήτητων ενεργειών του Εναγόμενου, ήτοι ότι χορήγησε αντιβίωση μετεγχειρητικά αλλά και η απουσία ευρημάτων που να συνάδουν με μόλυνση όταν η Ενάγουσα εξετάστηκε από τον ακτινολόγο Βαρνάβα 06.06.2009 (το αποτέλεσμα της εξέτασης - Τεκμήριο 5 και 62(α) - το αποδέχονται και οι δύο πλευρές, η διαφωνία τους έγκειται σε άλλο θέμα) λειτουργούν ως ισχυρά στοιχεία για αποδοχή της μαρτυρία τους. Όσον αφορά τον Μ.Υ.7, επίσης η τυπική μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα: Με βάση αποδεκτή μαρτυρία καθώς και τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως θα εκτεθούν στη συνέχεια: Ο Εναγόμενος είναι ιατρός, γυναικολόγος, και διατηρεί ιατρείο για εξάσκηση του επαγγέλματος του στη Λεμεσό, συνεργάζεται δε, όταν χειρουργεί, με την, ιδιωτική κλινική, Πολυκλινική Υγεία. Αρχές του Απριλίου του 2009 επικοινώνησε με τον Εναγόμενο η Μ.Ε.2, μητέρα της Ενάγουσας, πληροφορώντας τον ότι η τελευταία ήταν έγκυος, σε αρχικό στάδιο, και ήθελε να προβεί σε διακοπή της κύησης της. Στην Αγγλία, όπως του είπε, όπου βρισκόταν η Ενάγουσα, της προτάθηκε από ιατρούς να διακόψει την κύηση με τη χρήση χαπιού. Ο Εναγόμενος έδωσε την άποψη ότι η χρήση χαπιού δεν ήταν η πιο ασφαλής και ούτως ή άλλως δεν επιτρέπεται στην Κύπρο ως μέθοδος διακοπής κύησης, και ότι ήταν πιο ασφαλής η μέθοδος αναρρόφησης την οποία μπορούσε αυτός να κάνει στην Κύπρο. Η Ενάγουσα ήρθε στην Κύπρο και στις 15.04.2009 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο ο οποίος αφού την εξέτασε προγραμμάτισε, για την επόμενη ημέρα, χειρουργική επέμβαση για διακοπή της κύησης. Στις 16.04.2009 η Ενάγουσα μετέβηκε στην Πολυκλινική Υγεία και εισάχθηκε ως ασθενής για σκοπούς της εν λόγω επέμβασης από τον Εναγόμενο, η οποία όντως έγινε, αφού προηγουμένως ο Εναγόμενος δεν εξήγησε στην Ενάγουσα πιθανούς κινδύνους από την επέμβαση αλλά προφανώς έκανε μια γενική καθησυχαστική αναφορά, πως επρόκειτο για επέμβαση ρουτίνας. Για τη χειρουργική επέμβαση χορηγήθηκε αναισθητικό από αναισθησιολόγο και η Ενάγουσα, όταν ξύπνησε από τη γενική νάρκωση που υποβλήθηκε, εξήλθε την ίδια μέρα της Πολυκλινικής Υγείας με οδηγίες του Εναγόμενου να τον επισκεφθεί σε μία εβδομάδα για εξέταση και παρακολούθηση της μετεγχειρητικής της πορείας. Επίσης της χορηγήθηκε από τον Εναγόμενο αντιβίωση για πρόληψη, από πιθανές μετεγχειρητικές μολύνσεις, η οποία αντιβίωση κάλυπτε μεταξύ άλλων και τη φλεγμονώδη νόσο της πυέλου (PID - Pelvis Inflammatory Disease) η οποία θα την κάλυπτε για περίοδο 7 ημερών. Κατά την επέμβαση δεν υπήρξε οποιαδήποτε επιπλοκή. Στις 24.04.2009 η Ενάγουσα επισκέφθηκε το ιατρείο του Εναγόμενου, μαζί με την μητέρα της, για έλεγχο της μετεγχειρητικής της πορείας. Η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνο στην κοιλιά και ο Εναγόμενος αφού προέβηκε σε γυναικολογική εξέταση καθώς και σε υπερηχογράφημα δεν διαπίστωσε σχετικό σύμπτωμα, θεώρησε δε ότι όλα έβαιναν καλώς με την επέμβαση. Στις 17.05.2009, και αφού η Ενάγουσα είχε ενοχλήσεις στην κοιλιά μετέβηκε στην Πολυκλινική Υγεία όπου της χορηγήθηκε παυσίπονη ένεση. Την επόμενη μέρα 18.05.2009 επισκέφθηκε τον Εναγόμενο ο οποίος δεν διαπίστωσε οτιδήποτε το ύποπτο από τη γυναικολογική εξέταση. Την παρέπεμψε ως εκ τούτου στο γαστρεντερολόγο, Α. Βανέζο (Μ.Υ.2), ο οποίος αφού την εξέτασε στις 02.06.2009 δεν εντόπισε κάτι συγκεκριμένο, παρά την ευαισθησία που διαπίστωσε στην περιοχή της κοιλιάς της Ενάγουσας και ως εκ τούτου την παρέπεμψε για κολονοσκόπηση, την οποία όμως η Ενάγουσα αποφάσισε να μην κάνει. Στις 06.06.2009 επίσης η Ενάγουσα υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα (Τεκμήρια 5 και 62(α)) άνω και κάτω κοιλίας από τον ακτινολόγο Βαρνάβα και δεν διαπιστώθηκε κάτι το μη φυσιολογικό στα γεννητικά της όργανα. Στις 10.06.2009 η Ενάγουσα μεταβαίνει στην Αγγλία όπου βρισκόταν και ο σύντροφος της. Στις 14.06.2009 νοιώθει πόνους στην κοιλιά και επισκέπτεται Νοσοκομείο στο Leeds όπου της χορηγείται αντιβίωση. Το ίδιο συμβαίνει και στις 13.07.2009 όταν πάλι η Ενάγουσα επισκέφθηκε το ίδιο Νοσοκομείο. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προγενέστερα δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβεί σε ασφαλή ευρήματα ως προς την αιτία ή τη διάγνωση για τα παράπονα της Ενάγουσας, κατά τις δύο αυτές επισκέψεις. Στις 18.08.2009 η Ενάγουσα ήρθε στην Κύπρο. Στις 24.08.2009 και 28.08.2009 επισκέφθηκε το γυναικολόγο Π. Αβάνη (Μ.Ε.4), ο οποίος κατόπιν εξέτασης και αναλύσεων διαπίστωσε ότι αυτή είχε μόλυνση εσωτερικά της μήτρας και της χορήγησε αντιβίωση - κεφαλοσπορίνη τρίτης γενιάς. Στις 26.08.2009 που έγιναν αναλύσεις έδειξαν ότι υπήρχαν στην Ενάγουσα τα βακτήρια του πρωτέα και του αιμόφιλου, τα οποία προκαλούν τη μόλυνση P.I.D. και είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενα μικρόβια. Ο γιατρός Αβάνης την εξέτασε ξανά στις 23 και 26.09.2009 και της χορήγησε πάλι αντιβίωση. Κατ΄ αυτή την επίσκεψη λήφθηκαν κολπικά υγρά από την Ενάγουσα και από την καλλιέργεια τους διαπιστώθηκε ότι υπήρχε κολοβακτηρίδιο, το οποίο δεν εντοπίζεται εύκολα. Δεν απέκλεισε το γεγονός να υπήρχε αυτό το μικρόβιο και κατά τις αναλύσεις που έγιναν τον Αύγουστο έστω και αν εμφανίστηκαν μόνο τα βακτήρια του πρωτέα και του αιμόφιλου, λόγω του ότι είναι πιο ισχυρά και εμφανίζονται πιο εύκολα, από το κολοβακτηρίδιο. Λόγω του ότι οι υπόλοιποι ιατροί, τους οποίους η Ενάγουσα ανέφερε ότι επισκέφθηκε δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, δεν δίδεται βαρύτητα στα εξ ακοής λεγόμενα τους, τα οποία κατέθεσε η Ενάγουσα και η μητέρα της είτε περιέχονται σε σχετικά πιστοποιητικά, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 59, και ως εκ τούτου δεν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν ανάλογα ευρήματα. Ως έχει εξηγηθεί, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα ότι κατά την επίδικη επέμβαση, ο Εναγόμενος προκάλεσε διάτρηση ή τραυματισμό της μήτρας της Ενάγουσας, ώστε να προκληθεί φλεγμονώδης νόσος της πυέλου (P.I.D.). Νομική πτυχή:- Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης, βρίσκεται στην Ενάγουσα να αποδείξει τους ισχυρισμούς της οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της αποδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό αυτής, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη

(1997)1 Α.Α.Δ. 614 αναφέρθηκαν, ως προς τα καθήκοντα των ιατρών, τα εξής: «Το καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Αshcroft v. Mersey Regional Health Authority [1983] 2 All E.R.
  1. Συνίσταται, στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα, καθήκον το οποίο, στην περίπτωση του ωτορινολαρυγγολόγου, προσλαμβάνει τη μορφή της δεξιότητας που αναμένεται από ιατρό της ειδικότητάς του. Η προσέγγιση του Δικαστή Kilner Brown, J., στην πιο πάνω υπόθεση, έτυχε της έγκρισης του Αγγλικού Εφετείου (βλ. Note Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority [1985] 2 All E.R. 96.) To επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J., στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R.
  2. Eίναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποίαν αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (Βλ. μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. of Bethlem Royal Hospital [1985] A.C. 871, 893-894; Wilsher v. Essex A.H.A. [1987] Q.B. 730.)» Η υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Management Committee
(1957)1 W.L.R. 582, αποτέλεσε αντικείμενο εκτενούς ενασχόλησης με το καθήκον των ιατρών. Αναφέρθηκε ότι: (
  1. i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας εάν ενεργεί σύμφωνα με μια πρακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
  2. ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να πετύχει ένας ασθενής σε απαίτηση στη βάση του ότι δεν του δόθηκε προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν, θα πρέπει να αποδείξει πως αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία. Η Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, στις λεπτομέρειες αμέλειας της Έκθεσης Απαίτησης της, προβάλλει τη θέση ότι ο Εναγόμενος, πριν την υποβάλει στην επίδικη εγχείρηση, δεν την προειδοποίησε για τους κινδύνους βλάβης ή μόλυνσης ή διάτρησης ή τραυματισμού της μήτρας. Το ζήτημα αυτό, έτυχε εκτενούς ανάλυσης στην υπόθεση Α. Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, με άντληση καθοδήγησης από αγγλική νομολογία στην οποία το Δικαστήριο παραπέμπει. Παράθεση σχετικών αποσπασμάτων από την εν λόγω υπόθεση δεν κρίνεται απαραίτητη λόγω των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο επήλθε διάτρηση ή όχι, ή τραυματισμός στη μήτρα της Ενάγουσας. Συμπεράσματα:- Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και κανόνων που έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο καλείται πρώτιστα να αποφασίσει εάν αποδεικνύονται οποιεσδήποτε των λεπτομερειών αμέλειας που αποδίδονται στον Εναγόμενο, μέσα από την Έκθεση Απαίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των λεπτομερειών αμελείας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτές περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι ο Εναγόμενος κατά την επίδικη επέμβαση προκάλεσε διάτρηση στη μήτρα της Ενάγουσας ή τραυματισμό αυτής και ως εκ τούτου προκλήθηκε μόλυνση, και ως ξεκαθαρίζεται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση (παράγραφος 14), η μόλυνση δεν ήταν εξαιτίας αυτής καθ΄ εαυτής της επέμβασης. Με βάση τα ευρήματα κρίνεται ότι δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί η ισχυρισθείσα αμέλεια. Όπως διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, άλλωστε η όποια μόλυνση υπήρξε δεν συσχετίστηκε με διάτρηση ή τραυματισμό της μήτρας. Εν πάση περιπτώσει και για το θέμα της μόλυνσης υπάρχουν σοβαρές αδυναμίες ώστε να συσχετισθεί αυτή με την επίδικη επέμβαση, οι λόγοι εξηγούνται στη συνέχεια. Παρότι ο ιατρός Αβάνης διαπίστωσε ότι υπήρχε μόλυνση (P.I.D.) στην Ενάγουσα, σε καμία περίπτωση ο γιατρός συνέδεσε τη μόλυνση ή απέδωσε αυτήν στη χειρουργική επέμβαση στην οποία ο Εναγόμενος υπέβαλε την Ενάγουσα, 4 περίπου μήνες πριν. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να δικαιολογεί συμπέρασμα για σύνδεση της μόλυνσης αυτής με την επίδικη χειρουργική επέμβαση. Αντίθετα η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου επιβάλλει πως δεν πρέπει να συνδεθεί. Αυτή η μαρτυρία δεν προκύπτει μόνο από πλευράς Υπεράσπισης αλλά προσφέρθηκε και από πλευράς της Ενάγουσας μέσω του ιατρού Αβάνη. Με λίγα λόγια πριν τη διαπίστωση της μόλυνσης P.I.D. μεσολάβησαν γεγονότα που καθιστούν τη μόλυνση απίθανη να σχετίζεται με την επίδικη επέμβαση παρά πιθανή. Ειδικότερα: (α) Πρόκειται για την ύπαρξη του μικροβίου του κολοβακτηριδίου το οποίο υπήρχε στον οργανισμό της Ενάγουσας το Σεπτέμβριο του 2009 και ενδεχομένως να υπήρχε και προγενέστερα όπως κατέθεσε ο γιατρός Αβάνης, όταν διαπίστωσε τη μόλυνση, και το οποίο αποτελεί αιτία για πρόκληση της. (β) Τα βακτήρια του πρωτέα και αιμόφιλου, τα οποία υπήρχαν κατά τις αναλύσεις που ο γιατρός Αβάνης υπέβαλε την Ενάγουσα, τον Αύγουστο του 2009, είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενα μικρόβια προκαλούντα τη μόλυνση του P.I.D. Η Ενάγουσα επέστρεψε στην Αγγλία στις 10.06.2009 όπου συζούσε με το σύντροφο της. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε χορηγηθεί αντιβίωση, προγενέστερα, σε αυτόν αφού κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο σε τέτοιες περιπτώσεις, ως εξηγήθηκε από τον ιατρό Αβάνη. Προφανώς αν υπήρχαν στην Ενάγουσα τέτοια μικρόβια ώστε να εισέλθουν στον κόλπο της, με τη διαδικασία της αναρρόφησης, λογικό είναι να τα είχε και ο σύντροφος της και της τα ξαναμετέφερε (τα μικρόβια) όταν επέστρεψε στην Αγγλία, έστω και αν της είχε δοθεί αντιβίωση από τον Εναγόμενο στις 16.04.2009 η οποία την κάλυψε για επτά ημέρες. (γ) Αμέσως μετά την επίδικη χειρουργική επέμβαση ο Εναγόμενος χορήγησε αντιβίωση στην Ενάγουσα με την οποία καλύφθηκε και το ενδεχόμενο πρόκλησης της μόλυνσης του P.I.D. Η ενέργεια του αυτή, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, αποτελούσε και την ενδεδειγμένη πρακτική επιλογή ως ιατρού που υπέβαλε την Ενάγουσα στην επίδικη χειρουργική επέμβαση. Δεν υποδείχθηκε από πλευράς Ενάγουσας, μέσω μαρτυρίας, πως ο Εναγόμενος θα έπρεπε να πράξει οτιδήποτε άλλο και δεν το έπραξε. Την ίδια άλλωστε αντιβίωση - κεφαλοσπορίνη τρίτης γενιάς - χορήγησε και ο Μ.Ε.4 Π. Αβάνης όταν διαπίστωσε τη μόλυνση. (δ) Η εξέταση με υπερηχογράφημα άνω και κάτω κοιλίας, από τον ακτινολόγο Βαρνάβα (Τεκμήρια 5 και 62(α)), (το αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης αποδέχονται και οι δύο πλευρές), η οποία έγινε στις 06.06.2009, δεν έδειξε οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογούσε την ύπαρξη μόλυνσης σε εκείνο το στάδιο. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι η Μ.Ε.1 υποστήριξε πως η εξέταση με υπερηχογράφημα αποτελεί τη δεύτερη κατά σειρά εξέταση για διαπίστωση της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου. Τέτοιο υπερηχογράφημα άλλωστε έκανε και ο Εναγόμενος κατά την εξέταση της Ενάγουσας στις 24.04.2009 και 18.05.2009 και δεν εντοπίστηκε κάποιο σύμπτωμα. Μετά τις 18.05.2009 η Ενάγουσα δεν ξαναεπισκέφθηκε τον Εναγόμενο (στις 10.06.2009 η Ενάγουσα έφυγε για την Αγγλία) ώστε να του αποδοθεί ευθύνη που δεν την υπέβαλε σε περαιτέρω εξετάσεις με τη σειρά που η Μ.Ε.1 τις υπέδειξε προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπήρχε τέτοια μόλυνση. Αναφορικά με μη προειδοποίηση της Ενάγουσας για τους πιθανούς κινδύνους, αυτή δεν έχει σημασία ή αξία στην παρούσα υπόθεση αφού απαραίτητη προϋπόθεση στοιχειοθέτησης αμέλειας είναι η πρόκληση βλάβης στην απουσία προειδοποίησης. Όπως διαφάνηκε δεν υπήρξε οποιαδήποτε βλάβη στην Ενάγουσα, είτε διάτρηση ή τραυματισμός της μήτρας, συνεπώς είναι άνευ αντικειμένου η απουσία προειδοποίησης των κινδύνων. Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η εν λόγω μόλυνση (P.I.D.) δεν είναι άμεσα συσχετισμένη με την επέμβαση αυτή καθ΄ αυτή, αλλά ενδεχόμενη μόλυνση για την οποία ο Εναγόμενος παραχώρησε αντιβίωση για πρόληψη της. Υπό τις πιο πάνω σκέψεις δεν είναι δυνατό να αποδοθεί αμέλεια στον Εναγόμενο αφού αυτός ενήργησε με πρακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή, όπως κατέθεσαν οι Μ.Υ.5 και 6. Επίσης από πλευράς των Μ.Ε.1 και 4, δεν υποδείχθηκε τι έκανε λάθος ο Εναγόμενος. Δεν παραγνωρίζεται ότι η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε σε καθυστερημένη διάγνωση ή αποτυχία διάγνωσης, πλην όμως όπως αναφέρθηκε η γνώμη της δεν έγινε αποδεκτή αφού δεν είχε υπόψη της το γεγονός της χορήγησης αντιβίωσης από τον Εναγόμενο. Κατά την ακροαματική διαδικασία υπήρξε έντονη αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος προέβηκε σε υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας, ως ήταν η θέση του. Η θέση της Ενάγουσας ήταν πως δεν προέβηκε σε κάτι τέτοιο ή εν πάση περιπτώσει μόνο σε υπερηχογράφημα άνω κοιλίας και είναι γι΄ αυτό που δεν διέγνωσε, τη μόλυνση που ισχυρίζεται ότι υπήρχε, από το αρχικό στάδιο. Πέρα από τα όσα έχει αποφανθεί το Δικαστήριο απορρίπτοντας την εκδοχή της Ενάγουσας για ύπαρξη μόλυνσης στο αρχικό στάδιο, επισημαίνεται πως, αναφορικά με τη διαγνωστική δυνατότητα του υπερηχογραφήματος, υπενθυμίζεται ότι ο Μ.Ε.4 διατηρούσε αμφιβολίες αν το υπερηχογράφημα εμφανίζει στοιχεία για την ύπαρξη της μόλυνσης (P.I.D.) εμμένοντας πως ασφαλέστερη είναι η δακτυλική εξέταση στην οποία ο Εναγόμενος προέβηκε. Συνεπώς έστω χάριν συζήτησης του ζητήματος αυτού, αν ο Εναγόμενος δεν υπέβαλε σε τέτοια εξέταση την Ενάγουσα ο εμπειρογνώμονας που αυτή παρουσίασε εισηγείται πως αυτή η εξέταση θα ήταν άνευ σημασίας. Στο εύλογο ερώτημα γιατί ο Εναγόμενος δεν ζήτησε αναλύσεις κολπικών υγρών ή ούρων όπως έπραξε ο Μ.Ε.4, προφανώς η απάντηση προκύπτει από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν εντόπιζε τα συμπτώματα που εντόπισε ο Μ.Ε.4 τέσσερις μήνες αργότερα μεσολαβούσης της επιστροφής της Ενάγουσας στην Αγγλία. Λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε αμέλεια εκ μέρους του Εναγόμενου, τα διάφορα έξοδα, διεκδικούμενα ως ειδικές ζημιές της Ενάγουσας, είναι καταδικασμένα σε απόρριψη. Ενόψει όλων των προαναφερόμενων η αγωγή δεν δύναται να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση επίσης απορρίπτεται, ως μη προωθηθείσα. Καμιά διαταγή για έξοδα ενόψει της συνεκδίκασης της με την αγωγή. Καμιά μαρτυρία άλλωστε προσάχθηκε είτε προς απόδειξη της ή προς Υπεράσπιση έναντι αυτής. (Υπ.).............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Other actions/Civil/Final Αναφορά: Αστικά Αδικήματα/Ιατρική Αμέλεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.