Αναφορικά με την Αίτηση της Δημοκρατίας της Μολδαβίας για την έκδοση της Harea Rodica, Aίτηση Έκδοσης: 2/15, 5/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aίτηση Έκδοσης: 2/15 Αναφορικά με τον Περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης ΄Εκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικό ) Νόμο 95/70 και Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 και Αναφορικά με την Αίτηση της Δημοκρατίας της Μολδαβίας για την έκδοση της Harea Rodica από την Μολδαβία Ημερομηνία: 5/11/15 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια χώρα: κα Όλγα Σοφοκλέους Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Χρ. Αδάμου Καθ' ης η αίτηση παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αρχές της Μολδαβίας υπέβαλαν προς τις αρχές της Δημοκρατίας επίσημο αίτημα για έκδοση της υπηκόου της Harea Rodica. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελεί η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόμο του 1970, Ν.95/70και ο Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος 97/70. Η διαδικασία έκδοσης βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις που πηγάζουν από συμφωνίες που συνομολογούνται μεταξύ διαφορών κρατών και βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση στην κάθε συμβαλλόμενη χώρα ( βλ. In Re Vaskevitch
(1992)1 (A) ΑΑΔ 136). Η νομοθεσία που προνοεί για την έκδοση φυγοδίκων βασίζεται στις απλές αρχές της δικαιοσύνης και σκοπό έχει να εμποδίσει φυγόδικο που διέπραξε κάποιο αδίκημα σε μία χώρα να βρίσκει άσυλο και να καταφεύγει σε άλλη, αποφεύγοντας έτσι τη δίκη και την τιμωρία. Η νομοθεσία αυτή είναι ύψιστης σημασίας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.1)
(1992)1(Α) ΑΑΔ 136, Benwell v. Attorney General
(1986)LLC (Const.) 246). Ο τρόπος ερμηνείας των διεθνών συμβάσεων αποτέλεσε αντικείμενο πολλών αποφάσεων όπου και τονίσθηκε ότι πρέπει να εξετάζεται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών (βλ. Athanassiades v. The Government of Greece
(1969)3 All E.R. 293). Οι συμβάσεις για έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου, αλλά είναι επιβεβλημένη η φιλελεύθερη ερμηνεία τους για ευόδωση του στόχου τους που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα (In Re Hachem
(1991)1 AAΔ 723 και Petrov v. Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 ΑΑΔ 856). Στην υπόθεση In Re Jennaro Perella
(1996)1 AAΔ 1009, τονίσθηκε ότι η διαδικασία έκδοσης είναι μια ιδιότυπη διαδικασία και δεν αποτελεί ούτε ποινική, ούτε πολιτική διαδικασία με την έννοια της αγωγής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ 2261, η διαδικασία για έκδοση φυγοδίκου, αποτελεί μια ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στην φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου και η οποία έχει κύριο σκοπό την διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση. Στην Γενικός Εισαγγελέας (αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ 136, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία έκδοσης ακολουθεί όσο είναι δυνατό την ίδια διαδικασία όπως και ο δικαστής που διεξάγει προανάκριση. Στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου, ή οποιασδήποτε εναντίον του κατηγορίας. Κατά τη διαδικασία, ως μάρτυρες για την αιτήτρια χώρα κλήθηκαν και παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο ο Α/Αστυφ. 3498 Φ. Οντέτσης και ο Ανδρέας Κυριακίδης (Μ.Α.1 και 2), ενώ εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση ο Όμηρος Κατσουνωτός (M.Y.1). Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι σε αιτήσεις της φύσης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο παραδεκτή μαρτυρία κατά το δίκαιο της απόδειξης του κράτους που καλείται να διατάξει την έκδοση και σκοπός είναι να κριθεί η επάρκεια της μαρτυρίας κάτω από το Άρθρο 94 του Κεφ.
- Θεώρηση της μαρτυρίας γίνεται από το περιεχόμενο των εγγράφων που στηρίζουν το αίτημα και η κατάληξη σε συμπεράσματα γίνεται υπό το φως και της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και με βάση την οποία εξετάζεται αν το αίτημα είναι γνήσιο και εάν έχει ικανοποιηθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ένδειξη διάπραξης των αδικημάτων ή η συμμετοχή του καθ' ου η αίτηση σε αυτά. Όπως λέχθηκε και στην Αίτηση Habeas Corpus του Serge Efimov, ημερ. 8.04.2009, το Δικαστήριο απλώς σχολιάζει τη μαρτυρία και δεν την αξιολογεί σε βάθος, ούτε και προβαίνει σε ευρήματα. Και αυτό γιατί σε αυτής της φύσης τη διαδικασία δεν θα κρίνει την ενοχή ή την αθωότητα του εκζητούμενου. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση. Όπως προαναφέρεται δύο μάρτυρες κατέθεσαν ως μάρτυρες για την πλευρά της αιτήτριας και η μαρτυρία τους αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να την παραθέσω με λεπτομέρεια αλλά θα γίνει σε αυτήν μόνο συνοπτική αναφορά. H μαρτυρία και των δύο αυτών μαρτύρων γίνεται αποδεκτή, καθότι μαρτύρησαν με αμεσότητα και ευθύτητα όσα περιήλθαν στην αντίληψη τους μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία τους. Ο Μ.Α.1 ανάφερε ότι στις 22/7/2015 δόθηκαν στο ΤΑΕ Λεμεσού οδηγίες από τη Νομική Υπηρεσία για έναρξη της διαδικασίας κάτι που έγινε, αφού είχε εκδοθεί σχετική εξουσιοδότηση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (Τεκμήριο 1). Έτσι κατόπιν σχετικού αιτήματος εκδόθηκε εναντίον της καθ' ης η αίτηση ένταλμα σύλληψης (Τεκμήριο 2). Στη συνέχεια και επειδή εναντίον της είχε κατά το 2009 εκδοθεί και πάλι ένταλμα σύλληψης, αλλά προηγούμενη αίτηση έκδοσης της που είχε καταχωρηθεί αποσύρθηκε και επειδή η καθ' ης η αίτηση είναι νυμφευμένη με Κύπριο πολίτη και διαμένουν στη Λεμεσό μαζί με τον ανήλικο γιο τους που γεννήθηκε στις 14/10/2002, την κάλεσαν να προσέλθει στα γραφεία τους, κάτι που αυτή έπραξε οικειοθελώς. Αφού πιστοποιήθηκε η ταυτότητα της με την παρουσίαση του δελτίου ταυτότητας (Τεκμήριο 5) και της άδειας προσωρινής διαμονής (Τεκμήριο 6), το ένταλμα σύλληψης εκτελέσθηκε και την ίδια μέρα αυτή παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το μάρτυρα, τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των μηνών Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου του
- Ένταλμα σύλληψης εναντίον της καθ' ης η αίτηση εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Buiucani της Μολδαβίας στις 10/7/
- Η πρώτη φορά που οι Μολδαβικές αρχές εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για την έκδοση της καθ' ης η αίτηση ήταν στις 18/12/2008 όταν η Interpol Λευκωσίας παρέλαβε μήνυμα από την Interpol Chisianu. Σύμφωνα με τα έγγραφα που είχαν διαβιβαστεί στο ΤΑΕ, η καθ' ης η αίτηση αναχώρησε από τη Μολδαβία τον Φεβρουάριο του
- Όπως αναφέρθηκε από τον Μ.Α.2 η διαδικασία για την έκδοση της καθ' ης η αίτηση ξεκίνησε επίσημα την 1/4/2009 όταν παραλήφθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (το οποίο από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται το Υπουργείο) το πρώτο έγγραφο σχετικά με την υπόθεση (Τεκμήριο 6). Αυτό δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Νόμου γιατί δεν προερχόταν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Μολδαβίας αλλά από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της χώρας και ούτε συμπεριλαμβανόταν σε αυτό έκθεση γεγονότων. Έτσι ακολούθησε επιστολογραφία και στις 17/8/2009 παραλήφθηκε μέσω της διπλωματικής οδού, ρηματική διακοίνωση της πρεσβείας της Μολδαβίας στο Ισραήλ ημερομηνίας 13/4/2009, με την οποία διαβίβαζε την επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα και τα έγγραφα (Τεκμήριο 7). Στη συνέχεια ακολούθησε άλλη επιστολογραφία με τα Μολδαβικές αρχές και στις 17/92009 παραλήφθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Μολδαβίας επιστολή ημερομηνίας 21/8/2009 με συνημμένα διάφορα έγγραφα (Τεκμήριο 8). Αφού το Υπουργείο τα μελέτησε διαπιστώθηκε ότι δεν περιλαμβανόταν σε αυτά έκθεση γεγονότων ενώ το ένταλμα σύλληψης που είχε αποσταλεί δεν ήταν το αυθεντικό. Ως εκ τούτου στάληκε νέα επιστολή στις Μολδαβικές αρχές. Στις 4/6/2010 παραλήφθηκε ρηματική διακοίνωση της πρεσβείας της Μολδαβίας ημερομηνίας 31/5/2010 με συνημμένη επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της χώρας ημερομηνίας 17/5/2010 με την οποία διαβιβάσθηκε κατηγορητήριο και πιστοποιημένο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης. Παρέλειψαν όμως και πάλι οι Μολδαβικές αρχές να διαβιβάσουν έκθεση γεγονότων (Τεκμήριο 9). Ακολούθησε η αποστολή μέσω της διπλωματικής οδού, νέας επιστολής από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Μολδαβίας ημερομηνίας 28/2/2013 μαζί με έκθεση γεγονότων. Αυτή παραλήφθηκε στις 15/3/2013 (Τεκμήριο 10). Στη συνέχεια το Υπουργείο ζήτησε από το Υπουργείο Εξωτερικών πιστοποιητικό σε σχέση με τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή την Κύπρο και τη Μολδαβία. Αυτό απεστάλη και φέρει ημερομηνία 6/8/2015 (Τεκμήριο11). Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση με βάση τις διατάξεις του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 97/70 που καθορίζει τις γενικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σε αιτήσεις για έκδοση, και του Ν. 95/70 ο οποίος καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε περιπτώσεις όπως και η παρούσα και στις οποίες ο Νόμος αυτός έχει εφαρμογή.Tο άρθρο 12 του Κυρωτικού Νόμου 95/70 καθορίζει την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε διαδικασία έκδοσης που ζητείται δυνάμει των προνοιών της συγκεκριμένης σύμβασης καθώς επίσης και τα έγγραφα που πρέπει να υποστηρίζουν τέτοια αίτηση. Αυτό προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Η αίτησις θέλει διατυπωθή εγγράφως και υποβληθή διά της διπλωµατικής οδού. ∆ι' απ' ευθείας διευθετήσεις δύναται να συµφωνηθή, µεταξύ δύο ή περισσοτέρων Μερών, έτερον µέσον.
- Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή : (α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τας τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους. (β) έκθεσις των πράξεων δι' ας ζητείται η έκδοσις, ο τόπος και χρόνος πράξεως, ο κατά Νόµον χαρακτηρισµός και αι παραποµπαί εις τας νοµοθετικάς διατάξεις αίτινες έχουσιν εφαρµογήν και αίτινες δέον να εµφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον. (γ) αντίγραφον των κατ' εφαρµογήν διατάξεων ή, εφ' όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσις περί του εν εφαρµογή δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισµός του καταζητουµένου ατόµου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναµένη να καθορίση την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου». Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε η ταυτότητα της καθ' ης η αίτηση, ότι η αίτηση για έκδοση της υποβλήθηκε γραπτά και διά μέσου της διπλωματικής οδού, ότι σε αυτήν επισυνάφθηκε το πρωτότυπο του εκδοθέντος εντάλματος σύλληψης και η έκθεση γεγονότων. Υποστηρίχθηκε όμως από τον ευπαίδευτο συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, ότι υπάρχει ασάφεια ως προς τη νομοθετική διάταξη επί της οποίας οι Μολδαβικές αρχές θα βασίσουν την ποινική της δίωξη. Και αυτό γιατί ενώ στα αιτήματα τους αναφέρονται στο άρθρο195
(2)που αφορά το αδίκημα του σφετερισμού περιουσίας και επισυνάπτουν στα έγγραφα που απέστειλαν το άρθρο αυτό του Ποινικού τους Κώδικα, σε άλλα έγγραφα που επίσης απέστειλαν αναφέρουν ότι το άρθρο 195 έχει καταργηθεί και ότι πλέον εξετάζουν εναντίον της καθ' ης η αίτηση αδικήματα δυνάμει του άρθρου 190
(4)του Ποινικού Κώδικα της Μολδαβίας. Ήταν η εισήγηση του κ. Αδάμου ότι αυτό καταδεικνύει ότι ούτε και οι ίδιες οι Μολδαβικές αρχές δεν έχουν αποφασίσει «τη δομή» των αδικημάτων τα οποία αποδίδουν στην καθ' ης η αίτηση. Αντίθετη ήταν η θέση που υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας η οποία εισηγήθηκε ότι οι Μολδαβικές αρχές γνωρίζουν πολύ καλά για ποια αδικήματα ζητούν την έκδοση της καθ' ης η αίτηση και τα άρθρα στα οποία αυτά βασίζονται. Πιθανολόγησε δε ότι η διαφοροποίηση που εντοπίζεται, πιθανό να οφείλεται στο ότι το άρθρο του Νόμου όπως ίσχυε, τροποποιήθηκε ή διαγράφηκε ή αντικαταστάθηκε από νέο άρθρο. Είναι σαφές από τις πρόνοιες του άρθρου 12 (β) και (γ) ότι οι παραπομπές στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή, πρέπει να γίνονται με τον πιο ακριβή τρόπο και ότι πρέπει να παρουσιάζεται αντίγραφο των διατάξεων που εφαρμόζονται ή στην περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό να προσάγεται δήλωση για το δίκαιο που εφαρμόζεται. Στην υπό εξέταση περίπτωση προκύπτει πράγματι ασάφεια αλλά και συγκεχυμένη εικόνα ως προς το άρθρο του Ποινικού Κώδικα της Μολδαβίας δυνάμει του οποίου οι Μολδαβικές αρχές προτίθενται να βασίσουν τα αδικήματα για τα οποία θα κατηγορηθεί η καθ' ης η αίτηση, στην περίπτωση βέβαια που διαταχθεί η έκδοση της. Όπως σαφώς αναφέρεται στη συνημμένη στο Τεκμήριο Β επιστολή ημερομηνίας 17/5/2010 η έκδοση της καθ' ης η αίτηση ζητείται για να δικαστεί για τα αδικήματα που προνοούνται στο άρθρο 195
(2)του Ποινικού Κώδικα της Μολδαβίας. Στο ίδιο ακριβώς άρθρο γίνεται αναφορά και στο Τεκμήριο 6 όπως και στη συνημμένη στο Τεκμήριο 7 επιστολή ημερομηνίας 1/4/2009, καθώς και στο Τεκμήριο 8 που όλα αποτελούν επίσημα έγγραφα που στάλησαν από τις Μολδαβικές αρχές στις αρχές της Δημοκρατίας. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω σε πιο πρόσφατη επιστολή από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Μολδαβίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 28/2/2013 γίνεται αναφορά σε άλλο άρθρο του Μολδαβικού Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα στο άρθρο 190
(4). Θεωρώ ότι η αντίφαση αυτή ως προς το άρθρο του Νόμου στο οποίο οι αρχές της Μολδαβίας προτίθενται τελικά να κατηγορήσουν την καθ 'ης η αίτηση στην περίπτωση που διαταχθεί η έκδοση της και η οποία προκύπτει μάλιστα από τα έγγραφα που οι ίδιες οι Μολδαβικές αρχές απέστειλαν στις αρχές της Δημοκρατίας είναι καταλυτικής σημασίας και προδιαγράφει την τύχη της αίτησης η οποία δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Και αυτό γιατί δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση που τίθεται από το Νόμο, το οποίο καθιστά αναγκαία την παραπομπή στη νομοθετική διάταξη που έχει εφαρμογή η οποία μάλιστα σύμφωνα με τη νομοθετική επιταγή πρέπει να είναι όσο το δυνατό περισσότερο ακριβής, κάτι που δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση με αποτέλεσμα να μην πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση του Νόμου. Τα όσα αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της αιτήτριας κατά την αγόρευση της και στην προσπάθεια της να αιτιολογήσει την αντίφαση αυτή, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού όπως είναι καλά νομολογημένο με την αγόρευση δικηγόρου δεν μπορεί να εισάγεται μαρτυρία. Πέραν τούτου όμως πρέπει να λεχθεί ότι ακόμα και η ίδια η συνήγορος προέβη σε απλές πιθανολογήσεις για το τι συνέβη στην εξεταζόμενη περίπτωση λέγοντας ότι το συγκεκριμένο άρθρο τροποποιήθηκε ή διαγράφηκε ή αντικαταστάθηκε. Παρά την κατάληξη μου αυτή, θεωρώ απαραίτητο να προχωρήσω και να εξετάσω τον βασικό πυρήνα της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση για απόρριψη της αίτησης που ήταν η πολύ μεγάλη αδράνεια και απραξία εκ μέρους των Μολδαβικών αρχών στην υποβολή αιτήματος έκδοσης με αποτέλεσμα να παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση από το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων που αποδίδονται στην καθ' ης η αίτηση. Στην αντίπερα όχθη η κα Σοφοκλέους εισηγήθηκε ότι το επιχείρημα τούτο δεν μπορεί να εξετασθεί από το παρών Δικαστήριο καθότι δεν αποτελεί ένα από τους θεσμοθετημένους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν απόρριψη της αίτησης αλλά μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην περίπτωση που μετά την έκδοση διατάγματος έκδοσης υποβληθεί αίτηση habeas corpus. Πράγματι στη νομοθεσία μας τέτοιος λόγος δεν συμπεριλαμβάνεται ως ένας από τους λόγους απόρριψης τέτοιας αίτησης. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλα δεν έχω εντοπίσει στη νομολογία οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία με καθαρότητα να αποφασίζεται κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει τέτοιο ζήτημα, ανάλογο με την εξουσία που παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 10
(3)του Ν.97/70, όταν δηλαδή και μετά την έκδοση διατάγματος έκδοσης από Επαρχιακό Δικαστήριο υποβάλλεται ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αίτηση για habeas corpus, οπόταν σε τέτοια περίπτωση ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων είναι καθοριστικής σημασίας (βλ. Αίτηση της Drazdova Natalia Sergeenva
(2012)1 ΑΑΔ 1574 και Πολιτ. Αιτ. 148/2014 ημερομηνίας 14/11/2014 του Γεώργιου Χαρατσίδη). Όμως και παρά την έλλειψη ρητής πρόνοιας στη νομοθεσία θεωρώ ότι το ζήτημα όχι μόνο μπορεί, αλλά και επιβάλλεται να εξετασθεί από το παρών Δικαστήριο. Και αυτό γιατί το ζήτημα του εύλογου χρόνου μέσα στον οποίο πρέπει να εκδικάζεται μία υπόθεση συναρτάται άμεσα με το δικαίωμα του κάθε ατόμου να τύχει δίκαιης δίκης, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ότι το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται να εξετασθεί σε περιπτώσεις αιτήσεων για έκδοση φυγοδίκου αποφασίσθηκε από το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Soering v. United Kingdom (App.No 4038/88 7.7.1989) στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "113. The right to a fair trial in criminal proceedings, as embodied in Article 6 (art. 6), holds a prominent place in a democratic society (see, inter alia, the Colozza judgment of 12 February 1985, Series A no. 89, p. 16, § 32). The Court does not exclude that an issue might exceptionally be raised under Article 6 (art. 6) by an extradition decision in circumstances where the fugitive has suffered or risks suffering a flagrant denial of a fair trial in the requesting country." Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Yaseed Essa
(2007)1Β Α.Α.Δ 1127, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Soering (πιο πάνω), επικύρωσε την προσέγγιση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εξετάσει σε διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου, ισχυρισμούς που τέθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αιτήτρια χώρα. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα. Σε σχέση με το βάρος απόδειξης που φέρει το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση λέχθηκαν τα ακόλουθα στην Αίτηση του Yassed Essad πιο πάνω: «Το θέμα του βάρους της απόδειξης των ισχυρισμών του προσώπου εναντίον του οποίου εξετάζεται αίτηση για την έκδοση του έχουν καθοριστεί με τον πιο κάτω τρόπο από το Δικαστή Diplock στην υπόθεση Fernandez v. Government of Singapore [1971] 2 All E.R. 691 ως ακολούθως: "
- Το βάρος απόδειξης για τα πιο πάνω θέματα βρίσκεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση και δεν είναι αυτό της ποινικής δίκης δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία ούτε της αστικής υπόθεσης δηλ. με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Είναι κατώτερο απ' αυτά, δοθέντος της σοβαρότητας των συνεπειών επιστροφής ενός προσώπου. Είναι αρκετό εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα (reasonable chance), ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει (substantial grounds for thinking) ή σοβαρή πιθανότητα (serious possibility) να υφίστανται αυτές οι επιπτώσεις. Σε τέτοια περίπτωση ο φυγόδικος δεν θα εκδοθεί." Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους της καθ' ης η αίτηση είναι λιγότερο ακόμα και από αυτό της απλής πιθανολόγησης που χρειάζεται σε αστική υπόθεση. Αρκεί μόνο να καταδειχθεί η ύπαρξη ουσιωδών λόγων ή σοβαρής πιθανότητας να υφίστανται οι επιπτώσεις που αυτή επικαλείται. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η καθ' ης η αίτηση κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα το σύζυγο της Όμηρο Κατσουνωτό. Αυτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9 κατάθεσε ως μέρος της κύριας εξέτασης του γραπτή δήλωσε την οποία ετοίμασε (Τεκμήριο Α) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της αιτήτριας χώρας. Υποστήριξε ότι η έκδοση της καθ' ης η αίτηση θα ήταν άδικη και καταπιεστική. Και αυτό γιατί ο ίδιος πάσχει από ανίατη ασθένεια και συγκεκριμένα καρκίνο στους πνεύμονες και δεν του απομένει μεγάλο περιθώριο ζωής. Λόγω της ασθένειας που αντιμετωπίζει, η καθ' ης η αίτηση έχει αναλάβει εξ' ολοκλήρου την φροντίδα του ανήλικου γιού τους που γεννήθηκε το 2002 και η έκδοση της θα είχε δυσμενείς συνέπειες για τον ανήλικο, ο οποίος ουσιαστικά θα πρέπει και στην περίπτωση έκδοσης της μητέρας του να τεθεί υπό τη φύλαξη του γραφείου ευημερίας. Παρόλο που ο μάρτυρας δεν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει την κατάσταση της υγείας του εν τούτοις το μέρος αυτό, όπως και η λοιπή μαρτυρία του, γίνεται αποδεκτό καθότι δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της αιτήτριας και λόγω και της γενικότερης θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν. Όπως διαφάνηκε από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ τα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν το 2001, το ενδιαφέρον των Μολδαβικών αρχών για έκδοση της καθ' ης η αίτηση, εκδηλώνεται πολλά χρόνια αργότερα. Και αυτό μάλιστα παρά το γεγονός ότι μέχρι το 2002 η καθ' ης η αίτηση διέμενε στη Μολδαβία. Ένταλμα σύλληψης εναντίον της εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Buiucani της Μολδαβίας στις 10/7/2007, έξη δηλαδή χρόνια μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων. Η πρώτη φορά που οι Μολδαβικές αρχές εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για την έκδοση της ήταν στις 18/12/2008 όταν η Interpol Λευκωσίας παρέλαβε μήνυμα από την Interpol Chisianu. Στις 5/3/2009 το Ε. Δ. Λεμεσού εξέδωσε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της καθ' ης η αίτηση, στις 6/3/2009 αυτή συνελήφθη και την ίδια μέρα προσήχθη ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού για σκοπούς έναρξης διαδικασίας έκδοσης της στη Μολδαβία. Η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 14/4/2009 και την ημέρα εκείνη η αίτηση που είχε καταχωρηθεί αποσύρθηκε λόγω του ότι οι αρχές της Μολδαβίας δεν είχαν αποστείλει τα απαιτούμενα έγγραφα. Το πρώτο έγγραφο για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης, παραλήφθηκε από το Υπουργείο την 1/4/2009 (Τεκμήριο 6). Όμως αυτό δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Νόμου και έτσι ξεκίνησε μεταξύ των αρχών των δύο κρατών επιστολογραφία που ολοκληρώθηκε τελικά στις 15/3/2013 όταν παραλήφθηκε από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Μολδαβίας επιστολή ημερομηνίας 28/2/2013 μαζί με έκθεση γεγονότων. Λόγω δηλαδή της ανεπάρκειας των εγγράφων που οι Μολδαβικές αρχές απέστειλαν όχι μόνο μία φορά αλλά σε πολλές περιπτώσεις, χρειάσθηκε να ανταλλαγεί μεταξύ των δύο κρατών επιστολογραφία η οποία μέχρι να ολοκληρωθεί με την συμπλήρωση όλων των αναγκαίων εγγράφων, χρειάσθηκε να παρέλθουν τέσσερα χρόνια αφού αυτά τέθηκαν συμπληρωμένα στο Υπουργείο στις 18/4/
- Από την ημερομηνία αυτή μέχρι και τις 23/7/2015 ημερομηνία δηλαδή καταχώρησης της παρούσας αίτησης, υπήρξε και πάλι κάποια καθυστέρηση η οποία και σύμφωνα με τον Μ.Α.2 οφειλόταν στην ύπαρξη πολλών παρόμοιων αιτήσεων που υπήρχαν τη συγκεκριμένη περίοδο. Εν πάση περιπτώσει από τις 28/2/2013 δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράσταση εκ μέρους των αρχών της Μολδαβίας με την οποία να ζητούν είτε προώθηση της αίτησης, είτε τουλάχιστον πληροφόρηση για το στάδιο που βρισκόταν. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω αφέθηκε από τις Μολδαβικές αρχές μεγάλο χρονικό διάστημα πλήρους απραξίας μέχρι για πρώτη φορά να εκδηλώσουν επίσημα το αίτημα τους για έκδοση της καθ' ης η αίτηση. Από το 2001 που σύμφωνα με αυτές φέρεται να διαπράχθηκαν τα αδικήματα μέχρι την 1/4/
- Και στο χρονικό διάστημα όμως που ακολούθησε δεν φάνηκε να ενεργούν με την απαιτούμενη επιμέλεια αφού μέχρι να αποστείλουν όλα τα απαιτούμενα και αναγκαία δυνάμει της Σύμβασης έγγραφα παρήλθε και πάλι μακρύς χρόνος μέχρι και τις 18/4/2013 που απέστειλαν στο αρμόδιο Υπουργείο της Δημοκρατίας συμπληρωμένα όλα τα απαιτούμενα έγγραφα. Ακολουθεί και άλλη περαιτέρω καθυστέρηση προώθησης της αίτησης από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας αυτή τη φορά, χωρίς όμως και πάλι να επιδειχθεί εκ μέρους των Μολδαβικών αρχών οποιοδήποτε ενδιαφέρον ή υπενθύμιση για επίσπευση της διαδικασίας. Για όλη αυτή την καθυστέρηση που παρατηρείται και την παρέλευση των 14 χρόνων από το 2001 που φέρεται να διαπράχθηκαν τα αδικήματα μέχρι και σήμερα, η καθ' ης η αίτηση δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη. Στο μεταξύ οι προσωπικές και οικογενειακές της συνθήκες έχουν διαφοροποιηθεί, αφού σήμερα πλέον είναι παντρεμένη με Κύπριο πολίτη ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα υγείας ενώ έχει αποκτήσει και ένα αγόρι ηλικίας σήμερα 13 περίπου χρόνων και του οποίου λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ο σύζυγος της έχει την αποκλειστική φροντίδα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαρατσίδη, πιο πάνω, «Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστωθέντων περιστάσεων, η παρέλευση ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του υπό αναφορά αδικήματος θα πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί, πραγματικά, ανυπέρβλητο εμπόδιο στη διεξαγωγή δίκαιης δίκης· και αυτό, ως θέμα λογικής αντίληψης της προοπτικής αυτής, με αναμενόμενο ότι η οποιαδήποτε δίκη θα πρέπει να διεξαχθεί στη βάση μαρτυρίας, η οποία θα πρέπει να προκύψει, απλά, από τις θύμησες των ανθρώπων, οι οποίοι είχαν βιώσει το συγκεκριμένο επεισόδιο, το βράδυ της 19.1.
- Με αυτό, σημαίνει πως, έστω και αν δε φαίνεται να υπάρχουν κάποιες άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, για τις οποίες θα μπορούσε να λεχθεί με βεβαιότητα ότι αυτές θα οδηγήσουν, στην περίπτωση επανεκδίκασης, σε καταστρατήγηση της δίκαιης δίκης, εντούτοις, η παρέλευση ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, δεκατεσσάρων και πλέον χρόνων, από τη διάπραξη του αδικήματος εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι δυνατό να οδηγήσει σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα». Έτσι και στην εξεταζόμενη περίπτωση η παρέλευση των 14 χρόνων από τότε που σύμφωνα πάντα με τις Μολδαβικές αρχές η καθ' ης η αίτηση φέρεται να διέπραξε τα αδικήματα αποτελεί εμπόδιο για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Για όλους τους λόγους, τους οποίους έχω επεξηγήσει πιο πάνω το αίτημα για την έκδοση της καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί και για τον λόγο αυτό να πετύχει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχουν ζητηθεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί άμεσα στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. (Υπ.) .............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject/Criminal Final/ figodikos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο