SOCIETE GENERALLE CYPRUS LTD ν. ΣΟΥΖΑΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3712/2009, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A314 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Εύη Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3712/2009 Μεταξύ: SOCIETE GENERALLE CYPRUS LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων και
- ΣΟΥΖΑΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ , από την Λεμεσό
- ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΚΑΝΝΑΟΥΡΟΥ, από την Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 29.9.2015 30 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Αρκάδη Εναγόμενος 2/Καθ' ου η Αίτηση 2: παρών, αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 17.2.2010 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 2, στην αγωγή, για ποσό €1.137,48 πλέον τόκους προς 11% ετησίως από 1/7/2009 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως, ήτοι 30/6 και 31/12 πλέον για το ποσό €390.77 με τόκο 14% ετησίως από 1/7/2009 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως, ήτοι 30/6 και 31/12 πλέον για το ποσό €1.870,81 πλέον τόκους προς 11% ετησίως από 1/7/2009 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση 2 φορές ετησίως, ήτοι 30/6 και 31/12 πλέον €548.00 έξοδα αγωγής και απόφασης πλέον τόκους προς 5,5 ετησίως από 1/9/2009 πλέον έξοδα επίδοσης , πλέον Φ.Π.Α.(στο εξής το «Εξ Αποφάσεως Χρέος»). Στις 29.1.2015 οι Ενάγοντες (στο εξής οι «Αιτητές») καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση εναντίον του Εναγόμενου 2 (στο εξής Καθ΄ ου η Αίτηση) με την οποία ζητούν την οικονομική εξέταση του Καθ΄ού η αίτηση από το Δικαστήριο με σκοπό, μεταξύ άλλων, να διακριβωθεί η δυνατότητα του για αποπληρωμή του Eξ Αποφάσεως Χρέους με μηνιαίες δόσεις. Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.134
(1)/99 στα άρθρα 82-87,90,91Α,91Γ , 91Δ, 91Ε, 91ΣΤ, 91Ζ και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμου 1999, Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48, Θ.1-4 και 9 καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Χρύσως Αντωνιάδου, υπαλλήλου των Εναγόντων στην οποία αναφέρει ότι ο Καθ'ού η Αίτηση ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την 29.1.2015 ήταν €3.399,06 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης η ομνύουσα αναφέρει αυτολεξεί «Θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα είσπραξης του ποσού της καθορισθείσας μηνιαίας δόσης μέσω του εργοδότη του Εναγόμενου 2 εκ €200, αν αυτός είναι εργοδοτούμενος και να εκδοθεί το κατάλληλο διάταγμα» Ο Καθ'ού η αίτηση καταχώρισε χειρόγραφη Ένορκη Δήλωση στις 12/6/15 και παρέδωσε κάποιες αποδείξεις στην δικηγόρο των Αιτητών οι οποίες κατατέθηκαν κατά την 13/10/15 όταν η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του Καθ΄ου η Αίτηση, συνοψίζονται ως εξής:
- Είναι 63 ετών, προστάτης οικογένειας και πατέρας τριών ενήλικων παιδιών ενός παιδιού το οποίο σήμερα είναι ανήλικο.
- Δεν εργάζεται τα τελευταία 13 χρόνια λόγω σοβαρού προβλήματος καρδίας
- Το μοναδικό εισόδημα του είναι το βοήθημα που λαμβάνει από το Γραφείο Ευημερίας το οποίο ανέρχεται σε €1104,04 περίπου μηνιαίως (Τεκμήριο 1)
- Διαμένει σε διαμέρισμα και το Γραφείο Ευημερίας καταβάλλει ποσό €375 περίπου μηνιαίως έναντι του ενοικίου. ( Μέρος του Τεκμηρίου 1) ποσό που αφαιρείται από το ποσό των €1104,04 .
- Έχει πολλές οφειλές και μόλις που τα βγάζει πέρα.
- Πληρώνει €120 μηνιαίως γα την λέσχη του ανήλικου υιού του, όπου πάει μετά το σχολείο για βοήθεια στο διάβασμα αφού ο ίδιος δεν ξέρει να τον βοηθήσει.
- Δεν έχει αυτοκίνητο και χρησιμοποιεί αυτό της αδελφής του μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
- Καπνίζει 4-5 τσιγάρα την ημέρα (Τεκμήριο 2Α και 2Β )και 1 φορά το μήνα, εαν του περισσεύουν χρήματα πάει στο mall για παγωτό ή καφέ με τα παιδιά του.( Τεκμήρια 5 και 6)
- Σε ότι αφορά μια απόδειξη αεροδρομίου για αγορά ποτού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3β αναφέρει ότι πρόκειται για απόδειξη ατόμου που φιλοξενήθηκε από τον ίδιο και αναμείχτηκε με τις δικές του αποδείξεις από λάθος. Έχοντας παραθέσει την μαρτυρία της ομνύουσας για τους Αιτητές καθώς και την μαρτυρία του Καθ'όύ η αίτηση παρατήσω ότι η ομνύουσα ουδεμία αναφορά κάνει στην Ένορκη της Δήλωση κατά πόσο γνωρίζει εάν ο Καθ'ού η αίτηση εργάζεται και ενόψει ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε προς τούτο, τα μόνα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η μαρτυρία του Καθ΄ου η Αίτηση και τα έγγραφα που αυτός παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η ευπαίδευτη συνήγορος δια τους Αιτητές παραπέμποντας το Δικαστήριο σε άλλες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων υποστήριξε ότι ανεξαρτήτως του αν ο Καθ'ού η αίτηση λαμβάνει δημόσιο βοήθημα δια την διαβίωση του και δεν εργάζεται, λόγω της αναφοράς του ιδίου ότι καπνίζει και πίνει καφέ υπάρχει νομολογία που επιτρέπει την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Είναι θεμελιώδης αρχή του δικαίου ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να εκτελούνται[1]. Με δεδομένο πάντα αυτό τον στόχο και σκοπό, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ 6 παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει εξ αποφάσεως οφειλέτη, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση και την ικανότητα του να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με δόσεις. Το άρθρο 90
(1)του Κεφ. 6 προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VIII, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη.» Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο όταν αποφασίζει κατά πόσο υπάρχει περίσσευμα από τα εισοδήματα ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη το οποίο να μπορεί να διατίθεται για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις. Υπάρχει επίσης πλούσια νομολογία από την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση για το πως αυτό το περίσσευμα υπολογίζεται, ποιες δαπάνες θεωρούνται αναγκαίες και ποιες όχι και ποια σειρά προτεραιότητας πρέπει να δίδεται σε άλλες υποχρεώσεις του οφειλέτη[2]. Στα πλαίσια κάθε αίτησης έρευνας όπου το Δικαστήριο καλείται να διακριβώσει αν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης μπορεί να αποπληρώσει το χρέος με μηνιαίες δόσεις, το πρώτο και πρωταρχικό στάδιο είναι να διακριβωθεί αν ο οφειλέτης έχει εισοδήματα και, αν ναι, ποια είναι αυτά τα εισοδήματα. Αυτό επιβεβαιώνεται στην National Bank of Greece v Nicos Trihinas (ανωτέρω) όπου το Εφετείο αναφέρει ως τον πρώτο παράγοντα που θα καθορίσει την απόφαση του Δικαστηρίου ως «[t]he earnings of the judgement debtor» καθώς και στην Αντώνης Φλαγκοφάς ν Αταλεζα Λτδ (ανωτέρω) όπου το Εφετείο αναφέρει ότι το περίσσευμα των εισοδημάτων προκύπτει «μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη». Εάν από την οικονομική εξέταση του χρεώστη προκύπτει ότι αυτός δεν έχει εισοδήματα αλλά ούτε και τη δυνατότητα να έχει εισοδήματα, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Παρακολούθησα τον Καθ' ού η Αίτηση να καταθέτει ενόρκως και μου έκανε καλή εντύπωση. Από τα όσα κατέθεσε ενώπιον μου και τη στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι κατέθεσε την αλήθεια αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση. Κατά τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν τόσο από τον δικηγόρο των Αιτητών όσο και από το Δικαστήριο ήταν θετικές και σαφείς και οι απαντήσεις του και δεν έδειχναν διάθεση υπεκφυγής ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου, απόκρυψης ή παραποίησης της αλήθειας. Έχω αποδεχτεί τη μαρτυρία του Καθ' ού η Αίτηση και επομένως το ότι το μοναδικό του εισόδημα είναι το δημόσιο βοήθημα που λαμβάνει και ότι βασίζεται στο βοήθημα για να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης. Αποδέχτηκα επίσης ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει δεν του επιτρέπουν να εργαστεί και συνεπώς δεν έχει τη δυνατότητα να έχει οποιαδήποτε εισοδήματα από εργασία. Η συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε ότι το δημόσιο βοήθημα που λαμβάνει ο Καθ' ού η Αίτηση 2 μπορεί να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Διαφωνώ. Σύμφωνα με τον περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο του 2006, δημόσιο βοήθημα παρέχεται σε πρόσωπα των οποίων το εισόδημα ή άλλοι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών τους[3]. Το δε ποσό του δημόσιου βοηθήματος το οποίο παρέχεται σε κάποιο άτομο για ικανοποίηση των βασικών ή ειδικών αναγκών του, είναι το ποσό κατά το οποίο το εισόδημα και οι οικονομικοί του πόροι υπολείπονται του ποσού που είναι αναγκαίο για ικανοποίηση των εν λόγω αναγκών του[4]. Έχω την άποψη ότι η έκδοση διατάγματος για πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις, όταν το ποσό των δόσεων θα προέρχεται από δημόσιο βοήθημα δεν είναι συμβατή με τις πρόνοιες του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006 και την πρόθεση του νομοθέτη με τη θέσπιση του νόμου αυτού. Σε σχέση με την εισοδηματική κατάσταση και ικανότητα του Καθ' ού η Αίτηση 2 πρέπει να αναφέρω και τα εξής. Το Εξ Αποφάσεως Χρέος προέκυψε από αγωγή για οφειλόμενο ποσό δυνάμει δανείου που παραχωρήθηκε το
- Πρωτοφειλέτιδα ήταν η Εναγόμενη 1 και ο Εναγόμενος 2 είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της. Ο Καθ΄ού η Αίτηση (Εναγόμενος 2) είναι άνεργος με βάση την δική του κατάθεση εδώ και 13 περίπου χρόνια. Δεν εργαζόταν και δεν είχε κανένα εισόδημα από εργασία, όταν το 2007 οι Ενάγοντες τον αποδέχτηκαν ως εγγυητή των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Αιτητές ότι παρέχεται δυνατότητα καταβολής κάποιου ποσού αφού με την κατάθεση του ιδίου καπνίζει 4-5 τσιγάρα την ημέρα και πίνει και καφέ. Συμφωνώ με την συνήγορο των Αιτητών και δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι το κάπνισμα και το αλκοόλ έχουν κατηγοριοποιηθεί ξεκάθαρα ως μη απαραίτητες ανάγκες ζωής[5]. Παρά ταύτα τα ποσά που ο Καθ'ού η αιτηση δαπανά σε τσιγάρα και καφέ με βάση την δική του μαρτυρία δημιουργούν ένα κονδύλι της τάξης των €30, το οποίο είναι ευτελές αφού ούτε την πληρωμή των κεφαλοποιημένων τόκων του εξ αποφάσεως χρέους δεν μπορεί να ικανοποιήσει. Ο σκοπός της παρούσας διαδικασίας, όπως προκύπτει ρητά από τις σχετικές πρόνοιες του Κεφ. 6, είναι να διερευνηθεί η δυνατότητα των οφειλετών να πληρώσουν εξ αποφάσεως χρέος με δόσεις. Θεωρώ ότι αν το Δικαστήριο θα καταλήξει στην έκδοση σχετικού διατάγματος, πρέπει το ποσό των δόσεων να είναι τέτοιο ώστε με την τακτική και συνεπή καταβολή των δόσεων αυτών από τον οφειλέτη το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους να μειώνεται σταδιακά, με τελική κατάληξη την εξόφληση του. Πιστεύω ότι το Δικαστήριο, αφού καταλήξει σε ποσό που ενδεχομένως ένας οφειλέτης μπορεί να διαθέτει προς εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους, πρέπει μετά να εξετάσει αν το ποσό αυτό είναι ικανό να επιτύχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή αν θα οδηγήσει τελικά στην πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Δεν υποτιμώ καθόλου το πόσο σημαντικό είναι οι δικαστικές αποφάσεις να εκτελούνται ούτε και το καθήκον του Δικαστηρίου να διαφυλάττει, να προστατεύει και να προωθεί το δικαίωμα εξ αποφάσεως πιστωτή να πάρει το λαβείν του. Οτιδήποτε αντίθετο θα επέφερε τεράστιο πλήγμα στο κύρος της δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, πιστεύω ότι θα ήταν παράλογο και θα καταστρατηγούσε τους σκοπούς του Κεφ. 6 αν ένα Δικαστήριο διέταζε την καταβολή μηνιαίας δόσης το ύψος της οποίας δεν θα επαρκούσε για την κάλυψη των τόκων του ποσού της απόφασης με αποτέλεσμα, ακόμα και αν οι μηνιαίες αυτές δόσεις καταβάλλονται κανονικά, το συνολικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους να αυξάνεται αντί να μειώνεται. Διαφωνώ δηλαδή με το ενδεχόμενο το Δικαστήριο να διατάξει την καταβολή δόσεων εάν δεν υπάρχει καμία προοπτική με τις δόσεις αυτές να πληρωθεί ποτέ το εξ αποφάσεως χρέος. Συνοψίζοντας, πριν το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα για πληρωμή εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις πρέπει να ισοζυγίσει από τη μια τη δυνατότητα του οφειλέτη να πληρώνει τις δόσεις και από την άλλη την αξίωση του πιστωτή να λάβει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους το συντομότερο δυνατό. Όλα τα αναγκαία στοιχεία πρέπει να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορέσει να καταλήξει αν πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα και, αν ναι, το ύψος της δόσης[6]. Κανένα διάταγμα μηνιαίων δόσεων δεν πρέπει και δεν μπορεί να εκδίδεται αν, ως αποτέλεσμα, ο χρεώστης δεν θα μπορεί να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές και βασικές ανάγκες του ιδίου και των εξαρτώμενων του. Επιπρόσθετα, αντί το Δικαστήριο να διατάξει την πληρωμή μιας συμβολικής μηνιαίας δόσης για ευτελές ποσό, θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση[7]. Με δεδομένα τα πιο πάνω καταλήγω ότι, στο παρόν στάδιο, ο Εναγόμενος 2 /Καθ' ού η Αίτηση 2 αντίστοιχα, δεν έχει τη δυνατότητα καταβολής οποιουδήποτε ποσού έναντι του Εξ Αποφάσεως Χρέους. Ως αποτέλεσμα η Αίτηση απορρίπτεται όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 /Καθ' ού η Αίτηση 2 αντίστοιχα. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι δεν πρέπει να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Εύη Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034 [2]National Bank of Greece v Nicos Trihinas
(1976)2 JSC 411, Αντώνης Φλαγκοφάς ν Αταλεζα Λτδ
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 686, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου ν Έλλης Ιακώβου
(1991)1 Α.Α.Δ. 2032, Anestos Adamou v Xenofon Ioannides
(1963)2 C.L.R. 468 [3] Άρθρο 3, περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου, 2006 [4] Άρθρο 6, περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου, 2006 [5] Σχετικές οι Rolandis, Louca & Soteriades Ltd v Andreas Koutsiou
(1970)1 CLR 25 και Chrysostomou v Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 696 [6] Rolandis ανωτέρω. [7] Chrysostomou ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο