Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ ν. Ανδρέας Χρυσοστόμου κ.α., Αρ. αγωγής: 5093/14, 6/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A271 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 5093/14 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ Ενάγοντες εναντίον Ανδρέας Χρυσοστόμου Έλενα Αντωνίου Σωτήρης Σιτανάρης Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:6/10/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Δημητριάδη Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κα Ισκάνταρ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως οι αξιώσεις στην έκθεση απαίτησης, πλέον έξοδα, Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.18 Θ. 1, 2 και 9, η Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, η Δ.64, οι εγγενείς εξουσίες, η πρακτική και η Νομολογία. Το μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του Ιωάννη Φώτη εκ Λεμεσού. Ο ενόρκως δηλών, κάνει αναφορά στην πηγή της εξουσιοδότησης του και την πηγή της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, μέσα από τον χειρισμό του φακέλου. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών πιστεύει και μέσα από την νομική συμβουλή που έλαβε, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Ως προς το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων, ο ενόρκως δηλων, με ταυτόχρονη παραπομπή σε σχετικά τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στα πλαίσια της αίτησης, κάνει αναφορά στην επίδικη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, το ύψος αυτού, τις εγγυήσεις που δόθησαν, το συμφωνηθέν επιτόκιο, τους όρους πληρωμής, τις επιπτώσεις σε περίπτωση υπερημερίας και πότε αυτή επέρχεται, τα δικαιώματα των εναγόντων ως προς το θέμα του επιτοκίου και τους λοιπούς όρους, στην μεταγενέστερη συμφωνία με αυξημένη πιστωτική διευκόλυνση και τις σχετικές εγγυήσεις και γενικά στους όρους της εν λόγω συμφωνίας. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών, κάνει αναφορά στην αποστολή επιστολών σε πρωτοφειλέτη και εγγυητές με βάση τις οποίες του ενημέρωναν για την υπερημερία που έλαβε χώρα, το ύψος του οφειλόμενου ποσού και τόκου υπερημερίας, το κάλεσμα οπως εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά, ως επίσης γίνεται αναφορά στον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων και την παράλειψη εξόφλησης των οφειλομένων ποσών τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και που συνοδεύονται με σχετική κατάσταση λογαριασμών. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών εξέφρασε την πίστη ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση και ότι πληρούνται οι απαιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγομένων και το νομικό έρεισμα αυτής, αποτέλεσε η Δ.18 Θ. 1(α), 3, 5, Δ.39 Θ. 1-21, Δ.48 Θ.1, 2, 4
(1)
(2)
(3), 7, 9, 11, 12, η Νομολογία, οι γενικές εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 7 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα: Α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν παρέχει το νομικό υπόβαθρο για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Β) Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Γ) Οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση. Δ) Οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν με την ένορκη δήλωση κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι περιέχουν δικάσιμα θέματα για τα οποία πρέπει να τους δοθεί δικαίωμα να παρουσιάσουν την εκδοχή τους. Ε) Οι καθ΄ ων η αίτηση με την ένσταση τους αποκαλύπτουν γεγονότα που είναι αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα να στηρίξουν την υπεράσπιση τους. ΣΤ) Τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως των εναγόντων δεν είναι ικανά για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ζ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι κακόβουλη, εκδικητική και συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Το μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χρυσοστόμου - εναγόμενου 1. Ο ενόρκως δηλών, κάνει αναφορά στην πηγή της εξουσιοδότησης του αναφορικά με τους υπόλοιπους εναγόμενους, ως επίσης και στην πηγή της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και υιοθέτησε τους λόγους ένστασης, απορρίπτοντας ταυτόχρονα όλους τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα των αιτητών. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών, προέβαλε ζήτημα ως προς την ακαταλληλότητα του ενόρκως δηλούντα των αιτητών ως θετικού γνώστη των επιδίκων γεγονότων, σε συνδυασμό με την προέλευση του τεκμηρίου 10 της αίτησης που είναι η σχετική κατάσταση λογαριασμού. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών, αρνείται το ύψος των ποσών, κάνοντας αναφορά για καταχρηστικές, παράνομες και υπερβολικές χρεώσεις, απέρριψε το ύψος των τόκων υπερημερίας και την αποδοχή και υπογραφή τέτοιας συμφωνίας, τονίζοντας το παράνομο και αυθαίρετο ποσό των τόκων και των χρεώσεων. Επίσης, κάνει αναφορά περί άρνησης παραλαβής οποιασδήποτε επιστολής για συμμόρφωση ή τερματισμό λογαριασμού και εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά περί κακόβουλης, εκδικητικής και καταχρηστικής καταχώρησης της αγωγής η οποία αντίκειται στα συμφωνηθέντα και ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, θα αποστερηθεί το δικαίωμα όπως προσκομιστεί η κατάλληλη μαρτυρία και γενικά ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, πρέπει όμως, να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Στην Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 791 - 792: «Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές."» Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία και τις πρόνοιες της Δ.18, προβαίνει στην πιο κάτω αξιλόγηση των θέσεων αμφοτέρων των πλευρών, έτσι ώστε να εξεταστεί η βασιμότητα αυτών. Αναφορικά με τις δικαιοδοτικές απαιτήσεις με βάση την Δ.18, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Α) Καταχωρήθηκε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 2/12/
- Β) Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 14/1/
- Γ) Ο ενόρκως δηλών επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επί αυτού του θέματος, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η θέση των εναγομένων ότι ο ενόρκως δηλών είναι ακατάλληλο άτομο για να προβεί στην ένορκη δήλωση λόγω της ιδιότητας των εναγόντων ως νομικού προσώπου και ότι δεν είναι θετικός γνώστης των γεγονότων σε συνδυασμό με το τεκμήριο 10 και οι λόγοι για τους οποίους δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, έγκεινται στο γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 2, αναφέρει ρητά ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης μέσα από τον χειρισμό του φακέλου, ορκίζεται θετικά για αυτά, αποκαλύπτει την πηγή της εξουσιοδότησης του με βάση την παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης και ως προς το τεκμήριο 10, ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 16 της ένορκης του δήλωσης, ρητά αναφέρει ότι αυτός τον έχει εκδώσει και συνεπώς οι αντίθετες αναφορές των εναγομένων δεν ευσταθούν. Επίσης οι αναφορές των εναγομένων περί κακόβουλης, εκδικητικής και καταχρηστικής καταχώρησης της αγωγής, αυτές έχουν το χαρακτηριστικό της γενικότητας και της ασάφειας, χωρίς οποιαδήποτε λεπτομερή αναφορά με σαφή μαρτυρία και παρέμειναν αυτές οι αναφορές μετέωρες και έκθετες προς απόρριψη. Η θέση των εναγόντων ότι υπάρχει παρατυπία στην καταχωρηθείσα ένσταση, λόγω της αναγραφής στο κείμενο της ένστασης μόνο του ονόματος του εναγομένου 1 και ότι η σχετική παρατυπία δεν δύναται να θεραπευθεί λόγω της μη λήψης οποιωνδήποτε διορθωτικών μέτρων, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, γίνεται ειδική αναφορά περί εξουσιοδότησης του από τους υπόλοιπους εναγομένους και είναι πασίδηλο ότι η μη αναγραφή των ονομάτων των υπολοίπων εναγομένων συνιστά απλή παρατυπία και δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα στην ένσταση, καθ΄ ότι η οποιαδήποτε παρατυπία καλύπτεται από την αναφορά του ενόρκως δηλούντα ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους υπολοίπους εναγόμενους όπως προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, στην οποία προβάλλονται κοινές θέσεις. Υπάρχει ομολογουμένως μια γενική και ασαφή αμφισβήτηση ποσών, τόκων και χρεώσεων, όπου με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα Νομολογία δεν αρκεί για να μην εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Όμως, εγείρεται ένα πολύ ουσιαστικό ζήτημα από πλευράς εναγομένων, το οποίο το καθιστά άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένο με την επιτυχία της αγωγής με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών και που το εν λόγω θέμα θα πρέπει αναπόφευκτα να εξεταστεί στα πλαίσια μιας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, αφορά το θέμα της επίδοσης των σχετικών επιστολών ενημέρωσης για τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα ποσά, την προέλευση τους και κυρίως την ενημέρωση των εναγομένων ως προς τον τερματισμό των επιδίκων συμφωνιών και θα πρέπει να εξεταστούν οι συνθήκες και ο τρόπος όπου αποστάλησαν οι εν λόγω επιστολές, που αποστάλησαν και πότε και κατά πόσο αυτές παραλήφθησαν ή θεωρείται ότι παραλείφθησαν, με βάση τα στοιχεία της παρούσας υπόθεσης, την μαρτυρία που υπάρχει επί αυτού του θέματος, το κατά πόσο θα αποδειχθεί η παραλαβή των εν λόγω επιστολών με βάση την μαρτυρία και τους σχετικούς επί του θέματος αποδεικτικούς κανόνες και αναπόφευκτα θα πρέπει να ακουστούν και οι θέσεις των εναγομένων στα πλαίσια της συνήθους ακροαματικής διαδικασίας για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε ή όχι επίδοση των σχετικών επιστολών και γενικά συμμόρφωση με τους όρους των επιδίκων συμφωνιών. Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ένσταση των εναγομένων, στην έκταση που γίνεται επίκληση γεγονότων τα οποία είναι συζητήσιμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, επιτυγχάνει και η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται και ως προς το θέμα των εξόδων, δικαιότερη Διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, εν΄ όψει του ότι παραμένουν ανοικτά ζητήματα προς εκδίκαση ως προς το θέμα των επιστολών ως έχει αναλυθεί ανωτέρω και που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την έκβαση της αγωγής. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής [1] Ord. 18, r.
- (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.
- (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο