Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1943/10, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1943/10 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - και -
- ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ (Α.Ε. 21106)
- ΜΗΝΑΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ή/και ΜΗΝΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Α.Τ. 0464138)
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ή/και ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Α.Τ. 0541940)
- ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ή/και ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Α.Τ. 0585075) Εναγόμενων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/5/14 ΓΙΑ ΕΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα Μέσσιου για κ. Παπαλλή Για Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χ''Παναγιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31/1/14 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον όλων των Εναγομένων ομού και κεχωρισμένως για το ποσό των €406.348,43 με τόκο 9% από 23/1/14 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, διάταγμα εκποίησης τριών υποθηκών εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4, εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση διάταγμα παράδοσης και πώλησης 1578 μετοχών της BANK OF CYPRUS PUBLIC CO LTD ιδιοκτησίας του Εναγομένου 2, 1578 μετοχών της ίδιας τράπεζας ιδιοκτησίας του Εναγομένου 3, 1578 μετοχών της ίδιας τράπεζας του Εναγομένου 4, 4350 μετοχών της ίδιας τράπεζας, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 2, 3 και 4, πλέον έξοδα με αναστολή εκτέλεσης για 2 1/2 χρόνια. Εάν εντός του χρόνου της αναστολής καταβληθεί το ποσό των €366.348,00 με τόκο 8% από 23/1/14 και κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές το χρόνο, θα θεωρείται ως εξοφληθείσα. Η Αιτήτρια με την παρούσα Αίτηση, η οποία εδράζεται στα άρθρα 1-10 των Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/92, στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48 Κ.1, 2, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, εξαιτείται των ακόλουθων διαταγμάτων. (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιβαρύνονται οι μετοχές τις οποίες κατέχει η Εναγόμενη 1 στην εταιρεία H. & K. UNITED CONCRETE LIMITED (HE 126128). (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση, πώληση, αποξένωση, επιβάρυνση, ρευστοποίηση και/ή διάθεση των ως άνω μετοχών. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή/και διατάγματα το οποίο θα κριθεί εύλογο και δίκαιο από το Δικαστήριο κάτω από τις περιστάσεις. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Στην ένορκη δήλωση αφού γίνεται αναφορά από αυτόν ότι είναι υπάλληλος της Αιτήτριας, δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση στις 31/1/14, στη συνέχεια αναφέρει ότι από πληροφόρηση των δικηγόρων της Αιτήτριας η αναστολή εκτέλεσης δεν εμποδίζει την έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης το οποίο δεν λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης. Ακολούθως δηλώνει ότι πρόσφατα περιήλθε στην αντίληψη της Αιτήτριας μετά από σχετική έρευνα στον Έφορο Εταιρειών ότι η Καθ' ης η Αίτηση κατέχει το 50% των μετοχών της H. & K. UNITED CONCRETE LIMITED ήτοι 1500 μετοχές ονομαστικής αξίας €1.71 η κάθε μία, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, των οποίων επιζητείται η επιβάρυνση. Εξ όσων γνωρίζει το εξ αποφάσεως χρέος δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την εκποίηση των υποθηκών και την πώληση των μετοχών που αναφέρονται στην απόφαση. Θα μπορούσε δε να ικανοποιηθεί μέρος του εξ αποφάσεως χρέους από τις μετοχές των οποίων επιζητείται η επιβάρυνση ενώ δεν φαίνεται να επηρεάζεται οιοσδήποτε άλλος πιστωτής από την επιβάρυνση. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, τότε είναι πολύ πιθανόν να αποξενώσει τις μετοχές η Καθ' ης η Αίτηση, για τις οποίες, μετά τη λήξη της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, θα προβεί η Αιτήτρια στην πώληση τους, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, η οποία στηρίζεται στους ίδιους νόμους και θεσμούς όπως και η αίτηση, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης. (α) Η Αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη καθ' ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει υποθηκευμένη τέτοιας αξίας ακίνητη περιουσία προς όφελος της Αιτήτριας, η οποία υπερκαλύπτει τις υποχρεώσεις της έναντι της Αιτήτριας. (β) Καθόλου δεν καταδεικνύεται στην Αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ότι η ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση είναι τέτοιας αξίας που δεν αρκεί για να ικανοποιηθεί η Αιτήτρια, για να μπορεί να προχωρήσει με την παρούσα Αίτηση. (γ) Αποκρύπτει έντεχνα από το Δικαστήριο ότι υπάρχει αναστολή εκτελέσης της απόφασης για περίοδο 2 ½ ετών από την 31/01/
- (δ) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει τον εξαναγκασμό της Καθ' ης η Αίτηση σε άμεση καταβολή του χρέους της προς την Αιτήτρια σ' αντίθεση με την εκ συμφώνου αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. (ε) Η Αίτηση δεν πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση οιουδήποτε Διατάγματος βάση των ισχυόντων Νόμων, Κανονισμών και Νομολογίας με βάση και το πνεύμα του Νομοθέτη. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Παντελή Κυριάκου, ενός εκ των διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση, ο οποίος αναφέρεται στον εαυτό του ως Καθ' ου η Αίτηση ενώ δεν είναι, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης σε έκταση και με λεπτομέρειες και δεν χρειάζεται να καταγραφούν στο σημείο αυτό αφού θα γίνει αναφορά και σχολιασμός σε κατοπινό στάδιο. Στην αγόρευση της η δικηγόρος της Αιτήτριας αφού αναφέρεται ποια είναι τα δύο επιδιωκόμενα διατάγματα και προβαίνει σε συνοπτική αναφορά των γεγονότων που οδήγησαν στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, στη συνέχεια, αφού εξηγεί ότι η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται κυρίως στις πρόνοιες του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92, προβαίνει σε επίκληση σχετικών άρθρων του νόμου αυτού και σχετικής νομολογίας επί του ζητήματος έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος, για να καταδείξει στο Δικαστήριο ότι κανένας λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Από την άλλη ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση στη βάση των λόγων ένστασης και όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αφού δίδει τη δική του ερμηνεία στις διάφορες φράσεις που περιλαμβάνονται στα σχετικά άρθρα για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος και επίκληση νομολογίας σε ότι αφορά το θέμα ότι η Αιτητρία δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση. Πρέπει πρώτα να εξηγηθεί γιατί το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της Αίτησης αφού επιβαρυντικό διάταγμα εκδίδεται σε μονομερή αίτηση. Η απάντηση δίδεται από το γεγονός ότι στη νομική βάση της Αίτησης γίνεται αναφορά στο άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6 και στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και δεν στηρίζεται μόνο στα σχετικά άρθρα του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92, αναφορά που οδήγησε το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Επιπρόσθετα δημιουργήθηκε εύλογα το ερώτημα στο Δικαστήριο αναγνώνοντας την απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 31/1/14 γιατί δεν εκδόθηκε ανάλογο διάταγμα και γ' αυτές τις μετοχές όπως εκδόθηκε και για τις μετοχές που κατείχαν οι Εναγόμενοι της BANK OF CYPRUS PUBLIC CO LTD. Από την αγόρευση όμως της δικηγόρου της Αιτήτριας διαφάνηκε, τελικά, ότι προώθησε την Αίτηση της στη βάση του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92, αφού αναφέρεται σε αυτή όχι μόνο ότι στηρίζεται κυρίως σε αυτό το νόμο αλλά και γιατί οι αναφορές και παραπομπές της επικεντρώνονται στο άρθρο 3
(1)του Νόμου αυτού και σχετικής νομολογίας για τα επιβαρυντικά διατάγματα και από την άλλη δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6 και στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και σχετικής νομολογίας για την έκδοση διατάγματος με βάση αυτά τα άρθρα, κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εγκαταλείφθηκε αυτή η νομική βάση και έτσι είναι που αντιμετωπίζει το ζήτημα το Δικαστήριο. Από την άλλη, ανάλογη ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση, αφού η επιχειρηματολογία, εκτός το θέμα της θέσης της ότι η Αιτήτρια δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, κινήθηκε στα ίδια πλαίσια με αυτή της δικηγόρου της Αιτήτριας, δηλαδή για τις προϋποθέσεις έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92 όταν πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό σε άλλο πρόσωπο κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου τότε προς το σκοπό εκτέλεσης της, το Δικαστήριο με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού δύναται να εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα σε οποιοδήποτε συμφέρον έχει ο οφειλέτης επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εφαρμόζεται ο νόμος αυτός και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Δυνάμει δε του εδαφίου 2 του άρθρου 3, προτού το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με: (α) την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος. Το εδάφιο 3 του άρθρου 3, προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι είναι αναγκαίοι κατά την κρίση του και δίκαιοι υπό τις περιστάσεις. Τέτοιο διάταγμα, όπως προβλέπεται στο εδάφιο 4 του άρθρου 3, το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατόν να έχει συμφέρον να το ακυρώσει ή να το διαφοροποιήσει. Επεκτείνεται δε η επιβάρυνση ως καταγράφεται στο εδάφιο 5 του άρθρου 3 και σε κάθε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το επιβαρυντικό διάταγμα. Οι συνέπειες δε του επιβαρυντικού διατάγματος όπως καθορίζεται στο εδάφιο 6 του άρθρου 3 είναι αυτές που αναφέρονται στο εδάφιο 1 του άρθρου 5 τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου 2 του άρθρου 5. «Οι συνέπειες δε του εδαφίου 1 του άρθρου 5 είναι: 5.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 θα έχει ως συνέπειες- (α) Την επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη στο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού το οποίο κατέστη οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα αυτά περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. (β) Την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 άνευ επηρεασμού εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος. (γ) Την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4. Τα μερίσματα θα κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και θα αποτελούν μέρος του βαρυνόμενου στοιχείου της περιουσίας. (δ) Στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σχετικά με αυτές από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητες βάσει του εμπιστεύματος.» Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις A.B.P. Holdings Ltd & άλλοι v. Α. Κιταλίδης (αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Stelios Stylianides Ltd κ.ά. v. Ανδρέα Σωτηρίου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1436 στις οποίες είχε αναφερθεί ότι δεν εκδίδεται επιβαρυντικό διάταγμα σε μετοχές οφειλέτη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δεν τυγχάνουν εφαρμογής αφού όπως εξηγήθηκε στις αποφάσεις Ελένη Λ. Ιωάννου (Σιαρματτά) κ.ά. v. Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1463 και Σωτήρη Ν. Ψάλτη v. Κώστα Χ''Λόη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1454, σε εκείνες δεν έγινε αναφορά στο ερμηνευτικό άρθρο 2
(1)του Νόμου 31(Ι)/92. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι εκ συμφώνου απόφαση αναστάληκε για 2 ½ χρόνια και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα προώθησης μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, ως είναι το διάβημα αυτό, αν και αναγνωρίζει ότι στο άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6 δεν συμπεριλαμβάνεται στα μέσα εκτέλεσης της απόφασης το επιβαρυντικό διάταγμα, επειδή το άρθρο 3
(1)του Ν.31(Ι)/92 αναφέρεται «. προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος .» και ως εκ τούτου είναι σε αντίθεση με το άρθρο 14 του ΚΕΦ. 6. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση αυτή. Τα μέτρα εκτέλεσης καταγράφονται με σαφήνεια στο άρθρο 14 του ΚΕΦ. 6 και το επιβαρυντικό διάταγμα δεν είναι ένα από αυτά. Ούτε υπάρχει σύγκρουση του άρθρου αυτού με το άρθρο 3
(1)του Ν.31(Ι)/92 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η φράση «. προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος .» ακριβώς γιατί είναι προς το σκοπό εκτέλεσης και όχι μέτρο εκτέλεσης και το επιβαρυντικό διάταγμα δεν είναι διάταγμα πώλησης των μετοχών. Ως εκ τούτου η θέση αυτή απορρίπτεται. Όσον αφορά την άλλη εισήγηση του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση που στηρίζεται στο εδάφιο 2 του άρθρου 3
(2)του Ν.31(Ι)/92 σύμφωνα με την υπόθεση Σιαρματτά ανωτέρω «.. όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, απόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα, για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας και αυτό η εφεσίβλητη, κατά τη γνώμη μας, το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. Θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς.» Εκ του πιο πάνω αποσπάσματος καταδεικνύεται η ανεδαφικότητα της προσέγγισης, ερμηνείας και σχετικής εισήγησης ότι η Αιτήτρια όφειλε να παρουσιάσει τα εν λόγω στοιχεία. Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Ούτε η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά με σκοπό να πιεστεί να εξοφλήσει το χρέος πριν την περίοδο αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης μπορεί να βρει έρεισμα αφού, σε αντίθεση με ότι ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, το επιβαρυντικό διάταγμα δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Ο δε ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια γιατί δεν αναφέρεται πουθενά στην ένορκη δήλωση ότι η εκτέλεση της απόφασης αναστάληκε για 2 ½ χρόνια, εκτός του ότι η Αίτηση κατέστη δια κλήσεως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση γίνεται σαφής αναφορά στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, η οποία άλλωστε καταγράφεται στην απόφαση η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο με αυτή. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και σε αυτή περιλαμβάνοντο διατάγματα εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων και μετοχών των Εναγομένων στην αναφερθείσα πιο πάνω τράπεζα. Απ' αυτά απουσιάζουν οι μετοχές των επιδιώκεται η επιβάρυνση τους. Η δικαιολογία που προβάλλεται εκ μέρους της Αιτήτριας είναι ότι πρόσφατα περιήλθε σε γνώση της ότι η Καθ' ης η Αίτηση κατέχει 1500 μετοχές ονομαστικής αξίας €1.71 η κάθε μία που ισοδυναμεί με το 50% του μετοχικού κεφαλαίου. Η αίτηση όπως αναφέρεται πιο πάνω υποβλήθηκε στις 20/5/14, ήτοι τρεις μήνες και είκοσι ημέρες μετά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων στις 31/1/14. Δεν διευκρινίζεται ούτε πως έτυχε να περιέλθει σε γνώση της αυτό το γεγονός ούτε διασαφηνίζεται πότε περιήλθε σε γνώση της τούτο. Τα στοιχεία αυτά έχουν σημασία, καθότι θα διαφαίνετο από τη μια αν το πρόσφατα ήταν πριν την έκδοση της απόφασης, αφού δεν αναφέρεται ότι ήταν μετά την απόφαση, γιατί δεν εκδόθηκε και γι' αυτές διάταγμα πώλησης τους, που μπορεί να σημαίνει ότι η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και η πώληση των μετοχών για τα οποία εκδόθηκε διάταγμα ήταν ικανοποιητικά προς εξασφάλιση του χρέους, και αν είναι μετά την έκδοση της απόφασης, αν τούτο μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να έρχετο στο φως πριν την έκδοση της απόφασης, κάτι που φαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι θα είχε αρνητικά καταλυτικές συνέπειες ως προς την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με την υπόθεση Σιαρματτά, ανωτέρω, «. η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα, για τη στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας .», εννοείται αναγκαιότητας έκδοσης του επιβαρυντικού διατάγματος. Η στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος τεκμαίρεται ή εξάγεται από την παρουσίαση μαρτυρίας απτών στοιχείων, δηλαδή, με βάση τα οποία καταδεικνύεται ότι το οφειλόμενο χρέος δεν μπορεί να εξασφαλισθεί ή να ικανοποιηθεί από τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ή μη υπάρχοντα και η μη έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος θα είχε ως συνέπεια το χρέος να μείνει ανικανοποίητο. Η αναφορά στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση «εξ όσων γνωρίζω το εξ αποφάσεως χρέος δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την εκποίηση των αναφερόμενων στην απόφαση ημερομηνίας 31/1/14 υποθηκών και πώλησης των μετοχών της Bank of Cyprus Public Co Ltd που κατέχουν οι Εναγόμενοι», χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τούτο, παραμένει μια γενική και αόριστη αναφορά που δεν είναι ικανή να εκπληρώσει την υποχρέωση της για παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητα έκδοσης του επιβαρυντικού διατάγματος, ενόψει μάλιστα της αμφισβήτησης της παρ. 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση από την Καθ' ης η Αίτηση. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1.200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας. (Υπ.).......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο