SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED ν. Γερόλεμος Καπετάνιου, Αρ. Αγωγής: 2250/2014, 13/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2250/2014 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LIMITED Εναγόντων και Γερόλεμος Καπετάνιου Εναγόμενου 13 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ σε αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 2.12.2014 για απόφαση εναντίον του Εναγομένου λόγω μη εμφάνισης του στην αγωγή Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου: «Α. €6.400,56 σέντ πλέον τόκο προς 11% από 01/09/2014 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού δανείου ως οι λεπτομέρειες της Εκθέσεως Απαιτήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30/6 και 31/12 κάθε έτους. Β. €3.924,50 σέντ πλέον τόκο προς 14% από 01/09/2014 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει υπολοίπου πιστωτικής κάρτας ως οι λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαιτήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30/6 και 31/12 κάθε έτους». Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, κατά ή περί τις 12.9.2007 συμφώνησαν με τον Εναγόμενο να του παρέχουν δάνειο Λ.Κ.1.000, το οποίο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς το εκάστοτε βασικό επιτόπιο των Εναγόντων πλέον περιθώριο προς 3%. Κατά τον χρόνο σύναψης του δανείου, το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ήταν 4,5% και, συνεπώς, το συνολικό επιτόκιο κατά τη σύναψη του δανείου ανερχόταν σε 7,5% ετησίως. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω στην έκθεση απαίτησης τους, ότι είχαν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα μεταβολής του επιτοκίου και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης το καθυστερημένο ποσό θα χρεώνεται με τόκο υπερημερίας προς 6,75% επιπρόσθετα προς το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο. Σύμφωνα επίσης με τους Ενάγοντες, ένεκα παράβασης της συμφωνίας δανείου από τον Εναγόμενο, τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία ενώ «με βάση τον Νόμο περί Ελευθεροποίησης του επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων και τις ως άνω συμφωνίες το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο των πιο πάνω λογαριασμών του πρωτοφειλέτου έχει μετατραπεί από τις 4.12.2009 σε 11% σταθερό», με κεφαλαιοποίηση την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι περί τις 7.10.2006 συμφώνησαν την παροχή πιστωτικής κάρτας στον Εναγόμενο με πιστωτικό όριο Λ.Κ.1,000, το πιστωτικό υπόλοιπο της οποίας θα χρεώνεται με τόκο που θα «υπολογίζεται με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο που ανακοινώνει από καιρού εις καιρό η Τράπεζα για τις συναλλαγές με κάρτα». Οι Ενάγοντες αναφέρουν επίσης ότι «με βάση τον Νόμο περί Ελευθεροποίησης του επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων και της ως άνω συμφωνίας το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο του πιο πάνω λογαριασμού του πρωτοφειλέτου έχει μετατραπεί από τις 4.12.2009 σε 14% σταθερό κε κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους». Σύμφωνα επίσης με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, ο Εναγόμενος παρέβη τους όρους χρήσης της πιστωτικής κάρτας με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Ενάγοντες αξιώνουν απόφαση εναντίον του Εναγόμενου ως η Έκθεση Απαίτησης ένεκα της παράληψης του να εμφανιστεί στην αγωγή. Από το φάκελο της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι επιδόθηκε δεόντως στον Εναγόμενο επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και ότι αυτός δεν έχει εμφανιστεί μέχρι σήμερα στη διαδικασία. Με αυτό το δεδομένο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον του Εναγόμενου, ώστε να δικαιούνται σε απόφαση ως η Έκθεση Απαίτησης. Προς απόδειξη της απαίτησης τους, οι Ενάγοντες προσκόμισαν ένορκες δηλώσεις της Εύας Νικόλα υπαλλήλου των Εναγόντων, ημερομηνίας 10.12.2014 και 18.12.2014 αντίστοιχα. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.12.2014 η ενόρκως δηλούσα υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων και επισυνάπτει ως τεκμήρια τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 12.9.2007, επιστολή αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 10.9.2007, αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας, επιστολή ημερομηνίας 30.10.2009, επιστολή ημερομηνίας 4.12.2009 καθώς και καταστάσεις λογαριασμών αναφορικά με το δάνειο και την πιστωτική κάρτα. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.12.2014, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι ο «αρχικός τόκος επί της συμφωνίας δανείου ήταν 7,50% και αυτός αυξήθηκε σε 11% ενώ ο τόκος σε σχέση με την πιστωτική κάρτα είναι από την 4.12.2009 14%.» Αναφέρει επίσης ότι «πέραν του ότι η αύξηση του επιτοκίου προνοείται από τους όρους της μεταξύ της διαδίκων συμφωνίας και δόθηκε προς τούτο σχετική ειδοποίηση προς τον εναγόμενο, το σκεπτικό του δικαιώματος αύξησης ως επίσης και η αύξηση που έγινε γίνεται μεταξύ άλλων για να καλύψει τη ζημιά που υπόκειται η Τράπεζα από τη μη εξυπηρέτηση ενός δανείου.. Περαιτέρω, όταν ένα δάνειο δεν εξυπηρετείται μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της Τράπεζας αντί να εργάζονται και να αφιερώνουν χρόνο σε παραγωγικές εργασίες για την τράπεζα, αναγκάζονται να επικοινωνούν τηλεφωνικά με πελάτες, να αποστέλλουν πληθώρα επιστολών και να παρακολουθούν σε πολύ τακτική βάση τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Επιπλέον τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία τερματίζονται επηρεάζουν τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας, με αποτέλεσμα να απαιτείται η εξεύρεση πρόσθετης άμεσης ρευστότητας με διάφορους τρόπους, οι οποίοι απαιτούν την καταβολή από την Τράπεζα επιτοκίων πέραν την διαφοράς του ποσοστού με το οποίο χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός.» Έχω διεξέλθει με προσοχή, τόσο τις ένορκες δηλώσεις όσο και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των Εναγόντων/Αιτητών προς υποστήριξη της αίτησης. Προσεγγίζοντας το καθήκον της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, έχω κατά νου ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα - και αφού δεν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη αξιοπιστία του μάρτυρα - τότε αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι το κατά πόσο η μαρτυρία είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεση των Εναγόντων στο αναγκαίο επίπεδο[1]. Ενόψει του ότι η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες παραμένει αναντίλεκτη, δεν τίθεται θέμα αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς, το κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν καταφέρει να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του Εναγόμενου εξαρτάται από το περιεχόμενο του συνόλου της μαρτυρίας και των δικογραφημένων θέσεών τους. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί αναφορικά με την σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.9.2007. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι αυτή τερματίστηκε δεόντως από τους Ενάγοντες με την επιστολή ημερομηνίας 4.12.2009. Αναφορικά με το αξιούμενο επιτόκιο ύψους 11% επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η συμφωνία δανείου, προνοούσε ότι το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο προς το «βασικό επιτόκιο της Τράπεζας που επικρατεί από καιρό εις καιρό πλέον προσαύξηση 3,00% ανά έτος.» (παράγραφος ΙΙΙ
(1)της συμφωνίας δανείου). Κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων ήταν 4,5% ανά έτος και το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 7,50% ανά έτος. (β) Με την αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν επιτόκιο προς 11% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Σημειώνω ότι από την Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται κατά πόσο η αύξηση του επιτοκίου από το συμβατικό επίπεδο στο 11% αφορά χρέωση πρόσθετου τόκου επί υπερημερίας ή αν αφορά αύξηση του επιτοκίου δυνάμει σχετικής δυνατότητας ή δικαιώματος που προνοείται στη σύμβαση. (γ) Εάν η αύξηση αυτή αφορά χρέωση αυξημένου τόκου ένεκα υπερημερίας του Εναγόμενου, τότε αυτό θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί συγκεκριμένα. Ο τόκος υπερημερίας (default interest) αποσκοπεί στο να αποζημιώσει το αθώο μέρος της σύμβασης σε περίπτωση παράβασης της από τον αντισυμβαλλόμενο, για την πραγματική ζημιά την οποία έχει υποστεί ο πρώτος ένεκα της υπερημερίας του δεύτερου[2]. Ως ειδική ζημιά, πρέπει επομένως να δικογραφείται ειδικά και λεπτομερώς και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα[3]. Εάν δε διαφανεί ότι η καταβολή αυξημένου τόκου επί υπερημερίας δεν συνιστά γνήσιο υπολογισμό που να αποσκοπεί στην παροχή εύλογης αποζημίωσης για ζημιά την οποία έχει υποστεί το αθώο μέρος, τότε αυτό θα καθιστούσε την χρέωση αυξημένου τόκου επί υπερημερίας, όρο τιμωρητικό ή ποινική ρήτρα και, κατά συνέπεια, ανεφάρμοστο[4]. (δ) Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το αξιούμενο με την αγωγή επιτόκιο του 11% επί του υπολοίπου του δανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρέωση τόκου υπερημερίας αφού κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται. Ακόμα όμως και αν η χρέωση τόκου υπερημερίας ήταν δεόντως δικογραφημένη, οι αναφορές της ενόρκως δηλούσας στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 18.12.2014 αποσπάσματα της οποίας έχω παραθέσει πιο πάνω, κρίνω ότι δεν αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό ειδική ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες ένεκα της υπερημερίας του Εναγόμενου. Οι αναφορές στην ένορκη δήλωση είναι γενικές, χωρίς καμία συγκεκριμένη και ειδική επεξήγηση της «ζημιάς που υπόκειται η Τράπεζα από τη μη εξυπηρέτηση» του συγκεκριμένου επίδικου δανείου. Ούτε και συγκεκριμενοποιείται ο «μεγάλος αριθμός υπαλλήλων της τράπεζας που αντί να εργάζονται και να αφιερώνουν τον χρόνο τους σε παραγωγικές εργασίες. αναγκάζονται να επικοινωνούν τηλεφωνικά με πελάτες, να αποστέλλουν πληθώρα επιστολών και να παρακολουθούν σε πολύ τακτική βάση» το συγκεκριμένο μη εξυπηρετούμενο δάνειο. Να σημειώσω ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν αποστείλει στον Εναγόμενο, δύο επιστολές σε σχέση με το επίδικο δάνειο και πιστωτική κάρτα (ημερομηνίας 30.10.2009 και 4.12.2009 αντίστοιχα) ενώ δεν έχει δοθεί καμία μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο που αναλώθηκε από υπαλλήλους των Εναγόντων σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τον Εναγόμενο ή για την παρακολούθηση των λογαριασμών της συμφωνίας δανείου του ή της πιστωτικής του κάρτας. Δεν παρέχεται επίσης καμία μαρτυρία αναφορικά με το πως το συγκεκριμένο δάνειο επηρέασε κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των Εναγόντων. Συνεπώς, παρά το ότι η μαρτυρία είναι αναντίλεκτη, στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι αυτή δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό γιατί απαιτείται επιτόκιο 11% επί του υπολοίπου του δανείου, για απόδοση εύλογης αποζημίωσης[5] για ειδική ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες από την παράβαση του Εναγόμενου. (ε) Πέραν των πιο πάνω, στην Έκθεση Απαίτησης (παράγραφος 6) και στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.12.2014 (παράγραφοι 2 και 3), γίνεται αναφορά σε αύξηση του επιτοκίου σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου. (στ) Έχω διεξέλθει με προσοχή την παράγραφο ΙΙΙ
(7)της συμφωνίας δανείου σύμφωνα με την οποία «Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα, κατά την κρίση της, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των κανονισμών για νομισματικό και πιστωτικό έλεγχο που είναι σε ισχύ από καιρό σε καιρό, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος και των κόστων ρευστότητας, να τροποποιήσει (είτε να αυξήσει είτε να μειώσει) σε οποιοδήποτε χρόνο το Βασικό Επιτόκιο, την Προσαύξηση, το Κυμαινόμενο Επιτόκιο, το Επιτόκιο Παράβασης, το συμφωνηθέν τέλος και/ή τα Τραπεζικά τέλη.». Όπως προκύπτει από το λεκτικό, η πρόνοια αυτή δεν παρέχει απόλυτο δικαίωμα στους Ενάγοντες να μεταβάλλουν το επιτόκιο. Αντίθετα, η όποια μεταβολή πρέπει να γίνεται «... μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των κανονισμών για νομισματικό και πιστωτικό έλεγχο που είναι σε ισχύ από καιρό σε καιρό, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος και των κόστων ρευστότητας.». (ζ) Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου καμία μαρτυρία αναφορικά με τη νομοθεσία, τους κανονισμούς για νομισματικό και πιστωτικό έλεγχο που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, τις συνθήκες της αγοράς, της αξίας του χρήματος, και των κόστων ρευστότητας στη βάση των οποίων να δικαιολογείται η αύξηση του επιτοκίου σε 11%. (η) Παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση του Έντιμου Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Μαλαχτού στην αγωγή 1331/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Marfin Popular Bank Co Ltd v
- Ανδρέα Ανδρέου Χρ άλλως Ανδρέα Χρ. Ανδρέου κ.α., ημερομηνίας 30.10.2014, όπου αναλύοντας αντίστοιχη πρόνοια ανέφερε σχετικά: «Η μαρτυρία απέχει πολύ από του να ικανοποιήσει ότι η αύξηση σε 12,5% σε μια μέρα έγινε για λόγους «μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος». (θ) Για τους πιο πάνω λόγους, με βάσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε επιτόκιο 11% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Η αύξηση του επιτοκίου έγινε με τρόπο αντισυμβατικό και κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει. Οι Ενάγοντες θα δικαιούντο ενδεχομένως σε απόφαση για το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, πλέον συμβατικό επιτόκιο επί αυτού. Όμως από την Έκθεση Απαίτησης και τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί δεν δύναμαι να διακριβώσω ποιο ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου κατά τον χρόνο τερματισμού, ήτοι κατά τις 4.12.
- Το εν λόγω υπόλοιπο δεν δικογραφείται, η κατάσταση λογαριασμού που έχει προσκομιστεί αφορά περίοδο μεταγενέστερη του τερματισμού αφού ξεκινά από τις 31.5.2013, ενώ από την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 4.12.2009 δεν διακρίνεται ξεκάθαρα το χρεωστικό υπόλοιπο. Επιπρόσθετα το συμβατικό επιτόκιο αποτελείτο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο των Εναγόντων πλέον προσαύξηση προς 3% (παράγραφος ΙΙΙ
(1)της συμφωνίας δανείου). Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία αναφορικά με το ύψος του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων κατά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, ήτοι κατά τις 4.12.2009, και επομένως δεν είμαι σε θέση να διακριβώσω ποιο ήταν το ύψος του συμβατικού επιτοκίου κατά τον χρόνο εκείνο. Συνακόλουθα και ελλείψει μαρτυρίας, δεν μπορώ να εκδώσω απόφαση υπέρ των Εναγόντων αναφορικά με το επίδικο δάνειο. Στρέφομαι στη αξίωση των Εναγόντων σε σχέση με την πιστωτική κάρτα. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, έχω ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος αιτήθηκε και του χορηγήθηκε πιστωτική κάρτα με πιστωτικό όριο Λ.Κ.1.000. Από τη μαρτυρία, και πάλιν δεν είμαι σε θέση να διακριβώσω ποιο ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τον τερματισμό του σχετικού λογαριασμού. Το χρεωστικό υπόλοιπο κατά τον τερματισμό δεν δικογραφείται, η κατάσταση λογαριασμού που έχει προσκομιστεί αφορά χρόνο μεταγενέστερο του τερματισμού ενώ η επιστολή τερματισμού επίσης δεν αναφέρει ξεκάθαρα το οφειλόμενο υπόλοιπο. Επιπλέον, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης (παράγραφος 8(β)), ο τόκος επί του χρεωστικού υπολοίπου θα «υπολογίζεται με βάση το κυμαινόμενο επιτόκιο που ανακοινώνει από καιρού εις καιρό η Τράπεζα για τις συναλλαγές με κάρτα. Η τράπεζα θα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση του το ποσοστό του εν λόγω επιτοκίου και σε τέτοια περίπτωση θα γνωστοποιεί στον κάτοχο της κάρτας τη μεταβολή του επιτοκίου με σχετική σημείωση στη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού που θα αποστέλλεται στον κάτοχο κάρτας ή με τον προσφορότερο κατά την κρίση του τρόπο.» Δεν είμαι σε θέση να διακριβώσω ποιο ήταν το ισχύον συμβατικό επιτόκιο σε σχέση με την πιστωτική κάρτα. Σημειώνω ότι η επιστολή αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 10.9.2007, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.12.2014, είναι μεταγενέστερη της χορήγησης της πιστωτικής κάρτας και αναφέρει (παράγραφος Γ
(2)της εν λόγω επιστολής) ότι το συμβατικό επιτόκιο σε σχέση με την πιστωτική κάρτα κατά τον χρόνο εκείνο, ήτοι κατά τις 10.9.2007, ήταν μεταβλητό και αποτελείτο από το «Βασικό Επιτόκιο (% ετησίως) ή Νομισματικό Διατραπεζικό Επιτόκιο» προς 4,50% πλέον προσαύξηση 6,95% ετησίως, ήτοι κατά τον χρόνο εκείνο το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 11,45% ετησίως. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου άλλη μαρτυρία σε σχέση με το ισχύον επιτόκιο και ιδιαίτερα σε σχέση με το ύψος του συμβατικού επιτοκίου κατά τον χρόνο αμέσως πριν τον τερματισμό. Σύμφωνα επίσης με την Έκθεση Απαίτησης (παράγραφος 10), «το χρεωστικό επιτόκιο. έχει μετατραπεί από τις 4.12.2009 σε 14% σταθερό.» Αναφορά στην εν λόγω μετατροπή γίνεται στην επιστολή ίδιας ημερομηνίας με την οποία ο Εναγόμενος πληροφορείται ότι «από σήμερα το χρεωστικό επιτόκιο. του λογαριασμού πιστωτικής σας κάρτας αυξάνεται σε 14%...» Αναφορικά με το αξιούμενο επιτόκιο και για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε επιτόκιο 14% ετησίως επί του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της πιστωτικής κάρτας (παραπέμπω στην πρόνοια της 2ης παραγράφου της 2ης σελίδας της επιστολής αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.12.2014 και που αφορά τη μεταβολή του επιτοκίου η οποία είναι αντίστοιχη με την σχετική πρόνοια στην συμφωνία δανείου). Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει. Ελλείψει επαρκούς μαρτυρίας αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με την πιστωτική κάρτα κατά τον τερματισμό, καθώς και του ισχύοντος συμβατικού επιτοκίου αμέσως πριν τον χρόνο τερματισμού, δεν είμαι σε θέση να εκδώσω απόφαση υπέρ των Εναγόντων αναφορικά με την επίδικη πιστωτική κάρτα. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, Barry White v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστής της περιουσίας του Κωστάκη Δαβίδ Μαυρονικόλα
(2009)1 Β Α.Α.Δ.1138 [2] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia [1996]3 All E.R.156 [3] John Brenan v Anthimos Demetriou Bonded Warehouse Ltd, Πολιτική έφεση 193/2012, ημερομηνίας 16.12.2014, Μεταξάς ν Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν Σταυρού
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 [4] Άρθρο 74
(1)περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω) [5] Lordsvale Finance Plc v Bank of Zambia (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο