ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΝΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Γεν. Αίτηση Αρ.: 102/13, 20/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση Αρ.: 102/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Αιτήτριας -και-
- ΜΑΡΙΝΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
- ΠΑΝΙΚΟΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ
- ΠΕΤΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Λουκαρή για Τάσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση 3: κα Θωμά για Αντωνάκη Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση αιτείται άδεια ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 06/03/2013 εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2, και 3 ως δικαστικής απόφασης και εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85 ως ετροποποιήθηκε, στα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη Διαταγή 2, Δ.48 Θ.1-3, Θ.8, Θ.9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος και στις γενικές ή/και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Σωκράτη Σωκράτους λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ένεκα της θέσης του, από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από πληροφορίες που συγκέντρωσε και με την οποία επισυνάπτονται δύο τεκμήρια, η διαιτητική απόφαση και η έγγραφη γνωστοποίηση της απόφασης. Ο Καθ' ου η Αίτηση 3 καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στις 14/1/14 με την οποία προβάλλονται τέσσερεις
(4)λόγοι ένστασης οι οποίοι καταγράφονται αυτούσιοι. «
- Η υπό εξέταση αίτηση είναι πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και τη πρακτική του δικαστηρίου.
- Οι Αιτητές παρέλειψαν να φέρουν εις γνώση ή/και να κοινοποιήσουν στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά το κείμενο της διαιτητικής απόφασης ή/και τη διαιτητική απόφαση αυτήν καθεαυτήν εις τρόπο ώστε ο Καθ' ου η αίτηση να λάβει γνώση του περιεχομένου της.
- Οι Αιτητές επέδειξαν ασυγχώρητη αμέλεια στο αίτημα του Καθ' ου η αίτηση όπως του παραχωρηθεί αυτούσιο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης.
- Η προβλεπόμενη από το νόμο παρέλευση της προθεσμίας των 21 ημερών για άσκηση έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης ως προϋπόθεση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης δε συντρέχει.» Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-3, Θ. 8, Θ. 9, Δ.64, στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμου Κεφ. 4, και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτησης με την οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α η γνωστοποίηση της απόφασης της διαιτησίας, ως Τεκμήριο Β, η δήλωση παραλαβής του Τεκμηρίου Α από την θυγατέρα του Έλενα Ανδρέου, ως Τεκμήριο Γ αντίγραφο επιστολής με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 29/3/13 από τους δικηγόρους του προς την Αιτήτρια και ως Τεκμήριο Δ η απόδειξη αποστολής του τηλεομοιότυπου. Με την ένορκη δήλωση του ο Καθ' ου η Αίτηση 3 αφού γενικά αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αγνοεί και αρνείται τις παρ. 1 και 2 της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντος που συνοδεύει την αίτηση στις οποίες γίνεται αναφορά ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος, ευρίσκεται στην υπηρεσία ως λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Αιτήτριας από το 1992 και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της αίτησης λόγω της θέσης του, από έγγραφα που κατέχει και από πληροφορίες που συγκέντρωσε. Δεν αρνείται την παρ. 3 στην οποία αναφέρεται στη συμφωνία δανείου μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση 1 με την εγγύηση των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 αλλά αρνείται τις παρ. 4, 5 και 6, ότι δηλαδή οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 παρέλειψαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και γι' αυτό η Αιτήτρια παρέπεμψε τη διαφορά σε διαιτησία και αφού διορίστηκε διαιτητής σύμφωνα με το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, αυτός εξέδωσε απόφαση στις 6/3/13 υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €132.150,28 πλέον τόκο 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση αυτού μια φορά το χρόνο, μέχρι εξόφλησης πλέον €270 έξοδα. Επίσης αρνείται την παρ. 7, ότι δηλαδή επιδόθηκε δεόντως η ειδοποίηση περί διεξαγωγής της διαιτησίας κάτι που εμφαίνεται στο σώμα της διαιτητικής απόφασης ημερ. 6/3/
- Ακόμα αρνείται την παρ. 8 σύμφωνα με την οποία η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε σε αυτόν όπως καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 2 και ισχυρίζεται ότι στις 20/3/13 έναντι της υπογραφής της θυγατέρας του επιδόθηκε σε αυτή το Τεκμήριο Α για την παραλαβή του οποίου υπέγραψε το Τεκμήριο Β, ενώ οι δικηγόροι του έστειλαν την επιστολή Τεκμήριο Γ με την οποία ζητούσαν να προμηθευτούν αυτούσια την απόφαση. Κατά την θέση του η Αιτήτρια όφειλε να γνωστοποιήσει στον ίδιο το ίδιο το κείμενο της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του, στην οποία περιέχονται όλα τα στοιχεία για να δυνηθεί να ασκήσει έφεση εναντίον αυτής και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου έτσι ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Δεν αρνείται ειδικά τις παρ. 9, 10, 11 και 12, που βέβαια την τελευταία την αρνείται μέσα από τις παρ. 7, 8, 9 και 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, στις οποίες όμως αναφέρεται ότι αυτός είναι μέλος της Αιτήτριας, και ως εκ τούτου εφαρμόζεται το άρθρο 52
(1)του Περί Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών Νόμου, δεν υπέβαλε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης ημερ. 6/3/13 και δεν εξοφλήθηκε το εκ της διαιτητικής απόφασης χρέος. Η δικηγόρος της Αιτήτριας στην αγόρευση της εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης και απέρριψε τις θέσεις και εισηγήσεις της δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 3 επικαλούμενη σχετική, κατά την άποψη της, νομολογία. Από την άλλη η συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση 3 με την αγόρευση της ουσιαστικά επικεντρώθηκε και προώθησε μόνο τη θέση ότι δεν έγινε η δέουσα γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι δεν επιδόθηκε αυτή καθ' εαυτή η διαιτητική απόφαση αλλά το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επικαλούμενη το άρθρο 52 του αναφερθέντος πιο πάνω Νόμου. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών Ν. 22/85, ως τροποποιήθηκε το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμία περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγρεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς ή (β) να παραπέμπη την διαφορά προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περτίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεσιν εις δικαστήριον εντός είκοσι και μίας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Το άρθρο 52
(1)και
(2)προβλέπει για την κίνηση του μηχανισμού και την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και τον διορισμό διαιτητή προς τούτο ενώ το εδάφιο 3 του άρθρου τούτου την αμοιβή του διαιτητή. Τα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 52 καθορίζουν την ακολουθητέα διαδικασία μετά την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και της έκδοσης διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την απόφαση Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφ. 357/08, ημερ. 11/4/12: «Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιείται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Με βάση τη νομολογία η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξουσία των διαδικαστικών προϋποθέσεων όπως αυτές προκύπτουν από το άρθρο 52 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας της υπόθεσης που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης, τα οποία θα μπορούσαν να προβληθούν και να εξεταστούν στα πλαίσια της διαιτησίας ή στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)του Νόμου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι 'αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθηση δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου για να εγγραφεί διαιτητική απόφαση πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να γίνει ειδοποίηση για την ακρόαση και διεξαγωγή της διαιτησίας, έτσι ώστε να μπορεί να ακουσθεί ο Καθ' ου η Αίτηση. (β) Να εκδοθεί διαιτητική απόφαση. (γ) Να γίνει γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στον Καθ' ου η Αίτηση. (δ) Να παρέλθει ο χρόνος των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)
(5)από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης χωρίς να έχει υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης και, (ε) Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως έτσι ώστε να έχει δικαίωμα να ακουστεί ο Καθ' ου η Αίτηση. Αν και προβάλλονται τέσσερεις λόγοι ένστασης, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ουσιαστικά με την αγόρευση της η δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση 3 περιόρισε την ένσταση της μόνο στο θέμα της γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης. Παρόλο τούτου το Δικαστήριο θα εξετάσει όλους τους λόγους ένστασης. Ο πρώτος λόγος ένστασης δε μπορεί να βρει έρεισμα αφού η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών Νόμο 22/85, ως τροποποιήθηκε, και στη Δ.48 Θ.1-3, 8 και 9 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία περιλαμβάνεται το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Να σημειωθεί ότι τα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου, ΚΕΦ. 4 δεν τυγχάνουν εφαρμογής αφού αυτά αφορά διαιτησία βάσει συνυποσχετικού και όχι διαιτησίας βάσει νόμου. Ως εκ τούτου απορρίπτεται. Οι λοιποί λόγοι 2, 3 και 4 συνδέονται μεταξύ τους και δη οι λόγοι 3 και 4 έχουν ως άξονα τον λόγο 2 της ένστασης. Προτού όμως προχωρήσω στην εξέταση των λόγων 2, 3 και 4 της ένστασης να αναφέρω ότι από τις πιο πάνω προϋποθέσεις είναι κοινά παραδεκτό ή/και δεν αμφισβητείται ή και έχει αποδειχθεί ότι
(1)έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση,
(2)έχει παρέλθει ο χρόνος των 21 ημερών και δεν υποβλήθηκε έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης και
(3)η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης έγινε δια κλήσεως η οποία επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση στις 24/9/13 σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επίσης
(4)αν και ο Καθ' ου η Αίτηση 3 στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση αρνείται την παρ. 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αυτή η άρνηση παρέμεινε γενική και αόριστη και δεν μπορεί να αντικρούσει τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι η ειδοποίηση για την διεξαγωγή της διαιτησίας επιδόθηκε δεόντως ως καταδεικνύεται και από σχετική αναφορά στη διαιτητική απόφαση Τεκμήριο 1 στην Αίτηση. Ως εκ τούτου πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Ότι παραμένει προς εξέταση είναι κατά πόσο έγινε έγκυρη και νομότυπη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στον Καθ' ου η Αίτηση 3. Κατ' αρχάς ο Καθ' ου η Αίτηση 3 προέβαλε ότι η γνωστοποίηση έγινε στη θυγατέρα του και όχι στον ίδιο προσωπικά. Όπως και το κλητήριο ένταλμα, έτσι και αυτή η αίτηση (ως προβλέπεται στη Δ.1 Θ.2), επιδίδεται σύμφωνα με την Δ.5 Θ.2
(1)(Ι) δυνάμει της οποίας μπορεί να γίνει σε μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής αυτής. Ασφαλώς σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν να παρακάμψει τον τρόπο επίδοσης που προβλέπεται στην Δ.5 Θ.2 ούτε να τον συνταυτίσει με την περίπτωση που επιτάσσεται και επιβάλλεται να επιδοθεί προσωπικά, όπως π.χ. όταν πρόκειται για διάταγμα. Χρήσιμη δε αναφορά για το τι εστί οικογένεια μπορεί να αποταθεί κάποιος στη νομολογία και ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Θεοδώρου κ.ά. v. ΣΠΕ Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305. Ο Καθ' ου η Αίτηση 3 δεν αρνήθηκε ότι το πρόσωπο που της έγινε η γνωστοποίηση είναι θυγατέρα του, ούτε ισχυρίστηκε ότι είναι κάτω των 16 ετών, ούτε ότι δεν διαμένει μαζί του ή ότι δεν έχει καμία επικοινωνία με αυτή. Απεναντίας ευθαρσώς ανάφερε ότι η θυγατέρα του, η οποία παρέλαβε την γνωστοποίηση Τεκμήριο Α και υπέγραψε το Τεκμήριο Β στην ένσταση, του έδωσε την γνωστοποίηση την οποία αυτός προώθησε στους δικηγόρους του για περαιτέρω διαβήματα. Ως εκ τούτου αυτό το μέρος του λόγου ένστασης για την γνωστοποίηση απορρίπτεται. Η επίκληση της Αίτησης Χριστοφόρου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 980, 984 και 985 δεν βρίσκει έρεισμα αφού εκεί δεν είχε γίνει γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης και ως εκ τούτου υπήρχε παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Εφαρμογή στην περίπτωση μας έχει η αίτηση Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699 στην οποία αναφέρεται «εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση, η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του νόμου (Βλ. Husson v. Husson
(1962)3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R. 1103, 1105)», κάτι που σημαίνει ότι αυτό που έχει σημασία είναι να περιέλθει στη γνώση του Καθ' ου η Αίτηση η απόφαση, όπως ειπώθηκε και στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά., Πολ. Έφ. 23, 24, 25, 26, 27, 28 και 29, ημερομηνίας 13/9/13. Στην προκειμένη περίπτωση, εκτός του ιστορικού που καταγράφεται στο Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και δεν ενδιαφέρει και δεν σχετίζεται με τον Καθ' ου η Αίτηση 3, κατά τα λοιπά είναι το ίδιο το περιεχόμενο του με αυτό του Τεκμηρίου Α το οποίο επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 3 που συνοδεύει την ένσταση και ως εκ τούτου βρίσκω ότι η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης έχει γίνει δεόντως και σύννομα στον Καθ' ου η Αίτηση 3 και επομένως πληρείται και η (γ) προϋπόθεση και συνεπώς όλες οι προϋπθέσεις όπως καθορίζονται ανωτέρω. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. 1 της αίτησης πλέον έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο