← Κύπρος

ΝΙΚΗΣ ΠΑΠΑΠΑΝΤΕΛΗ ν. ΗΛΙΑΝΑΣ ΗΛΙΑ, Αρ. Αγωγής: 583/2011, 16/1/2015

ΝΙΚΗΣ ΠΑΠΑΠΑΝΤΕΛΗ ν. ΗΛΙΑΝΑΣ ΗΛΙΑ, Αρ. Αγωγής: 583/2011, 16/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 583/2011 Μεταξύ: ΝΙΚΗΣ ΠΑΠΑΠΑΝΤΕΛΗ Ενάγουσας και ΗΛΙΑΝΑΣ ΗΛΙΑ Εναγόμενης 16 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Μέσσιου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Α. Πασή ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ποσό €900 πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, ήταν γειτόνισσα και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την Εναγόμενη. Περί τον Ιούνιο 2010, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη την παρακάλεσε να της δανείσει το ποσό των €900 το οποίο υποσχέθηκε ότι θα της επέστρεφε σύντομα. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συμφώνησε και της κατέβαλε το εν λόγω ποσό σε τρείς δόσεις των €300 έκαστη, τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2010 αντίστοιχα. Στη συνέχεια, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, παρά το ότι ζήτησε γραπτώς και προφορικά την εξόφληση του ως άνω ποσού, η Εναγόμενη παραλείπει, αμελεί ή αρνείται να της το πληρώσει. Με την Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη παραδέχεται ότι ήταν γειτόνισσες με την Ενάγουσα αλλά λέει ότι οι σχέσεις τους «ήτο καλές όχι όμως και ιδιαίτερα φιλικές». Αρνείται ότι η Ενάγουσα της δάνεισε οποιοδήποτε ποσό ισχυριζόμενη ότι «είναι όλα της φαντασίας της και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα». Σύμφωνα με την Εναγόμενη, δεν οφείλει κανένα ποσό και ο στόχος της Ενάγουσας με την παρούσα αγωγή είναι να την «οχλήσει και ή αναστατώσει και ή εκδικηθεί λόγω του ότι έπαψαν να έχουν καλές σχέσεις μεταξύ τους». Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις της με την Εναγόμενη ήταν τόσο φιλικές που η Εναγόμενη της είχε προτείνει να βαφτίσει το παιδί της, για να προσθέσει ότι η Εναγόμενη υπαναχώρησε μεταγενέστερα. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία η ίδια (ΜΕ1) και ο πατέρας της κ. Μιχαλάκης Παπαπαντελή (ΜΕ2). Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία η Εναγόμενη (ΜΥ1), η μητέρα της κα Καλλιόπη Ηλία (ΜΥ2), ο σύζυγος της κ. Γιώργος Γεωργίου (ΜΥ3) και η αδερφή της κα Χριστιάνα Ηλία (ΜΥ4). Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μόνο κατωτέρω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η Ενάγουσα κατέθεσε ότι ήταν πολύ καλές φίλες με την Εναγόμενη για χρόνια και ότι οι σχέσεις τους έγιναν ακόμα πιο στενές μετά τον γάμο της. Τα σπίτια τους, είπε, ήταν γειτονικά και η σχέση τους ήταν τόσο καλή που όταν η Εναγόμενη ήταν έγκυος στο 2ο της παιδί, της πρότεινε να της το βαφτίσει. Αναφορικά με το ισχυριζόμενο δάνειο, είπε ότι τον Μάιο 2010 η Εναγόμενη της ζήτησε να της δανείσει τα λεφτά και η ίδια δέχτηκε αμέσως, χωρίς να την ρωτήσει γιατί τα ήθελε, διότι, όπως είπε, ήταν η καλύτερη της φίλη και την αγαπούσε. Είπε ότι έδωσε στην Εναγόμενη τα λεφτά σε τρείς δόσεις των €300 έκαστη, τον Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο

  1. Δεν μπορούσε να της τα δώσει όλα μαζί, είπε, αλλά της έδινε την κάθε δόση την 7η μέρα κάθε μήνα διότι τότε πληρωνόταν από τη δουλειά της. Είπε ότι πήγαινε στην τράπεζα για να πάρει τα λεφτά του μισθού της και ότι από αυτά, τους τρεις εκείνους μήνες, έδινε από €300 στην Εναγόμενη. Ανέφερε ότι οι σχέσεις τους «χάλασαν» όταν της ζήτησε να της επιστρέψει τα λεφτά που της είχε δανείσει. Στην αρχή, ανέφερε, η Εναγόμενη της είπε ότι θα της τα επιστρέψει αλλά μετά, όταν αυτή τα ξαναζητούσε, η Εναγόμενη αρνήθηκε. Αναφέρθηκε σε περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι της όταν συζητούσαν για τα λεφτά και, στην παρουσία του πατέρα της Ενάγουσας, η Εναγόμενη παραδέχτηκε ότι χρωστούσε. Ανέφερε επίσης ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τη μητέρα της Εναγόμενης, η τελευταία την βεβαίωσε ότι θα της επέστρεφε τα λεφτά. Πήγε μετά, είπε, σε δικηγόρο ο οποίος έστειλε στην Εναγόμενη επιστολή ημερομηνίας 27.12.2010 με την οποία ζητούσε αποπληρωμή των λεφτών, Τεκμήριο
  2. Κατά την αντεξέταση, της τέθηκε ότι κίνησε την αγωγή εκδικητικά γιατί τελικά η Εναγόμενη δεν την άφησε να βαφτίσει το παιδί της, όμως απάντησε ότι «είτε της βάφτιζα είτε δεν της βάφτιζα, τα λεφτά ήταν δάνειο». Ούτε και το γεγονός, είπε, ότι τελικά δεν βάφτισε το παιδί της Εναγόμενης είναι για την ίδια λόγος να την κατηγορήσει ψευδώς. Ο ΜΕ2, κ. Μιχαλάκης Παπαπαντελής, είναι ο πατέρας της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, μια μέρα περί τον Σεπτέμβριο 2010 βρήκε στην κουζίνα του σπιτιού του την Νίκη (Ενάγουσα) και την Ηλιάνα (Εναγόμενη) να συζητούν για λεφτά. Είπε ότι όταν τις ρώτησε γιατί συζητούσαν, η Νίκη του ανέφερε ότι είχε δανείσει €900 στην Ηλιάνα τα οποία ήθελε να της επιστρέψει. Σύμφωνα με τον ίδιο, ρώτησε την Ηλιάνα αν αυτό ήταν αλήθεια και η Εναγόμενη του παραδέχτηκε ότι όντως είχε δανειστεί τα χρήματα. Κατά την αντεξέταση του επέμεινε αναφορικά με το περιστατικό. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι σχέσεις των δύο διαδίκων ήταν σχέσεις «απλών γειτόνισσων» και ότι η Εναγόμενη δεν είχε πάει ποτέ σπίτι τους, αρνήθηκε λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «τις χώριζε μόνο ο ύπνος» και ότι η Εναγόμενη «δεν έφευγε από το σπίτι τους». Καταθέτοντας, η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι με την Ενάγουσα ήταν «απλές γειτόνισσες. Πίνουμεν καφέ». Ανέφερε ότι οι μεταξύ τους σχέσεις «χάλασαν» μετά που γέννησε το δεύτερο της παιδί. Εξηγώντας περαιτέρω ανέφερε ότι όταν ήταν έγκυος, η Ενάγουσα της είχε προτείνει να βαφτίσει το παιδί της και η ίδια της απάντησε ότι «αν δεν βρω άλλον, να σου το δώσω». Όταν γέννησε, συνέχισε, ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι είχε βρει άλλο πρόσωπο για να βαφτίσει το παιδί της και τότε, ισχυρίστηκε, η Ενάγουσα άρχισε να της ζητά λεφτά. Είπε, επίσης ότι η Ενάγουσα έβαλε κάποιο φίλο της αστυνομικό να της τηλεφωνεί σε σχέση με τα λεφτά αυτά. Η ίδια αρνήθηκε ότι είχε ζητήσει ή λάβει ποτέ χρήματα από την Ενάγουσα. Ανέφερε επίσης, κατά την κυρίως εξέταση, ότι δεν ρώτησε την Ενάγουσα γιατί την κατηγορούσε ότι της χρωστά λεφτά. Υπέθεσε, είπε, ότι ήταν γιατί δεν της είχε «δώσει» τελικά την κόρη της να την βαφτίσει και η Ενάγουσα ζητούσε τα λεφτά επειδή είχε κάνει κάποια ακριβά δώρα στο παιδί, π.χ. καροτσάκι, μπάνιο και ρούχα. Αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα το περιστατικό με τον πατέρα της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οικονομικό πρόβλημα ενώ, αν είχε, θα αποτεινόταν στη μητέρα της και τα αδέρφια της για βοήθεια. Κατά την αντεξέταση, της τέθηκε ότι η σχέση της με την Ενάγουσα, όπως την περίγραψε, δεν συνάδει με τυπική σχέση. Επέμενε ότι όπως μιλούσε με τους άλλους της γείτονες μιλούσε και με την Ενάγουσα και ότι και άλλοι γείτονες είχαν κάνει δώρα στα παιδιά της. Της τέθηκε πως το ότι είχε αρχικά συμφωνήσει να της βαφτίσει το παιδί της η Ενάγουσα ήταν κάτι που συνάδει με μια τυπική σχέση. Απάντησε ότι υπήρχαν πολλοί που ήθελαν να βαφτίσουν το παιδί της και είχε πει στην Ενάγουσα, όταν αυτή προσφέρθηκε, ότι «αν δεν βρω άλλο να το δώσω, δεν έχω πρόβλημα να σου το δώσω». Τελικά όμως, είπε, βρήκαν κάποιον άλλο να τους βαφτίσει. Δεύτερη μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η κα Καλλιόπη Ηλία, μητέρα της Εναγόμενης (ΜΥ2). Η ΜΥ2 ανέφερε ότι έμαθε για την παρούσα υπόθεση «προχθές που μου τηλεφώνησε η κόρη μου». Όταν ρωτήθηκε κατά την κυρίως εξέταση κατά πόσο της είχε τηλεφωνήσει ποτέ η Ενάγουσα για να της πει ότι της χρωστούσε λεφτά η κόρη της, απάντησε ότι «δεν νομίζω, δεν θυμούμαι.» Ανέφερε ότι με την Ενάγουσα είχε και έχει τακτικές επαφές αφού η τελευταία αγόραζε από αυτή χαλούμια. Είπε επίσης ότι δεν ξέρει ποια ήταν η σχέση της κόρης της με την Ενάγουσα γιατί μένει σε άλλο χωρίο. Κατά την αντεξέταση της, και όταν ερωτήθηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας κατά πόσο η Ενάγουσα της είχε πει ότι η κόρη της δανείστηκε €900, απάντησε ότι «δεν θυμούμαι γιατί οι σκοτούρες που έχω είναι πάρα πολλές». Ο ΜΥ3 ήταν ο σύζυγος της Εναγόμενης. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η πρώτη φορά που έμαθε για το ισχυριζόμενο δάνειο ήταν όταν ήρθε η επιστολή από το δικηγόρο της Ενάγουσας, Τεκμήριο 1, ενώ αργότερα κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η σύζυγος του τον είχε ενημερώσει ότι την ενοχλούσε κάποιος αστυνομικός, φίλος της Ενάγουσας, «για κάτι λεφτά». Ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα και η σύζυγος του συναντιόνταν μόνο για καφέ χωρίς να έχουν ιδιαίτερες σχέσεις. Στη συνέχεια είπε ότι η Ενάγουσα είχε προσφερθεί να βαφτίσει το δεύτερο τους παιδί και αυτός της είπε ότι «αν δεν βρει άλλο νονό, δεν έχει πρόβλημα». Μετέπειτα, όπως είπε, βρήκαν άλλο για να βαφτίσει το παιδί τους και όταν το είπαν στην Ενάγουσα διασαλεύτηκαν οι σχέσεις τους. Για το λόγο αυτό, κατά τον ίδιο, η Ενάγουσα προωθεί την παρούσα αγωγή αλλά και διότι τους ζηλεύει. Καταθέτοντας, είπε τέλος, ότι κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο 2010 διέμενε μαζί τους η κουνιάδα του γιατί η σύζυγος του ήταν κλινήρης λόγω προβλημάτων με την εγκυμοσύνη της ενώ, την ίδια περίοδο, ήταν και ο ίδιος για κάποιο διάστημα με άδεια από την εργασία του και, παρά το ότι ήταν στο σπίτι εκείνη την περίοδο δεν είδε την Ενάγουσα να δίνει λεφτά στη σύζυγο του. Τελευταίος μάρτυρας ήταν η κα Χριστίνα Ηλία, αδερφή της Εναγόμενης (ΜΥ4). Η ΜΥ4 ανέφερε ότι κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο 2010 έμενε μαζί με την αδερφή της για να τη βοηθήσει διότι αντιμετώπιζε προβλήματα με την εγκυμοσύνη της. Ήταν μαζί με την Εναγόμενη, όπως είπε, συνέχεια. Ήξερε την Ενάγουσα η οποία ήταν γειτόνισσα και ερχόταν για καφέ και κουβέντα, όμως είπε ότι δεν είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με την αδερφή της. Σύμφωνα με την ίδια, δεν αντιλήφθηκε να έδωσε ποτέ η Ενάγουσα στην Εναγόμενη λεφτά ενώ έμαθε από την αδερφή της ότι η Ενάγουσα της ζητούσε λεφτά και ότι κάποιος φίλος της Ενάγουσας που ήταν αστυνομικός τηλεφωνούσε στην Εναγόμενη και την απειλούσε. Κατά την ίδια, η Ενάγουσα προωθεί την αγωγή εκδικητικά γιατί η αδερφή της και ο άντρας της δεν την επέλεξαν για να βαφτίσει το παιδί τους ή διότι είχε κάνει στο παιδί της αδελφής της διάφορα δώρα. Κατά την αντεξέταση είπε ότι έφευγε από το σπίτι της αδερφής της μόνο 1-2 ώρες κάθε μέρα όταν πήγαινε σπίτι της ή στο σπίτι της αδερφής της Ενάγουσας, με την οποία ήταν φίλες. Οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων και έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, όπως αυτά αναλύονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Η Ενάγουσα μου έχει δημιουργήσει πολύ θετική εντύπωση. Κατέθεσε με τρόπο απλό αλλά πειστικό, σταθερό και άμεσο. Δεν δίσταζε καθόλου στις απαντήσεις της, το περιεχόμενο της μαρτυρίας της διέπετο από λογικότητα και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την αντεξέταση. Αντίθετα, κατά την αντεξέταση, με τη φυσικότητα και γνησιότητα αλλά και σταθερότητα που απαντούσε, ενίσχυσε την αρχική μου εκτίμηση ότι κατέθετε την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα. Δεν έχω, συνεπώς, κανένα ενδοιασμό να αποδεχτώ τη μαρτυρία της στην ολότητα της, την οποία και αποδέχομαι ως απόλυτα αληθινή. Ο ΜΕ2 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση αφού απαντούσε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση, με αμεσότητα. Μου έδωσε ξεκάθαρα την εντύπωση ότι αφηγείτο τα γεγονότα όπως τα έχει ζήσει και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η Εναγόμενη δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Οι εξηγήσεις που έδινε σε σχέση με διάφορα θέματα, δεν ήταν ούτε πειστικές ούτε και λογικές. Ειδικότερα, επέμενε - και αυτή ήταν και η δικογραφημένη της θέση - ότι οι σχέσεις της με την Ενάγουσα ήταν τυπικές και ότι «δεν ήταν και τόσο καλές». Αυτό καθόλου δεν συνάδει με την πραγματικότητα της σχέσης τους όπως την περιέγραψε η ίδια και όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ήταν γειτόνισσες και φίλες για 6 περίπου χρόνια, βρίσκονταν κάθε μέρα και έπιναν μαζί τον καφέ τους, συζητούσαν για τις δουλειές και την καθημερινότητα τους, η Ενάγουσα της έκανε δώρα για τα παιδιά της, κάποια από τα οποία περιέγραψε η ίδια ως ακριβά, και αρχικά δέχτηκε να της βαφτίσει η Ενάγουσα το παιδί με το οποίο ήταν έγκυος κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτά, κατά την κρίση μου, καθόλου δεν συνάδουν με σχέσεις τυπικές, όπως προσπάθησε να πείσει. Η αξιοπιστία της πλήγηκε περισσότερο κατά την διάρκεια της αντεξέτασης, αφού ο τρόπος που απαντούσε έδειχνε διστακτικότητα και το περιεχόμενο των απαντήσεων της ενέτεινε την έλλειψη πειστικότητας. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω την απάντηση της, πως μετά που έλαβε την επιστολή, Τεκμήριο 1, δεν θεώρησε ότι έπρεπε ή χρειαζόταν να ρωτήσει την Ενάγουσα γιατί απαιτεί από αυτήν τα λεφτά αφού ποτέ δεν τα είχε δανειστεί. Τα όσα κατέθεσε και η όλη στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της δεν ήταν αξιόπιστη και δεν γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της ΜΥ2 δεν ήταν καθόλου βοηθητική. Στις ουσιώδεις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν απαντούσε ότι δεν θυμόταν ή δεν ήταν σε θέση να ενημερώσει σχετικά το Δικαστήριο. Συνεπώς, η μαρτυρία της δεν μπορεί να συνεισφέρει στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να καταλήξει σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα γεγονότα. Σε σχέση με τον ΜΥ3, κρίνω ότι δεν ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας αφού ήταν εμφανής, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, η προσπάθεια του να βοηθήσει την Εναγόμενη και να υποστηρίξει την εκδοχή της. Επέμενε, όπως και η σύζυγος του, ότι αυτή είχε μόνο τυπικές σχέσεις με την Ενάγουσα όμως είπε ότι είχε δεχτεί να την αφήσει να βαφτίσει το παιδί τους και ότι είχαν καθημερινές επαφές και συναντήσεις, κάτι που κατά την άποψη μου δεν μπορεί να κριθεί λογικό. Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω ότι κατά την κυρίως εξέταση του είπε ότι η πρώτη φορά που άκουσε για το ισχυριζόμενο δάνειο ήταν όταν ήρθε «το χαρτί του δικηγόρου», εννοώντας την επιστολή Τεκμήριο
  3. Κατά την αντεξέταση και όταν ρωτήθηκε σχετικά, αρχικά επέμενε, όμως όταν του τέθηκε ότι αυτό δεν συνάδει με συζύγους που είχαν καλές σχέσεις και έλεγαν τα πάντα μεταξύ τους (όπως είχε καταθέσει), ανασκεύασε και ισχυρίστηκε ότι του είχε πει η σύζυγος του από προηγουμένως ότι την ενοχλούσε κάποιος αστυνομικός, φίλος της Νίκης (Ενάγουσας) «για κάτι λεφτά». Όταν του τέθηκε ότι αυτό ήταν αντίθετο με την αρχική του τοποθέτηση ισχυρίστηκε, χωρίς πειστικότητα πρέπει να πω, ότι αυτό το οποίο δεν γνώριζε πριν τη λήψη της επιστολής Τεκμήριο 1, ήταν ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα είχε χορηγήσει το δάνειο σε τρεις δόσεις των €300 έκαστη. Ένεκα των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία της ΜΥ4 επίσης δεν γίνεται αποδεκτή. Ήταν προφανής η προσπάθεια της να βοηθήσει την αδερφή της και να προωθήσει την εκδοχή της. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία της χαρακτηρίστηκε από υπερβολές επί κάποιων σημείων ενώ στερείτο πειστικότητας και λογικής επί άλλων. Επέμενε, ενδεικτικά, ότι αποκλείεται η Ενάγουσα να είχε χορηγήσει το δάνειο στην Εναγόμενη γιατί τον Ιούλιο και Αύγουστο 2010 ήταν συνέχεια μαζί με την αδερφή της και επομένως θα ερχόταν στην αντίληψη της αν η Ενάγουσα της έδινε λεφτά. Όταν κατά την αντεξέταση της τέθηκε ότι είναι πρακτικά αδύνατο να ήταν με την αδερφή της συνεχώς, επέμενε αναφέροντας ότι δεν έφευγε καθόλου από δίπλα της. Όταν η συνήγορος της Ενάγουσας συνέχισε να την ρωτά σχετικά και να αμφισβητεί την τοποθέτηση της, παραδέχτηκε ότι έφευγε για κάποιες ώρες της ημέρας. Τόσο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, όσο και ο τρόπος που κατέθετε και απαντούσε τις ερωτήσεις που της τέθηκαν, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία της. Πέραν των πιο πάνω, πρέπει να πω, ότι η μαρτυρία των ΜΥ2, 3 και 4 δεν ήταν διαφωτιστική αφού δεν είχαν άμεση γνώση σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Κανείς από αυτούς δεν ήταν παρών όταν η Ενάγουσα και η Εναγόμενη συμφώνησαν για το δάνειο, ούτε και όταν πληρώθηκαν τα λεφτά από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη. Η εκτίμηση τους ότι η Εναγόμενη δεν έλαβε χρήματα από την Ενάγουσα γιατί δεν είχε οικονομικό πρόβλημα, όπως υποστήριξαν, αλλά και η άποψη τους ότι αν χρειαζόταν η Εναγόμενη λεφτά θα ζητούσε από την οικογένεια της και όχι από τη γειτόνισσα, επίσης συνιστούν μόνο τη δική τους υποκειμενική θέση και σαφώς δεν μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα για εξαγωγή συμπερασμάτων και διαπιστώσεων από το Δικαστήριο. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω ότι τα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης είναι ως η καταγραφείσα πιο πάνω εκδοχή της Ενάγουσας και, για αποφυγή επανάληψης, αποτελεί και τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων. Σε σχέση με τη νομική πτυχή, το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας στηρίζεται σε προφορική συμφωνία δανείου. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Chitty on Contract, Τόμος 2, 27η έκδοση, παράγραφος 36-202: «A contract of loan of money is a contract whereby one person lends or agrees to lend a sum of money to another, in consideration of a promise express or implied to repay that sum on demand, or at a fixed or determinable future time, or conditionally upon an event which is bound to happen, with or without interest» Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 8, παράγραφος 392: «Where a payment is made at the request of another, a promise to repay the amount will be implied.» Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, η Ενάγουσα δάνεισε στην Εναγόμενη €900 τα οποία η Εναγόμενη υποσχέθηκε να αποπληρώσει. Δεν υπήρχε ρητή συμφωνία αναφορικά με το πότε η Εναγόμενη θα αποπλήρωνε το ποσό του δανείου. Όμως, όπως εξηγείται σχετικά στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) στην σελ. 610 παράγραφος 36-210: «Where money is lent without any stipulation as to the time of repayment, a present debt is created which is generally repayable at once without any previous demand.» Η Ενάγουσα κατέστησε το ποσό του δανείου πληρωτέο, τόσο προφορικά όσο και με την επιστολή Τεκμήριο 1, όμως η Εναγόμενη δεν το έχει αποπληρώσει. Εφόσον η Εναγόμενη δεν έχει αποπληρώσει το ποσό που της δάνεισε η Ενάγουσα, τότε η Ενάγουσα δικαιούται στην επιστροφή του. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα, με αποδεκτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία απέσεισε το βάρος απόδειξης και απέδειξε τη βάση αγωγής της στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €900 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.