A. PRINCES AIRPORT PARKING LIMITED ν. HERMES AIRPORTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2469/2014, 14/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2469/2014 Μεταξύ: A. PRINCES AIRPORT PARKING LIMITED Ενάγοντες/Αιτητές και HERMES AIRPORTS LIMITED Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 14 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Α. Κοζάκος για Α. Α. Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αιτητή: κ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ αναφορικά με την ένσταση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση στη συνέχιση ισχύος μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ημερομηνίας 15.10.2014 που εκδόθηκαν στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ιδίας ημερομηνίας των Εναγόντων/Αιτητών Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 15.10.
- Την ίδια μέρα οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισαν προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση να εμποδίζουν τους Ενάγοντες/Αιτητές από το να εισέρχονται και να χρησιμοποιούν για τους σκοπούς της εργασίας τους τον ειδικό χώρο στάθμευσης (valet area) του αεροδρομίου Λάρνακας. Η μονομερής αίτηση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση της κας Αγγέλας Παπαραδαμάνθους, διευθύντριας των Εναγόντων/Αιτητών. Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης, όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου παραθέτω τα κύρια σημεία αυτής. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι δραστηριότητες των Εναγόντων/Αιτητών περιλαμβάνουν την παραλαβή από το αεροδρόμιο και τη φύλαξη αυτοκινήτων των πελατών τους κατά τη διάρκεια ταξιδιού τους και παράδοση τους στους πελάτες κατά την επιστροφή τους στην Κύπρο. Αναφέρει επίσης ότι για την εκτέλεση των εργασιών τους, οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν «δικαίωμα κατοχής και/ή χρήσης» χώρου στάθμευσης στο αεροδρόμιο που τους παραχωρήθηκε έναντι ενοικίου. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι Ενάγοντες/Αιτητές ασκούσαν τις εργασίες τους μόνοι τους από το 2007 μέχρι τις 17.12.2012 και στη συνέχεια, μέχρι τις 31.3.2014 ως μέλος της κοινοπραξίας P.S.S.C. Larnaca & Pafos Airport Services Joint Venture. Από την 1.4.2014, αναφέρει ότι ασκούσαν τις εν λόγω εργασίες «ξανά ως ανεξάρτητοι με τους ίδιους όρους για αόριστο χρονικό διάστημα μέχρι και σήμερα». Συνεχίζει λέγοντας ότι μεταξύ της κοινοπραξίας και των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση υπήρχε γραπτή συμφωνία άδειας χρήσης ειδικού χώρου στάθμευσης (valet area) για την άσκηση των εργασιών τους η περίοδος της οποία έληξε στις 4.11.2013 (Τεκμήριο Α). Στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, η κοινοπραξία είχε άδεια χρήσης 7 χώρων στάθμευσης στο valet area του αεροδρομίου. Η εν λόγω συμφωνία, συνεχίζει, ανανεώθηκε γραπτώς μεταξύ της κοινοπραξίας και των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση μέχρι τις 31.12.2013 με επιστολή ημερομηνίας 7.11.2013 (Τεκμήριο Β), και ακολούθως, μέχρι τις 31.3.2014 με επιστολή ημερομηνίας 17.1.2014 (Τεκμήριο Γ). Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι με τη λήξη της τελευταίας περιόδου ανανέωσης, η συμφωνία ανανεώθηκε προφορικά και με τους ίδιους όρους, για αόριστο χρονικό διάστημα και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Αναφέρει μάλιστα ότι «οι Ενάγοντες/Αιτητές επλήρωσαν την 30.8.2014 στους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση €3.000» σε σχέση με δικαιώματα χρήσης για τους χώρους στάθμευσης που τους είχαν παραχωρηθεί στα πλαίσια της συμφωνίας. Η ενόρκως δηλούσα συνεχίζει αναφέροντας ότι «όλως αναίτια και χωρίς καμία εξήγηση οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση, τον Ιούλιο 2014 αποφάσισαν μονομερώς να μετακινήσουν τους Ενάγοντες-Αιτητές και τους άλλους επαγγελματίες του είδους ξανά στο χώρο στάθμευσης του κοινού.» Επισυνάπτει δε αντίγραφο επιστολής των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 21.7.2014 (Τεκμήριο Ζ) που παραθέτει τους νέους προτεινόμενους όρους συνεργασίας. Συμπληρώνει ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση τους απέστειλαν στη συνέχεια νέα συμφωνία άδειας χρήσης για την περίοδο από 1.9.2014 μέχρι 31.12.2015 (Τεκμήριο Η) την οποία, λέει, οι Ενάγοντες/Αιτητές αρνήθηκαν να υπογράψουν. Παραθέτει και επεξηγεί ακολούθως διάφορους λόγους για τους οποίους οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν αποδέχονται τη νέα συμφωνία, στους οποίους περιλαμβάνεται το ότι με το νέο καθεστώς, οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν θα χρησιμοποιούν πλέον το valet area αλλά τους χώρους στάθμευσης του κοινού, και η μετακίνηση αυτή θα «αυξήσει δυσβάστακτα τα έξοδα των Εναγόντων-Αιτητών» και θα τους «εξοντώσει οικονομικά». Επιπρόσθετα, «οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση καταργούν την επαγγελματική στέγη και/ή το ζωτικό χώρο άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των Εναγόντων-Αιτητών». Αναφέρει επίσης ότι με το υφιστάμενο καθεστώς οι Ενάγοντες/Αιτητές «μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους με ένα μόνο υπάλληλο» ενώ το προτεινόμενο καθεστώς «θα οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή και το κλείσιμο των Εναγόντων-Αιτητών». Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση «με ηλεκτρονικό μήνυμα (email) τους ημερομηνίας 13.10.2014 και ώραν 05.37μ.μ. (Τεκμήριο Θ) γνωστοποίησαν στους Ενάγοντες/Αιτητές ότι αύριο 16.10.2014 θα κλείσουν τον ειδικό χώρο στάθμευσης (valet area) και δεν θα επιτρέψουν την είσοδο σε κανένα, περιλαμβανομένων και των Εναγόντων-Αιτητών και των πελατών τους.» Συνεχίζει λέγοντας ότι «εάν αφεθούν οι Εναγόμενοι-Αιτητές να υλοποιήσουν την πρόθεση τους, και μάλιστα με μερικές στην ουσία ώρες ειδοποίηση, οι Ενάγοντες-Αιτητές θα απωλέσουν τον ζωτικό χώρο εργασίας τους και θα καταδικαστούν να παύσουν τις δραστηριότητες τους αναίτια και άδικα. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, και με δεδομένη την πρόθεση των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση να κλείσουν τον ειδικό χώρο στάθμευσης (valet area) αύριο 16.10.2014, και να προβούν σε διαρρύθμιση του χώρου αυτού σε άλλη χρήση θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού ο αποκλεισμός των Εναγόντων-Αιτητών από τον ζωτικό χώρο εργασίας τους θα καταστεί από αύριο μόνιμος και οριστικός.» Το Δικαστήριο αυθημερόν εξέτασε τη μονομερή αίτηση στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, καταλήγοντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και της νομολογίας. Συνακόλουθα εξέδωσε τα επίδικα προσωρινά διατάγματα δίδοντας οδηγίες για επίδοση στην άλλη πλευρά. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση ήγειραν ένσταση στη συνέχιση ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος τους, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας βαραίνει προς την πλευρά των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση καθώς και ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβησαν σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η ένσταση υποστηρίζεται με τη σειρά της από ένορκη δήλωση του κ. Ηλία Λιόλιου, διευθυντή εμπορικών υποθέσεων και ανάπτυξης ακινήτων των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση. Θα αναφερθώ μόνο συνοπτικά στο περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, σύμφωνα με την οποία οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση συνεργάζονται με διάφορες εταιρείες παροχής υπηρεσιών valet στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Επί των γεγονότων που αφορούν τα υπό εξέταση ζητήματα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η συμφωνία που είχαν υπογράψει οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση με την κοινοπραξία P.S.S.C. Larnaca & Paphos Airport Services Joint Venture ανανεώθηκε μέχρι τις 31.3.2014, όμως αυτή δεν ανανεώθηκε περαιτέρω και ότι μετά την εν λόγω ημερομηνία οι Ενάγοντες/Αιτητές όφειλαν να εκκενώσουν και παραδώσουν κατοχή των σχετικών χώρων στάθμευσης. Συνεχίζει λέγοντας ότι η έκτοτε ανανέωση της άδειας χρήσης γινόταν μέχρι την αναβάθμιση και αναδιαμόρφωση των χώρων στάθμευσης του αεροδρομίου. Προσθέτει ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές «γνώριζαν ότι η ανανέωση της άδειας χρήσης μέχρι 31.12.2013 και μετέπειτα μέχρι την 31.3.2014 ήταν προσωρινή». Παραπέμπει δε στις επιστολές Τεκμήρια Β και Γ, της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση όπου γίνεται ρητή αναφορά στις υπό εξέλιξη διαδικασίες επανασχεδιασμού των χώρων στάθμευσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά τις 31.3.2014 η συνεργασία με τους Ενάγοντες/Αιτητές συνεχίστηκε «προσωρινά και χωρίς οποιαδήποτε δέσμευση από μέρους των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση εις αναμονή της ολοκλήρωσης των εργασιών επανασχεδιασμού των συνολικών χώρων στάθμευσης του αεροδρομίου Λάρνακας και με σκοπό να υπογραφεί νέα συμφωνία η οποία θα προνοούσε τους νέους όρους και προϋποθέσεις της άδειας χρήσης του χώρου στάθμευσης». Κατά τον ενόρκως δηλούντα, οι Ενάγοντες/Αιτητές γνώριζαν από τον Νοέμβριο 2013 για την πρόθεση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση για αναδιαμόρφωση των χώρων στάθμευσης που χρησιμοποιούσαν και συνεπώς οι ισχυρισμοί τους «περί μονομερούς, αναίτιας και χωρίς καμία εξήγηση μετακίνηση τους ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και απορρίπτονται». Αναφέρει ότι με την επιστολή ημερομηνίας 21.7.2014 (Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση των Εναγόντων/Αιτητών), οι Ενάγοντες/Αιτητές ενημερώνονται για τους νέους προτεινόμενους όρους άδειας χρήσης των χώρων στάθμευσης και διευκρινίζονται οι χώροι στάθμευσης που θα παραχωρούνταν από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση τους παροχείς υπηρεσιών valet. Κατά τον ίδιο, οι νέοι χώροι στάθμευσης είναι ισάξιοι και εξίσου κατάλληλοι με τους υφιστάμενους «και οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ότι έχουν στερηθεί το ζωτικό χώρο άσκησης των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων και ότι θα χρησιμοποιούν πλέον το χώρο στάθμευσης όπως το κοινό απορρίπτονται κατηγορηματικά». Προσθέτει ότι η μόνη ουσιαστική διαφορά του υφιστάμενου με του νέου προτεινόμενου καθεστώτος αφορά τον τρόπο υπολογισμού των δικαιωμάτων χρήσης του χώρου στάθμευσης. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι από το Νοέμβριο 2013, οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση ειδοποίησαν επανειλημμένα τους Ενάγοντες/Αιτητές για την επαναδιαμόρφωση του χώρου στάθμευσης. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24.7.2014 (Τεκμήριο Δ) οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν στους Ενάγοντες/Αιτητές προσφορά για παροχή υπηρεσιών valet και τους ενημέρωναν ότι το νέο σχέδιο θα εφαρμοζόταν από 1.9.
- Συνεχίζει λέγοντας ότι τις 7.8.2014 απέστειλαν με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο Ε) την νέα συμφωνία άδειας χρήσης και τους κάλεσαν να διευκρινίσουν πόσες θέσεις στάθμευσης επιθυμούν να χρησιμοποιούν εντός του νέου χώρου στάθμευσης. Ακολούθησε, λέει, νέο ηλεκτρονικό μήνυμα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 22.8.2014 (Τεκμήριο Στ) προς τους Ενάγοντες/Αιτητές με το οποίο τους ζητείτο να ενημερώσουν πως επιθυμούσαν να προχωρήσουν σε σχέση με τη νέα συμφωνία η οποία θα ίσχυε από 1.9.
- Κατά τον ίδιο, μετά το εν λόγω μήνυμα, οι Ενάγοντες/Αιτητές αγόρασαν προπληρωμένη κάρτα εισόδου σε σχέση με το προτεινόμενο νέο καθεστώς για €3000 δείχνοντας την αποδοχή των όρων της προτεινόμενης συμφωνίας. Διαφωνεί με τη θέση των Εναγόντων/Αιτητών ότι η πληρωμή αυτή έγινε στη βάση της παλαιάς συμφωνίας. Ακολούθησαν, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ηλεκτρονικά μηνύματα των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση ημερομηνίας 1.9.2014, 4.9.2014 και 24.9.2014 (Τεκμήριο Ζ) με τα οποία οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση ενημέρωναν τους Ενάγοντες/Αιτητές ότι λόγω δυσχερειών που προέκυψαν, η μετακίνηση στο νέο ειδικά διαμορφωμένο χώρο στάθμευσης θα καθυστερούσε ενώ με το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα καλούνταν σε συνάντηση για να συζητηθούν κάποια πρακτικά ζητήματα. Η εν λόγω συνάντηση, αναφέρει, έγινε στις 26.9.
- Σε συνέχεια των πιο πάνω, λέει, στάληκε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13.10.2014 (Τεκμήριο Θ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση) με το οποίο οι Ενάγοντες/Αιτητές ενημερώνονταν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιούν το νέο χώρο από τις 14.10.2014 και η χρήση του παλαιού χώρου θα τερματιζόταν από τις 16.10.
- Αυτό, κατά τον ίδιο, ήταν μια αναμενόμενη εξέλιξη. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων και τα εκατέρωθεν επιχειρήματα που προβάλλουν. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα πηγάζει από τις αρχές τις επιείκειας οι οποίες βεβαίως αποτελούν μέρος του εφαρμοζόμενου δικαίου της Δημοκρατίας[1]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Τόμος 24, 4η έκδοση, παράγραφος 901: «
- Meaning of "injunction". An injunction is a judicial remedy by which a person is ordered to refrain from doing or to do a particular act or thing. In the former case it is called a restrictive injunction and in the latter a mandatory injunction. It is a remedy of an equitable nature.» Επιπρόσθετα, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που αποτελεί σε κάποιο βαθμό κωδικοποίηση των αρχών του κοινοδικαίου, και το οποίο προνοεί ότι: «32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Προκύπτει επομένως από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, και (δ) ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του με γνώμονα μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[2]. Σε σχέση με το πώς το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία[3]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση[4]. Αυτό είναι κάτι που εξετάζεται με γνώμονα τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα και κατά πόσο από αυτή προκύπτει ή διαφαίνεται ότι υπάρχει ή αποκαλύπτεται ουσιαστική βάση αγωγής. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα επιτυχίας έχει ερμηνευτεί στη νομολογία ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να επεισέλθει στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο, αν υπάρχει πιθανότητα με βάση την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού ο αιτητής να έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αν όμως ο εναγόμενος δείξει ότι διαθέτει υπεράσπιση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[6]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[7]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά, ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου[8]. Τέλος, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι ζήτημα πραγματικό, που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά. Η κατεπείγουσα φύση του αιτήματος ή η κατάδειξη άλλων εξαιρετικών περιστάσεων συνιστά δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς[9]. Επιπρόσθετα, πρόσωπο το οποίο αποτίνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαια αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πως θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Όπως έχω αναφέρει, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας. Το καθήκον αποκάλυψης του αιτητή είναι απόρροια του δόγματος της επιείκειας που επιτάσσει ότι αυτός ο οποίος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να έρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον αυτό είναι ιδιαίτερα επιτακτικό σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου οι Ενάγοντες/Αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς και τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν χωρίς να έχει την ευκαιρία η άλλη πλευρά να ακουστεί πριν την έκδοση τους. Η υποχρέωση για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη κρίνεται τόσο σημαντική που, ακόμα και αν δεν εγερθεί από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εγείρει και να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα[10]. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα τότε, το αναπόδραστο αποτέλεσμα, είναι ο αιτητής να στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσης του αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες/Αιτητές εξασφάλισαν τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισαν. Όπως έχω ήδη αναφέρει, στη βάση εκείνης της μαρτυρίας και με γνώμονα τη νομολογία, το Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια αποφασίζοντας την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση έχουν εγείρει ένσταση στη συνέχιση ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Με την ένσταση τους έχουν εγείρει λόγους τους οποίους υποστηρίζουν με σχετική μαρτυρία η οποία, κατά τους ίδιους, δεικνύει, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων και κατ' ακολουθία τα διατάγματα αυτά πρέπει να ακυρωθούν. Επομένως, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι το κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας κατά την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Εάν ναι, τότε αυτά θα πρέπει να μονιμοποιηθούν. Εάν όχι, θα πρέπει να ακυρωθούν. Η υποχρέωση διάδικου ο οποίος αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο ζητώντας την παροχή θεραπείας μέσω μονομερούς διατάγματος για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη είναι καίριας σημασίας. Διότι ακριβώς, κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης, η άλλη πλευρά στερείται του θεμελιώδους δικαιώματος να ακουστεί πριν αποφασιστεί ένα ζήτημα το οποίο την επηρεάζει και την αφορά. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια βασιζόμενο μόνο στη μαρτυρία ενός εκ των διαδίκων. Το καθήκον και υποχρέωση επομένως του αιτούντος διάδικου είναι απόλυτο και αυστηρό, η δε διαδικασία που διεξάγεται μονομερώς χαρακτηρίζεται ως uberrima fides, υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[11] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η φύση και έκταση της υποχρέωσης ενός αιτητή που αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς έχει επεξηγηθεί εκτενώς στη νομολογία[12]. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στην ακόλουθη ανάλυση στην υπόθεση Γρηγορίου ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που αποκαλύφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αίτητη και δεν μπορούσε έυλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης.» Εάν ο αιτητής δεν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα, τότε, όταν αυτά αποκαλυφθούν, ανατρέπεται η βάση επί της οποίας εκδόθηκε ένα μονομερές διάταγμα, καθιστώντας το έκθετο σε ακύρωση[13]. Στη βάση των πιο πάνω, και έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου τόσο από τους Ενάγοντες/Αιτητές όσο και από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, προχωρώ να εξετάσω εάν ανατρέπονται τα δεδομένα επί των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα. Να αναφέρω παρενθετικά ότι παρά την όποια ασυμφωνία αναφορικά με τα γεγονότα μεταξύ των δύο πλευρών, δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπιστία μαρτύρων, δεν προβαίνει σε ερμηνεία εγγράφων, διάγνωση συμβατικών ή άλλων δικαιωμάτων και δεν καταπιάνεται με την ουσία της επίδικης διαφοράς. Η εξέταση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Από την φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της όποιας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Από τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος προκύπτει ότι οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, αναγνωριστικές δηλώσεις και απαγορευτικά διατάγματα, αξιώσεις που δεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου κάτι το οποίο να ανατρέπει τη διαπίστωση αυτή και συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/
- Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητών. Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης[14] θεωρώ ότι δεν ανατρέπεται η αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή[15]. Αναφορικά με το κατά πόσο η μη έκδοση ή μη διατήρηση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον, ως προκύπτει από τη νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω, το κριτήριο δεν είναι μόνο εάν θα προκληθεί ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Αν και κατά βάση σε περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η χρηματική αποτίμηση της ενδεχόμενης ζημιάς, δεν παρέχεται θεραπεία μέσω ενδιάμεσου διατάγματος, αυτό δεν είναι απόλυτο. Οι Ενάγοντες/Αιτητές αναφέρονται σε απώλεια του ζωτικού χώρου εργασίας τους, καταδίκη και εξαναγκασμό σε τερματισμό των εργασιών τους, πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση που θα οδηγήσει σε καταστροφή και κλείσιμο της εταιρείας (παράγραφοι 10, 12 και 14 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση). Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση διαφωνούν με τη φύση και έκταση των ισχυριζόμενων επιπτώσεων, ενώ κατ' εκείνους οι όποιες επιπτώσεις μπορούν να αποζημιωθούν με χρήμα. Χωρίς να εξετάζω το ποια από τις δύο εκδοχές είναι η επικρατέστερη ή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι δεν αποκλείω το ότι οι Ενάγοντες/Αιτητες μπορεί να υποστούν ζημιές η φύση των οποίων ενδεχομένως να καθιστά δύσκολη την αποκατάσταση τους σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως και πάλιν έχω αναφέρει, αποτελεί δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος μονομερώς το ότι συντρέχει το στοιχεία του κατεπείγοντος. Στην απουσία του κατεπείγοντος δεν δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά[16]. Επί αυτού, κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης και εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται και αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του μόνο τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι Ενάγοντες/Αιτητές. Από αυτήν προβάλλεται μια εικόνα αναφορικά με τα γεγονότα που εισηγείται ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές, βρέθηκαν ουσιαστικά προ τετελεσμένων, αφού χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη, οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση τους ενημέρωσαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 13.10.2014 αργά το απόγευμα ότι από τις 16.10.2014 θα τους απέκλειαν και δεν θα τους άφηναν να εισέλθουν στο χώρο στον οποίο εξασκούσαν την εργασία τους, κάτι που θα τους προκαλούσε τις επιπτώσεις στις οποίες έχω ήδη αναφερθεί. Σύμφωνα με τους ίδιους οι ενέργειες των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ήταν τόσο ξαφνικές που δεν τους άφηναν κανένα χρονικό περιθώριο να αντιδράσουν και να αποταθούν ενωρίτερα στο Δικαστήριο, παρά μόνο να ζητήσουν θεραπεία σε μονομερή βάση. Παραπέμπω στην αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση (παράγραφος 12) όπου η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι «Εάν αφεθούν οι Εναγόμενοι-[Καθ' ων η Αίτηση] να υλοποιήσουν την πρόθεση τους, και μάλιστα με μερικές στην ουσία ώρες ειδοποίηση, οι Ενάγοντες-Αιτητές θα απωλέσουν τον ζωτικό χώρο εργασίας τους και θα καταδικαστούν να παύσουν τις δραστηριότητες τους αναίτια και άδικα.» Επί τη βάση της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριζε την αίτηση, το Δικαστήριο κατέληξε ότι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι δεν υπήρχαν τα χρονικά περιθώρια που θα επέτρεπαν να ειδοποιηθεί και ακουστεί και η άλλη πλευρά πριν αποφασίσει επί της μονομερούς αιτήσεως. Όμως, έχοντας σήμερα ενώπιον μου και την ένσταση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση, διαπιστώνω ότι η εικόνα του κατεπείγοντος που παρουσίαζε η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ήταν επίπλαστη ή τουλάχιστον δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν ενήργησαν σύμφωνα με το καθήκον πλήρους, δίκαιης και ειλικρινής αποκάλυψης που είχαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα και να παρουσιάσουν γεγονότα και στοιχεία στη σωστή τους διάσταση. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η επιστολή ημερομηνίας 7.11.2013 (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση) παρουσιάζεται από τους Ενάγοντες/Αιτητές ως επιστολή με την οποία ανανεώθηκε η συμφωνία χρήσης των χώρων στάθμευσης. Παραλείπουν όμως οι Ενάγοντες/Αιτητές να επισημάνουν ότι με την εν λόγω επιστολή οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση ουσιαστικά τους ενημέρωναν για την πρόθεση αναδιαμόρφωσης του χώρου στάθμευσης αφού τους ενημερώνουν ότι είναι «in the process of upgrading the entrance/exit systems at the parking area and reconfiguring the spaces at the parking area... Therefore, and until the upgrading and reconfiguration is completed which will allow Hermes to be in a position to provide details of any offered new arrangements, we are willing to extend the duration of the said agreement. (β) Παραλείπουν να επισημάνουν ότι με την επιστολή ημερομηνίας 17.1.2014 (Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση) οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση επαναλαμβάνουν την πρόθεση τους για μετακίνηση του χώρου στάθμευσης αφού, μεταξύ άλλων, η εν λόγω επιστολή αναφέρει ότι «....The upgrading and configuration of parking facilities has not become possible to be finalized... It is anticipated that the upgrading works... will be completed by mid February
- Upon such completion... you will be able to continue using same or equivalent parking spaces exclusively reserved and allocated to your company.» (γ) Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση τους απέστειλαν τη νέα προτεινόμενη συμφωνία. Συγκεκριμένα, η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση «στη συνέχεια τους παρέδωσαν και/ή τους απέστειλαν νέα συμφωνία άδειας χρήσης για την περίοδο από 01.09.2014 μέχρι 31.12.2015», αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει. Όμως παραλείπει να αποκαλύψει το ηλεκτρονικό μήνυμα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση με το οποίο τους απεστάλη η νέα αυτή προτεινόμενη συμφωνία (Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση). Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα απευθύνεται στην ενόρκως δηλούσα και αναφέρει, μεταξύ άλλων, «Please note that you need to specify the number of positions that you require within the Valet parking area and in case you need staff parking to define the number of positions and number license plates for every car...». Η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά ουσιώδης. (δ) Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν αποκάλυψαν το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 22.8.2014 το οποίο επίσης απευθύνεται στην ενόρκως δηλούσα με την οποία αυτή ερωτάται πως επιθυμούν να προχωρήσουν σε σχέση με τη νέα συμφωνία αφού αυτή επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ την 1.9.
- (ε) Τα ηλεκτρονικά μηνύματα των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση ημερομηνίας 1.9.2014, 4.9.2014 και 24.9.2014 (Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) επίσης δεν αποκαλύφθηκαν από τους Ενάγοντες/Αιτητές. Και αυτή η παράλειψη κρίνεται ουσιώδης. Ειδικότερα: (i) Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 1.9.2014 οι Ενάγοντες/Αιτητές ενημερώνονται ότι «further to your move to the new parking area, please note that extension will be given due to difficulties in emptying the parking from private cars. We'll give it another 3 days, until Wednesday afternoon, with the hope that passengers will arrive and take their cars. Therefore the plan is to move to the new parking area as from Thursday.». (ii) Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 4.9.2014, οι Ενάγοντες/Αιτητές ενημερώνονταν ότι «The new parking is still not empty (currently 8 cars) so we believe this will be accomplished by the end of the weekend. In the meantime you continue as it is.» (iii) Τέλος, με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24.9.2014 οι Ενάγοντες/Αιτητές ενημερώνονται ότι «This is to confirm our meeting on Friday morning 26/9/2014 at 9:30 on Diner Onair (inside the terminal). The issues to be addressed are the following:
- Fencing of the Valet parking,
- New location's effective date,
- Finalisation of parking positions». Η πιο πάνω επιλεκτική αποκάλυψη της αλληλογραφίας, εσκεμμένη ή όχι, στέρησε από το Δικαστήριο στοιχεία και πληροφορίες σε σχέση με το πραγματικό υπόβαθρο. Το αποτέλεσμα ήταν να δοθεί στο Δικαστήριο η στρεβλωμένη εικόνα μιας άνευ προειδοποίησης και εντελώς απρόσμενης ενέργειας από μέρους των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση να αποκλείσουν τους Ενάγοντες/Αιτητές από τον χώρο που χρησιμοποιούσαν για τη διεξαγωγή των εργασιών τους που έχρηζε κατεπείγουσας επέμβασης του Δικαστηρίου. Η εικόνα που παρουσιάστηκε από τους Ενάγοντες/Αιτητές ήταν ότι δεν τους είχε δοθεί κανένα χρονικό περιθώριο αντίδρασης αφού βρέθηκαν προ απρόσμενων εξελίξεων και αναπάντεχων νέων δεδομένων που θα τους επιβάλλονταν σε διάστημα 3 ημερών, ήτοι τους κοινοποιήθηκε στις 13.10.2014 και θα τίθετο σε εφαρμογή στις 16.10.
- Η εξέλιξη της αλληλογραφίας, όπως αποκαλύφθηκε από τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση, δημιουργεί μια διαφορετική εικόνα, σύμφωνα με την οποία, οι Ενάγοντες γνώριζαν προ μηνών για την προτιθέμενη μετακίνηση τους, τηρούνταν ενήμεροι για την εξέλιξη των χρονοδιαγραμμάτων της μετακίνησης και, ως αποτέλεσμα, όταν ενημερώθηκαν για την τελική ημερομηνία μετακίνηση τους αυτό ήταν μάλλον μια αναμενόμενη εξέλιξη παρά μια απρόσμενη, ξαφνική και άνευ προειδοποίησης ενέργεια. Το κατεπείγον της μονομερούς αίτησης, όπως αυτό παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, ήταν επίπλαστο αφού οφειλόταν σε αδράνεια των ίδιων των Εναγόντων/Αιτητών να αναζητήσουν θεραπεία σε προγενέστερο στάδιο. Όπως εξηγείται στην Χ'Βασιλείου ν White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203: «Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος». Καταλήγω ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, που αποτελεί δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος μονομερώς. Η πλημμελής αποκάλυψη από τους Ενάγοντες/Αιτητές όλων των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση οδήγησε στην παρουσίαση μιας στρεβλωμένης εικόνας αναφορικά με την κατεπείγουσα φύση της μονομερούς αίτησης. Κατ' ακολουθία, τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 15.10.2014 ακυρώνονται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1][1] Άρθρο 29
(1), του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 [2] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [3] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [4] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [5] Οδυσσέως (ανωτέρω) [6] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [7] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [8] Σχετικές οι Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ.21.10.11 [9] Χαράλαμπος Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 312/10, ημερομηνίας 17.7.2014 [10] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [11] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 [12] Ενδεικτικά AK International UK Limited v Του Πλοίου «NAIME S» σημαίας Comodo Islands (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1447, Brink`s Mat Ltd v Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350, Behbehani and others v Salem and Others
(1989)2 All E.R 143 [13] Demstar Limited v Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 [14] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [15] Οδυσσέως (ανωτέρω) [16] Resola (Cyprus) Ltd v Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο