← Κύπρος

ΣΚΥΡΑ ΛΙΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ «ΛΕΩΝΙΔΑΣ» ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 571/2014, 30/1/2015

ΣΚΥΡΑ ΛΙΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ «ΛΕΩΝΙΔΑΣ» ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 571/2014, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 571/2014 Μεταξύ: ΣΚΥΡΑ ΛΙΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες/Αιτητές και ΕΤΟΙΜΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ «ΛΕΩΝΙΔΑΣ» ΛΤΔ Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 30 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Γ. Θωμά για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Παντελή για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 4.11.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, «€36.576,96 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ ποσό οφειλόμενο ως υπόλοιπο λογαριασμού ή/και δυνάμει εκδοθέντων τιμολογίων ή/και δυνάμει πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πως» πλέον τόκο και έξοδα. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ως οι αξιώσεις της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 θ. 1-9, στην Δ.48 θ.1-12, Δ.64 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Αναστάσιου Αγαθοκλέους, υπάλληλου των Εναγόντων. Ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει «το ορθό και αληθές», όπως το χαρακτηρίζει, της ειδικής οπισθογράφησης και αναφέρει ότι στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, οι Ενάγοντες προμήθευαν τους Εναγόμενους με διάφορα προϊόντα. Για τις συναλλαγές αυτές, συνεχίζει, οι Ενάγοντες τηρούσαν σχετικό χρεωπιστωτικό λογαριασμό, για την τήρηση του οποίου ήταν υπεύθυνος και αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει. Αναφέρει επίσης ότι οι Εναγόμενοι ανά τακτά διαστήματα κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού τους. Προσθέτει ότι προς εξόφληση μέρους του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, οι Εναγόμενοι εξέδωσαν στις 7.4.2013 και 27.5.2013, δύο επιταγές προς όφελος των εναγόντων για €6.000 και €19.943 αντίστοιχα οι οποίες παρουσιάστηκαν προς πληρωμή και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε-ΚΑΠ». Οι εν λόγω επιταγές, λέει, παραμένουν απλήρωτες. Καταλήγει λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν καμία υπεράσπιση. Οι Εναγόμενοι έχουν εγείρει ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν περιλαμβάνουν το ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση την οποία δικαιούνται να προβάλλουν κατά την ακρόαση, ότι η αίτηση προωθείται καταχρηστικά και κακόπιστα και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Θωμά Κωστάππη, ο οποίος είναι στην υπηρεσία, όπως λέει, των Εναγομένων, εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί την ένορκη δήλωση και το πρόσωπο το οποίο χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση εκ μέρους των Εναγομένων. Στο σημείο αυτό να αναφέρω παρενθετικά ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είχε προηγηθεί η αίτηση των Εναγόντων για απόφαση ένεκα της μη καταχώρησης Υπεράσπισης από τους Εναγόμενους εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Η αίτηση εκείνη είχε αποσυρθεί από τους Ενάγοντες και απορριφθεί μετά την καταχώρηση Υπεράσπισης. Στην ένορκη του δήλωση, ο κ. Θωμάς Κωστάππης επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς Υπεράσπισης ενώ παρέχει περαιτέρω πληροφορίες και στοιχεία σε σχέση με τα γεγονότα. Σημειώνω ότι στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατά τόπον αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή. Ο κ. Θωμάς Κωστάππης, στην ένορκη του δήλωση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι Εναγόμενοι προμηθεύονταν από τους Ενάγοντες πρώτες ύλες για την παραγωγή σκυροδέματος. Τα υλικά αυτά, λέει, είτε παραδίδονταν στο εργοστάσιο των Εναγομένων στη Λευκωσία είτε παραλαμβάνονταν από τις εγκαταστάσεις των Εναγόντων στη Λάρνακα. Επί τούτου, επισημαίνει την προδικαστική ένσταση που έχουν εγείρει οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους σε σχέση με την κατά τόπον δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Συνεχίζει λέγοντας ότι για την κάθε παράδοση υλικών, οι Ενάγοντες εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο. Τα τιμολόγια που εκδίδονταν αρχικά εξοφλούντο από τους Εναγόμενους κατά την παράδοση ενώ, σε μεταγενέστερο στάδιο και όταν οι Εναγόμενοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, πλήρωναν ποσά έναντι των ποσών των τιμολογίων. Κατά τον ίδιο, οι Εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού από τους Ενάγοντες. Αμφισβητεί την κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέροντας ότι οι καταγραφές που παρουσιάζονται σε αυτήν δεν αναφέρουν ούτε το είδος, ούτε την ποσότητα, ούτε και την τιμή μονάδας του κάθε προϊόντος για το οποίο χρέωναν οι Ενάγοντες. Αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει τα τιμολόγια στη βάση των οποίων ετοιμάστηκε η κατάσταση λογαριασμού. Κατά τον ίδιο, η κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνει υπερχρεώσεις, καταχρηστικές χρεώσεις που δεν ανταποκρίνονται στα υλικά που πραγματικά προμηθεύτηκαν οι Εναγόμενοι ενώ επίσης δεν περιλαμβάνει όλες τις πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι. Σε σχέση με τις δύο επιταγές, αναφέρει ότι περί το τέλος Μαρτίου 2013, ένεκα της οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε ο κατασκευαστικός κλάδος, ενημέρωσε τον κ. Γιώργο Ξυδά, εκτελεστικό διευθυντή των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην εξόφληση των τιμολογίων τους. Συμφώνησαν, λέει, με τον κ. Γιώργο Ξυδά όπως οι Ενάγοντες τους δώσουν χρόνο για την εξόφληση των σχετικών τιμολογίων και όπως οι Εναγόμενοι συνεχίσουν να προμηθεύονται υλικά από τους Ενάγοντες υπό τον όρο ότι οι Εναγόμενοι θα εξέδιδαν τις δύο μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες οι Ενάγοντες θα κρατούσαν ως εξασφάλιση για την σταδιακή αποπληρωμή των οφειλόμενων. Κατόπιν της διευθέτησης αυτής, συνεχίζει, η συνεργασία συνεχίστηκε και οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν σε τακτικά διαστήματα διάφορα ποσά με τα οποία κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής τους, ενώ εξοφλούσαν τιμολόγια που αφορούσαν νέες παραλαβές επί έκαστη παραλαβή. Κατά τον ενόρκως δηλούντα, περί τις αρχές Οκτωβρίου 2013 ανέφερε στον κ. Γιώργο Ξυδά ότι οι Εναγόμενοι συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και ζήτησε περαιτέρω παράταση χρόνου την οποία ο κ. Γιώργος Ξυδάς συμφώνησε να τους παρέχει. Ακολούθως, λέει, οι Εναγόμενοι συνέχισαν να προβαίνουν σε πληρωμές μέχρι την εξόφληση της οφειλής τους, καταλήγοντας ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν κανένα ποσό στους Ενάγοντες. Συνεχίζει λέγοντας ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τον κ. Γιώργο Ξυδά και τις διαβεβαιώσεις του τελευταίου ότι θα επέστρεφε τις δύο επιταγές, αυτός ουδέποτε τις επέστρεψε αλλά προχώρησε να τις καταθέσει προς πληρωμή, χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Καταλήγει λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση την οποία θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλλουν κατά την ακρόαση. Οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, με εμπεριστατωμένο τρόπο και αναφορά στη σχετική νομολογία και τα γεγονότα. Να αναφέρω ότι έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις της κάθε πλευράς και τα επιχειρήματα που προωθούνται σε αυτές, με τη δέουσα προσοχή. Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως προνοεί η Δ.18 Θ.1(α): «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Επομένως, όπως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.18 θ.1(α), για να έχει το Δικαστήριο δικαιοδοσία[1] να εκδώσει απόφαση συνοπτικά πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί στη διαδικασία, και (γ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή[2]. Εάν ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου ο οποίος οφείλει πλέον να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή[3]. Όταν το Δικαστήριο εξετάζει αιτήσεις αυτής της φύσεως, η προσέγγιση του πρέπει να είναι αυστηρή και αυτό διότι έκδοση απόφασης κατ' εφαρμογή της Δ.18 θ.1(α) αποτελεί εξαίρεση στο βασικό κανόνα δικαίου που επιτάσσει ότι πρέπει να ακούγονται και οι δύο πλευρές σε μια διαφορά πριν τη λήψη απόφασης επί αυτής. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση στην Αγγλική υπόθεση Symon & Co. v Palmer's Stores

(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, η οποία υιοθετήθηκε και από την Κυπριακή νομολογία[4]: «Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order... [The judge] can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction.» Στην υπό κρίση περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται. Στρέφομαι στην τρίτη προϋπόθεση. Οι Εναγόμενοι αμφισβητούν ότι το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι άτομο το οποίο έχει θετική γνώση αναφορικά με τα γεγονότα. Ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση του κ. Αναστάσιου Αγαθοκλέους, σημειώνω ότι ο ενόρκως δηλών είναι υπάλληλος των Εναγόντων, δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος καθώς και ότι χειρίζεται τον λογαριασμό των Εναγομένων και είναι γνώστης της κάθε λεπτομέρειας αναφορικά με αυτόν. Τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών, με ικανοποιούν ότι πρόκειται για πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Επιπρόσθετα, στην ένορκη του δήλωση εκφράζει μεταξύ άλλων και την πεποίθηση του ότι οι Εναγόμενοι δεν διαθέτουν υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ κρίνω ότι, μέσω της παράθεσης των γεγονότων στην ένορκη του δήλωση, επαληθεύει τα γεγονότα που υποστηρίζουν τη βάση αγωγής των Εναγόντων. Εφόσον λοιπόν οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 πληρούνται, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων οι οποίοι πρέπει να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς για ύπαρξη καλής υπεράσπισης[5]. Αναφορικά με τις λεπτομέρειες που πρέπει να παρατίθενται από τον καθ' ου η αίτηση ώστε να αποκαλύπτει καλόπιστη υπεράσπιση ή θέμα προς απάντηση σε αιτήσεις αυτής της φύσης, σχετική είναι η υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1912 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου.»[6] Σχετική είναι επίσης η ακόλουθη ανάλυση στην υπόθεση Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων. Η θέση των Εναγομένων, όπως εκφράζεται από τον ενόρκως δηλούντα, είναι ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στους Ενάγοντες. Κατά τους Εναγόμενους, για όλα τα υλικά που προμηθεύονταν από τους Ενάγοντες, οι τελευταίοι τους εξέδιδαν τιμολόγια τα οποία έχουν στην πορεία εξοφλήσει. Ο ενόρκως δηλών δίνει τη δική του εξήγηση αναφορικά με την έκδοση των δύο επιταγών, πότε αυτές εκδόθηκαν, γιατί, καθώς και ότι τα ποσά που αφορούν έχουν εξοφληθεί. Αμφισβητεί την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού των Εναγόντων την οποία λέει ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν ξαναδεί πριν την παρούσα διαδικασία. Κατ' εκείνον, οι καταχωρήσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού είναι καταχρηστικές και αυθαίρετες αφού δεν παρέχονται σε σχέση με την κάθε καταχώρηση, πληροφορίες σχετικά με το είδος του προϊόντος που παραδόθηκε, την ποσότητα και την τιμή μονάδας, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού όλες οι πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι. Αυτά τα στοιχεία, κρίνω ότι αποκαλύπτουν επαρκή υπεράσπιση, την οποία πρέπει να δοθεί στους Εναγόμενους η ευκαιρία να προβάλουν και η οποία να αξιολογηθεί στα πλαίσια της δίκης[7]. Αυτή η κατάληξη καθορίζει και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης. Πέραν από αυτό όμως, οι Εναγόμενοι αμφισβητούν, τόσο στην Υπεράσπιση την οποία έχουν καταχωρήσει όσο και στην ένσταση τους, την κατά τόπον αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου ισχυριζόμενοι ότι το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει τη διαφορά είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους. Πρέπει να πω ότι από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου, δεν μπορώ να καταλήξω σε συμπέρασμα αναφορικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Επισημαίνω ότι στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι έχουν την έδρα τους στη Σιά, η οποία βρίσκεται στην Επαρχία Λευκωσίας, και ότι οι Εναγόμενοι έχουν επίσης την έδρα τους στη Λευκωσία. Κρίνω ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι αρκούντος σοβαρό ώστε ακόμα και αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν θα προχωρούσα στην έκδοση της απόφασης μέχρι να διακριβωθεί εάν το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. Παρενθετικά των πιο πάνω, όπως έχω ήδη αναφέρει, πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρήσουν Υπεράσπιση, την οποία και απέσυραν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Σίγουρα η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν συνιστά εμπόδιο στην προώθηση αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Όμως θεωρώ ότι η επιλογή των Εναγόντων για καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης είναι ασυμβίβαστη με την προηγούμενη αίτηση τους. Με το προγενέστερο διάβημα τους αποτάθηκαν στο Δικαστήριο ζητώντας απόφαση γιατί οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν Υπεράσπιση, την οποία όμως τους επέτρεψαν ουσιαστικά να καταχωρήσουν, ενώ με το παρόν διάβημα ζητούν από το Δικαστήριο να μην τους επιτρέψει να την προβάλουν. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα αυτή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 [2] Spyros Stavrinides v Ceskoslavenska Obchondi Banka S.A
(1972)1 C.L.R. 130 [3] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Kyprianides v Ioannou
(1996)1 C.L.R. 265, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 204, CYEMS Co Ltd v The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 [4] Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782 [5] Σχετικές, μεταξύ άλλων, οι Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χ''Νέστωρος (ανωτέρω). [6] Sigma Radio T.V. Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408 [7] Κώστα Κυριάκου ν Θεράποντα Αναστασίου Πολιτική Έφεση 230/2009 ημερομηνίας 23.1.2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.