← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑ (ΚΙΚΑ) ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ κ.α. ν. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγω

ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑ (ΚΙΚΑ) ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ κ.α. ν. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1464/14, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1464/14 Μεταξύ:

  1. ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΛΑ (ΚΙΚΑ) ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Εναγόντων -και-
  3. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013
  4. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  5. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  6. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21/10/14 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΑΠΟ ΔΙΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ/Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΩΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΚΑΙ/Η ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΚΑΙ/Η ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Αχιλλέως για Ανδρέας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.ΠΕ. Για Ενάγοντες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία εδράζεται στη Δ.9 Θ.5 και 10, Δ.9, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.1-9 και Δ.64 Θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, ζητείται διάταγμα διαγραφής της Εναγομένης 1 από διάδικος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή ακύρωσης και/ή παραμερισμού της αγωγής και/ή της επίδοσης της και/ή απόρριψης και/ή αναστολής της. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία προβαίνει δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου της Εναγομένης δεόντως εξουσιοδοτημένος, αναφέρεται ότι εξαιτείται το ως άνω διάταγμα για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 1 κατά παράβαση του άρθρου 19 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13, στο οποίο προνοείται ότι πρόσωπα που έχουν διοριστεί δυνάμει των άρθρων 14 και 16 του νόμου αυτού δεν υπέχουν οιανδήποτε ευθύνη εκτός αν αποδειχθεί ότι τα εν λόγω πρόσωπα έδρασαν κατά δόλιο τρόπο, με βαριά αμέλεια ή με κακή πίστη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Αφού λοιπόν δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι η Εναγομένη 1 έδρασε με ένα από αυτούς τους τρόπους δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Εν πάση περιπτώσει όπως προκύπτει από το κείμενο της Έκθεσης Απαίτησης και από το παρακλητικό, σε κανένα σημείο δεν εγείρονται ισχυρισμοί ή αξιώσεις εναντίον της Εναγομένης 1 εκτός στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης όπου γίνεται ερμηνεία σε σχέση με το καθεστώς που διέπει την Cyprus Popular Public Co Ltd. Σε περίπτωση δε που απορριφθεί η αίτηση τότε η Εναγομένη 1 θα περιαχθεί σε αμηχανία και/ή ενοχλητική θέση και/ή θα υποβληθεί σε αχρείαστα έξοδα. Ως εκ των πιο πάνω είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί η αίτηση. Οι Ενάγοντες έφεραν ένσταση, η οποία στηρίζεται στις ίδιες διαταγές και Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και εξουσίες του Δικαστηρίου ως και η αίτηση καθώς και στον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.
  7. Προβάλλονται δεκατέσσερεις

(14)λόγοι ένστασης οι οποίοι εν περιλήψει και σε συντομία έχουν ως ακολούθως. Η αίτηση είναι αβάσιμη, λανθασμένη, καταχρηστική, αντινομική, πάσχει και/ή είναι αντίθετη με τους Θεσμούς. Υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι αποκαλύπτεται βάση αγωγής και αγώγιμο δικαίωμα. Το κατά πόσο υπάρχει δόλος ή απάτη ή βαριά αμέλεια εκ μέρους της Εναγομένης 1 δεν μπορεί να γίνει αξιολόγηση στο παρόν στάδιο, χωρίς παράθεση μαρτυρίας σε γεγονότα που βρίσκονται υπό αμφισβήτηση, όταν μάλιστα αυτή επικαλείται το άρθρο 19 του Νόμου 17(Ι)/13 το οποίο αναφέρεται σε ενέργειες που σχετίζονται με την διαδικασία εξυγίανσης που δεν αφορά την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη 1 εν πάση περιπτώσει ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της πρώην Λαϊκής Τράπεζας η οποία στα πλαίσια του Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Co Ltd διατάγματος του 2013 όλες οι καταθέσεις ή/και περιουσιακά στοιχεία της έχουν μεταβιβαστεί στον έλεγχο της Εναγομένης 1, εκ των οποίων περιουσιακών στοιχείων έχουν απαίτηση οι Ενάγοντες. Η παρούσα περίπτωση δεν είναι απλή, αλλά αφήνει να νοηθεί πολύπλοκη, με όχι απλά θέματα, νομικά και πραγματικά, και ούτε και μια περίπτωση τόσο καθαρή που να δύναται το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση αλλά υπάρχει αστική διαφορά μεταξύ τους ως από την Έκθεση Απαίτησης καταδεικνύεται, η οποία δεν είναι τόσο ανυπόστατη που να μην μπορεί να διασωθεί με διαταγή τροποποίησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1, στην οποία υπάρχει εισήγηση ότι η αίτηση πάσχει γιατί η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν έγινε από την Εναγομένη αλλά από άσχετο πρόσωπο. Ως προς τα υπόλοιπα, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με περισσότερες λεπτομέρειες, κυρίως στην εξήγηση της διαφοράς, η οποία έχει ως πηγή την σύναψη μεταξύ των Εναγόντων και της πρώην Λαϊκής Τράπεζας συμφωνίας αγοράς αξιογράφων από την τελευταία για την οποία ισχυρίζονται ότι ενήργησε με δόλο, και ως εκ τούτου η συμφωνία είναι άκυρη, της οποίας η Εναγόμενη 1 διορίστηκε ως διαχειρίστρια δυνάμει του αναφερθέντος ανωτέρω νόμου, κάτι το οποίο γνωρίζει πολύ καλά αφού τέθηκαν ενώπιον της όλα τα στοιχεία και εν τούτοις δολίως και με βαριά αμέλεια και ενεργώντας με κακή πίστη δεν ασχολείται με το μείζον αυτό θέμα και επιδιώκει την διαγραφή της όταν οι άλλοι Εναγόμενοι με τις υπερασπίσεις τους ισχυρίζονται ότι δεν έχουν καμία ευθύνη. Τέλος, αφού εκφράζει το παράπονο της και προβαίνει σε χαρακτηρισμούς και προκαλεί την πολιτεία να κάνει δηλώσεις και χαρακτηρίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως ο άρχων του κράτους, εκπρόσωπο του Δικαστηρίου, προβαίνει σε μία, ανήκουστη και αξιοκατάκριτη, πρωτοφανή για δικαστική διαδικασία, δήλωση που έχει ως εξής: «. Ειδάλλως, πολύ φοβάμαι ότι εάν μας αποστερήσουν και το δικαίωμα μας να ακουστούμε μέσω του Δικαστηρίου, τότε ο κόσμος θα αποταθεί σε άλλες επικίνδυνες οδούς για να βρει το δίκιο του με τις ανάλογες ζημιογόνες συνέπειες.» Η δήλωση αυτή μου προκαλεί χείριστη, αλγεινή και αποκρουστική εντύπωση με τα υπονοούμενα που αφήνει και συνάμα με κυριεύει λύπη και απογοήτευση για το δικηγόρο υπό την επίβλεψη και επιμέλεια του οποίου έγινε η ένορκη δήλωση, μη θέλοντας όμως να πιστέψω ότι τούτο αποτελεί δείγμα μιας νέας φιλοσοφικής νομικής σκέψης, τόσο για το δίκαιο όσο και για την σύνταξη των δικογράφων, όταν μάλιστα ο δικηγόρος στην αγόρευση του παραπέμπει με έμφαση στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης, που συνοδεύει την ένσταση, της οποίας μέρος της αποτελεί το πιο πάνω αναφερθέν απόσπασμα. Ο δικηγόρος της Εναγομένης 1 στην αγόρευση του αφού ουσιαστικά επαναλαμβάνει όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στην συνέχεια με αναφορά στην ιδιότητα της Εναγομένης 1 με βάση το Ν.17(Ι)/13 και την Κ.Δ.Π. 104/13 δυνάμει της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αναπτύσσει επιχειρηματολογία γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την αίτηση και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, η οποία επικεντρώνεται ή περιστρέφεται γύρω από τη Δ.9 Θ.5 και 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με επίκληση σχετικής νομολογίας. Από την άλλη ο συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευση του, αφού πρώτα αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη γιατί έγινε από δικηγόρο και όχι από την Εναγομένη χωρίς να δίνεται εξήγηση και εισηγείται ότι αυτή πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα να απορριφθεί και η Αίτηση, στη συνέχεια εστιάζει την προσοχή του στη Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και κάνει αναφορά σε σχετικές αυθεντίες και νομολογία, επιχειρεί να καταδείξει ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αρχίζοντας από την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων ότι θα πρέπει να απορριφθεί η ένορκη δήλωση και κατ' επέκταση η αίτηση, γιατί δεν δίνεται εξήγηση για το λόγο που προέβη στην ένορκη δήλωση δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1 και όχι η ίδια, με επίκληση την υπόθεση RYBOLOVLEV v. RYBOLOBLEVA
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, αν και δεν καθιερώνει τέτοια αρχή, θαρρώ πως πρέπει να παρατεθεί η σχετική νομολογία επί του θέματος. Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λιμιτεδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd, Πολιτική Έφεση 9984, ημερομηνίας 29.10.1999. Στην υπόθεση THANOS HOTELS LTD v. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επομένως και την ένσταση, να γίνεται από δικηγόρο αναμένοντας, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Σημειώνεται από το παρών Δικαστήριο ότι αντί να εκλείψει το φαινόμενο αυτό, από τη Δικαστική γνώση που έχει επιλαμβανόμενο σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων, έχει επιταθεί σε τέτοιο βαθμό που οι δικηγόροι πλέον παίζουν και το ρόλο του μάρτυρα. Ανησυχητικό και ανεπιθύμητο είναι το φαινόμενο που παρουσιάζεται, τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν είτε την αίτηση είτε την ένσταση να γίνονται από ασκούμενους δικηγόρους. Στην προσφυγή 1045/05 DULAL v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνία 27/10/05 με μονομελή σύνθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης.» Στην προσφυγή Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας 869/05, ημ. 24/3/06 το ίδιο το Δικαστήριο με τη DULAL αφού αναφέρεται στην πιο πάνω νομολογία αποδέχεται την ένορκη δήλωση που προέβει ο δικηγόρος γιατί το βάρος απόδειξης δεν το είχε η προσφεύγουσα αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία. Αν το είχε, δυνατό να κατέληγε ότι η ένορκη δήλωση να μην ήταν επαρκής. Στην υπόθεση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLENA κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 λέχθηκαν τα εξής υπό τριμελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείο: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υποθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εντούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας - καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποια επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει.» Στην αίτηση LI XIN
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης με αυτή της DULAL, ανωτέρω, αφού επαναλαμβάνεται η ίδια νομολογία που αναφέρεται στην DULAL επειδή δεν υπήρχε εμφάνιση από την άλλη πλευρά, αν και δεν είχε ικανοποιηθεί πλήρως ότι ήταν αδύνατο για τον αιτητή να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, κατέληξε, έστω και με κάποιο δισταγμό, να δεχθεί την ένορκη δήλωση του δικηγόρου, επισημαίνοντας ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν υπήρχε εμφάνιση και άρνηση των ισχυρισμών, οπότε θα τίθετο θέμα ο δικηγόρος του αιτητή να είναι ταυτόχρονα και μάρτυρας, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Ακολούθησε η απόφαση στην προσφυγή 925/2010 ημερομηνία 20/8/10 HINFU HUANG v. Κυπριακής Δημοκρατίας με μονομελή σύνθεση στην οποία ειπώθηκαν τα παρακάτω: «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, οι δικηγόροι των διαδίκων θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα και τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την υπόθεση του πελάτη τους. Είναι δε ανεπιθύμητο όπως προβαίνουν οι ίδιοι σε ενόρκους δηλώσεις και δεν πρέπει να ορκίζονται ως προς γεγονότα, εκτός αν τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, όπως για παράδειγμα επειδή ο πελάτης βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν θα ήταν εύκολο να ακολουθηθούν άλλες προσφερόμενες διαδικασίες (Ahapittas v. Rock Chick Ltd
(1968)1 CLR, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR 36). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1045/2005, Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.10.2005, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο προσφυγής εναντίον διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, είχε γίνει όχι από τον ίδιο τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο, κρίθηκε ότι ήταν από μόνο του επαρκής λόγος για την απόρριψη της αίτησης. Κατ' ανάλογο δε τρόπο και στην παρούσα διαδικασία, τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης μεταφέρονται όχι από τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο και αυτό θα ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, αφού καμιά εξήγηση δεν έχει δοθεί γιατί ήταν δύσκολο ή αδύνατο να προβεί στην ένορκη δήλωση ο ίδιος ο αιτητής, ο οποίος συνεχίζει να βρίσκεται στην Κύπρο, έστω και υπό κράτηση.» Στην αίτηση Νεόφυτου Γεωργιάδη
(2010)1 Α.Α.Δ. 1413 με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης της DULAL και της LI XIN, ανωτέρω, ακολουθεί την ίδια θέση όπως και στις αναφερθείσες προηγούμενες αποφάσεις του. Στην υπόθεση NIKITIN ALEXANDER v. GRIGOREY ALEXANDER, Πολιτική Έφεση 66/11, ημερομηνίας 28/5/13 αναφέρονται τα ακόλουθα: «. Ο ενόρκως δηλών την αίτηση γα προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ' έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 A.A.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου), .». Στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερομηνίας 13/6/13 το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση κάμνει δικηγόρος χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από το διάδικο αυτή καθίσταται απορριπτέα. Να σημειωθεί ότι αν και αναφέρεται ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η Αίτηση την υπόθεση φαίνεται ότι την χειρίζεται άλλος δικηγόρος. Επομένως ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στη Δ.9 Θ.5 και 10, Δ.19 Θ.26 και στη Δ.27 Θ.
  1. Η Δ.9 Θ.5 έχει ως εξής: «Δεν θα είναι αναγκαίο όπως κάθε Εναγόμενος θα πρέπει να ενδιαφέρεται ως προς τη θεραπεία που απαιτείται η ως προς οιανδήποτε αιτία αγωγής που περιλαμβάνεται σε οιανδήποτε διαδικασία εναντίον του αλλά το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να εκδόσει τέτοιο διάταγμα που θα ήθελε φανεί δίκαιο, για να αποτρέψει οιονδήποτε Εναγόμενο από του να ενοχληθεί ή να μπει στα έξοδα με το να του ζητηθεί να εμφανισθεί σε διαδικασία η οποία μπορεί να μην τον αφορά.» Η Δ.9 Θ.10 προνοεί: «Ουδεμία υπόθεση ή ζήτημα θα χάνεται δια λόγους κακής ένωσης προσώπων και το Δικαστήριο μπορεί σε οιανδήποτε υπόθεση ή ζήτημα να χειρισθεί το ζήτημα μόνον όσον αφορά τα δικαιώματα και συμφέροντα των μερών που είναι ενώπιον του. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε με είτε χωρίς αίτηση οιουδήποτε διαδίκου και με όρους που θα φανούν στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή δίκαιοι, να διατάξει όπως τα ονόματα οιονδήποτε προσώπων που έχουν κακώς ενωθεί είτε σαν Ενάγοντες είτε σαν Εναγόμενοι, να διαγραφούν και τα ονόματα οιονδήποτε μερών είτε Ενάγοντες είτε Εναγόμενοι που πρέπει να είχαν ενωθεί ή που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση ή ζήτημα να προστεθούν. Ούδεν πρόσωπο θα πρέπει να προστεθεί σαν Ενάγοντας που ενάγει χωρίς πλησιέστερο φίλο ή σαν πλησιέστερος φίλος Ενάγοντα υπό ανικανότητα χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του. Κάθε πρόσωπο που το όνομα του προστίθεται έτσι σαν Εναγόμενος, θα πρέπει να του γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης με τον τρόπο που προνοείται στον Κανονισμό 11 αυτής της Διάταξης ή με οποιονδήποτε τρόπο που θα περιγράφεται σε οιανδήποτε ειδική διάταξη, και η διαδικασία εναντίον τέτοιου μέρους θα θεωρείται ότι άρχισε μόνο όταν του γίνει επίδοση τέτοιου κλητηρίου ή ειδοποίησης.» Η Δ.19 Θ.26 προβλέπει: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Η Δ.27 Θ.3 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια.» Αρχίζοντας από τη Δ.19 Θ.26 πρέπει να λεχθεί ότι κύριος σκοπός της είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και δεν επιχειρείται η εξέταση της εγκυρότητας του. Τούτο είναι θέμα που εξετάζεται κάτω από τη Δ.9 Θ.10 και τη Δ.27 Θ.
  2. Είναι καθαρό από τη φρασεολογία της ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanos (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338. Επομένως η εξέταση της Αίτησης θα γίνει, βασικά, υπό το φως της Δ.9 Θ.5 και 10 επί της οποίας ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 επικέντρωσε βασικά την αγόρευση του και προσφέρεται ως δικονομικό βάθρο για διαγραφή ονόματος Εναγομένου λόγω κακής συνένωσης, πριν από τη δίκη (Βλ. The heirs of the late Theodora Panagi v. The Administrators of the late Stylianos Mandrioti
(1963)2 C.L.R. 167, 170), αν και η Αίτηση στηρίζεται και επί της Δ.27 Θ.3 επί της οποίας κυρίως περιστράφηκε η αγόρευση του δικηγόρου των Εναγόντων, αφού η μη αναφορά του δικηγόρου της Εναγομένης 1 και επί της Δ.27 Θ.3 θα μπορούσε να εκλειφθεί ότι εγκατέλειψε τη βάση αυτής της Αίτησης. Όμως επειδή αναφέρεται σε μη ύπαρξη λογικού αγώγιμου δικαιώματος θα εξεταστεί και υπό το φως της Δ.27 Θ.3. Αίτηση για διαγραφή διαδίκου ή αγωγής πρέπει να καταχωρείται εγκαίρως (Βλ. Mepa Underwriting Management Limited κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772). Παρόλο που μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, βλ. Mepa, ανωτέρω, A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N.W. Ry
(1892)3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T.
  1. Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας, βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R.
  2. Μετά όμως που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται, βλ. Cross v. Earl Howe 62, L.J.Ch. 342 και Fletcher v. Bethom
  3. L.T.
  4. Ότι πρέπει να προηγείται αίτηση για διαγραφή διαδίκου έχει γίνει ξεκάθαρο στην υπόθεση Wilson v. Balcavves
(1893)1 Q.B. 422 της οποίας γίνεται επίκληση στην Mepa, ανωτέρω, και μόνο στις πλέον ξεκάθαρες και εξόφθαλμες περιπτώσεις δύναται το Δικαστήριο να λάβει τέτοιο μέτρο χωρίς αίτηση, Mepa, ανωτέρω. Η Δ.27 Θ.3, της οποίας σκοπός φαίνεται να είναι από τη νομολογία η εξοικονόμηση χρόνου και χρήματος, Βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370 και Panayi ανωτέρω, όπως καταγράφεται πιο πάνω, προβλέπει για τη διαγραφή δικογράφου όταν δεν αποκαλύπτεται λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή όταν η αγωγή είναι μηδαμινή ή ενοχλητική. Τότε και μόνο τότε το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει αναστολή η απόρριψη της αγωγής, Βλ. Χ''Οικονόμου v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Σάουρου v. Φιλίππου, Πολ. Έφ. 62/10, ημερ. 3/10/12 και Δημητρίου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 350/10, ημερ. 6/6/14. Η γενική αρχή είναι ότι μόνο πρόσωπα άμεσα αναμεμειγμένα στη διαφορά έχουν λόγο στη δίκη για την επίλυση της, Βλ. Μαυρογένη v. Βουλή των Αντιπροσώπων κ.ά. (αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034, 1045. Στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd v. In re the Companies Law, CAP. 113
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαγραφή δικογράφου .., αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο, Βλ. Σιακόλας, ως άνω. Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου, βλ. In re Pelmako, ανωτέρω. Στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λεμεσού - Αμαθούντος κ.ά. v. Δημοκρατία
(2007)1 Α.Α.Δ. 21, κατά την εξέταση της αίτησης διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντας αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου Εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το Δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1326 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με την ως άνω υπόθεση η οποία έκανε αναφορά στην Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co 36 CL.D.496 ένα δικόγραφο δεν διαγράφεται αν μπορεί να διασωθεί με μια εύλογη (legitimate) τροποποίηση. Το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μια αγωγή αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή εύλογη αιτία αγωγής αποφασίζεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο του δικογράφου, χωρίς να είναι επιτρεπτή η προσαγωγή οιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, Βλ. Χατζηκυριάκος v. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121. Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος αναφέρθηκαν τα εξής: "Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246. Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 CLR 305." Βλ. επίσης Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852 και Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704. Όπου η διάγνωση του θέματος απαιτεί ενδελεχή και σε βάθος εξέταση και σκέψη ή χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία δεν τυγχάνει εφαρμογής, Βλ. Χαρ. Αλωνεύτη Λτδ κ.ά. v. Alpha Bank Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 990. Μια αγωγή είναι επιπόλαιη όταν είναι άνευ ουσίας και ενοχλητική όταν ελλείπει η καλή πίστη, είναι χωρίς προοπτική επιτυχίας ή καταπιεστική και τείνει να προκαλέσει στην άλλη πλευρά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία ή όταν είναι αστήρικτη. Στην υπόθεση P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475, ειπώθηκαν τα κατωτέρω: «Όσον αφορά το πρώτο αίτημα των Εναγομένων 1 και 2, στο οποίο αποδίδουν και προτεραιότητα εφ' όσον τα άλλα δύο προωθούνται μόνο αν αυτό ήθελε απορριφθεί, είναι βέβαια δεδομένη η δυνατότητα διαγραφής του ονόματος εναγομένου, με ακόλουθη απόρριψη της αγωγής εναντίον του, δυνάμει του Θ.30 των Θεσμών Ναυτοδικείου, που αντιστοιχεί προς τη Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τη Δ.16 θ.11 των παλαιών Αγγλικών Κανόνων (κατόπιν Δ.15 θ.6). Όπως όμως δείχνει η νομολογία, η εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή εναγομένου, επιφέροντας τη δραστική συνέπεια της απόρριψης της αγωγής εναντίον του, όχι μόνο πρέπει να ασκείται και ως εκ τούτου με φειδώ αλλά και μπορεί να ασκείται μόνο προκειμένου περί καθαρής περίπτωσης. Όπως παρατήρησε ο Λοϊζου, Π., στην υπόθεση Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ v.
  1. Compania Espanola de Laminaction, S.A.,
  2. The ship "Four Star II" (όπως τροποποιήθηκε Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ v.
  3. Four Star Lines S.A.,
  4. The Ship "Four Star II") 1 CLR 623, στις σελίδες 627-628: «Έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα - και στην υπόθεση εκείνη υπήρχαν τέτοιες διαφορές σχετικά με τη φορτωτική και τη συμφωνία μεταφοράς του φορτίου, όπως εδώ - οι διαφορές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι ένορκες δηλώσεις.»» Στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 575 υπό τον τίτλο «No reasonable cause of action» αναφέρεται ότι: «Από τη στιγμή που στην Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτεται κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή εγείρεται κάποιο ζήτημα κατάλληλο για να αποφασισθεί από τον Δικαστή ή τους ενόρκους δεν δικαιολογείται η διαγραφή της το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην επιτύχει». Παρατίθενται δε υποθέσεις που διαγράφηκε η Έκθεση Απαίτησης και η αγωγή απορρίφθηκε όπως
(1)στην ύπαρξη δεδικασμένου,
(2)η συμφωνία δεν ήταν έγκυρη σύμφωνα με τον νόμο,
(3)όπου αξιωνόταν θεραπεία σε βάση η οποία δεν αποτελούσε την βάση για την θεραπεία εκείνη,
(4)όπου φαινόταν ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων,
(5)όπου η Έκθεσης Απαίτησης για δυσφήμηση αυτή απεκάλυπτε ότι η δημοσίευση που είχε γίνει ήταν απόλυτα προνομιούχα και
(6)όπου αξιωνόταν θεραπεία την οποία το Δικαστήριο δεν είχε την εξουσία να δώσει. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπό εξέταση αίτησης παρατηρώ ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους σε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6) στις 10/6/14 και σε αυτό περιέχονται όλοι οι ισχυρισμοί επί των οποίων στηρίζεται το αγώγιμο δικαίωμα τους εναντίον των Εναγομένων. Η Εναγομένη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 10/7/14 αλλά δεν καταχώρησε ΄Εκθεση Υπεράσπισης. Πιστεύοντας ότι δεν έπρεπε να συνυπάρχει Εναγομένη με τους υπόλοιπους γιατί δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στις 21/10/
  1. Ήτοι 3 ½ σχεδόν μήνες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης και 4 περίπου μήνες μετά την επίδοση της αγωγής σε αυτή, χρόνος που κατά την άποψη του Δικαστηρίου εμπίπτει στα πλαίσια της έννοιας της έγκαιρης καταχώρησης της αίτησης. Στην παρ. 2 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, αφού κάνει αναφορά στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/13 και στην Κ.Δ.Π. 103/13 και τη 104/13 Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, αναφέρει ότι οιαδήποτε κατάθεση και/ή περιουσιακά στοιχεία και/ή δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις που ανήκουν και/ή ανήκαν στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd έχουν μεταβιβαστεί και/ή εκχωρηθεί και/ή παραχωρηθεί και/ή τελούν υπό τον έλεγχο και/ή εποπτεία και/ή κρίση της Εναγομένης
  2. Αφού αναφέρεται στις παρ. 3, 4 και 5 της ΄Εκθεσης Απαίτησης με ποια ιδιότητα και ή το λόγο που ενάγονται οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, που ας σημειωθεί για την Εναγόμενη 2 στηρίζεται στις ίδιες Κ.Δ.Π. που αναφέρεται και για την Εναγόμενη 1, στις παρ. 6 μέχρι 13 αναφέρεται στην αγορά 170 αξιογράφων εκ μέρους τους αξίας €1.000,00 έκαστο, σύνολο €170.000,00 περί τον Απρίλιο - Μάϊο του 2010 με 7% τόκο, η οποία έγινε, κατά τον ισχυρισμό τους, από την Εναγομένη 1 υπό την ως άνω ιδιότητα της και ή αντιπρόσωποι και/ή υπαλλήλοι της συνομώτησαν μεταξύ τους δόλια και/ή παράνομα και κατόρθωσαν με δόλο και/ή σχεδιασμό και/ή αθέμιτες και/ή παραπλανητικές και/ή απατηλές και/ή προμελετημένες τακτικές και/ή ψευδείς παραστάσεις παρασυρόμενοι και/ή δολίως προτρεπόμενοι χωρίς την ελεύθερη συναίνεση και/ή βούληση τους, καταγράφοντας λεπτομέρειες τούτων στις παρ. 7, 10, 15, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27 και 29 της Έκθεσης Απαίτησης. Πράγματι η μόνη αναφορά στην Εναγόμενη 1 εντοπίζεται στην παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία καταγράφεται ανωτέρω, στην οποία υποδηλώνεται η ιδιότητα της και η αρμοδιότητα και στην αξίωση Α όπου γίνεται λόγος για αμέλεια και πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο κατά την άσκηση αυτών και/ή νόμιμων καθηκόντων της καθώς και στην αξίωση Η η οποία, από την διατύπωση, εξάγεται ότι αφορά όλους τους Εναγόμενους εναντίον των οποίων αποδίδεται παράβαση καθήκοντος και/ή παράνομη και/ή πλημμελή εκτέλεση καθήκοντος κατά παράβαση του άρθρου 172 του Συντάγματος και/ή άλλων νόμων και κανονισμών που σχετίζονται με την συναλλαγή αγοράς των αξιογράφων που αναφέρονται πιο πάνω. Η Εναγόμενη 1 προβάλλει με την αίτηση της ένα και μοναδικό λόγο για τη διαγραφή της από την αγωγή και κατ' επέκταση απόρριψη της αγωγής εναντίον της, ήτοι ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, αφού δεν υπέχει ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν.17(Ι)/13 εκτός της περίπτωσης που αποδειχθεί εναντίον της πράξη ή παράλειψη η οποία δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαρείας αμέλειας εκ μέρους της, γεγονός που δε αναφύεται από την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης όπου μόνο εντοπίζεται το όνομα της. Όπως υποδεικνύεται από το Δικαστήριο, ως άνω, αναφορά γίνεται και στις αξιώσεις Α και Η. Αν και το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, στο βαθμό τουλάχιστο που σχετίζεται με την Εναγομένη 1, δεν είναι προς ζήλεψη και ούτε αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση και η σύνδεση της παρ. 2 με τις αξιώσεις Α και Η που σχετίζονται με την Εναγομένη 1 είναι νεφελώδης και όχι σε γερά θεμέλια, εντούτοις από την ανάγνωση ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης η οποία έχει ως βάση την πώληση στους Ενάγοντες από την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αξιογράφων αξίας €170.000,00 και τις, κατ' ισχυρισμών των Εναγόντων, σχετικές ενέργειες ή παραλείψεις όλων των Εναγομένων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Εναγομένη 2, από την οποία αξιώνει το ποσό των €170.000,00 και από τους άλλους διάταγμα ακύρωσης της πώλησης των αξιογράφων ως η αξίωση Α, στην οποία καταγράφονται και οι λόγοι για τους οποίους αξιώνεται τούτο καθώς και αποζημιώσεις ως η αξίωση Η, έχοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία, θα έλεγα κατ' αρχάς ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει τώρα, που εξετάζει την αίτηση για διαγραφή της Εναγομένης 1, να προβεί σε αναφορές στις εκατέρωθεν θέσεις έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι εξετάζεται η ισχύς της υπόθεσης των Εναγόντων και ύστερα σίγουρα αποτελεί περίπτωση που με εύλογη και κατάλληλη τροποποίηση που το Δικαστήριο νόμιμα επιτρέψει μπορεί να διασωθεί. Να σημειωθεί μάλιστα ότι ένεκα του πρόσφατου και νεοεμφανιζόμενου Νόμου 17(Ι)/13 που όμοιο του δεν είχαμε προηγουμένως, τα θέματα που προκύπτουν ούτε απλά, ούτε καθαρά, ούτε εύκολα είναι αλλά απεναντίας είναι δύσκολα και πολύπλοκα τα οποία μόνο αν ακουσθεί μαρτυρία μπορούν να λυθούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων. Κανονικά τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να αποκλίνει από αυτό. Δεν υπάρχει κανείς από τους παραδεδειγμένους λόγους που έχει αναδείξει η νομολογία για τον οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να διατάξει διαφορετικά. Όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το τελευταίο μέρος της παρ. 18 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, το οποίο καταγράφεται ανωτέρω και στιγματίστηκε από το Δικαστήριο, αποτελεί λόγο για απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, όχι μόνο για να εκφρασθεί η απαρέσκεια του Δικαστηρίου στα όσα σε αυτή αναφέρονται, ως μέρος χειρισμού της υπόθεσης, αλλά και ως τιμωρητικό μέτρο για την προσπάθεια των Εναγόντων, που επικρότησε ο δικηγόρος, υπό την επιμέλεια και επίβλεψη του οποίου έγινε η ένσταση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, με την αγόρευση του κάνοντας ειδική παραπομπή σε αυτή ζητώντας ουσιαστικά την προσοχή του Δικαστηρίου σε αυτή, να θέσουν εκβιαστικά ως και απειλητικά διλήμματα στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.)........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.