ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. EMMA ELIZABETH WESTLAKE κ.α., Αρ. Αγωγής: 1937/10, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1937/10 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας - και - 1. EMMA ELIZABETH WESTLAKE 2. RICHARD-JAMES GREEN 3. ACCLARO LTD Εναγόμενων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25/4/14 ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 1 ΚΑΙ 2 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ
(1)ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9/6/11 ΚΑΙ 7/11/11, ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2,
(2)ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23/9/10 ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ,
(3)ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΚΑΙ
(4)ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ Η ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΜΕΤΡΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΚΑΙ/Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΧΡΟΝΟ ΦΑΝΕΙ ΔΙΚΑΙΟ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Π. Χατζήπαναγης για Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Μιχαήλ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση είναι τραπεζικός οργανισμός και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Στα πλαίσια των εργασιών της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, παρείχε δάνειο στους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές, ύψους CHF290.000,00 δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 22/8/08, για αγορά από την Εναγόμενη 3 του διαμερίσματος με αριθμό 104 στο "Aphrodite Court" στα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 0/4608 και 0/4609, Τεμάχια 375 και 376, Φ/Σχ. 5046, στο χωρίο Περβόλια της επαρχίας Λάρνακας. Προς εξασφάλιση του δανείου οι Εναγόμενοι 1 και 2 δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους υπέγραψαν σύμβαση εκχώρησης, ημερομηνίας 28/8/08, των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/8/08 μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 από τη μια και της Εναγόμενης 3 από την άλλη για το αναφερθέν διαμέρισμα, ενώ προς καλύτερη εξασφάλιση του δανείου η Εναγόμενη 3, εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα στη Κύπρο, υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 28/8/08 του εν λόγω δανείου και παραχώρησε υποθήκες με αριθμούς Υ6103/08 και Υ6102/08 ημερομηνίας 4/9/08 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας. Επειδή δεν καταβάλλονταν οι δόσεις του δανείου, η Ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία δανείου με επιστολή ημερομηνίας 26/4/10 προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγομένων 1 και 2 και στη συνέχεια καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 8/7/10 αξιώνοντας το ποσό των CHF152.860,62, τόκους, διάταγμα εκποίησης των υποθηκών Υ6103/08 και Υ6102/08, διάταγμα δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης και έξοδα. Η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 στις 23/7/10 ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της στις 28/3/14 όπως καταδεικνύεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Μετά την επίδοση που έγινε στην Εναγόμενη 2 στις 23/7/10, καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση ημερομηνίας 6/8/10 για (α) έκδοση διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Στις 23/9/10 εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός Κύπρου με πρόβλεψη για μετάφραση στην αγγλική γλώσσα των εγγράφων που θα επιδίδοντο. Επίσης όριζε το διάταγμα όπως οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και σε περίπτωση μη εμφάνισης τότε θα θεωρείτο καλή επίδοση η ανάρτηση για 5 ημέρες στο πινάκιο του Δικαστηρίου οιασδήποτε μεταγενέστερης αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζετο από την ένορκη δήλωση του Μάριου Ιωάννου, υπαλλήλου της Ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένου με την οποία επισυνάπετο το κλητήριο ένταλμα. Στις 16/3/11 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση με την οποία η Ενάγουσα αιτείτο την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης 1 και επισυνάπτοντο με την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16/3/11 που την συνόδευε, (Α) το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 23/9/10 στην ελληνική γλώσσα, (Β) η επιστολή του Υπουργείου ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στις 3/2/11 και εσωκλείετο η τυποποιημένη βεβαίωση επίδοσης σύμφωνα με τον Ε.Κ. 1393/07, με αριθμό αναφοράς SFP2012-608 ημερομηνίας 11/2/11, (Γ) η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς το υπουργείο ημερομηνίας 28/12/10, (Δ) η ένορκη δήλωση του Νικολάου Κουτσοβασίλη ότι μετάφρασε το κλητήριο ένταλμα από τα ελληνικά στα αγγλικά, (Ε) το κλητήριο ένταλμα στα αγγλικά και (ΣΤ) το κλητήριο ένταλμα στα ελληνικά. Όπως φαίνεται από την τυποποιημένη βεβαίωση επίδοσης στο 12.1, που υπάρχει η ένδειξη Χ, η επίδοση έγινε στη διεύθυνση 33 Watterrig de Road Basingstoke Hants, RG215RA, που αναφέρεται ανωτέρω, στις 3/2/11, ενώ συμπληρωμένα είναι με την ίδια ένδειξη Χ, το 12.2 the Document was, το Χ 12.2.1 served in accordance with the law of the member state addressed, namely και το 12.2.1.1 handed to και το 12.2.1.1.1. the addressee in person Emma-Elizabeth Westlake. Στα υπόλοιπα αριθμημένα σημεία δεν υπάρχει η ένδειξη Χ. Στις 9/6/11 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 αφού πέρασε η προθεσμία που η Εναγόμενη 1 έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση και δεν καταχώρησε, ως καταδεικνύεται από την ημερομηνία επίδοσης στις 3/2/11 και αφού η μονομερής αίτηση για απόφαση ημερομηνίας 16/3/11 αναρτήθηκε στις 18/3/11 στο Πινάκιο του Δικαστηρίου για περίοδο πέντε
(5)ημερών όπως καταδεικνύεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Την 1/7/11 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση με την οποία η Ενάγουσα αιτείτο την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου 2 και επισυνάπτοντο με την ένορκη δήλωση ημερ. 1/7/11 που την συνόδευε (Α) αντίγραφο διατάγματος επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στην ελληνική γλώσσα, (Β) επιστολή του Υπουργείου ημερομηνίας 18/3/11 με την οποία πληροφορούσε τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στις 10/2/11 και εσωκλείετο (Γ) τυποποιημένη βεβαίωση επίδοσης, σύμφωνα με το παράρτημα Ι του Ε.Κ. 1393/07, ημερομηνίας 7/3/11, (Δ) η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς το Υπουργείο ημερομηνίας 28/12/10, (Ε) η ένορκη δήλωση του Νικόλαου Κουτσοβασίλη ότι μετάφρασε το κλητήριο ένταλμα από τα ελληνικά στα αγγλικά, (Στ) το κλητήριο ένταλμα στα αγγλικά και (Ζ) το κλητήριο ένταλμα στα ελληνικά. Όπως φαίνεται από την τυποποιημένη βεβαίωση επίδοσης στο 12.1, που υπάρχει η ένδειξη Χ, η επίδοση έγινε στη διεύθυνση 33 Watterrig de Road Basingstoke Hants, RG215RA που αναφέρεται ανωτέρω στις 10/2/11, ενώ συμπληρωμένα είναι με την ίδια ένδειξη Χ, το 12.2 the Document was, το Χ 12.2.1 served in accordance with the law of the member state addressed, namely και το 12.2.1.1 handed to και το 12.2.1.1.1. the addressee in person Richard James Green. Στα υπόλοιπα αριθμημένα σημεία δεν υπάρχει η ένδειξη Χ. Στις 7/11/11 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2 αφού πέρασε η προθεσμία που ο Εναγομενος 2 έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση και δεν κατεχώρησε, ως καταδεικνύεται από την ημερομηνία επίδοσης στις 10/2/11, και αφού η μονομερής αίτηση για απόφαση ημερομηνίας 1/7/11 αναρτήθηκε στο πινάκιο του Δικαστηρίου στις 4/7/11 για περίοδο πέντε
(5)ημερών, όπως αναφέρεται, στην ένορκη δήλωση του επιδότη Σταύρου Χ''Χρίστου, ημερομηνίας 8/7/11 και εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η ΑΙΤΗΣΗ Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές με την παρούσα αίτηση επιδιώκουν τον παραμερισμό (α) της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 9/6/11 και 7/11/11 λόγω μη εμφάνισης τους, αντίστοιχα, (β) του διατάγματος ημερομηνίας 23/9/10 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, (γ) της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και (δ) την έκδοση διατάγματος απόρριψης και ή αναστολής μέτρων εκτέλεσης και/ή της δικαστικής διαδικασίας σε χρόνο που θα φανεί δίκαιος για το Δικαστήριο. Η αίτηση εδράζεται στη Δ.2 Θ.2, Δ.4 Θ.1, Δ.6 Θ.6 και 7
(1)(γ), Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.1-4, 7, 9 και 13, Δ.64 στα άρθρα 2 και 21 του Περί Δικαστηρίων Ν. 14/60, στα άρθρα 2, 5, 6
(1), 15, 16, 17 και 26-30 του Ε.Κ. 44/01, στα άρθρα 7 και 8 του Ε.Κ. 1393/07, στο Annual Practice του 1952 σελίδα 130, στη Νομολογία, επί των γενικών και Συμφυών εξουσιών και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση φαίνονται από την ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση, του Σωκράτη Παρπαρίνου, διευθύνοντα σύμβουλου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τους Εναγομένους 1 και 2, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή και εξηγεί γιατί δεν προέβη στην ένορκη δήλωση οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2, γνωρίζει τα γεγονότα ή έλαβε πληροφορίες από τους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 καθώς και από τον κ. Χατζηπαναγή που χειρίζεται την υπόθεση. Με την ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Επιδίωξη του ενόρκως δηλούντος είναι να καταδείξει ότι, (α) το παρόν Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας εκδίκασης της αγωγής και έκδοσης της επίδικης απόφασης, (β) η επίδοση των εγγράφων δυνάμει του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν έγινε με τον δέοντα τρόπο και/ή δεν επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και δη στην αγγλική γλώσσα και η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης 1, ημερομηνίας 9/6/11 φέρει ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας που έλαβε τα δικαστικά έγγραφα ήτοι κατά ή περί τον Σεπτέμβρη του 2011 και (γ) διαζευκτικά με τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν συζητήσιμη υπεράσπιση και η μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο δεν ήταν περιφρονητική και ασυγχώρητη σε βαθμό καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά το θέμα (α) πιο πάνω, ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία έκδοσης των επίδικων αποφάσεων, αφού επικαλείται και απαριθμεί διαπιστώσεις αγγλικής απόφασης για παρόμοια θέματα, προβάλλει τη θέση ότι,
(1)οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι καταναλωτές στην έννοια των άρθρων 15 έως 17 του Ε.Κ. 44/01 αφού δεν έχουν καμία επαγγελματική σχέση με την αγορά ακινήτων ή δανείων και το αγόρασαν ως εξοχικό. Επιπλέον η Ενάγουσα διατηρεί παράρτημα στην Αγγλία ενώ επίσης υπάρχει η Bank of Cyprus U.K. και ως εκ τούτου μπορεί να εναχθεί κάτω από την έννοια των άρθρων 6
(1), 5
(5), 15
(1)(c), 15
(2), 16
(1), 16
(2)και 31 του Ε.Κ. 44/01.
(2)Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 27 Ε.Κ. 44/01.
(3)Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία βάση του άρθρου 5
(1)του Ε.Κ. 44/01 αφού ισχυρίζονται ότι οι ψευδείς παραστάσεις προς τους Εναγομένους 1 και 2 έγιναν στην Αγγλία.
(4)Το ζημιογόνο γεγονός (δηλαδή ψευδείς παραστάσεις) έγινε στην Αγγλία και ως εκ τούτου βάσει του άρθρου 5
(3)του Ε.Κ. 44/01 δικαιοδοσία έχουν τα αγγλικά Δικαστήρια. Όσον αφορά το θέμα (β), πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι,
(1)δεν εξασφαλίστηκε άδεια από το Δικαστήριο για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος από την Ενάγουσα,
(2)λανθασμένα εκδόθηκε το διάταγμα επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό αφού δεν υπήρχαν τέτοια γεγονότα και/ή βάση για καλή αγωγή και δη ότι η Ενάγουσα είχε αγώγιμο δικαίωμα στην Κύπρο,
(3)η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 8/7/10, και/ή των σχετικών δικαστικών εγγράφων, έγινε με τρόπο αντικανονικό αφού αυτά απλά αφέθηκαν έξω από το σπίτι των αιτητών,
(4)δεν επιδόθηκαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα μεταφρασμένα στα αγγλικά, όπως π.χ. η τυποποιημένη βεβαίωση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 8 των Ε.Κ. 1393/07,
(5)τα δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν τον Σεπτέμβρη του 2011 όπως φαίνεται, κατά την άποψη του, από το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στην ένσταση και αφού το κλητήριο ένταλμα είχε εκπνεύσει, χωρίς η Ενάγουσα να εξασφαλίσει διάταγμα ανανέωσης και
(6)η απόφαση εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης 1 πριν επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα μαζί με όλα τα δικαστικά έγγραφα στην Εναγόμενη 1 λόγω της καθυστέρησης που, κατά την άποψη του υπάρχει, ως αναφέρεται ανωτέρω. Όσον αφορά το θέμα (γ) ισχυρίζεται ότι δεν είχε πρόθεση να περιφρονήσει τη δικαστική διαδικασία στην Κύπρο και, ως εκλαμβάνει το Δικαστήριο, σε σχέση με την συζητήσιμη υπεράσπιση, αφού δεν αναφέρει τίποτε στο σημείο αυτό, υιοθετεί αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του με κύριο άξονα τον ισχυρισμό του για απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ψευδείς δηλώσεις και παράνομες πράξεις από αντιπρόσωπο της Ενάγουσας. Ενόψει δε των εκκρεμουσών διαδικασιών στην Αγγλία, της εκ συμφώνου αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στην Αγγλία αλλά και στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης, που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του, εισηγείται ότι είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα αναστολής μέτρων εκτέλεσης και της δικαστικής διαδικασίας. Η ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 Ανάλογη ήταν και η αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 ο οποίος ανάφερε ότι η αίτηση στηρίζεται σε δύο πυλώνες, (α) κακή επίδοση και (β) έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου βάσει του Ε.Κ. 44/
- Πέραν των όσων καταγράφονται ανωτέρω ανάφερε ότι, η Ενάγουσα προσανατόλισε και κατεύθυνε μεθοδικά και στοχευμένα εμπορικές δραστηριότητες της στην Αγγλία, με τον τρόπο που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, και ως εκ τούτου εφαρμογή έχει το άρθρο 16 του Ε.Κ. 44/
- Ακόμα σχετικά με το ίδιο θέμα της δικαιοδοσίας εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του την συμφωνία δανείου και όχι το παρεπόμενο από αυτή που είναι το ακίνητο που αγοράστηκε από αυτόν επί του οποίου έχει δικαιώματα με βάση τη σύμβαση εκχώρησης ή άλλως πως η Ενάγουσα, όπου όταν αντικείμενο της αγωγής είναι ακίνητο τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 22 του Ε.Κ. 44/01 και ως εκ τούτου δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Τέλος όσον αφορά το θέμα της μη εμφάνισης, ζήτησε όπως μη εκληφθεί από το Δικαστήριο ως περιφρόνηση προς αυτό. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η αίτηση των Εναγομένων 1 και 2, ως ήταν φυσικό, αντιμετώπισε την ένσταση της Ενάγουσας η οποία καταχωρήθηκε στις 11/7/14 και προβάλλονται εικοσιένα
(21)λόγοι ένστασης. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Ενάγουσας, δεόντως εξουσιοδοτημένου και που γνωρίζει τα γεγονότα, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Περιληπτικά και εν συντομία οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι παράτυπη αφού γίνεται από δικηγόρο της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 και 2 χωρίς να καταδεικνύεται επαρκής λόγος που δεν έγινε από τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τα όσα αναφέρονται από τον ομνύοντα δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη επειδή προέρχονται από πληροφορίες τρίτων και όχι από τους Εναγόμενους 1 και 2. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 εμποδίζονται από το να αμφισβητούν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων ή και έχουν υπαχθεί σε αυτά καθότι παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης ή/και δεν καταχώρησαν ταυτόχρονα αίτηση για παραμερισμό ή/και καταχώρησαν την παρούσα αίτηση χωρίς να λάβουν άδεια του Δικαστηρίου. Η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, όπως αναφέρεται, αλλά είναι η επίδοση κλητηρίου εντάλματος που αναφέρεται στο διάταγμα, και των άλλων δικαστικών εγγράφων έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία και νομολογία και (α) δεν χρειαζόταν σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος αφού η Εναγομένη 3 είναι εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, (β) η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου και βάσει των προνοιών του Ε.Κ. 1393/07 όλων των απαραίτητων δικαστικών εγγράφων τα οποία ήταν μεταφρασμένα στα αγγλικά, (γ) η Ενάγουσα δεν είχε την υποχρέωση να επιδώσει την τυποποιημένη βεβαίωση του παραρτήματος ΙΙ του Ε.Κ. 1393/07, (δ) επιδόθηκαν δεόντως και νομότυπα όλα τα έγγραφα που έπρεπε να επιδοθούν σε μετάφραση στην αγγλική γλώσσα, (ε) η επίδοση ήταν σύμφωνη με τις πρόνοιες του Ε.Κ. 1393/07 και (στ) το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκε νομότυπα. Το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης με βάση την Ευρωπαϊκή και Εθνική νομοθεσία αφού (α) η βάση της αγωγής προέκυψε εντός της Επαρχίας Λάρνακας, (β) δυνάμει της σύμβασης δανείου αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, (γ) η Εναγόμενη 3 διατηρεί το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λάρνακα και οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως αφήνεται να νοηθεί, ένεκα της συνάφειας των θεμάτων της αγωγής θεωρείται αναγκαίος διάδικος, (δ) με την αναφορά ότι εφαρμογή έχουν τα άρθρα 22, 23 και 27 του Ε.Κ. 1393/07, ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, οι επίδικες συμφωνίες συνδέονται αναπόσπαστα με ακίνητο ή/και δικαιώματα επί ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία ευρίσκεται εντός της Επαρχίας Λάρνακας και επομένως αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Ε.Κ. 44/01 έχει το παρόν Δικαστήριο, (ε) δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 15 έως 17 του Ε.Κ. 44/01 καθότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είναι καταναλωτές ως καταδεικνύεται από την παρ. 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ως εξάγεται από την παρ. 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, (στ) τα αγγλικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία με βάση τον Ε.Κ. 44/01, (ζ) η αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας, (η) η αίτηση είναι παράτυπη, κακόπιστη, καταχρηστική και έχει σκοπό να καθυστερήσει την διαδικασία, (θ) έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, (ι) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος παραμερισμού και/ή αναστολής των αποφάσεων και των διαταγμάτων που αναφέρονται ανωτέρω και (ια) δεν προβάλλεται ικανοποιητική δικαιολογία για την μη εμφάνιση του και ούτε έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλει είναι αβάσιμοι, ανυπόστατοι και ψευδείς. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Αζά, υπαλλήλου της Ενάγουσας, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος προς τούτο και γνωρίζει τα γεγονότα, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Ουσιαστικά η ένορκη δήλωση αναδιατυπώνει τους λόγους ένστασης εκτενέστερα, πληρέστερα και με σαφείς εξηγήσεις και αιτιολογήσεις γι' αυτούς. Αναφορά και σχολιασμός τούτων θα γίνει στη συνέχεια όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο. Η ένσταση βασίζεται επί των ιδίων θεσμών και κανονισμών όπως και η αίτηση και επιπλέον στη Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 26 και 30
(2)του Συντάγματος, στα άρθρα 3 και 9 του ΚΕΦ. 6 και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η συνήγορος της Ενάγουσας δεν προέβη σε αγόρευση αλλά υιοθέτησε την ένσταση και παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση του αδελφού Δικαστή, έντιμου διοικητικού Προέδρου των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λάρνακας-Αμμοχώστου στην υπόθεση 4767/13, Ε. Δ. Λάρνακας. ΕΞΕΤΑΣΘΕΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ (Α) Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Πριν εξεταστούν τα κύρια θέματα που εγείρονται με την αίτηση, να λεχθεί ότι αυτή στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, Δ.17 Θ.10, Δ.2 Θ.2, Δ.6, άρθρο 21 του Ν.14/60, άρθρα 4, 7, 8 και 10 του Ε.Κ. 1393/07 και στα άρθρα 2, 5, 6
(1), 15, 16, 17 και 26-30 του Ε.Κ. 44/01, όσον αφορά το θέμα της επίδοσης, της δικαιοδοσίας και τον παραμερισμό της απόφασης και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 και 2. (Β) Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ Γι' αυτό το ζήτημα, δηλαδή ότι στην ένορκη δήλωση προβαίνει δικηγόρος και όχι οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι είναι κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου, μπορούν να λεχθούν τα εξής: Πράγματι στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Δημητρίου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 επισημάνθηκε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να γίνεται από δικηγόρο και αναμένετο, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Μάλιστα στην προσφυγή 104/05 Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 27/10/05, με μονομελή σύνθεση, η μη επεξήγηση γιατί η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο αν και θεωρήθηκε επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, εντούτοις εξετάστηκε η ουσία και απορρίφθηκε για άλλους λόγους. Ίδια ήταν η προσέγγιση, αν και δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα και στην προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24/3/06 καθώς και στην αίτηση της LI XIN
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 από τον ίδιο Εφέτη, όπως και στην προσφυγή αρ. 925/10 Hinfu Huang v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20/8/10 με μονομελή σύνθεση, από άλλο εφέτη. Όμως η ορθή διάσταση της αρχής επί του θέματος τούτου διατυπώνεται στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rygolovlena κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, υπό τριμελή σύνθεση ως Εφετείο και στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερομηνίας 13/6/13 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο ανέφερε τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση κάμνει δικηγόρος χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από το διάδικο αυτή καθίσταται απορριπτέα. Στην περίπτωση μας μάλιστα δίδεται η εξήγηση ότι οι Εναγόμενοι είναι κάτοικοι Αγγλίας. Να λεχθεί ότι δεν εμπίπτει στην απαγόρευση, που αναφέρεται στην Investylia, ένεκα του ότι την ένορκη δήλωση την κάνει μεν δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγομένους 1 και 2, την υπόθεση όμως φαίνεται ότι την χειρίζεται άλλος δικηγόρος. Επομένως ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. (Γ) ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΒΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ
(1)Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ Η ΜΗ ΤΗΣ ΣΦΡΑΓΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ Μια από τις θέσεις των Εναγομένων 1 και 2 ήταν ότι η Ενάγουσα δεν εξασφάλισε, ως όφειλε, κατά την άποψη τους, άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Η θέση αυτή έχει ως αφετηρία την Δ.2 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με της πρόνοιες της οποίας κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου ή για το οποίο θα δοθεί ειδοποίηση εκτός Κύπρου, θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα όμως με τη Δ.6 Θ.1(θ), η οποία πρέπει να συνδυάζεται με την Δ.2 Θ.2, μπορεί να επιτραπεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του, όταν οιονδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίο να προστεθεί διάδικος σε αγωγή που ηγέρθη εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, υποδείχθηκε ότι η καταχώρηση αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση κλητηρίου εντάλματος, πριν από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, ένεκα Εναγομένου εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία, όταν η αγωγή εγείρεται και εναντίον Εναγομένου που ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας, στην Κύπρο δηλαδή. Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Development Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και με έδρα στην Κύπρο. Ως εκ τούτου ο ένας εκ των δύο Εναγομένων είναι εντός δικαιοδοσίας.
(2)ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΑΝ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΚΑΛΗ ΒΑΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΒΑΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ. Συνεχίζοντας το σκεπτικό από εκεί που ολοκληρώθηκε η εξέταση του πρώτου
(1)ζητήματος, η αίτηση για έκδοση διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός Δικαιοδοσίας, στον Εναγόμενο δηλαδή που ευρίσκεται στο εξωτερικό, υποβάλλεται μετά που πραγματοποιείται η επίδοση στον Εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας, στο εσωτερικό δηλαδή, ως εξάγεται από το λεκτικό της Δ.6 Θ.1(θ). Κατά την εξέταση δε της αίτησης για εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας η οποία δεν αποτελεί τυπική διαδικασία αλλά δια αυτής επεκτείνεται η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού υπάρχει και Εναγόμενος που διαμένει στο εξωτερικό, το Δικαστήριο εξετάζει, κρίνει και αποφασίζει αν ο Ενάγοντας έχει καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον του Εναγομένου που ευρίσκεται εντός δικαιοδοσίας και αν ο Εναγόμενος που ευρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Γενικά δε σε σχέση με την Δ.6 Θ.1 το Δικαστήριο θα δώσει τέτοια άδεια και θα εκδώσει ανάλογο διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναγράφονται από το (α) έως το (θ) αυτής. Σε σχέση με την εξέταση και την προσέγγιση τέτοιας αίτησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Zachar & Pant Ender Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 Α.Α.Δ. 447. «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν». Σύμφωνα με τη Δ.6 Θ.4, κάθε αίτηση για επίδοση σε Εναγόμενο κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο Ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως (primafacie) καλό αγώγιμο δικαίωμα και να δείχνει σε ποιο μέρος ή χώρα ο Εναγόμενος είναι πιθανόν δυνατό να βρεθεί και κατά πόσο τέτοιος Εναγόμενος είναι κύπριος υπήκοος ή όχι και τους σκοπούς για τους οποίους γίνεται η αίτηση, και τέτοια άδεια δεν θα δοθεί εκτός αν φανεί ικανοποιητικό στο Δικαστήριο ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τι πρέπει να περιλαμβάνει σχετικές είναι οι υποθέσεις Hans Mousa El-Sayegh v. Gredit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836 και Willsnop κ.ά. v. Mammous κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 174. Όπως σε κάθε μονομερή αίτηση, έτσι και στη μονομερή αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνεται πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος, Βλ. Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597. Δεν αποτελεί όμως η κάθε παράλειψη παραπλάνηση, Βλ. Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Τα γεγονότα δε που το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης για παραμερισμό είναι αυτά που αναφέρονται στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και όχι αυτά που περιέχονται στην αίτηση για παραμερισμό, βλ. Demstar, ανωτέρω, Sait Electonic S.A. από Βρυξέλλες v. The Ship "Dominique" and 2 others
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 365, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 995. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και το επισυναπτόμενο με αυτή έγγραφο, ήτοι το κλητήριο ένταλμα, διαπιστώνεται ότι γίνεται αναφορά σε αγωγή που έχει αντικείμενο σύμβαση δανείου που έγινε στην Επαρχία Λάρνακας της Κύπρου και συναφών εγγυήσεων, η οποία τερματίστηκε και δεν εξοφλήθηκε, η οποία εξασφαλίζεται με υποθήκες από την Εναγόμενη 3, η οποία έχει έδρα την Λάρνακα, και φαίνεται να αποτελεί καλή βάση αγωγής τόσο για την Εναγόμενη 3, στην οποία έγινε επίδοση στις 16/7/10 ήτοι οκτώ
(8)ημέρες μετά την καταχώρηση της αγωγής στις 8/7/10, όσο και για τους Εναγόμενους 1 και 2 που καταδεικνύεται σε αυτή, δηλαδή την αγωγή, ότι δεν είναι κύπριοι και είναι αλλοδαποί, καθώς καταγράφεται η χώρα του εξωτερικού, ήτοι το Ηνωμένο Βασίλειο, και η διεύθυνση στην οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 δυνατόν να βρεθούν, των οποίων η αγωγή εναντίον τους είναι στενά συνδεδεμένη και συνυφασμένη με την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 3 και καθίσταται αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Επίσης αναφέρεται στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια και ειδικότερα το Ε. Δ. Λάρνακας έχει κατά τόπο και καθ' ύλη δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. Περαιτέρω στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται στη σύμβαση δανείου, στη σύμβαση εγγύησης της Εναγομένης 3, στις υποθήκες που έδωσε η Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα και στην σύμβαση εκχώρησης των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 προς την Ενάγουσα, που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης του διαμερίσματος από την Εναγόμενη 2 στον Εναγόμενο 1, η οποία δικογραφείται. Επομένως πληρούνταν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνταν δυνάμει της πιο πάνω Διαταγής και Θεσμών αυτής και καλώς έκρινε το Δικαστήριο ότι ήταν κατάλληλη περίπτωση να εκδοθεί το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 1 και 2.
(3)Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΕΓΙΝΕ ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΑ, ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΕΠΙΔΟΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΚΑΝ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ Παρόμοια θέματα με αυτά που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, όσον αφορά τα της επίδοσης, εξετάστηκαν στις συνεκδικαζόμενες Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13, Ε24/13, Ε25/13, Ε26/13, Ε27/13, Ε28/13 και Ε29/13 μεταξύ της Alpha Bank Cyprus και ξένων δανειοληπτών ημερομηνίας 13/9/13. Αν χρειάζεται να καταγραφεί οτιδήποτε από αυτήν, αφού πρώτα αναφερθεί ότι αντικρίστηκαν στο ίδιο νομικό πλαίσιο με αυτό που γίνεται επίκληση του εδώ, είναι ότι δεν έχει σημασία ότι το κλητήριο ένταλμα και η ειδοποίηση αυτού στην ελληνική και μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα, επισυνάφθησαν με την ένορκη δήλωση της μεταφράστριας. Σημασία έχει ότι, τόσο το κλητήριο ένταλμα όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων (δηλαδή των δανειοληπτών). Αφού εξηγήθηκε η διαφορά της υπόθεσης Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N. Kyjmin
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 1350 με την παρούσα, που είναι οι επιπτώσεις, με νομικό υπόβαθρο την Δ.48 Θ.13, και ειπώθηκε ότι τα θέματα στην Alpha Bank πρέπει να κριθούν με βάση το φιλελεύθερο πνεύμα του Ε.Κ. 1393/07, όπου επεξηγείται στην απόφαση, με δεδομένη την παράβαση της Δ.48 Θ.13, αναζητώντας τις συνέπειες, που ενδεχομένως η παράβαση της Δ.48 Θ.13 να είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση λήψης απόφασης ή σε σχέση με το χρόνο που το διάταγμα καθίστατο δεσμευτικό για το διάδικο (Δ.48 Θ.12), κατέληξε ότι η παράβαση από μόνη της δεν θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης δυνάμει του Ε.Κ. 1393/07, αφού με δεδομένο ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονταν στο διάταγμα, το κενό θα μπορούσε να θεραπευθεί με την εκ των υστέρων επίδοση τους. Επισημάνθηκε όμως ότι σε περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Ε.Κ. 1393/07, η Δ.48 Θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του Εναγομένου. Έτσι κατέληξε ότι ήταν θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Ε.Κ. 1393/07 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 αυτού και εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες (Alpha Bank) να αιτηθούν από το Δικαστήριο κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά την μη επίδοση του διατάγματος, που κατά ορθή πρακτική πρέπει το Δικαστήριο να περιλαμβάνει όρο στο διάταγμα για επίδοση του, που αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου γίνεται πρόνοια στο διάταγμα για το χρόνο εμφάνισης, έστω και αν δεν διέταξε τούτο το Δικαστήριο, από τη στιγμή που επέδωσαν τούτο στην ελληνική, όφειλαν να συνοδεύσουν τούτο με πιστή μετάφραση στην αγγλική. Όμως ούτε αυτή η παράλειψη είναι αρκετή για να ακυρώσει την όλη επίδοση, αφού κρίθηκε ότι η μη επίδοση αναγκαίας μετάφρασης είναι θεραπεύσιμη. Βέβαια, σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι (δηλαδή οι Εναγόμενοι) δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση, εφόσον το κλητήριο ένταλμα διέτασσε όπως η εμφάνιση γίνει μέσα σε 10 ημέρες από την επίδοση, ενώ το διάταγμα μέσα σε 60 μέρες από την επίδοση. Σχετικά με τον ισχυρισμό για παραπλάνηση, από την μη επίδοση επεξηγηματικής επιστολής μαζί με άλλους παράγοντες, ως προς την σημασία των εγγράφων που τους επιδόθηκαν και τους προκάλεσε σύγχυση ως προς το χρόνο εντός του οποίου είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν εμφάνιση, ειπώθηκε ότι πουθενά στους εθνικούς διαδικαστικούς θεσμούς δεν υπάρχει πρόνοια για επίδοση επεξηγηματικής επιστολής. Ενώ με την εφαρμογή του Ε.Κ. 1393/07, δεν φαίνεται να είναι απόλυτα αναγκαία, εφόσον τα έγγραφα με τις μεταφράσεις τους μιλούν από μόνα τους. Μετά τις πολύ σύντομες αυτές αναφορές από την αναφερθείσα υπόθεση, επανέρχομαι στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τις επιστολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 22/2/11 και 18/3/11 οι οποίες επισυνάπτονται με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο μονομερείς αιτήσεις για απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 16/3/11 και εναντίον του Εναγομένου 2 ημερομηνίας 1/7/11, έγινε επίδοση μόνο του κλητηρίου εντάλματος, και όχι όπως λανθασμένα αναφέρεται της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, το οποίο είναι μεταφρασμένο στην αγγλική γλώσσα, όπως διαβεβαίωσε ο Νικόλαος Κουτσοβασίλης με την ένορκη δήλωση του ημερ. 11/11/10, στις 3/2/11 στην Εναγόμενη 1 και στις 10/2/11 στον Εναγόμενο 2 ως καταδεικνύεται από την τυποποιημένη βεβαίωση επίδοσης που προβλέπεται στο παράρτημα Ι του Ε.Κ. 1393/07, που επίσης επισυνάπτεται, τα οποία επιδόθηκαν προσωπικά στους Εναγόμενους 1 και 2 καθώς και του διατάγματος ημερ. 23/9/00 το οποίο είναι στην ελληνική γλώσσα, τα οποία ήταν τα μόνα που στάληκαν για επίδοση μαζί με την ένορκη δήλωση του μεταφραστή, σύμφωνα με την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερ. 28/12/10. Επομένως οιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός ότι δήθεν αφέθησαν έξω από την κατοικία τους ή ότι η επίδοση έγινε μετά που εκδόθηκε η απόφαση δεν μπορεί να ευσταθίσει και απορρίπτεται. Το άρθρο 4 του Ε.Κ. 1393/07 προνοεί για τη διαβίβαση δικαστικών πράξεων μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών μελών της Ε.Ε., η οποία συνοδεύεται από τυποποιημένη αίτηση στη γλώσσα της χώρας παραλαβής. Το άρθρο 7 προβλέπει για την επίδοση ή κοινοποίηση των πράξεων. Η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει την πράξη είτε με το δίκαιο της χώρας της είτε με την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης, εφόσον δεν αντιβαίνει προς το δίκαιο του κράτους παραλαβής, το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός μηνός από την παραλαβή. Η υπηρεσία παραλαβής εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση ειδοποιεί την υπηρεσία διαβίβασης μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι η οποία συμπληρώνεται στη γλώσσα που δήλωσε η υπηρεσία διαβίβασης, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 και το στέλλει στην υπηρεσία διαβίβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 8 εδάφιο 1 του Ε.Κ. 1393/07 η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη μέσω της τυποποιημένης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης εφόσον η πράξη που επιδίδεται δεν συντάχθηκε ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα που κατανόησε ο παραλήπτης ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής. Το λεκτικό της τυποποιημένης βεβαίωσης στην ελληνική γλώσσα έχει ως εξής: «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΝΑ ΑΡΝΗΘΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ Το συνημμένο έγγραφο σας επιδίδεται ή κοινοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Έχετε δικαίωμα να αρνηθείτε την παραλαβή της πράξης εφόσον δεν είναι συντονισμένη ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοείτε ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. Εάν επιθυμείτε να ασκήσετε αυτό το δικαίωμα, πρέπει είτε να δηλώσετε την άρνηση παραλαβής κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης απευθείας στο πρόσωπο που επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη, είτε να την επιστρέψετε εντός μίας εβδομάδας στη διεύθυνση που αναφέρεται κατωτέρω, δηλώνοντας ότι αρνείστε την παραλαβή της. ....... ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ: Αρνούμαι να παραλάβω την πράξη διότι δεν είναι συνταγμένη ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοώ ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. Κατανοώ την ακόλουθη/Εφεσείοντες γλώσσα/ες. .........» Το άρθρο 10
(1)προβλέπει ότι αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης μαζί με αντίγραφο της οικείας πράξης. Η βεβαίωση, όπως προνοεί το άρθρο 10
(2)συμπληρώνεται στη γλώσσα που δήλωσε η αρχή διαβίβασης. Σύμφωνα με την πρόταση του Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση C-519/13 Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sench Dau Si κ.ά., ημερομηνίας 22/1/15, η επίδοση της έντυπης βεβαίωσης του παραρτήματος ΙΙ είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση ανεξαιρέτως και ανεξαρτήτως της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η επιδοτέα ή κοινοποιητέα πράξη καθώς και αν η πράξη συνοδεύεται ή όχι από μετάφραση που κατανοεί ο παραλήπτης ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής. ΄Ομως η παράλειψη επίδοσης της έντυπης βεβαίωσης του παραρτήματος ΙΙ του Ε.Κ. 1393/07 κατά τον χρόνο της επίδοσης ή της κοινοποίησης, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της εφόσον παρασχέθηκε στον παραλήπτη της πράξης η δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματα του στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας εντός του κράτους προέλευσης. Πρέπει να θεραπευθούν οι παραλείψεις που προσβάλλουν τα δικαιώματα άμυνας του παραλήπτη της πράξης το ταχύτερο δυνατόν και σύμφωνα με τις πρακτικές λεπτομέρειες επίδοσης ή κοινοποίησης που προβλέπει ο Ε.Κ. 1393/
- Όσον αφορά το γεγονός ότι επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα και όχι η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος, αφού δεν προβάλλεται ως ξεχωριστός λόγος για τον οποίο θα έπρεπε να ακυρωθεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους 1 και 2, δεν θα εξετασθεί, αν και έχω κατά νου τόσο την υπόθεση V.K.C. Quality Investments Ltd v. Shammupo Deen Alabi Shitta Bey, Πολ. Έφ. 113/12, ημερ. 4/3/14 και Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. 387/11, ημερ. 17/10/
- Με την αίτηση ημερ. 6/8/10 η Ενάγουσα αιτήθηκε μόνο διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας. Το Δικαστήριο όταν εξέδωσε το διάταγμα στις 23/9/10 ανάφερε «τα έγγραφα που θα επιδοθούν στους Εναγομένους 1 και 2 να συνοδεύονται από αντίγραφα μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα». Από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο αιτήσεις για απόφαση καταδεικνύεται ότι μόνο το κλητήριο ένταλμα μεταφράστηκε στην αγγλική γλώσσα ενώ το διάταγμα που δόθηκε για επίδοση ήταν μόνο στην ελληνική. Αφού η Ενάγουσα επέλεξε να επιδώσει το διάταγμα αυτό έπρεπε να μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα όπως είναι και το διάταγμα του Δικαστηρίου στο οποίο αναφέρεται ότι τα έγγραφα που θα επιδίδοντο στους Εναγόμενους 1 και 2 έπρεπε να μεταφραστούν στην αγγλική. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δεικνύει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνωρίζουν ελληνικά. Απεναντίας από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται ότι η γλώσσα που καταλαβαίνουν είναι η αγγλική. Η αναγκαιότητα μετάφρασης του διατάγματος στην αγγλική που είναι η γλώσσα που καταλαβαίνουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι εξώφθαλμη και αυταπόδεικτη αφού στο κλητήριο ένταλμα δεν αναφέρεται οτιδήποτε για την εμφάνιση που πρέπει να καταχωρήσουν, αλλά μόνο το χρόνο των 10 ημερών για να πληρώσουν ουτώς ώστε κάθε περαιτέρω διαδικασία να σταματήσει, και το μόνο έγγραφο που θα τους πληροφορούσε για το δικαίωμα εμφάνισης και την προθεσμία εντός της οποίας θα έπρεπε να το πράξουν τούτο ήταν το διάταγμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπό το φως των προνοιών της Δ.48 Θ.13, που προνοεί για την επίδοση του διατάγματος, η μη μετάφρασης του διατάγματος αποκτά ιδιαίτερη δυναμική και σημασία ενόψει της ερημοδικίας των Εναγομένων 1 και 2 σε βαθμό που δεν χωρεί ανοχή με θεραπεία την εκ των υστέρων επίδοση του μεταφρασμένο στην αγγλική αφού τούτο θα είναι χωρίς πρακτικό αντίκρισμα για το δικαίωμα άμυνας των Εναγομένων 1 και
- Ως εκ των πιο πάνω η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ακυρώνεται, με συνεπακόλουθο την ακύρωση και των αποφάσεων ημερομηνίας 9/6/11 και 7/11/11 εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Για την περίπτωση όμως που είναι λανθασμένη η προσέγγιση αυτή, το Δικαστήριο θα εξετάσει και τα άλλα θέματα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. (Δ) ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Ξεκαθαρίζεται εξ αρχής, αν και εκ του περισσού, ότι η εξέταση της δικαιοδοσίας γίνεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια κατά πόσο έχει το ίδιο δικαιοδοσία και όχι κατά πόσο έχουν τα αγγλικά Δικαστήρια. Πρώτα να ειπωθεί ότι όντως δεν ζητήθηκε και δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αλλά ούτε και σημείωμα εμφάνισης. Όμως αυτό δεν αποστερεί τους Εναγόμενους 1 και 2 από το να υποβάλουν αίτηση παραμερισμού της απόφασης, του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και του κλητηρίου εντάλματος. Από την άλλη με βάση την απόφαση G.J. Magdon Ltd v. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 και Κοινοπραξία Ασφαλιστών κ.ά. v. G.N. Ellinas Imports-Exports Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 1327, τούτο θα σήμαινε ότι δέχθηκαν και υπάχθηκαν στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Όμως το ζήτημα, κατά την κρίση μου δεν τελειώνει εδώ αλλά πρέπει να εξεταστεί, αφού ένας από τους λόγους που ζητείται ο παραμερισμός είναι η μη ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων με βάση τον Ε.Κ. 44/
- Το άρθρο 24 του Ε.Κ. 44/01 προνοεί ότι το Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο Εναγόμενος παρίσταται, με την καταχώρηση εμφάνισης αποκτά δικαιοδοσία, αλλά όχι αν η εμφάνιση έχει σκοπό μόνο την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο Δικαστήριο με αποκλειστική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο
- Στην υπόθεση Hampton Advisory Groups S.A v. Bost Ad κ.ά., Πολ. Έφ. 13/09 ημερ. 27/3/12 αναφέρεται ότι στο σύγγραμμα Adrian Briggs and Peter Pees: Civil Jurisdiction and Judgments, 4η έκδοση, σελ. 91, παρ. 2.67 ότι η εμφάνιση στα πλαίσια του Κανονισμού δεν είναι, αυστηρώς ομιλούντες, συνώνυμη με την υποταγή ή την αποδοχή της δικαιοδοσίας. Το θέμα της δικαιοδοσίας ενός Δικαστηρίου αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης και ως τέτοιο πρέπει να εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, και όχι μόνο κατόπιν έγερσης τούτου από τους διαδίκους, αφού το Δικαστήριο δεν έχει απλώς εξουσία αλλά καθήκον να το εξετάσει, Βλ. Sevegep Ltd v. United Transport κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729, στην οποία λέχθηκε ότι το θέμα της δικαιοδοσίας κρίνεται στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Amathus Navigation, Demstar, Sait Elecrocnic S.A. και Her Brittanic, ανωτέρω. Πεδίο εφαρμογής της Ε.Κ. 44/01, αναδιατύπωση του οποίου έγινε με τον Κανονισμό 1215/12 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από τις 10/1/15, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, με τις εξαιρέσεις του άρθρου 2, στο Κεφάλαιο Ι, είναι σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Διεθνής Δικαιοδοσία που αναφέρεται στο Κεφάλαιο ΙΙ διέπεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 2-4 του Τμήματος 1, ενώ οι ειδικές διατάξεις για την διεθνή δικαιοδοσία στα Τμήματα 2 έως 7 με συναφή θέματα στα Τμήματα 8, 9 και
- Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Τμήματος 1 του Κεφαλαίου ΙΙ του Ε.Κ. 44/01, υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας τους. Με βάση το άρθρο 3 του Τμήματος 1 του Κεφαλαίου ΙΙ του Ε.Κ. 44/01 τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των Δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα Τμήματα 2 έως 7 του Κεφαλαίου αυτού. Στο Τμήμα 2 του Κεφαλαίου ΙΙ υπό τον τίτλο Ειδικές Δικαιοδοσίες, περιλαμβάνονται τα άρθρα 5 έως
- Στο Τμήμα 4, υπό τον τίτλο Διεθνής Δικαιοδοσία σε Συμβάσεις Καταναλωτών, περιλαμβάνονται τα άρθρα 15, 16 και
- Στο Τμήμα 6, υπό τον τίτλο Αποκλειστική Διεθνής Δικαιοδοσία, περιλαμβάνεται το άρθρο
- Στο Τμήμα 7, υπό τον τίτλο Παρέκταση Διεθνούς Δικαιοδοσίας, περιλαμβάνονται τα άρθρα 23 και
- Στο Τμήμα 8, υπό τον τίτλο Έρευνα της Διεθνούς Δικαιοδοσίας και του Παραδεκτού, περιλαμβάνονται τα άρθρα 25 και
- Στο Τμήμα 9, υπό τον τίτλο Εκκρεμοδικία και Συνάφεια, περιλαμβάνονται τα άρθρα 27 έως
- Το θέμα της δικαιοδοσίας από τους Εναγομένους 1 και 2 και της θέσης τους ότι δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής έχουν τα αγγλικά Δικαστήρια, τέθηκε υπό το φως των προνοιών των ακόλουθων άρθρων του Ε.Κ. 44/01 ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής στη Κύπρο και υπερισχύει Κυπριακού Νόμου ή Κανονισμού, Βλ. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 452.
(1)Άρθρο 5
(1)επειδή κατά τον ισχυρισμό του οι ψευδείς παραστάσεις έγιναν στην Αγγλία.
(2)Άρθρο 5
(3)επειδή κατά τον ισχυρισμό του το ζημιογόνο γεγονός (ψευδείς παραστάσεις) έγιναν στην Αγγλία.
(3)Άρθρα 6
(1), 5
(5), 15
(1)(γ), 15
(2), 16
(1)και
(2), 17 και 31 επειδή κατά τον ισχυρισμό του ο Εναγόμενος 1 είναι καταναλωτής (κατά την έννοια των άρθρων 15 έως 17) και καθότι η Ενάγουσα κατεύθυνε τις δραστηριότητες της στην Αγγλία που διατηρεί παράρτημα και όπου επίσης υπάρχει η τράπεζα Bank of Cyprus UK και
(4)Άρθρο 27 χωρίς να προβάλλεται κάποιος ισχυρισμός ότι ασκήθηκε πρώτα από τους Εναγομένους 1 και 2 αγωγή εναντίον της Ενάγουσας σε Αγγλικό Δικαστήριο, αλλά απεναντίας από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαφαίνεται ότι δεν καταχώρησαν αγωγή εναντίον της Ενάγουσας, από τώρα το Δικαστήριο αναφέρει ότι το άρθρο 27, το οποίο επικαλούνται οι Εναγόμενοι 1 και 2, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση μας. Γίνεται κατανοητό ότι δεν έγινε επίκληση των εδαφίων
(1)(α) και
(1)(β) του άρθρου 15 καθ' ότι αυτά αναφέρονται για σύμβαση πώλησης ενσωμάτων κινητών κάτι που δεν υφίσταται στην περίπτωση μας. Βασική εισήγηση των Εναγομένων 1 και 2 είναι ότι αυτοί είναι καταναλωτές και τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες των άρθρων 15, 16 και 17 του Ε.Κ. 44/
- Όμως όπως έχει λεχθεί τούτο μπορεί να αναζητηθεί μόνο μέσα από την Έκθεση Απαίτησης. Τέτοιο γεγονός όμως δεν εξάγεται από την Έκθεση Απαίτησης. Μόνο στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής θα διαφανεί τούτο. Η θέση αυτή στηρίζεται και από τις αποφάσεις του ΔΕΚ επί του θέματος, όπου χρειάστηκε να αξιολογηθούν τα στοιχεία των υποθέσεων που τέθηκαν ενώπιον του για να καταλήξει στην ετυμηγορία του. Για το θέμα της διεθνούς δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών βοηθητικά και χρήσιμα, αφού γίνεται αναφορά στις αποφάσεις του ΔΕΚ, είναι το σύγγραμμα ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ 44/01 ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ του 2011 του λέκτορα της Νομικής Αθηνών Ιωάννη Στ. Δεληκωστόπουλου, στις σελίδες 156-
- Η επίκληση του εδαφίου 1(γ) του άρθρου 15 δεν υποστηρίχθηκε από στοιχεία που καταδεικνύουν την παρουσία της Ενάγουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η απλή αναφορά ότι η Ενάγουσα έχει παράρτημα στην Αγγλία αποτελεί ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητικός για να καταδείξει τέτοιο γεγονός. Η αναφορά δε στην τράπεζα Bank of Cyprus UK καταδεικνύει εντελώς το αντίθετο, ότι δηλαδή υπάρχει και λειτουργεί μια άλλη εταιρεία με διαφορετική νομική οντότητα από αυτή της Ενάγουσας. Ούτε παρουσιάστηκαν στοιχεία ότι η Ενάγουσα κατεύθυνε τις δραστηριότητες της στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε μέσω της Εναγομένης 3 είτε μέσω άλλου προσώπου. Τα όσα ισχυρίζεται, γι' αυτό το θέμα, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι αποτελούν στοιχεία ικανά να καταδείξουν ότι η Ενάγουσα κατεύθυνε τις εργασίες της στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εν πάση περιπτώσει να λεχθεί ότι η εκδοχή αυτή των Εναγομένων 1 και 2 μόνο στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής θα μπορούσε να διαπιστωθεί εάν ευσταθεί ή όχι, όταν δηλαδή το Δικαστήριο θα άκουε την μαρτυρία και θα προέβαινε σε αξιολόγηση, ευρήματα και κατάληξη. Έτσι εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του αυτός, τότε το Δικαστήριο θα απέρριπτε την αγωγή της Ενάγουσας. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, από το Δικαστήριο, με παραπομπή στην υπόθεση Sevegep η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποφασίζεται με βάση την Έκθεση Απαίτησης. Από αυτή λοιπόν διαφαίνεται, όπως καταδεικνύεται και από την αναφερθείσα πιο πάνω ένορκη δήλωση που επιβεβαίωσε τούτη ότι η υπό εξέταση υπόθεση δεν εμπίπτει στο άρθρο 15
(1)(γ) του Ε.Κ. 44/01. Τα ίδια βέβαια ισχύουν, ως προς τα τελευταία που καταγράφονται ανωτέρω, και για τις πρόνοιες το άρθρου 5
(3)σε ότι αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων 1 και 2 ότι η Ενάγουσα προέβη σε ψευδείς παραστάσεις, σε αυτούς, στο Ηνωμένο Βασίλειο, που αποτελεί κατ' αυτούς το ζημιογόνο γεγονός, που ας λεχθεί, έγιναν, πάντα κατά τον ισχυρισμό τους, από κάποιον αντιπρόσωπο τόσο της Ενάγουσας όσο και της Εναγομένης 3 χωρίς να παρουσιάζονται στοιχεία αποκαλυπτικά της σχέσης αντιπροσώπου αντιπροσωπευομένου. Διαφωτιστικά για τις ενοχές από αδικοπραξίες είναι όσα αναφέρονται στις σελίδες 102-118 του ίδιου πιο πάνω συγγράμματος του Δεληκωστόπουλου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικαλέσθηκαν το άρθρο 5
(1)του Ε.Κ. 44/01 για να καταδείξουν δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου. Το άρθρο 5 του Ε.Κ. 44/01 προνοεί ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε ένα κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος, εδάφιο
(1): (α) για διαφορές από σύμβαση όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, (β) για σκοπούς εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ...... - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών. γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β). Στην υπό εξέταση περίπτωση η κύρια βάση της αγωγής είναι η σύμβαση δανείου, δηλαδή σύμβαση παροχής υπηρεσιών που έγιναν στην Κύπρο στην έννοια του άρθρου 5
(1)(β), δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι παρέλειψαν να καταβάλουν τις δόσεις τους. Οι δόσεις έπρεπε να καταβάλλονται στην Ενάγουσα στην Κύπρο τόσο στη βάση της σύμβασης δανείου όσο και της γενικής αρχής που θέλει τον οφειλέτη να αναζητήσει τον πιστωτή για την πληρωμή του χρέους, Βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, Πουγιούκα v. Πουγιούκα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2014 και Χριστοφόρου κ.ά. v. Paneuropean Insurance Co
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Επίσης βλ. σελίδες 64-94 του συγγράμματος Δεληκωστόπουλου. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι δικαιοδοσία παρέχεται στο παρόν Δικαστήριο και γενικότερα στα Κυπριακά Δικαστήρια. Επίσης δικαιοδοσία έχει το παρόν Δικαστήριο και στη βάση του άρθρου 22 του Ε.Κ. 44/01 αφού οι Εναγόμενοι 1 και 2 για εξασφάλιση του δανείου τους εκχώρησαν τα δικαιώματα τους, που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο, στην Ενάγουσα δυνάμει σύμβασης εκχώρησης με βάση την οποία η Ενάγουσα διεκδίκησε αναγνωριστική απόφαση ότι υπεισήλθε ως αποκλειστική δικαιούχος και δύναται να ασκεί όλα τα δικαιώματα των Εναγομένου 1 και 2 από αυτή, όπως μεταξύ άλλων, εκκένωσης, παράδοσης και κατοχής της έπαυλης και διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του πωλητηρίου εγγράφου δυνάμει του σχετικού νόμου, το οποίο διάταγμα μόνο το παρόν Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει και ως εκ τούτου καλώς η αγωγή καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Ακόμα εφαρμογή έχει το άρθρο 23 του Ε.Κ. 44/01 στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση· β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις· γ) είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα.
- Κάθε διαβίβαση δια της ηλεκτρονικής οδού που επιτρέπει μεταγενέστερη πρόσβαση στο περιεχόμενο της συμφωνίας λογίζεται ότι έχει καταρτισθεί "γραπτά".
- Όταν μια τέτοια συμφωνία καταρτίζεται από μέρη εκ των οποίων κανένα δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, τα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών δεν μπορούν να δικάσουν τη διαφορά εφόσον το ή τα υποδειχθέντα δικαστήρια δεν έχουν διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τους.
- Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους, στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust
- Οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας καθώς και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 13, 17 και 21 ή αν τα δικαστήρια, τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.», αφού σύμφωνα με το άρθρο 19 της σύμβασης στεγαστικού δανείου, ρητά αναφέρεται ότι εφαρμογή έχουν οι νόμοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι δικαιοδοσία θα έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος της τράπεζας να προχωρήσει εναντίον του στα δικαστήρια οιασδήποτε άλλης χώρας. Επομένως παρέχεται δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια στη βάση και του άρθρου 23 του Ε.Κ. 44/
- Επίσης δικαιοδοσία έλκει το παρόν Δικαστήριο και από το άρθρο 6
(1)του Ε.Κ. 44/01 το οποίο προνοεί: «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί:
- αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους.» Στην υπόθεση που εξετάζεται διαφαίνεται η στενή συνάφεια μεταξύ του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγομένης 3 που έχει έδρα τη Λάρνακα της Κύπρου και του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αφού η σύμβαση εγγύησης που παρείχε η Εναγόμενη 3 ήταν προς εξασφάλιση του δανείου των Εναγομένων 1 και 2 από την Ενάγουσα. Ακόμα και η μία υποθήκη, Υ6102/08, που παρείχε η Εναγόμενη 3 προς την Ενάγουσα αφορά τα τεμάχια επί των οποίων ανεγέρθηκε, μεταξύ άλλων, και το διαμέρισμα που αγόρασαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 από την Εναγόμενη
- Για την ομοδικία μπορεί να αποταθεί κάποιος στις σελίδες 119-139 του ανωτέρω συγγράμματος του Δεληκωστόπουλου. (Ε) ΠΕΡΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Οι αποφάσεις των οποίων επιδιώκεται ο παραμερισμό τους εξεδόθησαν δυνάμει της Δ.17 Θ1-3, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και
- Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartlam, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140). Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 και δη στις σελίδες 748 και 749 συνοψίστηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης, στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ελένη Ιακώβου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101). Η δικαιολόγηση της μη εμφάνισης των Εναγομένων 1 και 2 επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην παραγράφο 19 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Εάν εξετάζετο αυτό το θέμα, ανεξάρτητα από το θέμα της κακής επίδοσης, δεν θα μπορούσε να ευσταθίσει αφού από την τυποποιημένη βεβαίωση του παραρτήματος Ι του Ε.Κ. 1393/07 καταδεικνύεται ότι τα έγγραφα που αναφέρονται ανωτέρω επιδόθηκαν προσωπικά. Επίσης καταχώρησε την αίτηση τουλάχιστον ένα μήνα μετά που έλαβε γνώση των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης στην Αγγλία και αφού πρώτα προχώρησε σε διαδικαστικά διαβήματα στην Αγγλία εναντίον των μέτρων εκτέλεσης στην Αγγλία. Από τα στοιχεία που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύεται ότι η επίδοση έγινε στις 3/2/11 και στις 10/2/11, με τον τρόπο που ήδη καταγράφηκε. Στις 21/2/13 εξεδόθη πιστοποιητικό εγγραφής της δικαστικής απόφασης στην αρμόδια αρχή στην Αγγλία. Ενώ στις 20/3/14 εκδόθηκε εκ συμφώνου αναστολή εκτέλεσης της, Τεκμήριο 5 στην ένσταση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 25/4/14, ήτοι 3 και πλέον χρόνια μετά την επίδοση της του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς και περισσότερο από ένα μήνα μετά που έλαβαν γνώση της δικαστικής απόφασης εναντίον τους με τα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης στην Αγγλία και αφού πρώτα έλαβαν δικαστικά διαβήματα στην Αγγλία για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία από τα πιο πάνω ότι πρόκειται για μία ξεκάθαρη περίπτωση κατά την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 επέδειξαν αδιαφορία στην αγωγή, κρινόμενη ασυγχώρητη, τέτοια που ισοδυναμεί με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Για το θέμα της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης η βασική θέση των Εναγομένων 1 και 2 είναι ότι προχώρησαν στη σύναψη του δανείου από την Ενάγουσα, και αγοράς του διαμερίσματος από την Εναγόμενη 3, κατόπιν απάτης, ψευδών παραστάσεων, παράνομων πράξεων από κοινού η Ενάγουσα με την Εναγόμενη 3, όπως αυτές καταγράφονται στην παρ. 6, 8, 9, 10 και 11. Επίσης η Ενάγουσα, παρέβη κανονισμούς που διέπουν τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κεντρικής Τράπεζας. Διακρίνεται ότι προβάλλονται κάποιοι ισχυρισμοί που μπορούν να ενταχθούν στην έννοια της συζητήσιμης υπεράσπισης και ως εκ τούτου βρίσκω ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 μαζί με την αίτηση για παραμερισμό συμπλέκουν και θέμα αναστολής οποιονδήποτε μέτρων εκτέλεσης και/ή δικαστικής διαδικασίας. Όμως απουσιάζει οιαδήποτε διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που να αποτελεί το νομικό υπόβαθρο για τη θεραπεία. Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 969-971, λέχθηκαν τα ακόλουθα: Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 20 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ό καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά˚ εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων.» Στην υπόθεση Σάββας v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δεύτερο θέμα που έχει τεθεί, αλλά που πρέπει να επιλυθεί ως πρώτο κατά λογική προτεραιότητα, είναι το παραδεκτό των δύο αιτήσεων οι οποίες, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν συνάδουν με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.2 που επιβάλλουν τον προσδιορισμό σε ενδιάμεσες αιτήσεις των άρθρων του νόμου και των θεσμών πολιτικής δικονομίας στις οποίες εδράζονται. Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και 'Αλλων (Πολιτική Έφεση αρ. 7684, αποφασίστηκε στις 21/11/90)). Η υποχρέωση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στην Δ.48 Θ.2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς.» Στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 736,745 ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Ενδιάμεσες αιτήσεις καταχωρούνται μέσα στα πλαίσια κυρίων αγωγών βάσει της Δ.48 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (Βλ., Markides Europa v. Vassos Eliades Ltd
(1984)1 C.L.R. 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109.)» Ίδια ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529, 532, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 493 και Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, 747. Ανατρέχοντας τώρα στη νομική βάση της αίτησης παρατηρώ ότι η Δ.48 θ.1 και 2 αναφέρεται πως πρέπει να γίνεται, τι πρέπει να αναφέρει μια αίτηση όπως και ότι πρέπει να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Ο θεσμός 3 για την επίδοση αίτησης δια κλήσεως μαζί με την ένορκη δήλωση η οποία πρέπει να επιδίδεται τουλάχιστο 4 ημέρες πριν την ημέρα που είναι ορισμένη η αίτηση για ακρόαση. Ο θεσμός 4 για την ένσταση. Ο θεσμός 7 για την επιδίκαση εξόδων σε αίτηση. Ο θεσμός 9 αναφέρει σε ποιες αιτήσεις πρέπει να γίνονται δια κλήσεως. Ο θεσμός 13 αναφέρεται στην υποχρέωση που φέρει αυτός που εξασφαλίζει διάταγμα με μονομερή αίτηση να επιδίδεται μαζί με το διάταγμα η μονομερής αίτηση και η ένορκη δήλωση που τυχόν την συνοδεύει. Η Δ.2 θ.2 προνοεί για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.4 θ.1 αναφέρεται στην ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος. Η Δ.6 θ.6 προβλέπει για την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σε μη κύπριο πολίτη και η Δ.6 θ.7
(1)(γ) για την περίπτωση που δίδεται άδεια επίδοσης ειδοποίησης ή κλητηρίου εντάλματος σε ξένη χώρα με την οποία υπάρχει σύμβση που σχετίζεται με την επίδοση ή μετάφραση του εγγράφου στην επίσημο γλώσσα της χώρας που θα γίνει η επίδοση πιστοποιημένη υπό ή εκ μέρους του προσώπου που γίνεται η παράκληση. Η Δ.64 για τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Η Δ.17 Θ.10 για παραμερισμό απόφασης. Ομοίως η Δ.26 Θ.14. Το άρθρο 21 του Ν.14/60 αφορά την κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τέλος τα άρθρα 2, 5, 16, 17 και 27-30 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 όπως και τα άρθρα 4, 7, 8 και 10 του Ε.Κ. 1393/07 δεν μπορούν να προσφέρουν τη νομική βάση της αίτησης για παραμερισμό. Ως εκ των άνω καταδεικνύεται ότι η αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας ή μέτρων εκτέλεσης στερείται δικαιοδοτικής νομικής βάσης. Σύμφωνα δε με την νομολογία που αναφέρεται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει ούτε την εξουσία αυτεπάγγελτα δυνάμει της Δ.64 να θεραπεύσει το λάθος ούτε μπορεί να ασκήσει, υπό τις περιστάσεις, την σύμφυτη εξουσία του. Ως εκ τούτου θα απορρίπτετο και αυτή η αιτούμενη θεραπεία. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της επίδοσης και κατ' επέκταση των αποφάσεων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 με €1200 έξοδα συν Φ.Π.Α. υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο