← Κύπρος

Άλλυσον Περικλή Χατζηκακού ν. Jumbo Trading Ltd, Αρ. Αγωγής:1246/2013, 28/1/2015

Άλλυσον Περικλή Χατζηκακού ν. Jumbo Trading Ltd, Αρ. Αγωγής:1246/2013, 28/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1246/2013 Μεταξύ: Άλλυσον Περικλή Χατζηκακού Ενάγουσας και Jumbo Trading Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: Ο Δρ Φύτος Ποιητής Για τους εναγόμενους - αιτητές: Ο κ. Λαμπριανίδης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ημερομηνίας 7.07.2014 για διαγραφή παραγράφων της Απάντησης στην Υπεράσπιση) Για την καλύτερη κατανόηση της απόφασης από τον αναγνώστη της αξίζει να παρατεθεί αμέσως στη συνέχεια η αξίωση της ενάγουσας από τους εναγόμενους όπως αυτή συνοψίζεται στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα: « Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις διά σωματικές βλάβες προξενηθείσες κυρίως εις τον δεξιόν οφθαλμόν της εναγούσης κατά ή περί την 6 ην Αυγούστου 2011 στην Λάρνακα, λόγω και κατόπιν αμελείας της εναγομένης εταιρείας στο να εκθέση προς πώληση στα καταστήματα της στην Λάρνακα, και στο να πωλήσει εις την ενάγουσαν ένα ελαττωματικό ανασυρόμενο λουρί σκύλου, το οποίον απεδείχθει, κατά την χρησιμοποίηση του ως ¨λουρί σκύλου¨ στην Λάρνακα, να μην είναι κατάλληλο και ανθεκτικό , να μην έχει αντοχή και στερεότητα που συνεφωνήθη, ή για την οποία ηγοράσθη, και ως εκ τούτου δεν άντεξε, και ακολούθως, χτύπησε την ενάγουσα στο δεξιό οφθαλμό, και της κατέστρεψε τελείως την όραση του δεξιού οφθαλμού της.». Με την αίτηση τους οι εναγόμενοι - καθ΄ων η αίτηση αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται: (α) Η διαγραφή (Strike out), των παραγράφων 9 - 14 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ως συνταχθείσες και καταχωρηθείσες κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών και/ή των κανόνων σύνταξης δικογράφων και/ή ως παράτυπες και/ή ενοχλητικές καθ΄ότι με αυτές εισάγονται για πρώτη φορά στην Απάντηση στην Υπεράσπιση νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν έχουν τεθεί στην Έκθεση Απαιτήσεως, (β) των παραγράφων 15 - 26 ως παράτυπων και/ή ενοχλητικών καθ΄ότι σε αυτές γίνεται ανάλυση επικαλούμενης νομοθεσίας και/ή αυτές έχουν περιεχόμενο γραπτής αγόρευσης επί νομικών σημείων, (γ) της παραγράφου 27 ως καταχωρηθείσα χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, καθ΄ότι με αυτή εισάγεται για πρώτη φορά νέο αιτητικό και/ή απαίτηση της Ενάγουσας και/ή τροποποιείται αυθαίρετα και/ή αυτόβουλα και/ή χωρίς σχετική άδεια του Δικαστηρίου και/ή παράτυπα και/ή χωρίς να προηγηθεί η δέουσα διαδικασία, το αιτητικό και/ή η απαίτηση που περιέχεται στο Κλητήριο Ένταλμα και/ή στην Έκθεση Απαιτήσεως. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ. 2, Θ.4, Θ.13, θ. 14, θ.26, Δ.20, Δ.21, Δ.27 Θ.3 και Δ.48 Θ. 1,2 και 9 (j)(o), το δε πραγματικό υπόβαθρο της στα γεγονότα που περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης. Η πλευρά της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως την οποία βασίζει επί του Άρθρου 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ. 1 Δ.48 Θ.Θ.1 - 4 και 9 καθώς και επί της εγγενούς/συμφυούς δικαιοδοσίας/εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δε τα οποία υποστηρίζουν την ένσταση εμφαίνονται στην ένορκο δήλωση της ενάγουσας. Σε αυτή, αφού επαναλαμβάνει αρχικά δικογραφημένους στην έκθεση απαιτήσεως της ισχυρισμούς, αναφέρει στη συνέχεια - και αντιγράφω αυτούς αυτούσιους - ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση τους να αλλάξουν τα δικόγραφα ή την απαίτηση τους ή άλλως πως ή την γνώμη τους ως προς τα γεγονότα ή την κακή ποιότητα του λουριού και ουδέποτε προσπάθησαν να εισαγάγουν οιανδήποτε άσχετη πληροφορία που να αλλάζει τα γεγονότα ή την κακή ποιότητα του λουριού η οποία θα ήταν αντίθετη προς τα αρχικά δικόγραφα τους. Ουδέποτε αναφέρθηκαν κακόβουλα εις οιονδήποτε σκανδαλώδες θέμα ή εις οιονδήποτε θέμα που θα ηδύνατο να προκαλέσει κακόβουλα δυσφορία και έντονη ενόχληση ή να καθυστερήσει την κανονική διαδικασία της αγωγής. Τουναντίον η πρόθεση τους ήταν πάντοτε να βοηθήσουν το Δικαστήριο, παραθέτοντας όλες τις δυνατές πληροφορίες, ούτως ώστε η αγωγή να διεκπεραιωθεί όσον το δυνατόν ενωρίτερο και εφόσον το Δικαστήριο έχει ενώπιον του άπαντα τα σχετικά στοιχεία για να επιτευχθεί δικαιοσύνη και να αποφευχθούν αχρείαστες καθυστερήσεις που οδηγούν σε περιττά έξοδα. Στη συνέχεια δηλώνει ότι επειδή τα γεγονότα είναι όπως τα έχει περιγράψει και η ίδια, ουδεμίαν ευθύνη φέρει και ο δικηγόρος της τής έχει εξηγήσει την σημασία της νομικής αρχής volenti non fit injuria και εφόσον έχει αντιληφθεί την αρχήν, ισχυρίζεται ότι ουδόλως ευρίσκει εφαρμογήν από απόψεως γεγονότων στην περίπτωση της και ο δικηγόρος της την συμβουλεύει ότι αυτή είναι και η νομική πραγματικότητα. Αντίθετα είναι της γνώμης ότι ο κατασκευαστής και μεταπωλητής ευθύνονται για τα κατασκευαστικά ελαττώματα του αντικειμένου που προσφέρουν προς πώληση, και ο δικηγόρος της την συμβουλεύει ότι αυτή είναι και η νομική χροιά. Τέλος, ο δικηγόρος της την συμβουλεύει ότι έχει καλή υπόθεση και ότι αξίζει να παλέψει για να λάμψη η δικαιοσύνη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους και σχολίασαν αυτές της άλλης πλευράς στις αγορεύσεις τους. Σε αυτές επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εκατέρωθεν, δίδοντας έμφαση σε κάποιους από αυτούς, με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους. Όπου χρειαστεί θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές στη συνέχεια. Με δεδομένη την ομοιότητα της Δ.19 Θ.26* με την παλιά Αγγλική Δ.19 Θ. 27 καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί και από την Αγγλική Νομολογία. Στο Annual Practice του 1959 στη σελ. 477 αναγράφεται ότι η διατύπωση του κανόνα είναι ευρεία αλλά η εφαρμογή του περιορίστηκε σε κάποιο βαθμό από τις σχετικές αποφάσεις. Η γενική εφαρμογή του κανόνα καθορίζεται με την απόφαση στην υπόθεση Knowels v. Roberts, 38 Ch. D.263, 270, στην οποία αποφασίστηκε πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς να συντάσσουν τα δικόγραφα τους νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες προετοιμασίας των δικογράφων. Το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για αίτηση διαγραφής σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό. Μια δήλωση δεν διαγράφεται απλά και μόνο επειδή είναι αχρείαστη, εάν κατά τα άλλα είναι αβλαβής. Επομένως αν ουσιώδη γεγονότα διατυπώνονται με αχρείαστη μακρηγορία ή λεπτομέρεια το δικόγραφο δεν θα διαγραφεί. Αν όμως εντελώς επουσιώδη θέματα διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο που καθίστανται επίδικα άσχετα θέματα, τα οποία θα έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης τότε αυτά θα διαγραφούν επειδή θα επηρεάσουν τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. The Annual Practice του 1959 στη σελ. 477.) Στην υπόθεση Willington v. Loring, 6 Q.B.D. 196 παρατηρήθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Στην υπόθεση Christie v. Christie

(1873)L.R. 8 Ch. 499, σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, παρατηρήθηκε πως το κατά πόσον ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. * «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ΄οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Σε σχέση με τον όρο «κακόβουλα και ενοχλητικά» δικονομικά μέτρα (frivolous and vexatious) στο σύγγραμμα Bullen & Leake: Presedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 145, αναφέρεται: « A pleading is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense.». Η Διαταγή Δ. 19 Θ. 14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same.» Σε ελεύθερη λοιπόν μετάφραση η Δ.19 Θ. 14 των Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι δεν επιτρέπεται έγγραφη πρόταση να εισάγει νέα βάση απαιτήσεως ή να προβάλλει ισχυρισμό αντιφατικό προς προηγούμενη έγγραφη πρόταση του ίδιου διαδίκου, εκτός με τη μορφή τροποποιήσεως έπειτα από σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Herbert and Another v. Vaughan and Others
(1972)3 All E.R. 125, αποφασίσθηκε ότι η αναφορά από αντίστοιχο Αγγλικό κανονισμό σε αντιφατική νέα βάση αγωγής ή αντιφατικό ισχυρισμό, δεν καλύπτει μόνο ισχυρισμούς ή βάσεις αγωγής που αλληλοαντικρούονται αλλά και απλώς νέες ή διαφορετικές βάσεις αγωγής ή νέους ή διαφορετικούς ισχυρισμούς (βλ. Hungarian Shipping v. Cyprus Compound Fodders
(1981)1 C.L.R. 380). Έχω μελετήσει το κείμενο της Απάντησης στην Υπεράσπιση των εναγομένων και óσα προβάλλονται σε αυτή εκ μέρους της ενάγουσας. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης εκ μέρους του αναγνώστη θα παραθέσω το ακριβές κείμενο όσων παραγράφων επιζητείται η διαγραφή τους στη συνέχεια της απόφασης μου αυτολεξεί και όπου θα γίνεται διαπραγμάτευση κάθε ενότητας αυτών χωριστά. Η Δ.9 Θ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνον, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων πάνω στα οποία ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει, όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους, αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα πρέπει να υπογράφονται από τον Δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή υπερασπίζεται προσωπικά.» Στο σύγγραμμα Odgers Principles of Pleadings and Practice, 16η έκδοση αναφέρει στη σελ. 81: «Conclutions of law, or mixed law and fact, are no longer to be pleaded.it is for the Court to declare the law arising upon the facts proved before it.» Στη δε σελ. 84 του ίδιου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής κατά τον σχολιασμό της απόφασης Singlehurst v. Tapscott Stemship Co
(1899)W.N.133: «It is unnecessary to state in a pleading the principles of the common law or to set forth the contents of a public statute.». Στο σύγγραμμα Annual Practice, έκδοση 1952 στη σελ. 44 γίνεται ανάλυση του ρόλου και της αναγκαιότητας απαντήσεως σε ορισμένες περιπτώσεις, τονίζεται ότι η απάντηση είναι ο κατάλληλος τρόπος για να αντιμετωπισθεί Υπεράσπιση με την οποία ενώ γίνονται παραδεκτά ορισμένα γεγονότα προβάλλονται ισχυρισμοί που για κάποιο λόγο αναιρούν τη δημιουργία νομικής ευθύνης (confession and avoidance) (βλ. Odgers on Pleading and Practice, 20η έκδοση , σελ. 143 και 228). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Bullen and Leake, Preceden of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 107, o σωστός ρόλος της απαντήσεως συνίσταται ακριβώς στο να εισαχθούν οποιαδήποτε γεγονότα που πρέπει να περιληφθούν ειδικά στις έγγραφες προτάσεις, προκειμένου να αντικρουσθεί η Υπεράσπιση και να καταδειχθεί ότι είναι αβάσιμη. Έχω υπόψη την αρχή που προκύπτει από τη νομολογία μας ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή είτε μέρους, είτε του ίδιου του δικογράφου θα πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ και με μεγάλη περίσκεψη, γιατί αποτελεί μια εκτροπή από τα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος και χαρακτηρίζεται ως δραστικό μέτρο (βλ. Drumond - Jackson v. British Medical Ass. And others
(1970)1 All E.R. 1090). Είναι γεγονός ότι η πλευρά των εναγομένων - αιτητών στην παρ. 12 της Έκθεσης Υπερασπίσεως των υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες αμέλειας ενάγουσας» προβάλλει τον ισχυρισμό ότι: « .στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει των περιστάσεων κάτω από τις οποίες έχει προκληθεί το Ατύχημα, όπως αυτές εκτίθενται στις προηγούμενες παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης και ειδικότερα του τρόπου με τον οποίο έχει συμπεριφερθεί η Ενάγουσα, τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του «volenti non fit injuria». Σε αυτόν τον ισχυρισμό δίδεται απάντηση στις παραγράφους 1 - 4 στο δικόγραφο της Απάντησης της ενάγουσας και παρόλο ότι στη παρ. 4 δίδεται ερμηνεία της αρχής αυτής και στη συνέχεια στις παρ. 5 - 9 γίνεται προσπάθεια ερμηνείας αυτής της αρχής σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις που έγιναν ή δεν έγιναν από την ενάγουσα και σε σχέση με την γνώση του κινδύνου την φύση και το μέγεθος του όπως και άλλες συμπεριφορές της είτε θα έπρεπε να εκφρασθούν διά λόγων ή σιωπηρώς, εντούτοις δεν θα με απασχολήσουν εφόσον δεν ζητείται - και ορθά - στα αιτητικά της αίτησης η διαγραφή τους. Παραθέτω το κείμενο των παραγράφων 9 - 14 της Απάντησης στην Υπεράσπιση για τους σκοπούς που αναφέρθηκα πιο πάνω: «
  1. Τουναντίον η εναγόμενη φέρει αστική ευθύνη για το προϊόν: uber Rusticis!
  2. Ευθύνη για το προϊόν φέρουν οι παραγωγοί και προμηθευτές προϊόντων (συμπεριλαμβανομένων κατασκευαστών, εισαγωγέων, διανομέων και λιανοπωλών).
  3. Η ευθύνη αυτή είναι για (α) κατασκευαστικά λάθη/ελαττώματα (β) λάθη/ελαττώματα στο design/σχεδιασμό.
  4. Κατασκευαστικά ή βιομηχανικά ελαττώματα είναι εκείνα που συμβαίνουν κατά τα διαβήματα κατασκευής, και συνήθως οφείλονται σε υλικά μειωτικής ποιότητας ή πτωχής τέχνης, ως συνήθως σε προϊόντα προερχόμενα από την Κίνα.
  5. Ελαττώματα / λάθη design/σχεδιασμού συμβαίνουν όταν το design του προϊόντος είναι αφεαυτού επικίνδυνο ή άχρηστο (και, ως εκ τούτου, ελαττωματικό) χωρίς να λαμβάνεται υπόψη πόση προσοχή έχει χρησιμοποιηθεί κατά την κατασκευή.
  6. Η ενάγουσα έχει δηλώσει στην Έκθεση Απαιτήσεως, και έχει παραδώσει στην εναγόμενη Έκθεση Ειδικού Πραγματογνώμονα του ΤÜV Γερμανίας ότι το λουρί βαρύνεται με κατασκευαστικά λάθη/ελαττώματα.» Θα συμφωνήσω με την πλευρά των αιτητών σε σχέση με το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων (9 - 14). Ενώ στη παρ. 9 αναφέρεται ότι: «Τουναντίον η Εναγομένη φέρει αστική ευθύνη για το προϊόν: Uber Rusticis» Αυτή η ευθύνη προκύπτει σαφώς από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των λεπτομερειών αμέλειας της εναγομένης στην Έκθεση Απαιτήσεως της ενάγουσας. Η επανάληψη αυτού του ισχυρισμού με αυτή τη μορφή και σε απάντηση των όσων οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, δεν θα με οδηγούσε απαραίτητα στην έκδοση διαταγής διαγραφής της. Εντούτοις στις επόμενες παραγράφους 10 - 14, γίνεται μια αχρείαστη για σκοπούς δικογράφων νομική ανάλυση της αστικής ευθύνης του κατασκευαστή ενός προϊόντος. Κάτι που επαναλαμβάνω είναι αχρείαστο στο στάδιο της παράθεσης δικογραφημένων ισχυρισμών. Πρόκειται για απόψεις και επιχειρηματολογία η οποία μπορεί να αναπτυχθεί στο κατάλληλο στάδιο και όχι στα πλαίσια ενός δικογράφου όπως είναι αυτό της Απάντησης. Επομένως για τις παραγράφους αυτές (10 - 14) εκδίδεται διάταγμα διαγραφής τους. Παραθέτω στη συνέχεια το κείμενο αρχικά των παραγράφων 15 - 17 για τους σκοπούς που καθόρισα πιο πάνω: «
  7. Την 25ην Ιουλίου 1985 η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υιοθέτησε την Οδηγία 85/374/EEC για Αστική Ευθύνη Προϊόντων, που είχε ψηφιστεί το 1977 ως Strasburg Convention.
  8. H Οδηγία προνοεί ότι ευθύνη, χωρίς αμέλεια, από μέρους του κατασκευαστή είναι ο μόνος τρόπος προς επίλυση του προβλήματος επαρκώς, λαμβάνοντας υπόψη την αυξημένη τεχνική, ως και μια λογική καταμέτρηση των κινδύνων που διακυβεύονται στις κατασκευές βάση της μοντέρνας τεχνολογίας.
  9. Η Οδηγία βαρύνει τους κατασκευαστές/βιομηχάνους/εισαγωγείς με απόλυτη ευθύνη.» Δεν έχω τίποτε να αντιτάξω και σε σχέση με την αντίληψη των εναγομένων για τις πιο πάνω παραγράφους (15 - 17), στις οποίες παρατίθεται απλώς Οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και οι πρόνοιες της για την αστική ευθύνη προϊόντων. Πρόκειται για παράθεση νομοθεσίας και προσπάθεια ερμηνείας της η οποία όμως δεν είναι το κατάλληλο μέσο για να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως θα διατάξω την διαγραφή και των παραγράφων αυτών (15 -17) από το δικόγραφο. Στις παραγράφους 18 - 26 της Απάντησης υπό τον τίτλο «ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΟ» γίνεται κατ΄ουσία ανάλυση ποιοτικού ελέγχου και τιμολογιακής πολιτικής και των σχέσεων του κατασκευαστή ενός προϊόντος και του καταναλωτή. Τις παραθέτω στη συνέχεια για καλύτερη κατανόηση του αναγνώστη: «
  10. Η απόλυτη αστική ευθύνη για το προϊόν υποχρεώνει τους κατασκευαστές/βιομηχάνους στην εσωτερίκευση του κόστους, που, άλλωσπως, θα εξωτερίκευαν (το κόστος), δηλαδή θα μεταβίβαζαν το κόστος στον αγοραστή.
  11. Η απόλυτη ευθύνη, ακολούθως, υποχρεώνει τους κατασκευαστές/βιομήχανους να εκτιμήσουν τα έξοδα των προϊόντων τους στην ολότητα. Με αυτόν τον τρόπον, η απόλυτη αστική ευθύνη δίδει την δυνατότητα εξασφάλισης ότι τα πλεονεκτήματα ενός προϊόντος υπερβαίνουν την απόλυτη ζημιά του.
  12. Μεταξύ δύο μερών που δεν έχουν επιδείξει αμέλεια (ο κατασκευαστής και ο καταναλωτής), ένα από τα δύο αυτά μέρη πρέπει απαραιτήτως να αναλάβει τα έξοδα των ελαττωμάτων/λαθών κατασκευής.
  13. Είναι προτιμητέον να αναλάβει ο κατασκευαστής αυτά τα οικονομικά έξοδα, γιατί ο κατασκευαστής είναι σε ευκολότερη και πλεονεκτικότερη θέση να τα απορροφήσει και να τα μεταβιβάσει / «πασάρει» στον καταναλωτή.
  14. Με αυτόν τον τρόπον ο κατασκευαστής γίνεται στην πραγματικότητα ο ασφαλιστής των ιδίων του ελαττωματικών προϊόντων με ασφάλιστρα που ενσωματώνει στην κατασκευαστική τιμή.
  15. Απόλυτη αστική ευθύνη διορθώνει, επίσης, την ασυμμετρία μεταξύ κατασκευαστή και καταναλωτή. Ο κατασκευαστής γνωρίζει καλύτερα τους κινδύνους των δικών του προϊόντων, παρά ο καταναλωτής.
  16. Ως εκ τούτου, ο κατασκευαστής ορθώς βαρύνεται με το να εξεύρει, διορθώσει, και ειδοποιήσει τον καταναλωτή για τους κινδύνους.
  17. Η απόλυτη αστική ευθύνη μειώνει τα δικαστικά έξοδα, διότι η ενάγουσα χρειάζεται να αποδείξει μόνον την συνάφεια/αιτιότητα, την αιτιώδη σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος ανάμεσα στα δύο συμβάντα, δεν χρειάζεται, όμως, να αποδείξει η ενάγουσα αμέλεια, και, ως εκ τούτου, όπου η συνάφεια μπορεί να εδραιωθεί, παραμένει προς απόδειξη μόνον το ύψος των αποζημιώσεων.
  18. Ο κατασκευαστής/εισαγωγέας/μεταπωλητής δύναται, έναντι ενός χαμηλού στο κόστος ασφαλίστρου, να ασφαλίσει τους κινδύνους έναντι της εναγούσης σε μια κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, ως είναι, παραδείγματος χάριν, η Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, και, αυτή με την σειρά της, δύναται να αντασφαλιστεί σε μια διεθνή αντασφαλιστική εταιρεία, ως είναι, παραδείγματος χάριν η Swiss Reinsurance Company Ltd (SwissRe), Zurich, που είναι παγκοσμίως η δεύτερη μέγιστη αντασφαλιστική εταιρεία.» Αναπτύσσεται δηλαδή επί αυτών των θεμάτων επιχειρηματολογία για την ανάληψη του οικονομικού κόστους και της ευθύνης για τη γνώση των κινδύνων από της τυχόν ελαττωματικότητας ενός προϊόντος. Οι δε υποδείξεις περί ασφάλισης ενός καταναλωτικού προϊόντος και του τρόπου που ενδεχόμενα θα μπορούσε να γίνει, και πως λειτουργεί αυτή, πρόκειται για αχρείαστη επιχειρηματολογία επί θεωρητικού επιπέδου η οποία θα πρέπει να αποφεύγεται να καταγράφεται σε ένα δικόγραφο κατά τη νομολογία μας. Θα μπορούσε δε κάλλιστα να θεωρηθεί ως σκανδαλώδης. Επομένως καταλήγω στην ίδια κατάληξη και σε σχέση με αυτές τις παραγράφους (18 -26) για τις οποίες εκδίδεται επίσης διάταγμα διαγραφής τους. Τέλος, προχωρώ στην εξέταση του περιεχομένου της παραγράφου 27 της Απάντησης και του λόγου για τον οποίο επιζητείται η διαγραφή της που δεν είναι άλλος από το ότι με αυτή επιχειρείται η εισαγωγή νέων θεμάτων, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Παραθέτω το λεκτικό της για καλύτερη κατανόηση εκ μέρους του αναγνώστη της απόφασης: «
  19. Επειδή, αφενός μεν, παρά πάσαν ελπίδα, η κατάσταση του οφθαλμού της εναγούσης ουδεμίαν καλυτέρευση επιδεικνύει, η ψυχολογική κατάσταση και διάθεση της εναγούσης λόγω του γεγονότος τούτου, όμως, χειροτερεύουν από μέρα σε μέρα, αφετέρου δε, η εναγόμενη ουδέν goodwill/ουδεμίαν καλή διάθεση επιδεικνύει στο να αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις του ζητήματος, αισθάνεται η Ενάγουσα την ανάγκην (α) να αυξήσει την αξίωσή της (το επίδικον θέμα), ως και (β) να απαιτήσει από την εναγομένην την καταβολήν τιμωρητικών αποζημιώσεων.» Η Διαταγή 19 Θ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί τα ακόλουθα: «Κανένα δικόγραφο, εκτός κατόπιν αδείας τροποποιήσεως που θα δοθεί, δεν πρέπει να εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει οποιοδήποτε ισχυρισμό γεγονότος μη σύμφωνο με τα προηγούμενα δικόγραφα του διαδίκου που υποβάλλει το δικόγραφο.» Θα υιοθετήσω, χωρίς οτιδήποτε άλλο, τα όσα ανέφερε ο αδελφός Δικαστής Δ. Ι. Κίτσιος στην πρωτόδικη απόφαση Alpha Panareti Public Ltd v. Lorraine Nash, στην Αγ. 33/2010 ημερ. 8.03.2011 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, ότι δηλαδή: «Μέσα από τις πιο πάνω αναφορές συνάγεται πως σκοπός της θεσμοθέτησης της Δ.9 Κ. 4 είναι η αποφυγή διαφοροποίησης βάσης απαίτησης η οποία να επιφέρει αφ΄ενός μεν πλεονέκτημα στα όσα προβάλλονται από την Υπεράσπιση, η οποία δεν θα έχει την ευχέρεια να απαντήσει, αφ΄ετέρου η αποφυγή πρόκλησης σύγχυσης στην υπεράσπιση η οποία έχει το δικονομικό δικαίωμα να γνωρίζει και να αντιμετωπίσει τους όποιους ισχυρισμούς του Ενάγοντα κατά τη δίκη.» Είναι φανερόν ότι με την παράγραφο 27 της Απάντησης στην Υπεράσπιση εισάγεται νέα αξίωση. Απαιτείται από τους εναγόμενους η καταβολή τιμωρητικών αποζημιώσεων, κάτι που δεν αξιωνόταν με την Έκθεση Απαιτήσεως της ενάγουσας. Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Διαταγής 19 Θ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών κρίνω ότι πρόκειται περί δικονομικής εκτροπής. Επομένως δεν μπορεί να επιτραπεί αυτή και εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της παραγράφου 27 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου με την έκδοση διαταγής για την διαγραφή των πιο πάνω παραγράφων η ενασχόληση μου με το νομότυπο της ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας δεν θα είχε παρά μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον και έτσι δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω το ζήτημα. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.