Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης ν. Μάριου Ανδρέα Αθηνοδώρου κ.α., Αρ. Αγωγής:1983/2013, 27/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1983/2013 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης Ενάγουσας - Καθ΄ης η αίτηση και 1. Μάριου Ανδρέα Αθηνοδώρου 2. Ειρήνης Ανδρέα Αθηνοδώρου 3. Νικολέττας Ανδρέα Αθηνοδώρου Εναγομένων - Αιτητών ----------------------------------- Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: Ο κ. Αλ. Γιάγκου για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους - αιτητές: Η κα Χριστοδούλου για Γιάννης Πολυχρόνης & Μανώλης Χριστοδούλου Απόφαση (Σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης και επαναφοράς του κλητηρίου εντάλματος) Οι εναγόμενοι - αιτητές επιδιώκουν τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην τους στις 28.11.2013. Η απόφαση αφορούσε το ποσό των €268.961,64σ. υπόλοιπον δανείου πλέον τόκο προς 9,5% ετησίως από 31.05.2013 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους πλέον το ποσό των €10.743,92σ. συσσορευμένος τόκος μέχρι 30.05.2013πλέον τα έξοδα. Είχε εκδοθεί επίσης διάταγμα εκποίησης σε δημόσιο πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου των εναγομένων το οποίο εξασφάλιζε την αποπληρωμή του δανείου. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ. 10, Δ.48 Θ. 9 (
- h)στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Tην αίτηση υποστηρίζουν με ενόρκους δηλώσεις τους οι εναγόμενοι - αιτητές και υποστηρίζεται επίσης και από ένορκο δήλωση της μητέρας τους Κάτιας Αθηνοδώρου η οποία καταχωρήθηκε ως τεκμ. 2 στην ένορκο δήλωση της εναγομένης 3, στην οποία είχε επιδοθεί η αγωγή και αναφέρεται σε αυτή στις συνθήκες της επίδοσης της και στις ενέργειες και παραστάσεις της στη συνέχεια. Σε αυτές προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι αφορούν αφενός μεν τις συνθήκες που τους επιδόθηκε η αγωγή και την πληροφόρηση που έλαβαν σε σχέση με αυτή και γιατί δεν καταχώρησαν εμφάνιση έγκαιρα, πότε και υπό ποιες συνθήκες αντιλήφθηκαν ότι είχε εκδοθεί η επίδικη απόφαση εναντίον τους - στοιχεία αντλήθηκαν και από έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης - τις ενέργειες τους αφότου πληροφορήθηκαν την έκδοση απόφασης εναντίον τους και αφετέρου ισχυρισμούς σε σχέση με την ύπαρξη υπεράσπισης για νομικούς λόγους αλλά και στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης - τουλάχιστον όπως τα παρουσιάζουν - στην απαίτηση της ενάγουσας. Τις ένορκες δηλώσεις τους πλαισιώνουν επίσης διάφορα έγγραφα για τα οποία γίνεται αναφορά τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Σε ισχυρισμούς επί γεγονότων και στο περιεχόμενο των τεκμηρίων θα γίνει αναφορά στην συνέχεια της απόφασης όπου κριθεί αυτό αναγκαίο. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: « 1. Η αίτηση υποβάλλεται σε αδικαιολόγητα καθυστερημένο στάδιο. 2. Οι αιτητές δεν έχουν δείξει ότι έχουν καλή υπεράσπιση και οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο υπεράσπισης. 3. Η αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης και πλήττει τα συμφέροντα των εναγόντων. 4. Η αίτηση και οι αξιώσεις των αιτητών εδράζονται σε λανθασμένη νομική βάση και δεν αναφέρονται στη σχετική νομοθεσία και τα σχετικά της άρθρα. 5. Η αίτηση είναι άκυρη, αντικανονική, παράτυπη και καταχρηστική. 6. Οι αιτητές δεν έρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, εφόσον εις τις ένορκες δηλώσεις τόσο των εναγομένων όσο και της κ. Κάτιας Αθηνοδώρου που συνοδεύουν την αίτηση, γίνεται προσπάθεια απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. 7. Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση, παρουσιάζονται αντιφάσεις, γεγονός το οποίο καθιστά τις ένορκες δηλώσεις ελαττωματικές και αφήνει την αίτηση μετέωρη χωρίς οποιοδήποτε έρεισμα. 8. Προβάλλονται εις τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση διαζευκτικοί ισχυρισμοί επί πραγματικών γεγονότων καθιστώντας τις ένορκες δηλώσεις ελαττωματικές και αντικανονικές και αφήνοντας την αίτηση μετέωρη. 9. Η αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα που αναγράφονται στις ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν. 10. Επισυνάπτεται ένορκος δήλωσης σε ένορκο δήλωση, πράγμα ανεπίτρεπτο. 11. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση δεν περιέχουν οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης. 12. Η αιτιολογία την οποία προβάλλουν οι αιτητές μέσω των ενόρκων δηλώσεων τους είναι αντικρουόμενη και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γεγονός το οποίο μεταξύ άλλων αποδεικνύει και την κακοπιστία της αίτησης. 13. Οι εναγόμενοι κωλύονται δυνάμει συμπεριφοράς και δυνάμει εγγράφου από του να αμφισβητούν τα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών και από του να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλουν διά των ενόρκων δηλώσεων τους εφόσον τα γεγονότα ήταν τέτοια που δεν δικαιολογούν τα όσα αναφέρουν. 14. Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι εναγόμενοι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις, είναι ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Οι εναγόμενοι κωλύονται από τη συμπεριφορά τους, τις πράξεις τους και τις παραστάσεις τους προς τους ενάγοντες να ισχυρίζονται τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις τους που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση.» Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.5 Θ. 2, Δ.9 Δ.17, Δ.26, Δ.33, Δ.34, Δ.39, Δ.40, Δ.48 Θ.Θ.1-4, Δ.64 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, στην Ε.Σ.Δ.Α., στον Περί Συνεργατικών Ιδρυμάτων Νόμο 1985, στους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κ. Λούσης Μηνά, υπαλλήλου των εναγόντων και του κ. Άριστου Ιακώβου, ιδιώτη επιδότη. Σε αυτές, εκτός της απόρριψης των ισχυρισμών των εναγομένων - αιτητών καθενός ξεχωριστά όπως και αυτούς της ενόρκως δηλούσας μητέρας τους, επαναλαμβάνονται και υποστηρίζονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης παρέχοντας λεπτομέρειες όπου χρειαζόταν. Υποστηρίζονται σε αυτές ότι η επίδοση έγινε νομότυπα και κανονικά κατά τρόπο που δεν μπορεί να τύχη αμφισβήτησης, ότι προβάλλονται αντιφατικοί και διαζευκτικοί ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις που τις καθιστούν ελαττωματικές και ότι οι εναγόμενοι μόνο σε καθυστέρηση αποσκοπούν εφόσον δεν διαθέτουν ούτε συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση και επομένως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν στα έξοδα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και προχώρησαν - μετά από άδεια του Δικαστηρίου - σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Στη συνέχεια της απόφασης μου, όπου κριθεί αναγκαίο, θα αναφερθώ σε σημεία των επισημάνσεων και εισηγήσεων τους. Θα με απασχολήσει καταρχήν το ζήτημα του κατά πόσο η επίδοση της αγωγής ήταν νομότυπη και σύμφωνη με τους θεσμούς. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι επιδόθηκε, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στη μητέρα των εναγομένων, στην διεύθυνση της, την οποία είχαν ως τέτοια δηλωμένη οι εναγόμενες 2 και 3 όταν είχαν αιτηθεί το δάνειο και αυτή που δήλωσαν ως τέτοια στην ίδια τη συμφωνία δανείου, δηλαδή στην οδό Κόρδου 11, 7104 στην Αραδίππου. Οι εναγόμενες 2 και 3 όπως και ο εναγόμενος 1 ποτέ δεν ενημέρωσαν την ενάγουσα περί της αλλαγής της διεύθυνσης τους. Ο ιδιώτης επιδότης κ. Άριστος Ιακώβου ήταν αυτός που επέδωσε την αγωγή στους εναγόμενους. Υποστηρίζει τους λόγους ένστασης με ένορκο δήλωση. Σε αυτή δηλώνει ότι σε δύο επισκέψεις του στην διεύθυνση του εναγομένου 1 στην δηλωθείσα διεύθυνση του δεν βρήκε ανταπόκριση. Η ίδια η μητέρα των εναγομένων όταν πήγε στην διεύθυνση των εναγομένων 2 και 3 να τους επιδώσει τον διαβεβαίωσε ότι σε εκείνη τη διεύθυνση, στην Αραδίππου, διέμεναν όλοι οι εναγόμενοι και έτσι της επέδωσε την αγωγή για όλους υπογράφοντας μάλιστα αντίγραφα τους τα οποία επισυνάφθηκαν στις ενόρκους δηλώσεις του επιδότη με τις οποίες επιβεβαίωνε την επίδοσή τους. Τα όσα ο κ. Ιακώβου υποστήριξε στην ένορκο δήλωση του, προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων - αιτητών και της μητέρας τους (της οποίας η ένορκος δήλωσης παράτυπα, σημειώνω, επισυνάφθηκε στην ένορκο δήλωση της εναγομένης 3), δεν αντικρούστηκαν όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την νομολογία μας (βλ. Frederickou Schools Co.Ltd κ.ά. v. AcuacInc,
(2002)1 ΑΑΔ 1527 στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, MR. την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C. στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co.
(935)A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross -examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story". Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι..» (βλ. επίσης την Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)ΑΑΔ 528). Η νομολογία καθορίζει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις παρέχονται όπλα στην πλευρά του αιτητή ο οποίος και έχει το βάρος απόδειξης και αυτά είναι είτε η επιζήτηση της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος επί συγκεκριμένων ισχυρισμών του και αντίκρουσης τους με αυτό τον τρόπο, είτε η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δυνάμει της Διαταγής 48
(4)
(2)εις απάντηση ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση με την οποία υποστηρίζεται η ένσταση (βλ. Σκάρος v. Χριστοδούλου,
(1998)1ΑΑΔ σελ. 291 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αίτηση για παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης βασιζόταν πάνω στις πρόνοιες της Δ.48. Σύμφωνα με τον Θ. 4 της πιο πάνω Διαταγής σε περιπτώσεις ύπαρξης σύγκρουσης ισχυρισμών στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται, το βάρος της απόδειξης το έχει ο αιτητής. Η απόδειξη των ισχυρισμών του αιτητή γίνεται με την παράθεση προφορικής μαρτυρίας, που δεν περιορίζεται στα πρόσωπα που έχουν προβεί στις ένορκες δηλώσεις.» (βλ. επίσης Πραξιτέλης v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1997)1 ΑΑΔ 591, Interglobal Shipping Agency and Trading Co. Ltd του πλοίου M/V Galina Αγ. Ναυτ.
(1999)1 ΑΑΔ 103, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.,
(1992)1 ΑΑΔ 453, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309, Iacovou Brothers (Constructions)Ltd v. Fashionwise LTD
(2000)1 ΑΑΔ 1377, Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269), αυτά όμως τα όπλα που διέθεταν οι εναγόμενες δεν αξιοποιήθηκαν και οι ισχυρισμοί της καθ΄ης η αίτηση παρέμειναν αναντίλεκτοι. Βρίσκω επομένως ότι η επίδοση έγινε κανονικά και νομότυπα εφόσον η μητέρα των εναγομένων δήλωσε ρητά στον κ. Ιακώβου ότι και οι τρεις εναγόμενοι διέμεναν μαζί της στο ίδιο σπίτι. Εξάλλου αυτοί ποτέ δεν κοινοποίησαν οποιανδήποτε διαφορετική διεύθυνση στην ενάγουσα και η διεύθυνση που είχαν δώσει συμφώνως του όρου 13 της συμφωνίας δανείου, η οποία θεωρείται ως η διεύθυνση τους και ήταν σε αυτή που επιδόθηκε η αγωγή σε στενό συγγενικό τους πρόσωπο, ήτοι την μητέρα τους. Η επίδοση δε σε άτομο άνω των 16 ετών, θεωρείται ότι έγινε συμφώνως της Δ.5 Θ. 2
(1)(i) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών κανονισμών. Πρόσθετα των πιο πάνω προσεκτική μελέτη των ισχυρισμών που προβάλλουν στις ενόρκους τους δηλώσεις και οι τρεις εναγόμενες, όπως και η μητέρα τους καταδεικνύει ότι αυτοί έλαβαν γνώση της επίδοσης της αγωγής αφού προέβησαν σε διάφορες ενέργειες είτε προσωπικά είτε μέσω της μητέρας τους και προς τούτο παραδέχονται προσωπική γνώση αυτών των ενεργειών τους είτε προς την ενάγουσα τράπεζα είτε προς τον δικηγόρο τους. Επομένως κρίνω ότι ο σκοπός που επιδιώκεται με την επίδοση ενός δικογράφου έχει επιτευχθεί. Όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται με αντιφατικό, ομολογουμένως τρόπο, οι εναγόμενοι - αιτητές δεν μπορεί παρά να είναι εκ των υστέρων σκέψεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Σε μετάφραση: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartham,
(1937)2 All E.R. 646, καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) ΑΑΔ σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 ΑΑΔ σελ. 736, η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγομένου, με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας), ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4: «
(1). Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2). Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3). Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Οι ακόλουθες δύο αποφάσεις επεξηγούν επίσης τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτής της μορφής τις αιτήσεις: Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) AAΔ 2118, στη σελ. 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω βασικές νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, τον χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Τα δύο θέματα τα οποία εξετάζονται όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία μας είναι αυτό της καθυστέρησης που τυχόν επιδεικνύεται και αυτό της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ: Το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Έτσι στη νομολογία μας συναντάμε περιπτώσεις όπου έγινε αποδοχή, ως δικαιολογημένη, καθυστέρηση πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από αυτήν της παρούσας υπόθεσης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις απορρίφθηκαν αιτήματα λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης που το χρονικό διάστημα ήταν και μικρότερο. Για παράδειγμα στην υπόθεση Πεγειώτης v. Κωμοδρόμου,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1601 η οποία είναι σχετική ως προς το χρόνο, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος 3 μηνών και κάτι από την επίδοση μέχρι την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού δεν ήταν τόσο μακρύς που να υποδηλώνει αφ΄ εαυτού καταφρόνηση της διαδικασίας. Το ζήτημα της καθυστέρησης εξετάζεται τόσο ως προς το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα από της επίδοσης μέχρι και της έκδοσης της απόφασης για να διαφανούν οι συνθήκες της μη έγκαιρης εμφάνισης κάτι που καταδεικνύει το σεβασμό προς τις δικαστικές διαδικασίες όσο και αυτό μετά την έκδοση της απόφασης μέχρι και της καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση την επομένη που είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και δεν είχαν καταχωρήσει εμφάνιση στα χρονικά πλαίσια που προνοούνται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς ή έστω αργότερα ζητώντας προς τούτο σχετική παράταση των προθεσμιών από το Δικαστήριο ή έστω ζητώντας από τους δικηγόρους της ενάγουσας κάποια κατανόηση προς τούτο. Τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στις 23.10.2013, η απόφαση εκδόθηκε στις 28.11.2013 και το σημείωμα εμφανίσεως τους καταχωρήθηκε και δεν έγινε αποδεκτό από το Πρωτοκολλητείο την επομένη 29.11.2013. Παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 22.01.2014. Η νομολογία καθορίζει ότι η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη εκ μέρους των αιτητών να εμφανιστούν και ακολούθως η αδικαιολόγητη καθυστέρηση τους να πάρουν έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Στην υπόθεση Phylactou v. Michael,
(1982)1 CLR 204 στη σελ. 210 όπου αναλύεται ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αναφέρονται τα ακόλουθα : «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην δε υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941 τονίστηκε από τον Πική, Π (όπως ήταν τότε) ότι: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Επίσης στην υπόθεση Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος: Phylactou v. Machael. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με αυτό το ειδικότερο ζήτημα, τα γεγονότα της υπόθεσης με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι συντρέχει καταφρονητική συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων των διαδικασιών του Δικαστηρίου πριν την έκδοση της απόφασης. Αυτή την αντίληψη την αποκόμισα από τα ακόλουθα γεγονότα όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο των ίδιων των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος. Η εναγόμενη 3, στην ένορκο δήλωση της αναφέρει τα ακόλουθα στη παράγραφο 4: « Μετά από δύο - τρεις μέρες από την παραλαβή των εγγράφων η μητέρα μου με ενημέρωσε και μεταβήκαμε μαζί στην τράπεζα για να ρωτήσουμε τι ήταν το έγγραφο αυτό που μας έστειλαν.» και στην παράγραφο 5: « Όταν πήγαμε στην τράπεζα μας είπαν να μιλήσουμε με την υπεύθυνη των δανείων. Πήγαμε εκεί και την ρωτήσαμε γιατί προχώρησαν σε αγωγή..» Επομένως περιήλθε σε γνώση τους ότι τα έγγραφα που τους επιδόθηκαν επρόκειτο περί αγωγής και όχι οτιδήποτε άλλο όπως αφήνουν να νοηθεί με τους ισχυρισμούς τους. Στο ίδιο δε το σώμα αυτής της αγωγής ρητά καθορίζεται ως χρόνος εμφάνισης αυτός των 10 ημερών. Επομένως τίποτε δεν εμπόδιζε τους εναγόμενους να προχωρήσουν με την καταχώρηση Σημειώματος Εμφανίσεως έστω και υπό διαμαρτυρία αν ήταν η άποψη τους ότι δεν έγινε ορθή επίδοση σε αυτούς. Παρά ταύτα άφησαν τον χρόνο ανεκμετάλλευτο μέχρι και την 24.11.2013 οπότε πλέον αποκαλύπτουν ότι έλαβαν και νομική συμβουλή προς τούτο. Εντούτοις και πάλιν για πέντε ημέρες από τότε, άφησαν τον χρόνο ανεκμετάλλευτο με συνέπεια στις 28.11.2013 να εκδοθεί η απόφαση ερήμην τους. Η γνώση δε και των άλλων δύο εναγομένων - πλήν της εναγομένης 3 - για την έγερση της αγωγής είναι φανερή από τους ισχυρισμούς τους στις δικές τους ένορκες δηλώσεις, « Λίγες μέρες αργότερα μιλήσαμε με κάποιους φίλους μας συμβούλεψαν να πάρουμε νομική συμβουλή από δικηγόρο» ή στο απόσπασμα «. Ο κ. Πολυχρόνης μας είπε...» των ενόρκων τους δηλώσεων. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ σελ. 26 είχε υποβληθεί αίτημα για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίσθηκε ο παραμερισμός της απόφασης. Γνώση των εναγόμενων 1 και 2 περί της έγερσης της αγωγής είναι φανερό ότι προϋπήρξε τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν την έκδοση της απόφασης και υπήρξε εκ μέρους τους αδράνεια λήψης μέτρων προς αποτροπή της έκδοσης απόφασης. Επομένως κρίνω ότι υπήρξε εκ μέρους των εναγομένων καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Σε σχέση τώρα με τη δικαιολόγηση που δόθηκε για τον χρόνο που μεσολάβησε από της έκδοσης της απόφασης μέχρι και της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, ότι δηλαδή μεσολάβησαν οι εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς παράλληλα με την προσπάθεια εξασφάλισης των αναγκαίων εγγράφων που απαιτούνταν να παρουσιαστούν, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογούσε την για 55 τόσες ημέρες αδράνεια εκ μέρους των αιτητών. Οι γιορτές ασφαλώς και δεν είναι δικαιολογία εφόσον το Πρωτοκολλητείο είναι κλειστό μόνο κατά τις δημόσιες αργίες η δε εξασφάλιση των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια ήταν εύκολη εντός ολίγων ωρών εφόσον ήταν στην κατοχή τους. Τα γεγονότα φανερώνουν ότι ούτε και μετά την έκδοση της απόφασης, κάτι που πληροφορήθηκαν αμέσως μετά την έκδοση της επιδείχθηκε επιμέλεια ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και αφαίθηκε ο χρόνος ανεκμετάλλευτος. Επομένως και για τον λόγο της καθυστέρησης θα απέρριπτα την αίτηση. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΛΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ: Σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι αιτητές έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς τους με την ενάγουσα. Προς τούτο πρόβαλαν σειρά λόγων οι οποίοι κατά την άποψη τους συνιστούν βάσιμους λόγους υπεράσπισης. Δεν αμφισβητούν ότι συνήψαν συμφωνία παροχής δανείου από την ενάγουσα και ότι οφείλουν το υπόλοιπο του δανείου αυτού, γι΄ αυτό και προέβησαν στον κατά την αντίληψη τους διακανονισμό της εξόφλησης του. Προβάλλουν όμως ότι έχουν ουσιαστική και καλή υπεράσπιση ισχυριζόμενοι παράνομο και πρόωρο τερματισμό της συμφωνίας δανείου, ότι υπήρξε παρατυπία εκ μέρους της ενάγουσας κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμών. Οι πιο πάνω όμως ισχυρισμοί τους δεν εξειδικεύονται καθ΄οιονδήποτε τρόπο. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς να παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία και να υποδεικνύεται συγκεκριμένη παρανομία όσον αφορά τον τόκο. Τα όσα διεκδίκησε και εξασφάλισε η ενάγουσα διά της δικαστικής απόφασης είναι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία (βλ. Άρθρο 3 του Περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 60(Ι)/1999). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 τονίστηκε ότι: « .το Άρθρο 33
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/960) επιτρέπει την επιδίκαση τόκου όπως προνοεί η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο διά νόμου επιτόκιο. Το Άρθρο 33
(1)του Ν. 4/60 έχει τροποποιηθεί με τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου (Ν. 60(Ι)/99), το άρθρο 3(δ) του οποίου καθορίζει την υποχρέωση σε πιστωτικά ιδρύματα να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές ετησίως.» Τα πιο πάνω τα συμφώνησαν οι εναγόμενοι - αιτητές με τη συμφωνία δανείου που υπέγραψαν με την ενάγουσα (βλ. παρ. 3 της συμφωνίας). Η ενάγουσα λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τους όρους της συμφωνίας δανείου, τερμάτισαν με επιστολή που απέστειλαν στους εναγόμενους, στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση, την συμφωνία και οι οποιοιδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων δεν έχουν έρεισμα στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ή που περιέχεται στο φάκελο της υπόθεσης. Επί του Τεκμηρίου 1 το οποίο κατέθεσε στην ένορκο δήλωση της η εκ των αιτητών εναγόμενης 3 αναγράφηκε το ακόλουθο λεκτικό το οποίο επικαλούνται οι αιτητές: « Ο κύριος Ανδρέας, πατέρας της Ειρήνης, υπεσχέθη ότι θα καταθέτει από 500 - 1000 Ευρώ το μήνα αρχ. Από 6.09.2012 ανελλιπώς από επιταγή που παίρνει από το γραφείο Ευημερίας καθότι οι χρεώστες είναι και οι τρεις χωρίς εργασία μέχρι να βρουν εργασία.» Τα πιο πάνω σίγουρα δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως μεταγενέστερη συμφωνία αλλά ως υπόσχεση εκπλήρωσης εν μέρει συμβατικών υποχρεώσεων. Σε κάθε περίπτωση, όπως αποδεικνύουν οι αποδείξεις του Τεκμηρίου 3 στην ένορκο δήλωση της μητέρας των εναγομένων, η πρώτη πληρωμή έγινε πολύ αργότερα, στις 5.12.2012 και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας που έγινε στις 29.11.2012 αντί την 6.09.2012 όπως είχε δοθεί υπόσχεση. Επομένως οι όποιες σχετικές αιτιάσεις εκ μέρους των εναγουσών σε σχέση με το νόμιμο ή όχι του τερματισμού της συμφωνίας και της διεκδίκησης τόκων υπερημερίας σύμφωνα με τα προνοούμενα στη σύμβαση δεν έχουν οποιαδήποτε θετική αντίκριση καθώς παρέμειναν μετέωροι και σε επίπεδο εικασιών και καθόλου δεν τέθηκε τεκμηριωμένο υπόβαθρο προς υποστήριξη τους. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) AAΔ σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)(1 Α) ΑΑΔ σελ. 289 τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Λουκά v. Cyprus Pipes Industries Ltd,
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 163 το Δικαστήριο αποδέκτηκε την αίτηση των εφεσιβλήτων και παραμέρισε την απόφαση. Κρίθηκε ότι αποκαλύφθηκε υπεράσπιση και ότι υπήρξε επαρκής εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης. Κρίθηκε ακόμα ότι ορθά ασκήθηκε και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1 A.A.Δ. σελ. 1761 είχε κριθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και όπου επίσης κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει κατά συρροή αδιαφορία η οποία υπό τις συνθήκες προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου η έφεση του απορρίφθηκε. Στην υπόθεση Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1800 στη σελ. 1805 λέχθηκε ότι: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄ αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 457 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά παράγοντας υψίστης σημασίας για την ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι συνυφασμένη με την ανάγκη εξασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιτυγχάνει επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες στην απόδοση του δικαίου.» Όλα όσα προβλήθηκαν εκ μέρους των εναγομένων - αιτητών δεν αποκαλύπτουν ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης κατά τρόπο που θα μπορούσαν να με οδηγήσουν στο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματός τους παρέχοντας τους το δικαίωμα σε αυτό το καθυστερημένο έστω στάδιο να προβάλουν την ισχυριζόμενη υπεράσπιση τους, κάτι τέτοιο θα αντίκειτο στις αρχές της νομολογίας μας όπως τις κατέγραψα πιο πάνω. Σε σχέση με τα σχόλια για τον τρόπο που λήφθηκε η απόφαση, όπως φαίνεται και από τα πρακτικά στο φάκελο που τηρήθηκαν κατά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, προχώρησε και εξέτασε όπως όφειλε την ένορκο δήλωση και τα επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια που υποστήριζαν την απαίτηση της ενάγουσας και αφού ικανοποιήθηκε εξέδωσε την απόφαση του. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι τέτοια που με οδηγούν στο συμπέρασμα και στην κατάληξη να μην ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφo Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο