← Κύπρος

Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους ν. PHAR LAP ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 2231/2009, 13/1/2015

Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους ν. PHAR LAP ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 2231/2009, 13/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2231/2009 Μεταξύ: Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους Ενάγοντος και PHAR LAP ESTATES LTD Εναγομένης Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Πολ. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία Για την εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση: κ. Μ. Σοφοκλέους για Μάμας Χ¨ Χριστοφής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (Σε αίτηση ημερομηνίας 1.09.2014 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης) Ο ενάγων - αιτητής (στη συνέχεια ¨ο αιτητής¨) με την παρούσα αίτηση του εξαιτείται την αναστολή της απόφασης που εκδόθηκε στις 5.06.2014 όπως και οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην έφεση που καταχώρησε προσβάλλοντας την πιο πάνω απόφαση. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί Δ.35 Θ. 18, 19 Δ.48 Θ. 1,2, 4 και 8, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν. 14/1960 άρθρα 29,31 και 32, οι Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου ως και το περιεχόμενο του φακέλου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης προέρχεται από την ένορκο δήλωση του ίδιου του αιτητή κ. Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους. Σε αυτή δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και σε σχέση με τα νομικά θέματα οι αναφορές του γίνονται κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του. Δηλώνει δε ότι στις 5.6.2014, εξεδόθη από το Δικαστήριο απόφαση η οποία απέρριψε την Αγωγή του με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δηλώνει ότι την 2.7.2014 καταχώρησε Έφεση αμφισβητώντας την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Αντίγραφο της Ειδοποίησης Εφέσεως το οποίο επεσύναψε ως Τεκμ. 1 επιδόθηκε άμεσα προς τους δικηγόρους της εναγομένης. Δηλώνει ότι όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και ειλικρινά πιστεύει, έχει καλούς και βάσιμους λόγους Έφεσης και συνεπώς υποβάλλει ότι, έχει και ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην Έφεση του, η οποία ουσιαστικά, εάν και εφόσον επιτύχει, θα ανατρέπει την πρωτόδικη απόφαση, τόσο επί της ουσίας της όσο και ως προς το θέμα των εξόδων, στα οποία έχει καταδικαστεί. Περαιτέρω, αναφέρει ότι παρόλο που η Έφεση, ως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, δεν αναστέλλει την εκτελεστότητα της απόφασης, υποβάλλει ότι τα δεδομένα είναι τέτοια, που δικαιολογείται απόλυτα η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, για τους πιο κάτω λόγους: (α) Πέραν των υπολοίπων λόγων έφεσης, που αναφέρονται στην ειδοποίηση, με τον όγδοο λόγο αμφισβητείται και η ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου να τον καταδικάσει στα έξοδα της διαδικασίας, αλλά και το ποσόν των εξόδων που έχει υπολογιστεί και εγκριθεί από το Δικαστήριο, φαίνεται ότι είναι λανθασμένο. (β) Η εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση είναι πλήρως εξασφαλισμένη καθώς κατακρατεί μέχρι και σήμερα περιουσία του αξίας πέραν των €300.000.00, αφού συνεχίζει να έχει εγγεγραμμένη στο όνομά της την οικία του αρ. 78. Όπως τον συμβουλεύουν οι Δικηγόροι του και ειλικρινά πιστεύει η Έφεσή του, για τους λόγους που υποδεικνύονται στους λόγους αυτής, τον πείθουν ότι έχει καλή υπόθεση και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Αναφερόμενος στους λόγους έφεσης, επισημαίνει τα ακόλουθα: (α) Ότι η πρωτόδικη απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του είναι λανθασμένη αφού θεωρήθηκε ότι δεν είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει την εν λόγω αγωγή και ως εκ τούτου απορρίφθηκε. Το πρωτόδικο δικαστήριο, παραγνώρισε πλήρως τις πρόνοιες του Νόμου 81

(1)/2011 και κατέληξε στο εσφαλμένο, κατά την άποψή του, συμπέρασμα ότι το εκχωρητήριο δεν τον νομιμοποιούσε να καταχωρήσει μόνος του την αγωγή για Ειδική Εκτέλεση, παραγνωρίζοντας τη συγκατάθεση της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία δεν είχε καμία ένσταση στη μεταβίβαση επ΄ ονόματι του τού τίτλου ιδιοκτησίας της οικίας αρ.
  1. (β) Περαιτέρω, το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ενώπιον του όλα εκείνα τα στοιχεία που του επέτρεπαν να εκδώσει το σχετικό διάταγμα Ειδικής Εκτέλεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι αγόρασε την οικία αρ. 78 δυνάμει γραπτής σύμβασης ημερ. 11.02.2005, κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο. Συνήψε δάνειο με τη Λαϊκή Τράπεζα με εκχώρηση του πωλητηρίου επειδή η εναγόμενη εταιρεία, ως πωλητής, δεν είχε εκδώσει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Στα πλαίσια του εκχωρητηρίου εξασφάλισε την συγκατάθεση του εκδοχέα για τη μεταβίβαση της οικίας επ΄ ονόματι του και στην πορεία εξόφλησε πλήρως το δάνειο του στη Λαϊκή Τράπεζα, με αποτέλεσμα το εκχωρητήριο να μην έχει πλέον καμία νομική αξία και ισχύ. (γ) Το Δικαστήριο, ουσιαστικά, δεν εκδίκασε την υπόθεσή του και δεν προχώρησε ούτε στην αξιολόγηση μαρτύρων, αλλά ούτε και στην εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς την ουσία της υπόθεσης, εκδίδοντας τελικά μια απόφαση άνευ αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας, αναφορικά με τα υπό κρίση θέματα. Είναι, περαιτέρω η θέση του ότι η έκδοση του παρόντος αιτούμενου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης καθίσταται δίκαια και επιβεβλημένη, υπό τις περιστάσεις, καθ΄ ότι με την Ειδοποίηση Έφεσης, αμφισβητείται τόσο η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, όσο και ο επιδικασμός εξόδων εναντίον του ως ενάγοντα - αιτητή. Για τους πιο πάνω λόγους αιτείται, μέχρι τελειωτικής εκδικάσεως της έφεσης, αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 5.06.
  2. Επαναλαμβάνει ότι η εναγόμενη εταιρεία καμία ζημιά δεν θα υποστεί από την αναστολή της απόφασης, αφού κατέχει και μάλιστα επ΄ ονόματι της, τον τίτλο ιδιοκτησίας της οικίας αρ. 78, η οποία, σύμφωνα με το πωλητήριο που κατατέθηκε στην πρωτόδικη διαδικασία, ανήκει σε αυτόν και ως εκ τούτου είναι πλήρως εξασφαλισμένη. Περαιτέρω, υπενθυμίζει ότι έχει προκύψει από την ακροαματική διαδικασία, ότι η εναγόμενη εταιρεία οφείλει διάφορα χρηματικά ποσά στις τράπεζες, στο πλαίσιο της δραστηριοποίησης της στον κατασκευαστικό τομέα και όταν ερωτήθηκε από τους δικηγόρους του, η κ. Χρυστάλλα Κίζη, εάν έχει επ΄ ονόματι της η εναγόμενη εγγεγραμμένη άλλη περιουσία εκτός από αυτή που είχε στα Περβόλια και ανεγέρθη το συγκρότημα ΑΜΜΟΣ, η εν λόγω μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Συνεπώς, η εναγόμενη είχε περιουσία στα Περβόλια η οποία έχει πωληθεί σε τρίτους και δάνεια στις τράπεζες και/ή τουλάχιστο στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Λαϊκή), και ως εκ τούτου, λέγει ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός αυτό, το οποίο δημιουργεί και τον κίνδυνο, εάν κληθεί να καταβάλει σε αυτό το στάδιο τα οφειλόμενα και σε μεταγενέστερο χρόνο ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση από το Εφετείο, να μη μπορεί η εναγόμενη να του επιστρέψει το ποσόν που θα καταβάλει. Λέγει επίσης ότι κατά την ακροαματική διαδικασία, η εναγόμενη εταιρεία αποδέχθηκε τη θέση ότι η οικία αρ. 78 του ανήκει και συνεπώς κατέχει (με τίτλο εκδομένο επ΄ ονόματι της), ακίνητο δικό του, αξίας πέραν των €3000.000.00 και συνεπώς ουδείς κίνδυνος υπάρχει η εναγόμενη να μην λάβει στο τέλος της εκδίκασης της έφεσης ό,τι δικαιούται από αυτόν, εάν και εφόσον η έφεση του απορριφθεί. Όσον αφορά την υποβολή του αιτήματος του σε αυτή τη χρονική στιγμή, αναφέρει ότι: (α) Στις 4.07.2014 οι δικηγόροι της εναγομένης, απέστειλαν προς τους δικηγόρους του επιστολή ζητώντας την πληρωμή των εξόδων της διαδικασίας. Επισυνάπτει, ως Τεκμ.2, τη σχετική επιστολή. (β) Με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 25.07.2014, ενημέρωνε τους δικηγόρους της εναγομένης ότι το αναφερόμενο στην απόφαση ποσόν αμφισβητείται με τον όγδοο λόγο έφεσης, ως επίσης και η ορθότητα της απόφασης στο σύνολό της από τους λοιπούς λόγους έφεσης. Περαιτέρω, οι δικηγόροι του υπεδείκνυαν ότι η εναγόμενη είναι πλήρως εξασφαλισμένη και κατακρατεί περιουσιακό στοιχείο του ενάγοντος, κάτι που δικαιολογεί επαρκή και εις πολλάκις εξασφάλιση μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Επισυνάπτει ως Τεκμ. 3, τη σχετική επιστολή των δικηγόρων του, στην οποία οι δικηγόροι της εναγομένης δεν απάντησαν. (γ) Μόλις στις 22.08.2014 βρήκε εντός του ταχυδρομικού κιβωτίου της οικίας του σχετική ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη με ημερ. 18.8.2014, ότι έχει εις χείρας του ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας, χωρίς, όμως, στην επιστολή να δίδονται περισσότερες λεπτομέρειες. Επισυνάπτει, ως Τεκμ. 4, τη σχετική ειδοποίηση, και αναφέρει ότι πριν από αυτή δεν είχε καμία άλλη ειδοποίηση ή ενημέρωση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, αναφορικά με το θέμα. Ως εκ του πιο πάνω ιστορικού επικοινώνησε αμέσως με τους δικηγόρους του και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, καταχώρησε την παρούσα αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν. Η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.35 Θ. 18 και Θ. 19, Δ.40 Θ. 11, Δ.48 Θ. 1,2,3,4,8
(1)(ee),9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/1960)άρθρα 29,31 και 32,στη νομολογία, στη διακριτική εξουσία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγους ένστασης αναφέρει τους ακόλουθους: «(α) Η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και νόμω ή/και ουσία αβάσιμη, (β) Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελλιπής και δεν υποστηρίζει επαρκώς την αιτούμενη θεραπεία της αίτησης, (γ) Με την αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος ή/και δεν στοιχειοθετείται λόγος που να δικαιολογεί το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της καταχωρηθείσας έφεσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Νόμο και τη νομολογία, (δ) Τα γεγονότα που επικαλείται ο ενάγοντας - αιτητής δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, (ε) Η απόρριψη της αίτησης δεν θα επιφέρει σε καμία περίπτωση αποδυνάμωση του αποτελέσματος της έφεσης, εάν η τελευταία τελικά επιτύχει, (στ) Η εκτέλεση της απόφασης αφορά μόνο την είσπραξη των επιδικασθέντων δικηγορικών εξόδων και υπάρχει πρόθεση για ανάληψη υποχρέωσης επιστροφής τους σε περίπτωση σχετικής διαταγής του Εφετείου, (ζ) Δεν είναι ορθό και δίκαιο ή/και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης υπό τις περιστάσεις να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, (η) Η αίτηση είναι κακόπιστη με την έννοια ότι καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας ή/και καθυστέρησης στον καθ΄ου η αίτηση, (θ) Η αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και του δικαιώματος του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποιήσεως περί της προθέσεως ενστάσεως στηρίζεται στην ένορκο δήλωση της κ. Χρυστάλλας Κίζη. Δηλώνει προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της. Δηλώνει ότι έχει αναγνώσει τόσο την αίτηση του αιτητή όσο και την ένορκο του δήλωση και αρνείται το περιεχόμενο της στην ολότητα της. Η νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους είναι ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και αστήρικτη, δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί πιθανότητα επιτυχίας της και ότι η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει είναι ελλιπής και δεν υποστηρίζει επαρκώς το αιτητικό της αίτησης. Λαμβάνει επίσης νομική συμβουλή ότι η αίτηση είναι ελλιπής, γίνεται κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν έχει ορθή νομική βάση και πιθανή επιτυχία της θα ήταν ενάντια στη βασική αρχή της φυσικής δικαιοσύνης ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει χωρίς εύλογο λόγο να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του. Οι δικηγόροι τους την πληροφορούν ότι σύμφωνα με τη νομολογία, σε αιτήσεις για έκδοση διαταγμάτων αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης, θα πρέπει να σταθμίζονται τα δικαιώματα του επιτυχόντος διαδίκου για άμεση απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του, με το ταυτόχρονο δικαίωμα του αποτυχόντος διαδίκου να μην καταστεί η τυχόν υπέρ του απόφαση, κατ΄ έφεση, άνευ περιεχομένου. Είναι η θέση της ότι η απόφαση δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την αίτηση. Με την αγωγή του, ο ενάγοντας - αιτητής αξίωσε την ειδική εκτέλεση ενός πωλητηρίου εγγράφου που είχε υπογράψει με την εταιρεία τους, καθώς και αποζημιώσεις. Με την απόφαση, η αγωγή του ενάγοντα - αιτητή απορρίφθηκε και ο τελευταίος καταδικάστηκε στην πληρωμή των δικηγορικών της εξόδων. Ως εκ τούτου, υπογραμμίζει ότι το θέμα της εκτέλεσης της απόφασης, δεν αφορά τίποτα άλλο, παρά την είσπραξη δικηγορικών εξόδων. Εισηγείται ότι η καταβολή εκ μέρους του ενάγοντα - αιτητή των δικηγορικών εξόδων δεν θα του προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν πρόκειται κατ΄ ουδένα λόγο να καταστήσει άνευ περιεχομένου πιθανή απόφαση που θα εκδοθεί από το Εφετείο υπέρ του. Πληροφορείται από τους δικηγόρους τους ότι βάσει της νομολογίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, αποτελεί κανόνα πως τα επδικασθέντα δικηγορικά έξοδα καταβάλλονται από τον διάδικο που έχει αποτύχει στην αγωγή στον επιτυχόντα διάδικο, με την ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης του δικηγόρου του επιτυχόντος διαδίκου ότι θα τα επιστρέψει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του αποτυχόντος διαδίκου στην αγωγή. Οι δικηγόροι την ενημερώνουν ότι ήταν και είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να συναινέσουν στην ανάληψη ανάλογης υποχρέωσης. Την ενημερώνουν επίσης ότι είναι άσχετο το γεγονός ότι ο ενάγοντας - αιτητής αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης, την διαταγή ως προς τα έξοδα και τον υπολογισμό τους και ότι σε αιτήσεις αυτού του είδους, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εξέταση των λόγων έφεσης. Θεωρεί ότι με την καταχώρηση της αίτησης, ο ενάγοντας - αιτητής επιδιώκει να τους προκαλέσει ταλαιπωρία και καθυστέρηση, αφού όπως ο ίδιος παραδέχεται, η καταχώρηση έφεσης δεν επηρεάζει την εκτελεστότητα μιας απόφασης. Εισηγείται ότι η συμπεριφορά τους ήταν πάντοτε σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του Νόμου, και για το λόγο αυτό πιστεύει ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να τους εμποδίσει από του να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα εναντίον του ενάγοντα - αιτητή. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν και ανέλυσαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους συνδυάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με σχετική νομολογία και αυθεντίες που διέπουν το ζήτημα. Σε λεπτομέρειες ή και στις θέσεις τις οποίες ανέπτυξαν οι δύο πλευρές οι οποίες έχουν μελετηθεί δεόντως σε σχέση με προκύπτοντα ζητήματα, θα κάνω αναφορά στο κατάλληλο σημείο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Panayides Contracting Ltd,
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1978, στην οποία έγινε παραπομπή από πλευράς των καθ΄ων η αίτηση, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης όταν εκκρεμεί έφεση: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 Καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191-1996, ημερ. 29.06.2001, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας. Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει συζήτηση του θέματος (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(1991)1 A.A.Δ. σελ. 1147, Βογαζανού v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1997)ΑΑΔ σελ. 591). Τα όσα αναφέρει σχετικά η πλευρά του αιτητή για τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης του μόνο υπό το πιο πάνω πρίσμα μπορούν να αντικρισθούν. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης, αυτοί θα έλεγα ότι θα μπορούσαν να καταταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη, αφορά τη νομική ισχύ, το νομότυπο και το βάσιμο της αίτησης σε συσχετισμό με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και το περιεχόμενο της και η δεύτερη, το μέγεθος του επηρεασμού των δικαιωμάτων του επιτυχόντος πρωτόδικα μέρους και αφορούν κατ΄ουσίαν την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του οι οποίοι αφορούν στην προκείμενη περίπτωση την καταβολή των δικηγορικών εξόδων του. Θα με απασχολήσουν αμέσως τα ζητήματα που έθεσε η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση. Το πρώτο αφορά τη μη στήριξη της αίτησης στους κατάλληλους δικονομικούς θεσμούς. Παρέθεσα πιο πάνω την νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση. Μεταξύ άλλων αυτή στηρίζεται στη Δ.35 Θ.Θ.18* και επομένως κρίνεται ότι αυτή στηρίχθηκε σε ορθή νομική βάση - σε συνδυασμό με την υπόλοιπη - και οι όποιες αιτιάσεις της πλευράς του καθ΄ων η αίτηση σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν τυγχάνουν οποιασδήποτε θετικής αντίκρισης. *Δ.35 Θ. 8: «Η έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός σε βαθμό που θα διέτασσε τούτο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο ή ένας Δικαστής των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία δεν θα πρέπει να ακυρώνεται, εκτός στο βαθμό που θα διέτασσε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.» Εξετάζοντας το ζήτημα του χρόνου που καταχωρήθηκε η αίτηση, διαπιστώνεται ότι η απόφαση εκδόθηκε την 05.06.2014 και καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της στις 02.07.2014. Με επιστολή τους οι δικηγόροι των καθ΄ων η αίτηση την 4.07.2014 ζήτησαν την καταβολή των εξόδων τους και οι δικηγόροι του τους απάντησαν ότι αμφισβητείται η ορθότητα της απόφασης και ακολούθως στις 22.08.2014 ειδοποιήθηκαν από δικαστικό επιδότη για την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του. Αμέσως υπέβαλε την παρούσα. Επομένως δικαιολογείται η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης εφόσον αυτή καταχωρήθηκε μόλις λήφθηκε μέτρον εκτέλεσης εναντίον του και σε πολύ σύντομο χρόνο. Επομένως ο λόγος ένστασης που βασίζεται στην καθυστέρηση δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα και απορρίπτεται. Παραμένει προς εξέταση ο λόγος που προβάλλεται ότι ο ενάγων εάν ήθελε ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης που εξασφάλισε θα καθυστερήσει να ικανοποιηθεί και να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του αμέσως. Πρόκειται για αγωγή που ήγειρε ο ενάγοντας και εκείνο που επιδιώκεται με τη παρούσα είναι η καταβολή εκ μέρους του των εξόδων της άλλης πλευράς εφόσον η αγωγή του απορρίφθηκε με έξοδα σε βάρος του. Οι καρποί επομένως της επιτυχίας των καθ΄ων η αίτηση συνίστανται στην καταβολή των εξόδων των δικηγόρων τους. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι για διάφορους λόγους οι καθ΄ων η αίτηση εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ενός ακινήτου για το οποίο όπως είναι και η παραδοχή τους έχουν εξοφληθεί από τον ενάγοντα (βλ. παρ. 6(β) και 10 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή). Επομένως δεν κινδυνεύουν να μην ικανοποιήσουν την απόφαση τους εφόσον έχουν τη δυνατότητα να μη μεταβιβάσουν το ακίνητο μέχρι την εξόφληση των δικηγόρων τους εάν αυτό θα είναι και το αποτέλεσμα της έφεσης. Η πλευρά του αιτητή πρόβαλε, χωρίς αυτό να αντικρουστεί και σημειώνω ότι ούτε καν σχολιάστηκε από πλευράς της καθ΄ης η αίτηση, ότι η τελευταία δεν διαθέτει οποιαδήποτε άλλη περιουσία επ΄ονόματι της (βλ. παρ. 9 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή), στην οποία αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «.και όταν ερωτήθηκε η κ. Χρυστάλλα Κίζη εάν έχει επ΄ονόματι της η εναγόμενη, εγγεγραμμένη άλλη περιουσία, εκτός από αυτή που είχε στα Περβόλια και ανεγέρθη το συγκρότημα ΑΜΜΟΣ, η εν λόγω μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Συνεπώς, η εναγόμενη είχε περιουσία στα Περβόλια, η οποία έχει πωληθεί σε τρίτους και δάνεια στις Τράπεζες και/ή τουλάχιστο στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Λαϊκή) και ως εκ τούτου, λέγω , ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός αυτό, το οποίο δημιουργεί και τον κίνδυνο, εάν κληθώ να καταβάλω σε αυτό το στάδιο τα οφειλόμενα και σε μεταγενέστερο χρόνο ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση από το Εφετείο, να μη μπορεί η εναγόμενη να μου επιστρέψει το ποσόν που θα καταβάλω.» Η γενική απόρριψη «στην ολότητα της» της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή εν προκειμένω δεν είναι αρκετή. Και αυτά χωρίς να παραγνωρίζω τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ης η αίτηση εισηγήθηκε κατά την αγόρευση του ότι σύμφωνα με την κρατούσα πρακτική, η πληρωμή των εξόδων πρέπει να εξαιρείται της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης υπό τον όρο ότι ο επιτυχών διάδικος θα υποχρεούται να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα. Ως είθισται, ανέφερε ο συνήγορος, τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα καταβάλλονται από τον διάδικο που έχει αποτύχει στην αγωγή στον επιτυχόντα διάδικο, με την ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης του δικηγόρου του επιτυχόντος διαδίκου ότι θα τα επιστρέψει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του αποτυχόντος διαδίκου στην αγωγή. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7, σελ. 272, παράγραφος 455 σε σχέση με την αναστολή της εκτέλεσης αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας αναγράφονται τα ακόλουθα: « As a rule, a stay of execution as to costs pending an appeal is not granted when the respondent's solicitor undertakes to repay the cost paid to him if the applicant is successful on the appeal, but this practice is not invariable.» Στο δε Annual Practice του 1958, σελ. 1698 υπό τον τίτλο «Terms on which a stay is ordered» καταγράφονται και τα ακόλουθα: « These are in the discretion of the Court, but in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor on the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful.» Είναι δε φανερό ότι ανάμεσα στις ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του για την έγκριση αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης, αποτελεί το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τυχόν μη έγκριση του αιτήματος και κατά συνέπεια πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή κατ΄άλλο τρόπο ικανοποίησης της απόφασης θα καθιστούν τυχόν επιτυχία της έφεσης άνευ αντικειμένου (nugatory)( βλ. μεταξύ άλλων Wilson v. Church (no 2)
(1879)2 Ch.D.454,C.A., Metropolitan Real and General Property Trust Ltd v. Slatters and Bodeca Ltd
(1941)1 All E.R. 30, C.A.). Μπορεί ακόμα να ληφθεί υπόψη τυχόν αφερεγγυότητα του επιτυχόντος διαδίκου, η οποία θα ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Το Δικαστήριο σύμφωνα με τη νομολογία μας κατά την ενάσκηση της διακριτικής του εξουσίας λαμβάνει εκτός από τις αρχές που διαχρονικά διέπουν το υπό απόφανση ζήτημα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. ABP Holdings Ltd v. Kittalides κ.ά. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287). Ας μη παραγνωρίζεται επίσης το γεγονός ότι τα επιδικασθέντα έξοδα είναι υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου και όχι του δικηγόρου του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν διακρίνω προσπάθεια εκ μέρους του αιτητή κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου ή ότι υποκρύπτει άλλον αλλότριο σκοπό όπως και προσπάθεια καθυστέρησης και ταλαιπωρίας της καθ΄ης η αίτηση όπως ρητά παραπονείται η καθ΄ης η αίτηση ή υπονοείται στην ένσταση της. Σε κάθε περίπτωση στόχος του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Προς επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου επιβάλλεται η στάθμευση του κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και την ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της Έφεσης. Οι δύο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση συνήθως επιτυγχάνεται με την επιβολή τέτοιων όρων που να εξασφαλίζουν ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου,
(1990)1 ΑΑΔ 394). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και τις αρχές που τίθενται ως προϋποθέσεις και διαχρονικά ακολουθούνται από τη νομολογία μας σε αυτής της φύσης τις αιτήσεις, καταλήγω ότι θα ήταν πιο δίκαιο όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης και αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα ως το Α της αίτησης. Το Δικαστήριο αποφασίζοντας την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μπορεί να θέσει μεταξύ άλλων και τον όρο παροχής τραπεζικής εγγύησης για το ισόποσο ποσό πλέον τους επιδικασθέντες τόκους οι οποίοι θα είναι πληρωτέοι με το πέρας της έφεσης αν επικυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση, κάτι τέτοιο καλύπτει την πιο πάνω ανησυχία της καθ΄ης η αίτηση και καμιά βλάβη δεν θα υποστεί αυτή. Τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617 όπως αυτά εξηγούνται στην Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ σελ. 592, 597, ότι δηλαδή ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα, και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο στην προκείμενη περίπτωση δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εφόσον ο αιτητής εξηγεί τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει καταβάλλοντας αμέσως το εξ αποφάσεως χρέος του που συνίσταται κατά κύριο λόγο στα δικηγορικά έξοδα, ενώ η διασφάλιση του εξ αποφάσεως δανειστή μπορεί να διασφαλιστεί με παροχή ικανοποιητικών εγγυήσεων εκ μέρους του. Ο ενάγοντας/αιτητής να παράσχει τραπεζική εγγύηση προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση για το ισόποσο ποσό των επιδικασθέντων δικηγορικών εξόδων πλέον τους τόκους μέχρι και πέντε χρόνια μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και/ή μέχρι της εκδίκασης της έφεσης. Η απόφαση αναστέλλεται για περίοδο 20 ημερών από σήμερα για να δυνηθεί ο αιτητής να εκπληρώσει τον πιο πάνω όρο. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης του τότε η απόφαση θα μπορεί αμέσως να εκτελεστεί κατά τον τρόπο που θα επιλέξει η εναγόμενη / καθ΄ης η αίτηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της έφεσης και θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (βλ. Annual Practice 1952 σελ. 1286: The costs of an application to stay are usually borne by the applicant. But the Court has a discretion, and in a proper case will depart from the Rule (Adair v. Young
(1879), 11 Ch. D. 136, where the costs were made costs in the appeal). (Υπ.) .................................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.