← Κύπρος

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακος Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 370/2011, 13/1/2015

Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακος Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 370/2011, 13/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 370/2011 Μεταξύ: Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακος Λτδ Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση και

  1. Γενικού Εισαγγελέα
  2. Επίσημου Παραλήπτη ως εκπροσωπούντος την περιουσία του πτωχεύσαντα Ανδρέα Αδάμου Ζακχαίου
  3. Έλλης Κωνσταντίνου Φιλίππου
  4. Φλώρας Παύλου Παντελίδου Εναγόμενων - Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση: κ. Εμπεδοκλής για Δρ Ανδρέας Ποιητής & Σία Για τον εναγόμενο 1 - αιτητή : κα Δήμητρα Παπαμιλτιάδου - Νεοκλέους Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως υπερασπίσεως του εναγομένου 1 ημερομηνίας 1.07.2014) Οι αξιώσεις των εναγόντων - σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως του τροποποιηθέντος κλητηρίου εντάλματος (Ο.2, r.6) - αφορούν την καταβολή σ΄αυτούς, ως ενυπόθηκων δανειστών, των ποσών για τα οποία εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην υπόθεση 3/2007 η οποία αφορά το ποσό των €17.000,00 πλέον τόκο προς 9% από 5.08.2005 και στην υπόθεση 5/2007 η οποία αφορά το ποσό των €316.000,00 πλέον τόκο προς 9% από 5.08.
  5. Οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν επιδίκαση αποζημιώσεων δυνάμει απαλλοτρίωσης. Οι αξιώσεις των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση αφορούν την υποθήκη Υ 3006/90 για το ποσό των €136.892.99σ. πλέον τόκο προς 9% από 01.01.2011 μέχρι εξοφλήσεως και την Υποθήκη Υ3417/90 για το ποσό των €252.482.30σ. πλέον τόκο προς 9% από 01.01.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων δανειστών του εναγόμενου 2 - εκτός από τους προηγούμενους ενυπόθηκους δανειστές του - που είναι εν προκειμένω οι εναγόμενες 3 και 4 που όμως όταν αφαιρεθούν τα ποσά που εξασφάλιζαν αυτές με τις υποθήκες τους, το υπόλοιπον εναπομείναν ποσόν μπορεί να ικανοποιήσει το όλο ή μέρος της απαίτησης των εναγόντων. Η πορεία της υπόθεσης η οποία καταχωρήθηκε την 8.02.2011 φαίνεται στο φάκελο της υπόθεσης και αντικατοπτρίζεται στα δικόγραφα και στα πρακτικά που τηρήθηκαν για τις διαδικασίες που προηγήθηκαν για κάθε εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω, για όση σημασία μπορεί να ενέχει ως προς τον προβαλλόμενο λόγο της καθυστέρησης, ότι οι ενάγοντες αιτήθηκαν τροποποίησης της έκθεσης απαιτήσεως τους με δύο συναπτές αιτήσεις. Η πρώτη αποσύρθηκε αμέσως. Σε σχέση δε με τη δεύτερη υπήρξε εξ αρχής συγκατάθεση από πλευράς εναγομένων. Η υπόθεση στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 25.10.2012 και έκτοτε αναβλήθηκε για διάφορους λόγους με τελευταία ημερομηνία ορισμού της για ακρόαση που στις 4.06.2014 οπότε και ορίστηκε για την 19.01.
  6. Στο μεταξύ υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση την 01.07.
  7. Με την αίτηση του ο εναγόμενος 1 - αιτητής αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης Υπεράσπισης του ως ακολούθως: « (α) Με την προσθήκη αμέσως μετά την υφιστάμενη παράγραφο 14 της ακόλουθης νέας παραγράφου 14 Α: «14 Α. Ο Εναγόμενος 1 αναφέρει περαιτέρω ότι η απαλλοτρίωση που γνωστοποιήθηκε με το Διάταγμα με αρ. 757/5.8.2005 για τη βελτίωση του κύριου δρόμου προς Βορόκληνη, ανακλήθηκε μερικώς με Διάταγμα ημερομηνίας 30.10.
  8. Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς απαλλοτρίωσης, προηγούνται σε σειρά προτεραιότητας τα ποσά των πωλητηρίων εγγράφων και των υποθηκών, δυνάμει της σχετικής περί τούτου Νομοθεσίας και/ή του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου.» Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκο δήλωση της η κα Έλενα Νεοφύτου, Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός με καθήκοντα υπεύθυνης στο Αρχείο Αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας. Δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της Αγωγής από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, καθώς και από όσα την πληροφορεί η Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, τα οποία έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ως αληθή. Είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο 1 - αιτητή να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Υιοθετεί το περιεχόμενο των αιτημάτων της αίτησης. Δηλώνει περαιτέρω ότι στις 18.1.2012 καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση του εναγομένου 1 κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου από τη Δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση και ότι μόλις πρόσφατα, και πάντως μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, πληροφορήθηκαν ότι η απαλλοτρίωση που γνωστοποιήθηκε με το Διάταγμα αρ. 757/5.8.2005 και Διάταγμα απαλλοτρίωσης αρ. 755 ανακλήθηκε στις 30.10.2012, πράγμα το οποίο αποτελεί γεγονός σχετικό με τα επίδικα θέματα, και για αυτό το λόγο αιτούνται όπως εγκριθεί υπό του Δικαστηρίου η παρούσα αίτηση. Όπως περαιτέρω πληροφορείται από τη Δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση και έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ως αληθή, είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση στην Υπεράσπιση του εναγομένου 1 - αιτητή, καθότι πέραν των πιο πάνω αναφερομένων, αυτή ζητείται με καλή πίστη. Εξάλλου είναι σαφές ότι οι ενάγοντες μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα, αν δημιουργείται οποιαδήποτε ταλαιπωρία. Από πλευράς των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως και ως λόγοι ενστάσεως παρατίθενται οι ακόλουθοι: «
  9. (α) Στις 18.1.12 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση των εναγομένων
  10. (β) Η ισχυριζόμενη ανάκληση της απαλλοτρίωσης έγινε στις 30.10.
  11. Από τότε έχουν περάσει σχεδόν 2 χρόνια. (γ) Δεν αναφέρει τίποτε στην Ένορκο Δήλωσή της η κυρία Έλενα Νεοφύτου για το πότε αυτό περιήλθε εις γνώση της ούτε και γιατί σημειώθηκε τόσο μεγάλη καθυστέρηση.
  12. Εν τω μεταξύ η υπόθεση παρουσιάσθηκε πολλές φορές για ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στις 25.10.12, 20.5.13, 22.11.13, 11.4.14 και όλες αυτές τις φορές είχε δοθεί ευκαιρία στον εναγόμενο 1 να ετοιμάσει την υπόθεσή του.
  13. Ο εναγόμενος 1 εκπροσωπεί τόσο την Δημοκρατία όσο και την απαλλοτριούσα αρχή και την ανακαλούσα αρχή και όλα αυτά πρέπει να ήσαν εις γνώση του αμέσως. Έτσι η αίτηση δεν μπορεί να επιτραπεί.
  14. Επιπροσθέτως η αίτηση είναι άχρηστη δεδομένου ότι στην αίτηση αναφέρεται ότι η απαλλοτρίωση ανεκλήθη. Αντίθετα στην Ένορκο Δήλωση αναφέρει ότι η ανάκληση είναι μερική. Αυτό σημαίνει ότι η ανάκληση έγινε ολικώς. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διότι είναι κακόπιστο, δεν βασίζεται στα γεγονότα και είναι άχρηστο. Το πραγματικό υπόβαθρο της ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση της κ. Χρύσας Πρωτογύρου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, η οποία πέραν της ισχυριζόμενης γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και της άρνησης των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση της κ. Έλενας Νεοφύτου η οποία συνοδεύει την αίτηση του εναγομένου 1 για τροποποίηση ημερ. 1.7.2014, αρνείται τους ισχυρισμούς της και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης όπως καταγράφηκαν πιο πάνω. Η αίτηση όπως και η ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως έχουν την ίδια νομική βάση και βασίζονται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Δ.25 Θ. 1, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 8 και 9, στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, ανέπτυξαν και υποστήριξαν αντίστοιχα τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω. Ο Δρ Α. Ποιητής υποστηρίζει τη θέση του προβάλλοντας ουσιαστικά ως λόγους την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα και τη διαφοροποίηση που εντοπίζεται στο αίτημα για τροποποίηση με ό,τι προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει. Ότι δηλαδή το διάταγμα για απαλλοτρίωση «ανακλήθηκε μερικώς» ενώ στην ένορκο δήλωση γίνεται αναφορά μόνο σε «ανάκληση» του. Κατά τον Δρ Ποιητή, αν το ορθό είναι ότι η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε πλήρως (ως η ένορκος δήλωση), τότε η επιδιωκόμενη τροποποίηση (που ισχυρίζεται ότι ανακλήθηκε μερικώς), είναι εντελώς άχρηστη και περιττή, αφού και πάλι θα προκύψει η ανάγκη καταχώρησης νέας αίτησης τροποποίησης. Εξάλλου δημιουργείται από τα πιο πάνω και σύγχυση, που προκαλεί την ανάγκη καταχώρησης εκ μέρους των εναγόντων, αίτησης για Καλύτερες και Περαιτέρω Λεπτομέρειες. Αναρωτιέται δε τι ανεκλήθη, εάν ήταν πλήρης ή μερική η ανάκληση και εάν είναι μερική σε ποιο μέρος. Παρέπεμψε δε στο Annual Practice

(1960), σελ..627 στο οποίο γίνεται αναφορά στην Sinclair v. James,
(894)3 Ch. p. 557 ότι τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν αντιφατικές ή αχρείαστες τροποποιήσεις (inconsistent or useless amendment will not be allowed). Παρόμοια η κ. Παπαμιλτιάδου με παραπομπή σε πληθώρα νομολογίας - η οποία λήφθηκε υπόψη και σε μερικές εκ των οποίων αποφάσεων γίνεται ρητή αναφορά στη συνέχεια - υποστήριξε συνοψίζοντας τα διάφορα ζητήματα που προκύπτουν σε συσχετισμό με τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία μας ότι η αίτηση του εναγομένου 1 θα πρέπει να γίνει δεκτή. Ειδικότερα για το ζήτημα της ασάφειας σε σχέση με την μερική ή εξ ολοκλήρου ανάκληση της απαλλοτρίωσης εισηγήθηκε ότι είναι σαφής η αιτούμενη τροποποίηση, όπως καταγράφεται στο αιτητικό της αίτησης, και δεν αλλοιώνεται ούτε και αποδεικνύεται με την αναφορά στην ένορκο δήλωση της κ. Έλενας Νεοφύτου απλώς περί «ανάκλησης», χωρίς την εξειδίκευση της, αν πρόκειται περί μερικής και αυτό σε καμιά περίπτωση δεν ανάγεται σε κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή. Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» Από τον πιο πάνω θεσμό προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται σε πλείστες τόσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) σελ. 33 όπου συνοψίστηκαν ως ακολούθως από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε): «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή, θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκε επίσης ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή - από τις διάφορες αποφάσεις - ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 11). Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα όπως υποβλήθηκαν με την αίτηση της πλευράς του εναγομένου 1 και την ένσταση, όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας η έγκριση του αιτήματος. Ξεκινώντας από τον λόγο που αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και την βραδυπορία με την οποία ενήργησε ο εναγόμενος 1, ενώ θα έπρεπε να γνώριζε εξ αρχής για την ανάκληση αφήνοντας να παρέλθει χρόνος δύο σχεδόν χρόνων για να υποβάλει το αίτημα του, αναφέρεται στην ένορκο δήλωση της κ. Έλενας Νεοφύτου στην παράγραφο 4 ότι «μόλις πρόσφατα» πληροφορήθηκαν ότι η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε στις 30.10.
  1. Ο συντονισμός βέβαια των διαφόρων κυβερνητικών τμημάτων με τον νομικό τους εκπρόσωπο, όπως εν προκειμένω τη Νομική Υπηρεσία, δεν θα έπρεπε να επιτρέπει τέτοια κενά και καθυστερήσεις στην αλληλοενημέρωση τους. Πιο πάνω έγινε αναφορά στον παράγοντα του χρόνου όταν υποβάλλεται ένα αίτημα για τροποποίηση δικογράφου και της συνεπαγόμενης καθυστέρησης στην εκδίκαση μιας υπόθεσης. Από όσα υποστηρίζονται στην ένορκο δήλωση της κ. Έλενας Νεοφύτου, προκύπτει ότι μόλις πρόσφατα είχαν πληροφορηθεί τα της ανάκλησης, επομένως κρίνω ότι δίδεται κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση η οποία παρατηρήθηκε και η οποία ούτως ή άλλως δεν μπορεί να κριθεί ως κακόπιστη και σε κάθε περίπτωση στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση - πριν ακόμα ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία - δεν διαβλέπω πως επιδρά δυσμενώς στα συμφέροντα των εναγόντων. Αποσκοπεί δε πράγματι στη κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης παράθεσης όλων των σχετικών γεγονότων στο δικόγραφο του εναγομένου
  2. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναγκαιότητα τροποποίησης της Υπεράσπισης προέκυψε σε μεταγενέστερο χρόνο της καταχώρησης της, εφόσον η ανάκληση κατ΄ ισχυρισμό έγινε μεταγενέστερα. Αφορά δε ζήτημα που άπτεται των επιδίκων ζητημάτων και αιτούμενη τροποποίηση και προσθήκη καθίσταται αναγκαία μετά τη διαπίστωση αυτού του γεγονότος. Ο λόγος που παρέχεται προς δικαιολόγηση του αιτήματος σε αυτό το στάδιο κρίνεται ως πειστικός. Η ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή αναλαμβάνοντας τις ευθύνες που συνεπάγεται το διάβημα σε αυτό το στάδιο εισηγείται ότι αυτές μετριάζονται με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ του καθ΄ου η αίτηση. Τα συμφέροντα των εναγόντων δεν επηρεάζονται δυσμενώς παρόλο ότι δεν παραγνωρίζεται το δικαίωμα οποιουδήποτε διαδίκου να προσδοκά στην γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης του. Ανάλογη όμως διαταγή ως προς τα έξοδα, την οποία η πλευρά του αιτητή δεν απορρίπτει και μάλιστα ρητά την εισηγείται, κρίνω ότι θα εξισορροπούσε τα πράγματα. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια τού ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη την οποία θα υποστούν οι ενάγοντες ούτε και δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων τους ούτε και εκτροχιασμός της δίκης από την έγκριση της τροποποίησης που αιτείται ο αιτητής. Παραθέτω και την υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 223 όπου τονίστηκε ότι όταν διαπιστώνεται καθυστέρηση, όπως στη προκείμενη περίπτωση, θα πρέπει να παρέχονται εξηγήσεις γι΄αυτή, λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στη δε υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 τονίστηκε ότι: «Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης.» Περαιτέρω στην υπόθεση Sait Electronic S.A. v. Dominique κ.ά,
(1992)1 Α Α..Δ. σελ. 14 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η σημασία της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου αποτιμούνται και στην Αγγλία ως παράγοντας μείζονος σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι την τροποποίηση.» Σε σχέση με το ζήτημα της ασάφειας κατά πόσο είναι μερικώς ή ολικώς που ανακλήθηκε η απαλλοτρίωση με ανάλογη επισήμανση της διαφοροποίησης του λεκτικού που χρησιμοποιείται στην αίτηση με αυτό της ενόρκου δηλώσεως, κρίνω ότι το λεκτικό που χρησιμοποιείται επί του σώματος της αίτησης και το οποίο επιδιώκεται να εισαχθεί στο δικόγραφο του εναγομένου 1 είναι αυτό που θα πρέπει να επιτραπεί και η μη χρησιμοποίηση της λέξης «μερικώς» στην ένορκο δήλωση δεν αλλάζει τα πράγματα. Εάν κριθεί αναγκαίο από πλευράς εναγόντων, όπως θα εισαχθεί στο δικόγραφο της Υπεράσπισης η επιδιωκόμενη τροποποίηση, ότι χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης, υπάρχει η δικονομική δυνατότητα η οποία ασφαλώς και μπορεί να ακολουθηθεί. Η όποια ταλαιπωρία προκαλείται στους ενάγοντες με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή του αιτήματος κρίνω ότι μπορεί να εξισορροπηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Η αίτηση με ημερομηνία 01.07.2014 διά της παρούσης εγκρίνεται και εκδίδεται ανάλογα διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως το αιτητικό της. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από της συντάξεως του παρόντος διατάγματος. Τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από της επιδόσεως στους δικηγόρους των εναγόντων της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα απολεσθέντα έξοδα συνεπεία της αιτήσεως επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/ καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 1/ αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης η ημερομηνία 19.01.2015 κατά την οποία προγραμματίστηκε η ακρόαση της υπόθεσης ακυρώνεται και ορίζεται στις 26.02.2015 για οδηγίες με σκοπό να ελεγχθεί η συμπλήρωση των δικογράφων όπως αυτά θα τροποποιηθούν. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.