DAVID FOWLES ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΟΥΚΚΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3371/2010, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3371/2010 Μεταξύ: DAVID FOWLES Ενάγοντα -και-
- ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΟΥΚΚΙΔΗ
- ΜΙΧΑΛΗ ΠΟΥΠΑΖΗ Εναγόμενων Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Παγιάσης για Α. Παπαντωνίου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Στυλιανού). Για τον Eναγόμενο αρ. 1: κ. Σαββίδης. Για τον Εναγόμενο αρ. 2: κ. Καπελάκης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει νόμιμες ή και εύλογες αποζημιώσεις λόγω της αδικοπραξίας ή και του δόλου ή και της απάτης ή και των ψευδών παραστάσεων ή και της παράβασης της σύμβασης ή και λόγω παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων 1 και 2 σε βάρος του. Διαζευκτικά αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.22.500- (ήτοι €38.443,45-) ως νόμιμη ή και εύλογη αποζημίωση για την αποκατάστασή του ή και ως αποζημίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό των Εναγομένων 1 και 2, το οποίο ποσό αντιστοιχεί στο ποσό που κατέβαλε ο Ενάγοντας για αγορά μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Επιπρόσθετα, αξιώνει διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν υποχρέωση να καλύψουν οποιαδήποτε ποσά ο Ενάγοντας είχε εγγυηθεί σε σχέση με το συμβόλαιο ενοικιαγοράς με αριθμό 0577-38-000686 και τον τρεχούμενο λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ήταν ο διευθύνον σύμβουλος και μέτοχος σε ποσοστό 50% στην εταιρεία A.K.P.CH. Entertainment Ltd, η οποία είχε συσταθεί στις 09/03/2006 και είχε τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης από τις 05/03/
- Η συγκεκριμένη Εταιρεία ασκούσε επιχειρηματικές δραστηριότητες λειτουργίας και εκμετάλλευσης μπυραρίας-καφετέριας στη Λάρνακα με την ονομασία «Club DMC». Στις 30/03/2007, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ο Ενάγοντας είχε συμφωνήσει μαζί με τον Εναγόμενο 2 την αγορά των μετοχών που είχε στην συγκεκριμένη Εταιρεία ο Φίλιππος Αυξεντίου μαζί με όλο τον εξοπλισμό και την εμπορική εύνοια της επιχείρησης έναντι τιμήματος Λ.Κ.45.000-. Το τίμημα θα καταβαλλόταν Λ.Κ.10.000- με την υπογραφή της συμφωνίας, Λ.Κ.25.000- με τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας στο όνομα του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2 και οι υπόλοιπες Λ.Κ.10.000- θα καταβάλλονταν εντός έξι μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Ο Φίλιππος Αυξεντίου είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει στον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο 2 το 50% των μετοχών, ήτοι από 25% έκαστος, που κατείχε στην Εταιρεία με την υπογραφή της συμφωνίας. Στη βάση της συγκεκριμένης συμφωνίας, τόσο ο Ενάγοντας καθώς και ο Εναγόμενος 2 είχαν καταβάλει Λ.Κ.22.500- έκαστος. Με οδηγίες του Φίλιππου Αυξεντίου τόσο ο Ενάγοντας καθώς και ο Εναγόμενος 2 είχαν καταβάλει, έκαστος, στον Εναγόμενο 1 από Λ.Κ.2.500-. Στις 02/04/2007 ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2 είχαν διορισθεί διευθύνοντες σύμβουλοι στην Εταιρεία κατέχοντας 25% των μετοχών της Εταιρείας ο καθένας από αυτούς. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Ενάγοντας μαζί με τους Εναγόμενους 1 και 2, δυνάμει προφορικής συμφωνίας μετόχων, είχαν συμφωνήσει να διαχειρίζονται τα θέματα που αφορούν τη συγκεκριμένη Εταιρεία με εύλογη επιμέλεια, χωρίς να επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα οποιουδήποτε μετόχου, ότι δεν θα έπρατταν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης είτε προς την Εταιρεία είτε προς οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων, ότι δεν θα συναγωνίζονταν προσωπικά, ή μέσω άλλων προσώπων, την Εταιρεία, ότι δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε άμεση ή και έμμεση λήψη οφέλους έναντι της Εταιρείας, ότι δεν θα επέτρεπαν να απολέσει εμπορικές δυνατότητες ή και ευκαιρίες εμπορικών συναλλαγών η Εταιρεία, ότι δεν θα υπερέβαιναν τις παρεχόμενες σε αυτούς εξουσίες, ότι δεν θα παραβίαζαν τα εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντά τους και ότι η διαχείριση και ο τρόπος λειτουργίας της Εταιρείας θα ήταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο και ευθύνη του Ενάγοντα και του Εναγομένου 2, οι οποίοι θα αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους. Από τις 02/04/2007 μέχρι και τον Ιούνιο του 2009 ο Ενάγοντας ασκούσε τα καθήκοντά του ως διευθύνον σύμβουλος στην Εταιρεία και συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη και στην πρόοδο της Εταιρείας, η οποία είχε σημαντικό κύκλο εργασιών και κερδοφορία. Παράλληλα ο Ενάγοντας, με παρότρυνση των Εναγομένων 1 και 2, είχε αφιερώσει σημαντικό χρόνο και χρήματα και είχε προβεί σε προσωπικές εγγυήσεις σε σχέση με τραπεζικές διευκολύνσεις της Εταιρείας. Ειδικότερα, την περίοδο Απρίλιο με Ιούνιο του 2007 είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.5.000- για την ανακαίνιση του υποστατικού, είχε υπογράψει ως εγγυητής της Εταιρείας στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς με αριθμό 0577-38-000686 μεταξύ της Εταιρείας και της Τράπεζας Κύπρου καθώς επίσης είχε υπογράψει ως εγγυητής της Εταιρείας σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε με βάση την αίτηση με αριθμό
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2009, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και με παράνομο τρόπο είχαν συνωμοτήσει για την καταδολίευση του Ενάγοντα και δόλια ή και αδικαιολόγητα ή και παράνομα ή και αντισυμβατικά είχαν αποκλείσει τον Ενάγοντα από το να συμμετάσχει στη διαχείριση και τη λειτουργία της Εταιρείας. Σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, ημερομηνίας 29/06/2009, ο Εναγόμενος 1 σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο 2 είχαν πληροφορήσει τον Ενάγοντα ότι απολύεται και στις 13/07/2009 του είχαν παραδώσει επιστολή με την οποία τερματιζόταν η απασχόλησή του. Ο Ενάγοντας είχε απορρίψει, με επιστολή ημερομηνίας 17/07/2009, το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγομένων 1 και
- Ο αποκλεισμός του Ενάγοντα από την Εταιρεία του είχε προκαλέσει σημαντικές ζημιές καθώς και απώλεια επαγγελματικών και επενδυτικών ευκαιριών. Ως λεπτομέρειες παράβασης της συμφωνίας ή και της κατάχρησης εμπιστοσύνης ή και απάτης ή και της δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2, ο Ενάγοντας καταγράφει τον αντισυμβατικό αποκλεισμό του στη διαχείριση των θεμάτων της Εταιρείας με απώτερο σκοπό την ιδιοποίηση της περιουσίας της Εταιρείας από τους Εναγόμενους 1 και
- Επιπρόσθετα, είχαν παραβιάσει, οι Εναγόμενοι 1 και 2, το καθήκον πίστεως προς την Εταιρεία, την υποχρέωση μη συναγωνισμού της Εταιρείας με αποτέλεσμα η Εταιρεία να απολέσει εμπορικές δυνατότητες ή και άλλες ευκαιρίες που της είχαν παρουσιαστεί και είχαν υπεξαιρέσει ή και ιδιοποιηθεί ή και κατακρατήσει, οι Εναγόμενοι 1 και 2, περιουσία της Εταιρείας σε βάρος του Ενάγοντα. Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η συμπεριφορά ή και οι πράξεις των Εναγομένων 1 και 2 προέκυψαν ως αποτέλεσμα της παράβασης των εκ του νόμου ή και των κανονισμών ή και των θέσμιων ή και των συμβατικών καθηκόντων των Εναγομένων 1 και 2 ως διευθυντών της Εταιρείας. Καταγράφει ως λεπτομέρειες των ειδικών του ζημιών το ποσό των Λ.Κ.22.500-, το οποίο είχε καταβάλει για την αγορά των μετοχών της Εταιρείας, το ποσό των Λ.Κ.5.000- το οποίο είχε καταβάλει για την ανακαίνιση του υποστατικού, την απώλεια του ποσού των Λ.Κ.1.000- μηνιαίως που λάμβανε ως μισθό από τον Ιούλιο του 2009 και την απώλεια του μεριδίου ή και του ποσοστού που του αναλογούσε στα κέρδη της Εταιρείας από τον Ιούλιο του 2009 μέχρι και τον Μάρτιο του
- Ο Εναγόμενος 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του ισχυρίζεται ότι ήταν ο νόμιμος δικαιούχος και κάτοχος του ακινήτου στο οποίο η εταιρεία A.K.Ρ.CH Entertainment Ltd διατηρούσε το επίδικο μπαράκι ή καφέ. Ο ίδιος διατηρούσε μπαράκι απέναντι από το επίδικο υποστατικό, πράγμα το οποίο γνώριζε ο Ενάγοντας, καθώς και ο Εναγόμενος 2, πριν υπογράψουν τη συμφωνία με τον Φίλιππο Αυξεντίου. Ο Εναγόμενος 1 είχε συμφωνήσει με τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο 2 ότι θα παραχωρούσε στην Εταιρεία άδεια χρήσεως του συγκεκριμένου υποστατικού έναντι της καταβολής ενοικίου ύψους €1.571- μηνιαίως. Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε είχε προβεί σε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία με τον Ενάγοντα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί όπως ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 2 εργάζονται στην επίδικη Εταιρεία ως διευθυντές με αμοιβή όμως σε καμιά περίπτωση δεν θα είχαν τον αποκλειστικό έλεγχο της εν λόγω επιχείρησης. Ο ίδιος, ο Εναγόμενος 1, ήταν διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος της Εταιρείας και ήταν ένας εκ των προσώπων που λάμβαναν αποφάσεις σε σχέση με τη διοίκηση και τον έλεγχο της Εταιρείας. Στα πλαίσια των εργασιών της Εταιρείας είχε ανοιχθεί τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό 0577-11-000897 στην Τράπεζα Κύπρου και είχε συμφωνηθεί όπως οι επιταγές της Εταιρείας υπογράφονται από τρία άτομα, τον Ενάγοντα και τους Εναγομένους 1 και
- Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι κατά την περίοδο που ο Ενάγοντας εργοδοτείτο στην Εταιρεία ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του ή και με παράνομο τρόπο ή και αμελώς ή και με δόλιο ή και με μη ικανοποιητικό τρόπο με αποτέλεσμα να αμαυρώσει το καλό όνομα της Εταιρείας στους προμηθευτές και να προκαλέσει ζημιά και απώλειες στην Εταιρεία και κατ' επέκταση στους μετόχους της. Από τον καιρό που εργαζόταν ή και που ήταν υπεύθυνος, ο Ενάγοντας, στο επίδικο μπαράκι η επιχείρηση παρουσίαζε αδικαιολόγητες ζημιές ή και απώλειες για τις οποίες αποκλειστική ευθύνη έφερε ο Ενάγοντας. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας κατά τη διαχείριση της επιχείρησης ενήργησε με δόλιο τρόπο ή και εξαπάτησε τους μετόχους ή και τον Εναγόμενο 1 προκαλώντας στον ίδιο ή και στην Εταιρεία ζημιά. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και του δόλου ή και της απάτης ο Εναγόμενος 1 καταγράφει ότι ο Ενάγοντας συστηματικά δεν του επέτρεπε να ελέγχει τα βιβλία ή και τους λογαριασμούς ή και τα εισιτήρια και εισπράξεις της Εταιρείας, ότι συστηματικά ο Ενάγοντας δεν πλήρωνε τους προμηθευτές της Εταιρείας με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στην Εταιρεία χρέη ή και υποχρεώσεις, ότι δεν ενημέρωνε το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας αναφορικά με τη διαχείριση της επιχείρησης ή και τους παρουσίαζε ψεύδη στοιχεία, ότι προσλάμβανε υπαλλήλους χωρίς να ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο ως όφειλε, ότι προέβαινε σε αυξήσεις στο μισθό του χωρίς προηγουμένως να ενημερώνει το Διοικητικό Συμβούλιο, ότι δεν πλήρωνε ή και καθυστερούσε να πληρώνει τους λογαριασμούς της Αρχής Ηλεκτρισμού ή και του νερού ή και του τηλεφώνου της επιχείρησης, ότι δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις συγγενικά του πρόσωπα, τα οποία ουδέποτε είχαν δουλέψει στην επιχείρηση, ως υπαλλήλους της Εταιρείας. Επιπρόσθετα, επεδείκνυε εχθρική ή και ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους Εναγομένους 1 και 2, δεν παρέδιδε στους λογιστές ή και στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας όλες τις αποδείξεις ή και τα τιμολόγια, ότι με δόλο ή και με σκοπό την εξαπάτηση του Εναγόμενου 1 εξέδιδε επιταγές σε τρίτα άτομα χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την υπογραφή του Εναγόμενου
- Ο Εναγόμενος 1, με επιστολές του δικηγόρου του, μαζί με τον Εναγόμενο 2 είχαν αναφέρει επανειλημμένα στον Ενάγοντα ότι ο τρόπος διαχείρισης της Εταιρείας από μέρους του δημιουργούσε προβλήματα στην Εταιρεία. Λόγω του ότι δεν προέβαινε, ο Ενάγοντας, σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να διορθώσει τα προβλήματα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κάλεσαν συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και ενημέρωσαν προς τούτο τον Ενάγοντα, εξ ου και ο Ενάγοντας ήταν παρών στη συγκεκριμένη συνεδρία στις 29/06/09, όπου αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης του Ενάγοντα και κλήθηκε να παραδώσει τα βιβλία και τις αποδείξεις της Εταιρείας στους λογιστές ή και στο Διοικητικό Συμβούλιο, πλην όμως αμέλησε να το πράξει. Στις 24/07/09 ο Εναγόμενος 1, με επιστολή του δικηγόρου του, κάλεσε τον Ενάγοντα να επισκεφθεί τα γραφεία της Εταιρείας για να λάβει οποιαδήποτε ποσά δικαιούτο. Ήταν περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου 1 ότι ο Ενάγοντας απολύθηκε από υπάλληλος της Εταιρείας και ότι ουδέποτε είχε παυθεί από Διοικητικός Σύμβουλός της και ως εκ τούτου μπορούσε πάντοτε να λαμβάνει μέρος στη διαχείριση της Εταιρείας. Ο Ενάγοντας δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι όλες οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας είχαν ληφθεί νόμιμα και κανονικά. Υποστηρίζει ότι τα βιβλία της Εταιρείας τα κατέχει ο λογιστής της καθότι η Εταιρεία βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Προβάλλει τη θέση, ο Εναγόμενος 1, ότι ο ίδιος έχει επενδύσει πολλά χρήματα και κόπο στη συγκεκριμένη επιχείρηση, η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση λόγω της συμπεριφοράς και των ενεργειών του Ενάγοντα και έχει υποστεί ζημιές και απώλειες. Ως ζημιές του καταγράφει το ποσό των €20.000- το οποίο έδωσε για ανακαίνιση του υποστατικού της Εταιρείας και το ποσό των €29.000- ως ποσό το οποίο προκύπτει από την παραχώρηση της άδειας για χρήση του συγκεκριμένου υποστατικού. Επιπρόσθετα, ενάγεται ο ίδιος ως εγγυητής στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς της Τράπεζας Κύπρου καθώς και σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος διατηρείται στην Τράπεζα Κύπρου και κινδυνεύει να εκδοθεί απόφαση εναντίον του για την καταβολή των συγκεκριμένων ποσών που οφείλονται. Ανταπαιτεί νόμιμες αποζημιώσεις για την αμέλεια, τον δόλο, την απάτη και την κακοδιαχείριση της Εταιρείας από τον Ενάγοντα, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €49.000-, αναγνωριστικό διάταγμα ότι ο Ενάγοντας υποχρεούται να καταβάλει ή και να καλύψει οποιαδήποτε ποσά είχε εγγυηθεί ο Εναγόμενος 1 ή διαζευκτικά διάταγμα που να διατάσσει τον Ενάγοντα να καταβάλει ο ίδιος το ποσό των €10.785,06- καθώς και τους τόκους του τρεχούμενου λογαριασμού στην Τράπεζα Κύπρου. Επιπρόσθετα, ζητείται προστακτικό διάταγμα που να διατάσσει τον Ενάγοντα να παραδώσει στον εκκαθαριστή τα οποιαδήποτε αντικείμενα της Εταιρείας τα οποία κατακρατεί καθώς και όλα τα βιβλία ή και τα έγγραφα ή και τις αποδείξεις που έχει στην κατοχή του και αφορούν την Εταιρεία. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 ήταν πανομοιότυπη με την Υπεράσπιση του Εναγόμενου
- Ο Ενάγοντας, David Fowles, (Μ.Ε.1), έδωσε ο ίδιος μαρτυρία για να προωθήσει την υπόθεσή του. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε γραπτή κατάθεση η οποία είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Στη γραπτή του δήλωση ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ζητά από το Δικαστήριο την αποκατάστασή του για τις ζημιές που είχε υποστεί συνεπεία της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2 σε βάρος του. Υποστήριξε ότι στις αρχές του 2007 είχε προσεγγιστεί από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος του είχε αναφέρει ότι υπήρχε μια πολύ καλή επιχειρηματική ευκαιρία. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 ενδιαφερόταν όπως ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 αγοράσουν το ποσοστό 50% στην εταιρεία A.K.P.CH Entertainment Ltd, το οποίο ανήκε στον Φίλιππο Αυξεντίου, στην οποία ο ίδιος ήταν συνεταίρος κατά 50%. Η συγκεκριμένη Εταιρεία ασκούσε επιχειρηματικές δραστηριότητες λειτουργίας και εκμετάλλευσης μπυραρίας ή και νυκτερινού κέντρου. Ο Εναγόμενος 1 του είχε παρουσιάσει ως εξαιρετική την συγκεκριμένη επιχειρηματική ευκαιρία και του είχε υποσχεθεί ότι θα βοηθούσε και ο ίδιος στην ανάπτυξή της μέσω της άλλης επιχείρησης του που διατηρούσε και συγκεκριμένα την μπυραρία "SAVINΟ". Στις 30/03/2007 ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 με γραπτή συμφωνία είχαν συμφωνήσει όπως αγοράσουν, από τον Φίλιππο Αυξεντίου, τα δικαιώματα που είχε στη συγκεκριμένη επιχείρηση, ήτοι τον εξοπλισμό και την εμπορική εύνοια της επιχείρησης, στην τιμή των Λ.Κ.45.000-. Η καταβολή του συγκεκριμένου ποσού θα ήταν ως ακολούθως: Λ.Κ.10.000- με την υπογραφή της συμφωνίας, Λ.Κ.25.000- με την μεταβίβαση των μετοχών της Εταιρίας στα ονόματα των αγοραστών και οι υπόλοιπες Λ.Κ.10.000- μετά παρέλευση έξι μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι τόσο ο ίδιος, καθώς και ο Εναγόμενος 2, είχαν καταβάλει έκαστος το ποσό των Λ.Κ.22.500- και με οδηγίες του Φίλιππου Αυξεντίου είχαν καταβάλει έκαστος ποσό ύψους Λ.Κ.2.500- προσωπικά στον Εναγόμενο
- Από τις 02/04/2007 ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 είχαν διοριστεί ως διευθυντές στην Εταιρεία κατέχοντες 25% των μετοχών της Εταιρείας. Αμέσως προχώρησαν σε ανακαίνιση του χώρου, τον οποίο και μετονόμασαν σε «DMC Club». Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν απασχολημένος με τις δικές του επιχειρήσεις, είχε συμφωνηθεί προφορικά ότι η διαχείριση και ο τρόπος λειτουργίας της Εταιρείας θα ήταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο και την ευθύνη του ιδίου και του Εναγόμενου 2 και ότι η διαχείριση των θεμάτων που αφορούσαν την Εταιρεία θα γινόταν με εύλογη επιμέλεια και χωρίς προσωπικό συναγωνισμό. Ο Εναγόμενος 1 είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα ανταγωνιζόταν την επιχείρηση, αλλά, αντίθετα, θα την ενίσχυε προωθώντας τους δικούς του πελάτες προς την επιχείρηση. Οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις του Εναγόμενου 1 ήταν και ο λόγος που ο ίδιος είχε αγοράσει τις μετοχές της συγκεκριμένης Εταιρείας. Στις 02/04/2007 και μέχρι τον Ιούνιο του 2009 είχε αναλάβει με τον Εναγόμενο 2 τη διαχείριση της Εταιρείας και ασκούσε καθήκοντα διευθυντή. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του είχε συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη και στην πρόοδο της Εταιρείας, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο είχε σημαντική αύξηση του κύκλου εργασιών της με την πιο κερδοφόρα της περίοδο να είναι μεταξύ Ιούλιο και Αυγούστου καθώς επίσης και Δεκέμβριο λόγω της άφιξης τουρισμού καθώς και των φοιτητών. Στα πλαίσια των καθηκόντων του είχε αφιερώσει σημαντικό χρόνο και είχε συμβάλει στην πρόοδο και επιτυχή λειτουργία της Εταιρείας. Είχε καταβάλει, μετά από προτροπή των Εναγομένων 1 και 2, προσωπικά του λεφτά για την ανάπτυξη της Εταιρείας και είχε εγγυηθεί διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις της Εταιρείας. Συγκεκριμένα, είχε καταβάλει Λ.Κ.5.000- για την ανακαίνιση του υποστατικού και είχε υπογράψει ως εγγυητής της Εταιρείας στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερομηνίας 18/05/2007 μεταξύ της Εταιρείας και της Τράπεζας Κύπρου καθώς επίσης και ως εγγυητής της Εταιρείας στο συμβόλαιο τρεχούμενου λογαριασμού, ημερομηνίας 30/04/2007, μεταξύ της Εταιρείας και της Τράπεζας Κύπρου. Τον Ιούνιο του 2009 οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι είχαν την πλειοψηφία των μετοχών της Εταιρείας, με παράνομο τρόπο είχαν συνωμοτήσει και τον είχαν αποκλείσει από το να συμμετάσχει στη διαχείριση και λειτουργία της Εταιρείας. Με επιστολή τους, ημερομηνίας 23/06/2009, του είχαν ζητήσει να παρευρεθεί σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και εκεί τον πληροφόρησαν προφορικά ότι οι υπηρεσίες του προς την Εταιρεία τερματίζονταν και του απαγόρευσαν την εκτέλεση οποιωνδήποτε καθηκόντων σχετικών με τη λειτουργία της Εταιρείας. Περί τις 13/07/2009 του είχαν παραδώσει επιστολή με ημερομηνία 01/07/2009 με την οποία τερματιζόταν και γραπτώς η απασχόλησή του στην Εταιρεία. Στις 17/07/2009 ο ίδιος είχε απαντήσει με δική του επιστολή επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά του και απορρίπτοντας ως ψευδές και απαράδεκτο το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγομένων 1 και
- Κατά τη δική του άποψη απώτερος στόχος των Εναγομένων 1 και 2 ήταν η πρόκληση, στον ίδιο, ζημιών καθώς επίσης και η απώλεια επαγγελματικών και επενδυτικών ευκαιριών. Οι ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 σκοπό είχαν να λάβουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Εταιρείας κατά τους πιο κερδοφόρους μήνες του έτους και να λάβουν αποκλειστικά οι ίδιοι τα σχετικά κέρδη, τα έσοδα και τα οφέλη της Εταιρείας. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενώ γνώριζαν ότι η συμμετοχή του στην Εταιρεία είχε αποκλειστεί παράνομα και αντισυμβατικά, του στέρησαν το δικαίωμα να συμμετάσχει στη διαχείριση της Εταιρείας με σκοπό να ιδιοποιηθούν την περιουσία και τα κέρδη της και ακολούθως να την αφήσουν να εκκαθαριστεί ή και να προκαλέσουν οι ίδιοι την εκκαθάρισή της. Είχαν παραβιάσει, είναι ο ισχυρισμός του, οι Εναγόμενοι 1 και 2 το καθήκον πίστεως τους προς την Εταιρεία και τη σχέση εμπιστοσύνης τους προς τον ίδιο, καθώς και την υποχρέωση μη συναγωνισμού της Εταιρείας. Είχαν απολεσθεί εμπορικές δραστηριότητες, όπως συμφωνίες με παγκοσμίας φήμης διοργανωτές εκδηλώσεων. Υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπεξαίρεσαν, ιδιοποιήθηκαν και κατακράτησαν περιουσία της Εταιρείας χωρίς να του καταβάλουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα και προέβησαν σε παράνομες πράξεις, οι οποίες του προκάλεσαν ζημιά και παραβίασαν τα προσωπικά του δικαιώματα. Η Εταιρεία είχε διαλυθεί, είναι η θέση του, σκόπιμα και μετά από συμπαιγνία των Εναγομένων 1 και
- Η διάλυση της Εταιρείας είχε προέλθει από την απαίτηση της εταιρείας V.M.CAVAWAY LIMITED, στην Αγ. Αρ. 184/09 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για χρέος ύψους €5.500-. Ο φυσικός διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας σε εκείνη την αγωγή, ο κ. Μωϋσέως, ήταν και εξακολουθεί να είναι καλός φίλος με τον Εναγόμενο
- Ο ίδιος είχε επικοινωνήσει με τον διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας και του είχε ζητήσει όπως συμφωνηθεί διακανονισμός της συγκεκριμένης οφειλής με σταδιακή αποπληρωμή για να ενημερωθεί από τον διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας, στην Αγ. Αρ. 184/09, ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αντίθετος σε ένα τέτοιο διακανονισμό. Αργότερα και περί τις 02/06/2010, η Ενάγουσα Εταιρεία σε εκείνη την αγωγή, μαζί με το «DMC Club» και ακόμα μια μπυραρία είχαν διοργανώσει από κοινού εκδηλώσεις και είχαν προβάλει και προωθήσει τις υπηρεσίες τους. Το επίδικο υποστατικό φαίνεται να διαχειρίζεται η εταιρεία «Marian Ragnes Trading Ltd», στην οποία διατηρεί συμφέροντα η σύζυγος του Εναγομένου
- Όλα αυτά τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι αποκλειστικός στόχος των Εναγομένων 1 και 2 ήταν να αποκλείσουν τον ίδιο από τη διαχείριση της Εταιρείας και να καρπούνται τα κέρδη της μέσω άλλων νομικών προσώπων. Ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη συνεδρία και οι οποιεσδήποτε αποφάσεις της Εταιρείας με τις οποίες τον απέκλεισαν από το να συμμετάσχει σε αυτή είναι χωρίς υπόσταση, είναι άκυρες και χωρίς οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα γιατί δεν εγκρίθηκαν και δεν υπογράφτηκαν από όλα τα αναγκαία πρόσωπα. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των Εναγομένων, ο ίδιος έχει υποστεί τις απώλειες και τις ζημιές που κατέγραψε στην Έκθεση Απαίτησής του και αξιώνει το συνολικό ποσό των Λ.Κ.22.500- που αντιστοιχεί στο ποσό που ο ίδιος είχε καταβάλει για την αγορά του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας, το ποσό των Λ.Κ.5.000- που είχε καταβάλει για την ανακαίνιση του υποστατικού που χρησιμοποιείτο για την άσκηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εταιρείας καθώς και απώλεια μισθού ύψους €1.000- μηνιαίως. Παράλληλα είχε απολέσει το ποσοστό που του αναλογούσε από τα κέρδη της Εταιρείας. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ως τεκμήρια το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας, δέσμη εγγράφων που αφορούσαν τους μετόχους και τον γραμματέα της Εταιρείας, ιδρυτικό καταστατικό της Εταιρείας, έντυπα ΗΕ4 και ΗΕ57, έντυπο έρευνας στον Έφορο Εταιρειών, τη συμφωνία πώλησης της επιχείρησης, αντίγραφα των επιταγών και των αποδείξεων εισπράξεων, το ενοικιαστήριο έγγραφο, την επιστολή ημερομηνίας 23/06/2009, την επιστολή τερματισμού απασχόλησής του, την επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 17/07/2009, την απαντητική επιστολή ημερομηνίας 24/07/2009, επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 08/05/2009, κατάσταση οφειλών της Εταιρείας προς την εταιρεία Cavaway, φωτογραφίες του «Jungle Club», αποδείξεις αγοράς ποτών από την εταιρεία DMC, αντίγραφα των αγωγών με αριθμό 917/11 και 1155/11 και επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 06/02/2013 και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 2 μέχρι
- Εξήγησε ότι όταν ο ίδιος είχε αγοράσει μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας, η Εταιρεία βρισκόταν σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση. Όμως, με τη δική του συμβολή, η Εταιρεία είχε αρχίσει να κερδίζει τόσο σε όνομα καθώς και σε επιχειρηματικές δραστηριότητες. Κάποια από τα κέρδη τα είχαν μοιραστεί οι μέτοχοι και κάποια άλλα επιστρέφονταν στην Εταιρεία. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, ήταν η θέση του ότι από την αρχή είχε διαισθανθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αφού δεν βοηθούσε στη διαχείριση της εταιρείας, δεν έστελνε πελάτες όπως είχε υποσχεθεί και δεν επισκεπτόταν το υποστατικό. Εδώ και δυο χρόνια εργάζεται στην Λεμεσό, στην εταιρεία Capital Intelligence, της οποίας έχει δημιουργήσει το λογισμικό σύστημα. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος διαμένει στη Λάρνακα και εργάζεται στη Λεμεσό. Ήταν η θέση του ότι είχε μιλήσει αρχικά με τον Εναγόμενο 2, μετά με τον Εναγόμενο 1 και στο τέλος είχε μιλήσει με τον κ. Αυξεντίου, ο οποίος θα του πωλούσε τις μετοχές του στην Εταιρεία. Το έγγραφο είχε καταρτιστεί σε δικηγορικό γραφείο. Παραδέχθηκε ότι είχε δουλέψει και σε άλλα κέντρα διασκέδασης στις Φοινικούδες. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι λόγω του κύκλου εργασιών που είχε προηγουμένως θα προσπαθούσε να προσελκύσει πελάτες στο υποστατικό. Όσον αφορά το ποσό των Λ.Κ.2.500-, που δόθηκε στον Εναγόμενο 1 από την πώληση των μετοχών, ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο κ. Αυξεντίου το χρωστούσε στον Εναγόμενο 1, ο Εναγόμενος 1 ήταν πάντοτε παρών σε όλες τις συζητήσεις που γινόντουσαν και οι δύο επιταγές είχαν δοθεί στον ίδιο, του ποσού των Λ.Κ.2.500-. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο λόγος που είχε αγοράσει τις μετοχές ήταν γιατί ο ίδιος θα λειτουργούσε την επιχείρηση μαζί με τον Εναγόμενο
- Όμως, ο Εναγόμενος 1 προσπαθούσε να επιβάλει τη θέση του και γι' αυτό ο ίδιος είχε ζητήσει συνάντηση γιατί αν γνώριζε κάτι τέτοιο δεν θα αγόραζε τις μετοχές γιατί είχε δανειστεί το ποσό των €50.000-. Ερωτηθείς για την ανακαίνιση υποστήριξε ότι η ανακαίνιση είχε αρχίσει τέλος Απριλίου με αρχές Μαΐου του
- Απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 1 είχε συνεισφέρει το ποσό των Λ.Κ.10.000- για τις ανακαινίσεις. Εξήγησε ότι η ανακαίνιση είχε στοιχίσει πέραν των Λ.Κ.50.000- και ο Εναγόμενος 1 είχε συνεισφέρει μόνο το ποσό των Λ.Κ.7.000-. Παραδέχθηκε ότι στο τέλος του 2007 η Εταιρεία ήταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση, αφού όλα τα λεφτά διοχετεύονταν στην ανακαίνιση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι καταβάλλονταν όλες οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Κυβέρνηση λίγο καθυστερημένα. Ήταν η θέση του ότι υπεύθυνος για τα βιβλία καθώς και το βιβλιάριο των επιταγών ήταν ο Εναγόμενος 2 και προώθησε την άποψή ότι δεν θυμόταν να υπήρχαν ζημιές για το έτος 2007 ή το έτος 2008 αφού ο κύκλος εργασιών της Εταιρείας αυξανόταν. Παραδέχθηκε επίσης ότι στα δάνεια είχε υπογράψει ο ίδιος ως εγγυητής όπως και οι Εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του είναι επίσης υπόχρεοι για τα συγκεκριμένα δάνεια. Σε σχέση με τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας παραδέχθηκε ότι είχε ενημερωθεί και ισχυρίστηκε ότι όταν μετέβηκε στη συνεδρία είχε βρει τους Εναγόμενους 1 και 2 με ένα μαγνητόφωνο στο χέρι. Ήταν και οι δύο έτοιμοι να ψηφίσουν τον Εναγόμενο 1 ως πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, όμως λόγω του ότι ο ίδιος αντιτίθετο του ανακοίνωσαν ότι τερματίζονταν οι υπηρεσίες του και αργότερα του έστειλαν την επιστολή Τεκμήριο
- Έκτοτε, δεν του επέτρεψαν να συνδράμει σε οποιαδήποτε απόφαση είχε σχέση με το υποστατικό. Λόγω του ότι δεν συμφωνούσε με τις πράξεις των Εναγομένων, δεν υπέγραψε τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Ερωτηθείς για τις σχέσεις της Εταιρείας με την εταιρεία προμήθειας ποτών Cavaway και την καταχωρηθείσα αίτηση διάλυσης της Eταιρείας υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε μιλήσει με τον κ. Μωϋσέως, ο οποίος του είχε αναφέρει ότι θα κινούσε αγωγή για το οφειλόμενο ποσό των €5.000-. Όταν του ανέφερε ότι η Εταιρεία μπορούσε να του πληρώσει το ποσό των €5.000-, ο κ. Μωϋσέως υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει γιατί ο Εναγόμενος 1 αρνείτο. Όσον αφορά την επέκταση της επιχείρησης, ήταν η θέση του ότι υπήρχε συμφωνία με παραγωγούς για να φέρνουν «dj's» στο μαγαζί για τη διοργάνωση κάποιων εκδηλώσεων. Όμως, ο κ. Πουπάζης είχε διαλύσει τις συγκεκριμένες συμφωνίες. Κάποιες από αυτές τις εκδηλώσεις είχαν διεκπεραιωθεί, τον Ιούλιο είχαν γίνει δύο τέτοιες εκδηλώσεις και το υποστατικό είχε γεμίσει με κόσμο. Ο ίδιος, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε εργαστεί για τη διοργάνωση αυτών των δύο εκδηλώσεων. Οι εισπράξεις χρησιμοποιούνταν για την πληρωμή των «djs » καθώς και για τα υπόλοιπα έξοδα της επιχείρησης. Οπόταν, όσα λεφτά είχαν εισπραχθεί επενδύονταν πίσω στο κατάστημα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε αφήσει απλήρωτα δεκαπέντε ενοίκια και ισχυρίστηκε ότι είχε πληρωθεί ο Εναγόμενος 1 σε μετρητά το ενοίκιο και εκείνος είχε εκδώσει επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας για την καταβολή του ενοικίου. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλλε το ποσό του ενοικίου, την εκδοθείσα απόφαση την κρατούσε ο ίδιος. Παραδέχθηκε ότι πολλές από τις δουλειές της εταιρείας γίνονταν με μετρητά λεφτά γιατί δεν υπήρχε βιβλιάριο επιταγών. Παραδέχθηκε επίσης, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι είχε προσλάβει διάφορους ανθρώπους της εμπιστοσύνης του για να προσελκύσουν πελάτες στο κατάστημα. Όσον αφορά την ανακαίνιση, ήταν η θέση του ότι ο κ. Κουκκίδης επέμεινε στην ανακαίνιση με αποτέλεσμα ο λογαριασμός της Εταιρείας να φθάσει στα όριά του, ενώ παράλληλα ανέφερε ότι το υποστατικό ήταν σε κακά χάλια. Υποστήριξε ότι όταν χρεοκόπησε η Εταιρεία ο εξοπλισμός της είχε παραμείνει στο υποστατικό, το οποίο διαχειρίζεται ο Εναγόμενος 1 παρόλο που προηγουμένως είχε αναφέρει ότι είχε μεταφέρει τα τραπέζια, τις καρέκλες και άλλο εξοπλισμό σε αποθήκη. Επέμενε στην θέση του ότι δεν υπήρχε βιβλιάριο επιταγών και ότι λειτουργούσε η Εταιρεία με μετρητά. Υποστήριξε ότι οι πλασιέ πληρώνονταν σε μετρητά μόνο για να ανατρέψει λίγο αργότερα τον εαυτό του, λέγοντας ότι έδιναν επιταγές στους πλασιέ, από τους οποίους ζητούσαν να πάνε στον κ. Κουκκίδη να τους τις υπογράψει. Σε σχέση με τα μερίσματα ήταν η θέση του ότι το 2007 είχαν πάρει μέρισμα ο ίδιος και ο κ. Πουπάζης από Λ.Κ.1.000 και ο κ. Κουκκίδης Λ.Κ.2.000- ενώ το 2008 δεν είχαν πάρει οποιοδήποτε μέρισμα. Αντεξεταζόμενος, από τον συνήγορο του Εναγομένου 2, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε ρόλο διευθυντή της Εταιρείας και ο Εναγόμενος 2 ήταν μαζί του καθόλη τη διάρκεια της συμφωνίας μέχρι και τον Μάιο του
- Όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν από κοινού, πλην του τελευταίου μηνός που είχε αποχωρήσει. Παραδέχθηκε ότι το μέρισμα του 2007 είχε διανεμηθεί Λ.Κ.2.000- στον Εναγόμενο 1 και από Λ.Κ.1.000- στον ίδιο και στον Εναγόμενο
- Υποστήριξε ότι τα λογιστικά βιβλία τα κρατούσε ο κ. Πουπάζης σε μια βαλίτσα. Επέμενε ότι ο ίδιος είχε παραδώσει τα έγγραφα που κρατούσε στον λογιστή. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Κωνσταντίνος Fowles, (Μ.Ε.2), αδελφός του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τον Ιούλιο του 2009 ο ίδιος γνώριζε ότι ο αδελφός του είχε προβλήματα στην Εταιρεία στην οποία ήταν μέτοχος κατά 25%. Τα προβλήματα που υπήρχαν ήταν με τον κ. Κουκκίδη, ο οποίος ήταν μέτοχος κατά 50%. Ο ίδιος είχε επισκεφθεί τον κ. Κουκκίδη τον Ιούλιο του 2009 για να εξαγοράσει τις μετοχές που κατείχε έναντι κάποιου ποσού και να τις μεταφέρει στον αδελφό του. Είχε προσφέρει το ποσό των €100.000- για την εξαγορά των μετοχών και ο κ. Κουκκίδης είχε αντιπροβάλει το ποσό των €200.000-. Με το ποσό που ζητούσε ο κ. Κουκίδης δεν μπορούσε να βρεθεί οποιαδήποτε λύση. Τότε ο ίδιος είχε ζητήσει από τον κ. Κουκκίδη να αγοράσει το μερίδιο του αδελφού του για το ποσό των €45.000-. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγόμενου 1 επέμενε στη θέση του ότι είχε συναντηθεί με τον κ. Κουκκίδη τον Ιούλιο του 2009 και τότε ήταν που διαπίστωσε ότι ο κ. Κουκκίδης αξιολογούσε το 50% των μετοχών του στο ποσό των €200.000-. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι κατά τη δική του άποψη η Εταιρεία πήγαινε καλά στα οικονομικά της. Διερωτήθηκε γιατί δεν εξαγόρασαν τις μετοχές του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι 1 και 2, αφού αντιμετώπιζαν προβλήματα συνεννόησης και επέλεξαν να τον απολύσουν. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να καταβάλει το ποσό των €100.000- για να βοηθήσει τον αδελφό του. Γι' αυτό και είχε επισκεφθεί τον κ. Κουκκίδη για ανεύρεση ενός φιλικού συμβιβασμού. Κατέληξε ότι ήταν λάθος του κ. Κουκκίδη να μην του πωλήσει τις μετοχές στην τιμή των €100.000- Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Αθηνά Κώστη, (Μ.Ε.3), Λειτουργό Φ.Π.Α., η οποία είχε ετοιμάσει στοιχεία που αφορούσαν την Εταιρεία μέχρι και τις 30/06/
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 20, δέσμη εγγράφων που αφορούσε τις εκροές της Εταιρείας από το 2006 μέχρι το
- Αντεξετασθείσα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν μπορούσε να γνωρίζει το κέρδος της συγκεκριμένης Εταιρείας την συγκεκριμένη περίοδο. Όμως, γνώριζε ότι η Υπηρεσία Φ.Π.Α. είχε προχωρήσει ποινικά εναντίον της Εταιρείας για τη μη καταβολή των οφειλών της σε σχέση με το οφειλόμενο Φ.Π.Α.. Λόγω του ότι είχε δοθεί εξ ακοής μαρτυρία που αφορούσε συνομιλία του Ενάγοντα με τον κ. Βάσο Μωϋσέως, ζητήθηκε η κλήτευσή του, από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2, για σκοπούς αντεξέτασής του. Αντεξετασθείς ο κ. Βάσος Μωϋσεώς, (Μ.Ε.4), ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν να είχε λάβει τηλεφώνημα από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με τη δική του μνήμη, ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει πέραν από δέκα φορές για να εξοφληθεί το υπόλοιπό του. Είχε τηλεφωνήσει τόσο στον Ενάγοντα καθώς και τον Εναγόμενο 2, χωρίς οποιαδήποτε ανταπόκριση. Επανεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος γνώριζε, ως υπεύθυνο στο μέρος, τον Ενάγοντα. Ό,τι είχε να κάνει με λεφτά το διαχειριζόταν ο Ενάγοντας. Οι Ενάγοντες 1 και 2 επέλεξαν να μην προσκομίσουν μαρτυρία. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς του Ενάγοντα όλες οι πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις . Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες του Ενάγοντα, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μαρτυρία είχε δοθεί μόνο από την πλευρά του Ενάγοντα. Η μαρτυρία τόσο του Ενάγοντα καθώς και του αδελφού του ήταν κατά κύριο λόγο υπερβολική. Ο Ενάγοντας προσπάθησε με σθένος να παρουσιάσει μια επιχειρηματική δραστηριότητα, άλλως «business venture», ως απάτη και δόλια συμπεριφορά προφανώς ξεχνώντας ότι είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως γνώστη του θέματος και πολύ καλό επιχειρηματία. Ο Ενάγοντας οικειοθελώς είχε συμφωνήσει να αγοράσει τα δικαιώματα του Φίλιππου Αυξεντίου στην επιχείρηση, μπαράκι - καφέ, με την ονομασία «DMC Club», την οποία διατηρούσε η εταιρεία A.K.P.CH. Entertainment Ltd καθώς και το 25% των μετοχών του στην συγκεκριμένη Eταιρεία έναντι του ποσού των Λ.Κ.22.500-, Τεκμήριο
- Παρουσίασε τον εαυτό του ως έμπειρο επιχειρηματία με παρά πολλές γνώσεις και μια επιτυχή καριέρα σε τέτοιου είδους εγχειρήματα πλην όμως παρουσίασε την θέση ότι εξαπατήθηκε κυρίως από τον Εναγόμενο
- Η συγκεκριμένη θέση ανατράπηκε από την μαρτυρία του, η οποία σε πολλά σημεία ήταν αντιφατική. Υποστήριξε ο Ενάγοντας ότι ο λόγος που ο ίδιος είχε αγοράσει τις μετοχές ήταν οι δεσμεύσεις του Εναγόμενου 1 να βοηθήσει την επιχείρηση πλην όμως στην μαρτυρία του ανέφερε ότι αυτές οι δεσμεύσεις είχαν γίνει μετά την υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 7, ενώ παράλληλα ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν που προωθούσε την επιχείρηση και την οδήγησε σε κερδοφορία. Τότε γιατί χρειαζόταν τον Εναγόμενο 1 να τον βοηθήσει. Πώς εξαπατήθηκε αν πράγματι η επιχείρηση είχε καταστεί κερδοφόρα λόγω των δικών του ενεργειών; Θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε να εξαπατηθεί με την ευκολία που ο ίδιος έχει παρουσιάσει ότι εξαπατήθηκε. Βρίσκω δύσκολο να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι είχε γίνει προφορική συμφωνία σε σχέση με όλα τα θέματα που αφορούσαν την ομαλή λειτουργία του συνεταιρισμού. Ένας έμπειρος και πετυχημένος επιχειρηματίας, όπως ο Ενάγοντας είχε παρουσιάσει τον εαυτό του, θα διασφάλιζε όλα όσα σημαντικά θέματα κατέγραψε στην παράγραφο 10 της γραπτής του Δήλωσης Τεκμήριο
- Διαφάνηκε από την μαρτυρία του ότι δεν ήταν μόνο ο ίδιος που είχε συνεισφέρει στην επιχείρηση, αλλά και ότι οι άλλοι δυο μέτοχοι στην Εταιρεία είχαν συνεισφέρει χρηματικά ήτοι συνεισέφεραν μετρητά για την ανακαίνιση, όπως ήταν και η δική του παραδοχή καθώς επίσης παραχώρησαν και προσωπικές εγγυήσεις στην Τράπεζα Κύπρου για τον λογαριασμό και το δάνειο της Εταιρείας. Οπόταν, όλοι είχαν συνεισφέρει, με τον Εναγόμενο 1 να συνεισφέρει μεγαλύτερο ποσό από τον Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι η ανακαίνιση ήταν ιδέα του Εναγόμενου 1 και λόγω της εμμονής του είχαν ξοδευτεί πολλά λεφτά για την ανακαίνιση όμως παράλληλα υποστήριξε ότι το υποστατικό ήταν σε κακό χάλι και χρειαζόταν την ανακαίνιση. Αν έτσι είχαν τα πράγματα ποιο είναι το παράπονό του; Επίσης παραδέχθηκε ότι είχε εργοδοτήσει άτομα της εμπιστοσύνης του, αποκαλύπτοντας ότι δεν είχε ο ίδιος εμπιστοσύνη στους άλλους δυο μετόχους. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι η επιχείρηση λειτουργούσε μόνο με μετρητά γιατί δεν συνεργαζόταν ο Εναγόμενος 1 και ότι οι προμηθευτές πληρώνονταν σε μετρητά. Ακολούθως ανέτρεψε την θέση του αυτή αναφέροντας ότι υπέγραφε τις επιταγές ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 και ακολούθως οι προμηθευτές πήγαιναν για να τους τις υπογράψει και ο Εναγόμενος 1 γιατί ο Εναγόμενος 1 είχε διαφορετικά ωράρια. Η ίδια διαπίστωση μπορεί να γίνει και σε σχέση με τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο υποστατικό. Αρχικά ανέφερε ότι χρησιμοποιούνταν από τους Εναγόμενους 2 και 3 γιατί είχαν παραμείνει στο υποστατικό όμως ακολούθως παραδέχθηκε ότι ο ίδιος τα είχε τοποθετήσει σε αποθήκη. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε δώσει στους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των Λ.Κ. 22.500- λησμονώντας προφανώς ότι το ποσό αυτό είχε δοθεί στον Φίλιππο Αυξεντίου για την αγορά των μετοχών του στην Εταιρεία. Το μόνο ποσό που ο ίδιος είχε επενδύσει στην Εταιρεία σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ήταν οι Λ.Κ.5.000- για την ανακαίνιση του υποστατικού πλην όμως και οι άλλοι μέτοχοι είχαν επενδύσει ποσά για την ανακαίνιση. Δεν προσκόμισε μαρτυρία για οποιοδήποτε άλλο ποσό πλην των χρεών της Εταιρείας τα οποία βαραίνουν όλους τους μετόχους, ήτοι τον Ενάγοντα καθώς και τους Εναγομένους 1 και
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις ρίπτουν σκιά στην μαρτυρία του Ενάγοντα και την καθιστούν τρωτή και έκθετη σε απόρριψη. Δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και αυτό διαφάνηκε από τις πιο πάνω καταγραφείσες αντιφάσεις, παραδοχές και ανακρίβειες. Ο αδελφός του Ενάγοντα Κωνσταντίνος Fowels, (Μ.Ε.2), προσήλθε στο Δικαστήριο σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον βοηθήσει, όπως ήταν και η παραδοχή του κατά την αντεξέτασή του, χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού τίποτα ουσιαστικό δεν ανέφερε στο Δικαστήριο. Ούτε και η μαρτυρία της κας Αθηνάς Κώστη, (Μ.Ε.3), βοήθησε με οποιοδήποτε τρόπο την αξίωση του Ενάγοντα αφού η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τις εισπράξεις της Εταιρείας. Ο δε κ. Μωυσέως, (Μ.Ε.4), ανέτρεψε άρδην τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα δηλαδή, ότι ο Ενάγοντας δεν γνώριζε ή και ότι δεν ειδοποιήθηκε για το χρέος της Εταιρείας προς την εταιρεία CAVAWAY και ότι ήταν μια οργανωμένη προσπάθεια από τον Εναγόμενο 1 για να κλείσει η Εταιρεία. Καταλήγω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας, έχοντας εμπειρία σε επιχειρήσεις μπυραρίας - καφέ λόγω του ότι παλαιότερα διατηρούσε μια τέτοιου είδους επιχείρηση στην παραλία των Φοινικούδων, μαζί με τον Εναγόμενο 2 είχαν αποφασίσει να αγοράσουν τις μετοχές του Φίλιππου Αυξεντίου, ήτοι 50% των μετοχών, στην εταιρεία «A.K.P.CH. ENTERTAINMENT LTD» η οποία διαχειριζόταν, λειτουργούσε και εκμεταλλευόταν μια επιχείρηση καφέ- μπάρ. Το υπόλοιπο 50% των μετοχών στην συγκεκριμένη Εταιρεία ανήκε στον Εναγόμενο
- Ως αντάλλαγμα για την αγορά των μετοχών, ήτοι του 25%, θα κατέβαλλε, ο Ενάγοντας το ποσό των Λ.Κ.22,500-. Μετά από την σύναψη γραπτής συμφωνίας, Τεκμήριο 7 και την μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του και του Εναγόμενου 2, στις 02/04/2007, ο Ενάγοντας διορίστηκε, μαζί με τον Εναγόμενο 2, διευθυντής της Εταιρείας A.K.P.CH. ENTERTAINMENT LTD, Τεκμήρια 5 και 6 και ξεκίνησαν μαζί όλοι μαζί την λειτουργία του κλαμπ με την ονομασία «DMC Club» σε υποστατικό το οποίο ενοικίαζε ο Εναγόμενος 1 από την Επιτροπεία Ορφανοτροφείου Διανέλλου. Η επιχείρηση διευθύνετο από τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο 2, οι οποίοι πληρώνονταν μισθό από την Εταιρεία για τις υπηρεσίες τους. Για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης επιχείρησης η Εταιρεία είχε συνάψει δάνεια με τις προσωπικές εγγυήσεις των μετόχων της, όλων ανεξαιρέτως, Τεκμήριο
- Τόσο ο Ενάγοντας καθώς και οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αποφασίσει να ανακαινίσουν το υποστατικό στο οποίο θα στεγαζόταν η επιχείρησή τους και για το σκοπό αυτό συνεισέφερε ο Ενάγοντας Λ.Κ.5.000- και ο Εναγόμενος 1 Λ.Κ.7.000-. Τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της επιχείρησης οι μέτοχοι είχαν λάβει και μερίσματα από τα κέρδη. Τον επόμενο όμως χρόνο λόγω του ότι είχαν επενδυθεί τα κέρδη στην επιχείρηση δεν είχε λάβει οποιοσδήποτε από αυτούς μέρισμα. Τον Ιούνιο 2009 προφανώς οι άλλοι δυο μέτοχοι δεν ενέκριναν κάποιες ενέργειες του Ενάγοντα, ως διευθυντή της επιχείρησης, και συγκάλεσαν ως πλειοψηφία των μετόχων, συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου. Στην συγκεκριμένη συνεδρία είχε αποφασιστεί ο τερματισμός των υπηρεσιών του Ενάγοντα στην επιχείρηση για τους λόγους που φαίνονται στην επιστολή που του είχε σταλεί, Τεκμήριο
- Προκύπτει ότι δεν υπήρχε μεταξύ των μετόχων καλή συνεννόηση με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε οικονομική δυσχέρεια καθώς και αδιέξοδα σε σχέση με τις οφειλές τους, γεγονότα τα οποία οδήγησαν την πλειοψηφία των μετόχων να τερματίζει τις υπηρεσίες του Ενάγοντα. Παρέμεινε όμως ο Ενάγοντας μέτοχος κατά 25% στη συγκεκριμένη Εταιρεία, η οποία τελικά τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 05/03/
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο συνήγορος του Ενάγοντα κατά την αγόρευση του ήγειρε διάφορα ζητήματα και ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του, αρχικά για το ότι η συμφωνία ήταν μια συνομωσία μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 με σκοπό την καταδολίευση του Ενάγοντα και ότι ο Ενάγοντας εξαπατήθηκε. Παρέπεμψε στο άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου και στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Η αξίωση του Ενάγοντα βασίζεται στον δόλο ή/και την απάτη ή/και τις ψευδείς παραστάσεις που οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξάσκησαν σε αυτόν και ζητά όπως αποζημιωθεί. Σύμφωνα με τα δικόγραφα του Ενάγοντα υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ του και των Εναγομένων 1 και 2, «shareholders agreement», στην οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν συμφωνήσει ότι θα διαχειρίζονται τα θέματα που αφορούν τη συγκεκριμένη Εταιρεία με εύλογη επιμέλεια, χωρίς να επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα οποιουδήποτε μετόχου, ότι δεν θα έπρατταν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης είτε προς την Εταιρεία, είτε προς οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων, ότι δεν θα συναγωνίζονταν την Εταιρεία, ότι δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε άμεση ή και έμμεση λήψη οφέλους έναντι της Εταιρείας, ότι δεν θα επέτρεπαν να απολέσει εμπορικές δυνατότητες ή και ευκαιρίες η Εταιρεία, ότι δεν θα υπερέβαιναν τις παρεχόμενες σε αυτούς εξουσίες, ότι δεν θα παραβίαζαν τα εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντά τους και ότι η διαχείριση και ο τρόπος λειτουργίας της Εταιρείας θα ήταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο και ευθύνη του Ενάγοντα και του Εναγομένου 2, οι οποίοι θα αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους. Με όλες αυτές τις υποσχέσεις είχαν δόλια πείσει τον Ενάγοντα να επενδύσει στην Εταιρεία και αργότερα τις παραβίασαν, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η εκδ., τομ. 18, σελ. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992 και Ανδρέας Τσιάρτας, Σάββας Λεβέντης ν.
- Alocay Holdings Ltd.
- Γεώργιου Αντωνίου
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1523. Ο Ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R.
- Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των Εναγομένων 1 και 2 με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής αφού δεν προσκόμισε την απαραίτητη μαρτυρία. Δεν προσδιόρισε τις πράξεις των Εναγομένων 1 και 2 που συνιστούν δόλο ούτε καθόρισε ποιο ήταν το όφελος των Εναγομένων 1 και
- To άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προνοεί τα ακόλουθα: "
- Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτηση του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο." Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 CLR 332, στη σελίδα 340, το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ουσιαστικά αναπαράγει το κοινοδίκαιο. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, τόμος 31, αναφέρεται, στην παράγραφο 703, ότι η παράσταση γεγονότος μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή, αλλά μπορεί και να συμπεραίνεται από λέξεις ή συμπεριφορά. Σε σχέση δε με δηλώσεις πρόθεσης (statements of intention), δίνονται παραδείγματα όπου τέτοιες δηλώσεις μπορούν να θεωρηθούν ως παραστάσεις σε σχέση με την πρόθεση κάποιου προσώπου για να κάνει μια πράξη, όπως π.χ. δηλώσεις σε σχέση με το δανεισμό, την πληρωμή ή την παράδοση χρημάτων (βλ. Albion Life Assurance Society
(1878)4 CPD 94 και Badcock v. Lawson
(1880)5 QBD 284, CA). Σύμφωνα επίσης με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 735 του πιο πάνω συγγράμματος, το πρόσωπο το οποίο θεωρείται ότι εξαπατείται περιλαμβάνει:
(1)το πρόσωπο στο οποίο γίνεται πραγματικά η ψευδής παράσταση ή οποιονδήποτε προϊστάμενο ή συνέταιρο του προσώπου αυτού,
(2)οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο δεν εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία αλλά το οποίο, το πρόσωπο που προβαίνει στην ψευδή παράσταση, είχε πρόθεση να εξαπατήσει και
(3)οποιοδήποτε μέλος του κοινού ή οποιασδήποτε τάξης προσώπων, το οποίο ενήργησε με βάση την παράσταση η οποία έγινε στο κοινό ή στη εν λόγω τάξη προσώπων. Σε σχέση με το τί συνιστά απάτη, παρατίθεται κατωτέρω το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η εκδ, στην παράγραφο 757, σελίδα 481: «Not only is a misrepresentation fraudulent if it was known or believed by the representor to be false when made, but mere non-belief in the truth is also indicative of fraud. Thus whenever a person makes a false statement which he does not actually and honestly believe to be true, for purposes of civil liability that statement is as fraudulent as if he had stated that which he did not know to be true, or know or believed to be false. Proof of absence of actual and honest belief is all that is necessary to satisfy the requirements of the law, whether the representation has been made recklessly or deliberately; indifference or recklessness on the part of the representor as to the truth or falsity of the representation affords merely an instance of absence of such a belief".» Για σκοπούς απόδειξης του αστικού αδικήματος της απάτης, είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η ψευδής παράσταση έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα, ο οποίος και εξαπατήθηκε, και ενήργησε με βάση αυτή και υπέστηκε ζημιά. Είναι επομένως φανερό ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του ενάγοντα ήταν ο σκοπός και το αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Ειδικότερα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι συνεπεία αυτής της ψευδούς παράστασης ο ενάγοντας όχι μόνο άλλαξε γνώμη σε σχέση με κάποιο θέμα, αλλά άλλαξε τη θέση του σε σχέση με τα ουσιώδη συμφέροντα του ή τις καταστάσεις γενικά (βλ. Halsbury's Laws of England, Τόμος. 31, παράγραφοι 765, 770, 778 και 779). Η θέση του Ενάγοντα ότι αυτός εξαπατήθηκε κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, Τεκμήριο 7, δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εξαχθεί από το Δικαστήριο. Η θέση του Ενάγοντα ότι υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία μετά από διαβεβαιώσεις, ιδιαίτερα του Εναγόμενου 1, ότι πρόκειται περί εξαιρετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν μπορεί παρά να απορριφθεί αφού, πρώτον, ο ίδιος ο Ενάγοντας ήταν πετυχημένος επιχειρηματίας στον συγκεκριμένο χώρο και μπορούσε να ασκήσει την δική του κρίση σε σχέση με τις πιθανότητες επιτυχίας της συγκεκριμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεύτερον, η συγκεκριμένη άποψη, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ίδιου του Ενάγοντα, είχε εκφραστεί από τον Εναγόμενο 1 μετά που είχε υπογραφτεί η συμφωνία αγοράς των συγκεκριμένων συμφερόντων οπόταν πως θα μπορούσε να τον εξαπατήσει ή να τον πείσει από την συγκεκριμένη ψευδή παράσταση στην υπογραφή της συμφωνίας και, τρίτον, είχαν και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 συμφέρον στο να καταστεί η συγκεκριμένη επιχείρηση κερδοφόρα αφού και εκείνοι είχαν επενδύσει λεφτά και είχαν εγγυηθεί την Εταιρεία στην Τράπεζα Κύπρου οπόταν γιατί να ενεργήσουν εναντίον των συμφερόντων τους παρουσιάζοντας κάποιο γεγονός ως αληθές. Επομένως, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου που να χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης και εξήγησης στο κατά πόσο συνιστούν απάτη ή όχι σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Συμβάσεως Νόμου ή το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Ο Ενάγοντας δεν εξαπατήθηκε ούτε και πείσθηκε στην συμμετοχή του στην συγκεκριμένη επιχειρηματική επένδυση. Έκανε μια επένδυση την οποία ο ίδιος πίστευε ότι θα ήταν κερδοφόρα και στο τέλος αποδείχθηκε επιζήμια με αποτέλεσμα όχι μόνο να χάσουν και οι τρείς μέτοχοι τα λεφτά που είχαν επενδύσει, αλλά να είναι επίσης υπόλογοι και οι τρεις για το δάνειο που είχαν λάβει για σκοπούς της Εταιρείας. Οπόταν από πού προκύπτει η οποιαδήποτε οικειοποίηση περιουσίας της Εταιρείας δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό. Αν ο Ενάγοντας εννοούσε τα περιουσιακά στοιχεία, ήτοι αντικείμενα, ο ίδιος τα είχε τοποθετήσει σε αποθήκη όπου βρίσκονταν μέχρι και την ακρόαση της αγωγής. Αν ο Ενάγοντας εννοούσε οικειοποίηση χρηματικού ποσού, ο ίδιος είχε καταβάλλει λεφτά στον Φίλιππο Αυξεντίου και όχι στον Εναγόμενο 1 ενώ σε σχέση με τα μερίσματα που προέκυψαν από την επιχείρηση τα είχαν μοιραστεί οι μέτοχοι με βάση το μετοχικό τους κεφάλαιο. Ζήτησε, ο συνήγορος του Ενάγοντα, την άρση του εταιρικού πέπλου έτσι ώστε να καταστούν οι άλλοι δυο μέτοχοι προσωπικά υπεύθυνοι για τις αποφάσεις της Εταιρείας. Κατά κανόνα και σύμφωνα με τις αρχές που είχαν τεθεί στη γνωστή υπόθεση Salomon v.Salomon & Co
(1897)AC22 κάθε εταιρεία είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο με δικό της ενεργητικό και παθητικό. Επομένως, οι διευθυντές και οι μέτοχοι της εταιρείας τυγχάνουν προστασίας δυνάμει της αρχής του «εταιρικού πέπλου» (corporate veil). Η νομολογία, τόσο η αγγλική όσο και η κυπριακή αναγνωρίζει ωστόσο ότι υπάρχει η δυνατότητα άρσης του εταιρικού πέπλου σε ορισμένες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, όπου η σύσταση της εταιρείας χρησιμοποιήθηκε σαν μέσο παρανομίας ή καταδολίευσης. Υποδεικνύονται δε στην απόφαση Ρούσος ν. Δημοκρατίας
(1991)4 Α.Α.Δ. 2208, 2216: «Μόνο για να αποτραπεί η κατίσχυση της παρανομίας ή η καταδολίευση του δημοσίου, και τούτο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, υπάρχει δυνατότητα απόκλισης από την αρχή της Salomon ν. Salomon & Co
(1817)A.C. 22, που καθιέρωσε την αυτοτέλεια και ανεξάρτητη υπόσταση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης από τα πρόσωπα που τη συγκροτούν.» Καθοδηγούμενη από την νομολογία καθ όσον αφορά τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα περί κατάλληλης περίπτωσης για άρση του εταιρικού πέπλου, σημειώνω ότι δεν παρατίθενται οποιαδήποτε επαρκή γεγονότα ή λεπτομέρειες πέραν των γενικών ισχυρισμών του Ενάγοντα που να δικαιολογούν την κατάληξη ότι επαληθεύεται τέτοια βάση αξίωσης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2. Βλ. Exalco S. v. Αλουμινέξ Λτδ κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ
- Έχοντας απορρίψει την θέση του Ενάγοντα ότι εξαπατήθηκε από το περιεχόμενο της, κατά τον ισχυρισμό του προφορικής συμφωνίας, στην αγορά του 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας λόγω ακριβώς αυτής τούτης της πείρας του σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, η αγωγή του δεν μπορεί να πετύχει. Τίποτε από τα αξιούμενα δεν αποδεικνύεται εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Η ιδιότητα τους ως διευθυντές ή και μέτοχοι δεν τους καθιστά άνευ ετέρου υπόλογους σε αστική ευθύνη, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Κατ ουσία το παράπονο του Ενάγοντα είναι ότι η πλειοψηφία των μετόχων λειτούργησε κατά τρόπο που να καταπιέσει την μειονότητα των μετόχων. Δεν διαπιστώθηκε όμως σφάλμα στην λήψη της απόφασης για τον τερματισμό των υπηρεσιών του Ενάγοντα. Το αν ο Ενάγοντας διαφωνούσε με την συγκεκριμένη απόφαση είναι άλλο θέμα. Είχε δυο επιλογές, η πρώτη είναι η προσωπική αγωγή εναντίον της εταιρείας για παράβαση από την εταιρεία του ιδρυτικού εγγράφου, δηλαδή των καθηκόντων της εταιρείας έναντι του και η δεύτερη επιλογή, η οποία είναι γνωστή σαν «παράγωγη αγωγή» (derivative action), η οποία είναι διαθέσιμη στον μειοψηφούντα μέτοχο, ο οποίος, στις περιπτώσεις όπου οι αδικοπραγούντες ελέγχουν την εταιρεία, μπορεί να καταχωρήσει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας για δόλο (βλ. Gower΄s "Principles of Modern Company Law", 15η έκδ., παρ. 646). Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα απέρριπτα την αγωγή. Όμως στην περίπτωση που τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανατραπούν κατ έφεση θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε σχέση με τις θεραπείες που δύναται να αποδοθούν σε περίπτωση που αποδειχθεί απάτη, σύμφωνα και με το κοινοδίκαιο, το πρόσωπο που εξαπατήθηκε στη βάση ψευδούς παράστασης και συνεπεία αυτής της εξαπάτησης άλλαξε τη θέση του όπως περιγράφεται πιο πάνω, δικαιούται σε αποζημιώσεις, οι οποίες αφορούν και καλύπτουν τη ζημιά που υπέστηκε ο ενάγοντας υπό μορφή απώλειας χρημάτων ή σε αξία χρημάτων. Την ίδια στιγμή όμως, ο ενάγοντας έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιάς που υπέστηκε και της ψευδούς παράστασης που έγινε σε αυτόν, και στα πλαίσια αυτά δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι η ζημιά ήταν απλά μια συνέπεια της παράστασης αυτής. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, τόμος 31, παρά. 792, σελίδα 502: "The damage must be shown to have been a natural and direct result of the misrepresentation being believed and acted on or, where the representee is induced by fraudulent misrepresentation to believe a certain state of things to exist, of the misrepresentation being believed. Where this connection is not made out, then, even if he proves that he did not in fact sustain the damage alleged by reason of his belief in the truth of the misrepresentation, the representee will not succeed in the claim; but, where it is made out, he will succeed. The representee is normally entitled to succeed if he is in a position to allege and prove that the representor in fact intended the precise kind of damage which resulted". Ο Ενάγοντας δεν απέδειξε οποιαδήποτε ζημιά. Αντίθετα αυτό που διαφάνηκε είναι ότι είχε συμμετάσχει σε μια επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία τελικά δεν απέφερε το αναμενόμενο κέρδος με αποτέλεσμα όλοι οι συμμετέχοντες να αντιμετωπίζουν αγωγές από την Τράπεζα Κύπρου, η οποία είχε δανειοδοτήσει την Εταιρεία, τους είχε δανείσει λεφτά για την συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, με την παραχώρηση προσωπικών εγγυήσεων και των τριών μετόχων στην Εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει είχε παραδεχθεί ο Ενάγοντας ότι το υποστατικό χρειαζόταν ανακαίνιση καθώς επίσης και ότι όταν υπήρχαν κέρδη, όπως το 2007, οι τρείς τους είχαν μοιραστεί τα κέρδη. Οπόταν και πάλι θα απέρριπτα την αγωγή αφού ελλείπουν από την μαρτυρία όλα εκείνα τα γεγονότα που θα αποδείκνυαν τα συστατικά του δόλου, της απάτης και της οικειοποίησης που οδήγησαν στην κατ' ισχυρισμό ζημιά. Η ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 κινείται σε παραπλήσια θέματα και επίσης δεν υπήρξε επιτυχής τεκμηρίωση της, μάλλον θα έλεγα ότι η όλη δικανική συμπεριφορά των Εναγομένων 1 και 2, κατέδειξε σημεία εγκατάλειψης της. Δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία προς υποστήριξή της. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι δεν παρέχεται καμία ευχέρεια του Δικαστηρίου για απόδοση θεραπειών είτε της απαίτησης είτε της ανταπαίτησης. (Βλ. Άριστος Αριστείδου ν. Σωτήρη Έλληνα (Κατασκευαί) ΛΤΔ
(1999)1 Α.Α.Δ. 28) Συνεπακόλουθα των πιο πάνω, η αγωγή και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ενόψει της κοινής αποτυχίας και των δυο δικογράφων, θεωρώ ορθότερο να μην εκδοθεί διαταγή για έξοδα ούτε για την αγωγή ούτε την ανταπαίτηση. (Βλ. Α. Λοφίτης ν. Χρ. Δημητρίου κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1402). (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο