← Κύπρος

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Βασιλικός Πεντάσχοινος Λτδ ως μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχ

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Βασιλικός Πεντάσχοινος Λτδ ως μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ ν. Δημήτρη Χρ. Γλυκύ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1343/2013, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A10 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1343/2013 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Βασιλικός Πεντάσχοινος Λτδ ως μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ Εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και

  1. Δημήτρη Χρ. Γλυκύ
  2. Χαρίκλεια Λία Γλυκύ
  3. Χριστίνα Τίνα Γλυκύ
  4. Αντρη Σεραφίνη Εναγομένων - αιτηριών Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση κ. Ζαμπάς για Χρ. Ζαμπάς &Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τις εναγόμενες 2,3,4 - αιτήτριες: κ. Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για ακύρωση ή παραμερισμό διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις εναγόμενες 2,3 και 4 και άλλα συναφή ή παρεπόμενα διατάγματα με το πιο πάνω.) Οι εναγόμενες 2,3 και 4 - αιτήτριες στην παρούσα, αιτούνται διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.11.2013 το οποίο εκδόθηκε με βάση τη μονομερή αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 15.10.2013 σύμφωνα με το οποίο δόθηκε άδεια στους ενάγοντες για υποκατάστατη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος προς τις εναγόμενες 2, 3 και
  5. Επίσης διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή ή διαγράφεται το κλητήριο ένταλμα προς τις εναγόμενες 2, 3 και 4 και διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς και/ή ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το Κλητήριο Ένταλμα σε όση έκταση αφορά τις εναγόμενες 2,3 και
  6. Ως νομικό υπόβαθρο η αίτηση έχει τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.2 Θ. 1,2 και 3, Δ.5 Θ. 1,2,9 και 10, Δ.5 A, Δ.6 Θ. 1,2,4,5,6,7,και 9, Δ.16 Θ. 7 και 9, Δ.48 Θ. 2,3,8,9,11,12 και 13 και Δ.64 Θ. 1 και 2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960, άρθρο 32, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, τη Νομολογία καθώς και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης προέρχεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, πατέρα των εναγομένων 2,3 και 4 και δεόντως εξουσιοδοτημένου όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση κ. Δημήτρη Χρ. Γλυκύ. Δηλώνει ότι καταθέτει γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση και αντίληψη, εκτός από τα γεγονότα για τα οποία αναφέρει την πηγή της πληροφόρησής του και τα οποία είναι όπως πιστεύει ορθά και αληθή. Αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης, μεταφέρει τη γνώση και συμβουλή του δικηγόρου κ. Κωστή Ευσταθίου, την οποία και θεωρεί ως ορθή. Δηλώνει, ως τυγχάνει νομικής συμβουλής, ότι οι ενάγοντες προέβησαν στην υποκατάστατη επίδοση της αγωγής με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, παράτυπα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση βασικών αρχών και/ή λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους δικονομικούς κανόνες, με αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των εναγομένων 2, 3 και 4, καθότι δεν ακολούθησαν τη σωστή νομική διαδικασία σύμφωνα με τους δικονομικούς θεσμούς και/ή κανονισμούς. Εξ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος των αιτητριών και από ότι πραγματικά πιστεύει, η επίδοση της αγωγής με τον ως άνω αριθμό και τίτλο δεν έγινε νομότυπα καθότι δεν παραλήφθηκε από πρόσωπο αρμόδιο για τον σκοπό αυτό. Συγκεκριμένα, η ως άνω αγωγή επιδόθηκε σε αυτόν στη διεύθυνση της οικίας του όπου διαμένει με την σύζυγο του. Οι εναγόμενες 2, 3 και 4 δεν διαμένουν στη διεύθυνση αυτή καθότι αυτές είναι μόνιμα κάτοικοι εξωτερικού μαζί με την οικογένεια μιας εκάστης εξ αυτών. Επομένως, ισχυρίζεται ότι δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο προς παραλαβή του Κλητηρίου Εντάλματος, ούτε και έχει το δικαίωμα ή την υποχρέωση να παραλαμβάνει έγγραφα που αφορούν σε υποθέσεις των εναγομένων 2, 3 και 4 καθότι αυτές βρίσκονται μόνιμα στο εξωτερικό. Διευκρινίζει ότι οι ως άνω θυγατέρες του και εναγόμενες 2, 3 και 4 είναι ενήλικες, έχουν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες στον Καναδά όπου και κατοικούν μονίμως και νομίμως, δεν κατοίκησαν ποτέ στην διεύθυνση όπου διαμένει αυτός και η οικογένεια του και δεν μπορούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπον να καταστεί η διεύθυνση του ως η διεύθυνση επιδόσεως των ή ο παραλήπτης των εγγράφων της δίκης για τον λόγο ότι είναι ο πατέρας τους ή ο αντιπρόσωπός των όπως αορίστως αναφέρουν οι ενάγοντες. Περαιτέρω οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση του Παύλου Σταύρου που συνοδεύει την αίτηση τους περιγράφουν αναληθώς και χωρίς να αποκαλύπτουν την πηγή της πληροφόρησης τους, ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 είναι κάτοικοι των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και ότι έχουν συχνή επικοινωνία με τον εναγόμενο 1, δηλαδή μαζί του. Έντιμα και ειλικρινώς πιστεύει και όπως τον συμβουλεύει ο κ. Ευσταθίου και τυγχάνει νομικής συμβουλής, η αναφορά αυτή γίνεται σκοπίμως ώστε οι ενάγοντες να παρακάμψουν τη νομική διαδικασία επίδοσης ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, ως θα έδει και/ή για να μην ακολουθηθεί η δέουσα διαδικασία επίδοσης της αγωγής. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ως τον συμβουλεύει και πληροφορεί ο δικηγόρος των αιτητριών, επιτρέπουν την επίδοση στον αντιπρόσωπο, νοουμένου ότι θα τηρούνται αυστηρώς οι προϋποθέσεις του αντίστοιχου θεσμού ούτως ώστε να μην καταστρατηγηθεί η διαδικασία για επίδοση στο εξωτερικό και/ή δοθεί άδεια του δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου σε αντιπρόσωπο. Η δε ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος των αιτητριών και τυγχάνει νομικής συμβουλής πρέπει να «καταπιάνεται με όλα τα περιστατικά που σχετίζονται με τη σύναψη της σύμβασης και με τις δυσκολίες που υπάρχουν για να πραγματοποιηθεί επίδοση στο εξωτερικό με τον κανονικό τρόπο.» Η απλή δήλωση ότι «ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό και σύναψε τη σύμβαση μέσω αντιπροσώπου του στην Αγγλία, δεν είναι αρκετή», ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Annual Practice
  7. Στην ένορκη δήλωση του Παύλου Σταύρου που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 15.10.2013 ουδόλως αναφέρεται οτιδήποτε αφορά το θέμα της επίδοσης ούτε και καταδεικνύονται οι οιεσδήποτε δυσκολίες επίδοσης της αγωγής στο εξωτερικό. Απλή δήλωση, ως συμβουλεύεται, ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 διαμένουν στο εξωτερικό και ότι αυτές σύναψαν την σύμβαση μέσω του αντιπροσώπου των, δεν είναι αρκετή. Από απλή ανάγνωση των πληρεξουσίων εγγράφων, διαφαίνεται ότι δεν έχει οποιαδήποτε εξουσία ή καθήκον ή υποχρέωση να παραλαμβάνει δικαστικά έγγραφα προς αντικατάσταση άλλης νόμιμης δικαστικής διαδικασίας της οποίας έπρεπε να λάβουν γνώση οι εναγόμενες 2, 3 και
  8. Από τη νομική βάση της αιτήσεως των εναγόντων ημερομηνίας 15.10.2013, διαφαίνεται ότι επιλέχτηκε η υποκατάστατη επίδοση και/ή η Δ.5 Θ.9 χωρίς να προσδιορίζεται και/ή να δικαιολογείται η παρέκκλιση από τους δικονομικούς θεσμούς και/ή γιατί δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από την Δ.5 Θ.
  9. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρει ότι δεν αποτελούσε την ορθή νομική βάση και/ή δικονομική διαδικασία. Περαιτέρω, η επίδοση εμπεριέχει και εγγενή και/ή θνησιγενή παρατυπία, η οποία έγκειται στο ότι ουδέποτε του επιδόθηκε μαζί με το διάταγμα η μονομερής αίτηση και η συνοδεύουσα αυτήν ένορκος δήλωση ως απαιτούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Έλαβε δε γνώση της μονομερούς αιτήσεως και της ενόρκου δηλώσεως που την συνοδεύει όταν ζητήθηκαν από το δικηγόρο των αιτητριών και αποστάληκαν στο δικηγορικό γραφείο του κ. Ευσταθίου μέσω τηλεμηνύματος από τους δικηγόρους των εναγόντων. Πραγματικά πιστεύει ότι η παρούσα αίτηση είναι υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη και είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο αποδεχθεί την παρούσα αίτηση και εκδώσει τα αιτούμενα σε αυτήν διατάγματα, καταδικάζοντας περαιτέρω τους ενάγοντες στα έξοδα της παρούσας αίτησης, καθώς επίσης και στα μέχρι στιγμής δημιουργηθέντα έξοδα. Στην πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως όπου αναφέρονται οι πιο κάτω ως λόγοι ένστασης: «
  10. Η αίτηση είναι αβάσιμη, αστήρικτη και αδικαιολόγητη.
  11. Το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίζεται η αίτηση είναι ελλιπές, ασαφές και ημιτελές και κατ΄ επέκταση δεν αποκαλύπτει έννομο δικαίωμα για παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 20.11.
  12. Η υποβολή της παρούσας αίτησης από τις εναγόμενες 2, 3 και 4 - αιτήτριες και η καταχώρηση εμφάνισης διά του δικηγόρου τους στην παρούσα αγωγή εντός της ορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας δεικνύει ότι έχουν λάβει γνώση της αγωγής εν συνεχεία της υποκατάστατης επίδοσης.
  13. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκο δήλωση του Δημήτρη Χρ. Γλυκύ, ο οποίος πουθενά δεν δηλώνει ότι έπαυσε να είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγομένων 2, 3 και 4 και/ή ότι δεν έχει επικοινωνία μαζί τους.
  14. Οι εναγόμενες 2, 3 και 4 - αιτήτριες δεν έρχονται με καθαρά χέρια.
  15. Σκοπείται παρέλκυση και/ή παρέκκλιση της διαδικασίας.
  16. Η αίτηση σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση.
  17. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 20.11.
  18. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για ακύρωση και/ή παραμερισμό της υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς τις εναγόμενες 2, 3 και 4.» Η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως των εναγόντων - αιτητών βασίζεται επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 86 - 91, Δ.48 Κ.1 έως 13, Δ.5 Κ.1 έως 10, Δ.5 (Α), Δ.6 Κ.1 έως 9, Δ.64 Κ. 1 και 2 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το πραγματικό της υπόβαθρο στηρίζεται στην ένορκο δήλωση της κ. Αναστασίας Πούμου υπαλλήλου των καθ΄ων η αίτηση. Σε αυτή αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των καθ΄ων η αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση και έχει λάβει την συμβουλή των δικηγόρων των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση αναφορικά με τα νομικά θέματα προκειμένου να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Αναφέρει ότι, στο μεταξύ, την 27.1.2014, η Σ.Π.Ε. Βασιλικός Πεντάσχοινος Λτδ έχει συγχωνευθεί με τη Σ.Π.Ε. Μακράσυκας Λτδ (η αποδεχόμενη εταιρεία), και όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της έχουν μεταφερθεί στην αποδεχόμενη εταιρεία η δε αποδεχόμενη εταιρεία έχει μετονομασθεί σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των αιτητριών που περιέχονται στην ένορκο δήλωση με την οποία υποστηρίζεται η αίτηση ημερ. 28.2.2014 εκτός αυτούς τους οποίους ρητά παραδέχεται. Κατόπιν νομότυπης αίτησης των εναγόντων για υποκατάστατο επίδοση ημερ. 15.10.2013 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την 20.11.13 εξέδωσε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης διά επιδόσεως στον πατέρα και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων 2, 3 και 4 Δημήτρη Γλυκύ, του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα αληθή γεγονότα ως εκτίθεντο στην ένορκο δήλωση του Παύλου Σταύρου υπαλλήλου των εναγόντων η οποία συνοδευόταν με γενικά πληρεξούσια των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 προς τον πατέρα τους Δημήτρη Γλυκύ ημερ. 22.10.2001, 25.10.2001 και 26.10.2001 αντίστοιχα και τα οποία επισυνάφθηκαν στην αίτηση ως τεκμήρια 1, 2 και 3 και βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο σκοπός της υποκατάστατης επίδοσης ήταν όπως μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους οι εναγόμενες 2, 3 και 4 να λάβουν γνώση περί της ύπαρξης της αγωγής, και ως φαίνεται από την 1η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Δημήτρη Χρ. Γλυκύ έχουν λάβει γνώση και συνεπώς υπάρχει επικοινωνία μαζί τους καθώς ως αναφέρει για την παρούσα αίτηση είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτές να προβεί στην ένορκη δήλωση του. Περαιτέρω η υποβολή της παρούσας αίτησης από τις αιτήτριες - εναγόμενες 2, 3 και 4 και η καταχώρηση εμφάνισης διά του δικηγόρου τους στην παρούσα αγωγή εντός της ορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας δεικνύει ότι έχουν λάβει γνώση της αγωγής εν συνεχεία της υποκατάστατης επίδοσης. Ο ενόρκως δηλών ουδόλως αναφέρει στην ένορκο δήλωση του ότι δεν έχει επικοινωνία με τις θυγατέρες του. Πουθενά επίσης δεν αναφέρει ότι τα Γενικά Πληρεξούσια έχουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ανακληθεί και/ή ακυρωθεί. Αρνείται την παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Δημήτρη Χρ. Γλυκύ και ισχυρίζεται ότι νομότυπα επιδόθηκαν σε αυτόν τα κλητήρια εντάλματα των εναγομένων 2, 3 και 4 ως Γενικού Πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους δυνάμει του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 20.11.
  19. Αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Γλυκύ και ισχυρίζεται ότι τόσο στη συμφωνία δανείου που σύναψαν οι εναγόμενοι με τους ενάγοντες όσο και στη δήλωση υποθήκης, είχε δοθεί ως διεύθυνση των εναγομένων 2, 3 και 4 η οδός Άνδρου 3 στα Λατσιά. Περαιτέρω ο κ. Παύλος Σταύρου αναφέρει ξεκάθαρα στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων για υποκατάστατη επίδοση ημερ. 15.10.2013 ότι πληροφορήθηκε από τον επιδότη κ. Χριστόδουλο Κοιλαρά ότι η επίδοση των κλητηρίων ενταλμάτων στις εναγόμενες 2, 3 και 4 δεν κατέστη δυνατή, καθότι από πληροφορίες που συνέλεξε, οι εναγόμενες ευρίσκονται μόνιμα στο εξωτερικό στις Η.Π.Α. και συνεπώς ήτο αδύνατο να καταστεί δυνατή η επίδοση σε αυτές, γεγονός που παραδέχεται και ο ενόρκως δηλών Δημήτρης Χρ. Γλυκύ με την διαφορά ότι διαμένουν στον Καναδά. Αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της ενόρκου δηλώσεως του Δημήτρη Χρ. Γλυκύ και ισχυρίζεται ότι δυνάμει των Γενικών Πληρεξουσίων που του παραχώρησαν οι εναγόμενες τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα και στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας σύναψαν δάνειο με τους ενάγοντες και υποθήκευσαν την ακίνητο περιουσία τους προς όφελος των εναγόντων. Ως ρητά αναφέρεται στα πληρεξούσια έγγραφα τα οποία ουδόλως αμφισβητεί ο ενόρκως δηλών, ο Δημήτρης Χρ. Γλυκύς δύναται ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγομένων 2, 3 και 4 «ως ενάγων ή εναγόμενος, εκκαλών ή εφεσίβλητος να υπογράφει, να δέχεται και κοινοποιεί έγγραφα και αναγνωρίζει τοιαύτα». Περαιτέρω οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 και σε αυτή ακόμη την αίτηση τους για παραμερισμό της υποκατάστατης επίδοσης των κλητηρίων ενταλμάτων έχουν δεόντως εξουσιοδοτήσει τον πατέρα τους Δημήτρη Χρ. Γλυκύ όπως αντ΄ αυτών προβεί στην ένορκο δήλωση ενεργώντας ως αντιπρόσωπος τους, γεγονός που καταδεικνύει ότι έχουν τακτική επικοινωνία μαζί του. Αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της ενόρκου δηλώσεως του Δημήτρη Χρ. Γλυκύ καθότι το κλητήριο ένταλμα, ως τον πληροφορεί ο επιδότης, το διάταγμα, η μονομερής αίτηση και η ένορκος δήλωση επιδόθηκαν μαζί στον κύριο Γλυκύ, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει. Περαιτέρω ως την πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού κατόπιν ισχυρισμού των δικηγόρων των αιτητριών ότι δεν είχαν λάβει την μονομερή αίτηση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει, τόσο η μονομερής αίτηση όσο και η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει αποστάληκαν διά τηλεομοιοτυπικού στους δικηγόρους των εναγομένων - αιτητών, γεγονός που παραδέχεται ο Δημήτρης Χρ. Γλυκύ στην ένορκο δήλωση του και που καταδεικνύει ότι είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο οι εναγόμενες - αιτήτριες είχαν λάβει γνώση. Ο σκοπός της υποκατάστατης επίδοσης ήταν όπως οι εναγόμενες 2,3 και 4 λάβουν γνώση της ύπαρξης της αγωγής εναντίον τους, γεγονός που αποδεικνύεται ως ανωτέρω αναφέρεται ότι έχουν λάβει γνώση. Είναι φανερό ότι οι εναγόμενες 2,3 και 4 - αιτήτριες επιδιώκουν να δυσκολεύσουν τους ενάγοντες καθότι ως γνωρίζουν είναι αδύνατο να τους γίνει επίδοση στο εξωτερικό μη γνωρίζοντας τις ακριβείς διευθύνσεις των εναγομένων 2, 3 και 4 και ως εκ τούτου να αποφύγουν τις υποχρεώσεις έναντι των εναγόντων. Για τους πιο πάνω λόγους οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της αίτησης των εναγομένων 2, 3 και 4 - αιτητριών με έξοδα εναντίον τους καθότι ο εναγόμενος 1 στον οποίο επιδόθηκαν τα κλητήρια εντάλματα, εκτός από πατέρας τους είναι και Γενικός Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπος τους δυνάμει Γενικών Πληρεξουσίων Εγγράφων που ουδόλως αμφισβητήθηκαν και δεν έχουν ανακληθεί και τα οποία τού δίνουν τη δυνατότητα, ως αναφέρεται πιο πάνω, να παραλαμβάνει έγγραφα των εναγομένων. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν και ανέλυσαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους συνδυάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με σχετική νομολογία και αυθεντίες που διέπουν το ζήτημα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητριών πέραν της παράθεσης του ιστορικού της επίδοσης της παρούσας αγωγής, μετά που εξασφαλίστηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης για τις εναγόμενες 2,3 και 4 και της υπό διαμαρτυρία καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως μετά την έγκριση σχετικού αιτήματος των από τις πιο πάνω εναγόμενες, σχολίασε στην αγόρευση του ότι η ενεργητική νομιμοποίηση του εναγόμενου 1, ερείδεται στην εξουσιοδότηση που έλαβε από τις εναγόμενες 2,3 και 4 και το νομικό της υπόβαθρο είναι η Δ.48 Θ. 8

(4). Παρόλο ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ότι οι εναγόμενες 2,3 και 4 - αιτήτριες ήταν μόνιμα κάτοικοι εξωτερικού, πουθενά στην ένορκη δήλωση τους, στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης τους με ημερομηνία 15.10.2013, δεν αναφέρεται ότι επιχειρήθηκε προσπάθεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό και αυτή δεν κατέστη εφικτή και ατελέσφορη. Διατείνεται ο ευπαίδευτος συνήγορος, ότι η αδυναμία προσωπικής επίδοσης δεν αποδείχθηκε ούτε υπήρξε καν ένδειξη από την μαρτυρία διά των ενόρκων δηλώσεων ότι επιχειρήθηκε εξακρίβωση των διευθύνσεων των εναγομένων 2,3 και 4 στο εξωτερικό και αυτό κατέστη πρακτικά αδύνατο ή ότι αποφεύγεται εσκεμμένως η έγκυρη προσωπική επίδοση. Είναι δε ψευδής ο ισχυρισμός περί εγκατάλειψης των δοθεισών διευθύνσεων των εναγομένων 2,3 και 4 από αυτές. Επιχειρήθηκε προσπάθεια να παρουσιαστεί το δικονομικό μέτρο της υποκατάστατης επίδοσης ως το προσφορότερο υπό τις περιστάσεις. Η δραστικότητα όμως αυτού του μέτρου το καθιστά ως λύση έκτακτης ανάγκης και όχι ως μέτρο ευκολίας. Υποστήριξε ότι στα πληρεξούσια έγγραφα τα οποία παρουσιάζουν οι ενάγοντες δεν υπάρχει αναφορά ότι ο εναγόμενος κέκτηται εξουσία όπως παραλαμβάνει έγγραφα για λογαριασμό των εναγομένων 2,3 και 4 όταν οι ίδιες οι εναγόμενες 2,3 και 4 αποτελούν διάδικα μέρη δικαστικών διαδικασιών, των οποίων και έπρεπε να λάβουν γνώση. Οι Θεσμοί επιτρέπουν την επίδοση σε αντιπρόσωπο νοουμένου ότι θα τηρούνται αυστηρώς οι προϋποθέσεις του Δικονομικού Θεσμού Δ.5 Θ. 8 ώστε να μη καταστρατηγηθεί η διαδικασία για επίδοση στο εξωτερικό. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να καταπιάνεται με όλα τα περιστατικά που σχετίζονται με την ίδια τη σύμβαση και με τις δυσκολίες που υπάρχουν για την πραγματοποίηση της επίδοσης στο εξωτερικό με τον κανονικό τρόπο. Η απλή δήλωση ότι ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό και σύναψε τη σύμβαση μέσω αντιπροσώπου του στην Αγγλία δεν είναι αρκετή, ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Annual Practice 957. Έπειτα, η σχετική υπό αναφορά διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν αποτέλεσε την νομική βάση θεμελίωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνει εγγενή παρατυπία η οποία έγκειται στο γεγονός ότι ουδέποτε επιδόθηκε μαζί με το διάταγμα η μονομερής αίτηση και η συνοδεύουσα αυτήν ένορκος δήλωση όπως απαιτείται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 13. Η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση στην αγόρευση της απαντά, όπως ανέφερα και πιο πάνω, σε όλες τις πιο πάνω αιτιάσεις της πλευράς των εναγομένων 2, 3 και 4 - αιτητριών και σε όλα τα σχετικά επιχειρήματα θα γίνει αναφορά στη συνέχεια όπως και σε περαιτέρω λεπτομέρειες ή και σε άλλες θέσεις τις οποίες ανέπτυξαν οι δύο πλευρές σε σχέση με προκύπτοντα ζητήματα, στο κατάλληλο σημείο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Η Δ.5 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει σε ποια πρόσωπα είναι δυνατό να επιδοθεί κλητήριο ένταλμα. Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 Θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 Θ.2. Το ζήτημα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 Θ.9 και 5 Α που ορίζουν ως εξής: «Δ.5
(9)If it be made to appear to the Court or a Judge that from any cause it is not possible promptly to effect service in the manner provided in rule 2 of the Order, the Court or Judge may make such order for substituted or other service, or for the substitution of notice for service by letter, public advertisement, or otherwise, as may be just. Δ.5A Every application to the Court or a Judge for an order for substituted or other service, or for the substitution of notice for service, shall be supported by an affidavit setting forth the grounds upon which the application is made.» Αναφορικά με το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Σταύρος Φραγκέσκου κ.ά. ν. Γρηγορίου
(2000)1Γ ΑΑΔ 176 όπου στις σελίδες 1774, 1775, με αναφορά στη Δ.5 Θ.9, ο κ. Καλλής,Δ, αναφέρει τα εξής: «Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.2. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). Όπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.» Σύμφωνα με τη νομολογία η επίδοση εντός δικαιοδοσίας διέπεται από την Δ.5 ενώ η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας από την Δ.6 (βλ. Philippou v. Phlilippou
(1986)1 AAΔ 689) στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά των αιτητριών. Η Δ.6 καθορίζει τις περιπτώσεις όπου μπορεί να επιτραπεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Βασική αρχή η οποία εξάγεται είναι ότι η υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατό να επιτραπεί αν κατά τον χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορούσε να γίνει προσωπική επίδοση στον εναγόμενο. (βλ. Σταύρος Φραγκέσκου κ.ά. ν. Γρηγορίου
(2000)1Γ ΑΑΔ 1765, Myerson v. Martin and Others
(1979)2 All E.R. 667). Στην υπόθεση Myerson τέθηκε ότι το κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου. Το ερώτημα που θα πρέπει να τεθεί είναι πού βρισκόταν ο εναγόμενος κατά τον χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου. Φυσικά θα πρέπει να είναι σε γνώση και του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος απουσίαζε στο εξωτερικό πριν καταχωρήσει το κλητήριο ένταλμα. Επίσης Δ.5, Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικαίωμα υποκατάστατης επίδοσης σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο. Η Δ.5, Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Where a contract has been entered into in Cyprus by or through an agent residing or carrying on business in Cyprus on behalf of a principal residing or carrying on business outside Cyprus, a writ of summons in an action relating to or arising out of such contract may, by leave of the Court or a Judge given before the determination of such agent's authority or of his business relations with the principal, be served on such agent. Notice of the order giving such leave and an office copy thereof and of the writ of summons shall forthwith be sent by prepaid double-registered post letter to the defendant or defendants at his or their address out of the jurisdiction: provided that nothing in this rule shall invalidate or affect any other mode of service provided by these rules.» Σε μετάφραση: «Όταν έχει συνομολογηθεί σύμβαση στην Κύπρο από ή μέσω αντιπροσώπου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες εκτός Κύπρου, κλητήριο ένταλμα σε αγωγή που σχετίζεται ή που αναφύεται από τέτοια σύμβαση μπορεί, με άδεια του Δικαστηρίου ή του Δικαστή η οποία δίδεται προτού τερματιστεί η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου αυτού ή προτού τερματιστούν οι εμπορικές σχέσεις (business relations) του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο του, να επιδοθεί στον αντιπρόσωπο αυτό. Ειδοποίηση του διατάγματος που παρέχει άδεια και επίσημο αντίγραφο αυτού και του κλητηρίου θα πρέπει να αποσταλεί αμέσως με προπληρωμένη διπλοσυστημένη επιστολή προς τον εναγόμενο ή τους εναγόμενους στη διεύθυνση του ή στη διεύθυνση τους στο εξωτερικό: νοείται ότι τίποτε που περιλαμβάνεται στο δικονομικό αυτό κανόνα θα ακυρώνει ή θα επηρεάζει οποιοδήποτε άλλο τρόπο επίδοσης που προβλέπεται από τους δικονομικούς αυτούς κανόνες.» Ο αντίστοιχος προς τον δικό μας Αγγλικός δικονομικός κανόνας είναι η Δ.9 Θ.8 Α των Παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 80: «The effect of this Rule, read in conjunction with r.8, is to enable a plaintiff suing on a contract within its terms to obtain leave to serve the writ of summons to the agent in England, if any, who made the contract on behalf of a principal in a foreign country; without having to obtain an order for service out of the jurisdiction under O.11. If such agent in England is a corporate body the mode of service must comply with r.8, supra.» Σε μετάφραση: «Η ισχύς του δικονομικού αυτού κανόνα, διαβαζόμενου σε συνδυασμό με τον Θ.8, είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα, που ενάγει με βάση σύμβαση, να εξασφαλίσει άδεια επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αντιπρόσωπο ο οποίος βρίσκεται στην Αγγλία, αν υπάρχει, και ο οποίος σύναψε τη σύμβαση για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου σε ξένη χώρα, χωρίς να εξασφαλίσει διάταγμα επίδοσης στο εξωτερικό με βάση τη Διαταγή 11. Αν ο αντιπρόσωπος αυτός είναι νομικό πρόσωπο η επίδοση πρέπει να γίνει σύμφωνα με τον Θ.8.» Οι δικονομικές διατάξεις της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζουν το θέμα επίδοσης στο εξωτερικό. Η επίδοση στο εξωτερικό επιτρέπεται στις περιπτώσεις που καθορίζονται περιοριστικά από τη Δ.6, Θ.1 (Philippou v. Phlilippou
(1986)1 A.A.Δ. 689, Ε. Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716, Riverside Navigation v. Hambury & Co
(1988)1 C.L.R. 195, Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437 και Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297). Όταν λοιπόν, η υπόθεση του ενάγοντα εμπίπτει μέσα στις διατάξεις της Δ.6 τότε ο ενάγων οφείλει να ζητήσει άδεια του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να επιδώσει το κλητήριο ή ειδοποίηση του κλητηρίου στο εξωτερικό. Αν δεν το πράξει, τότε η επίδοση πάσχει από ακυρότητα. Η Δ.5 Θ.8 παρέχει τη δυνατότητα στον ενάγοντα, χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία επίδοσης στο εξωτερικό, που προβλέπεται από τη Δ.6, να επιδώσει το κλητήριο σε πρόσωπο που βρίσκεται στην Κύπρο. Για να το πράξει αυτό πρέπει να τηρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου που είναι στο εξωτερικό να προκύπτει από σύμβαση. (β) Η σύμβαση αυτή να έχει συνομολογηθεί στην Κύπρο από ή μέσω (by or through) αντιπροσώπου, ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στο εξωτερικό. (γ) Να εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση στο εσωτερικό. (δ) Η άδεια του δικαστηρίου πρέπει να εξασφαλιστεί προτού τερματιστεί η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου ή οι εμπορικές του σχέσεις με τον αντιπροσωπευόμενο του εξωτερικού. Η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση κ. Πούμου, ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση της ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 δήλωσαν την 25.06.2007 ως διεύθυνση τους τόσο στην έγγραφη συμφωνία με τους ενάγοντες όσο και στη συμφωνία υποθήκης την οδό Άνδρου 3, στα Λατσιά. Επ΄ αυτού του ισχυρισμού η ενόρκως δηλούσα δεν αντεξετάστηκε. Για τη σημασία της μη αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντος για προβαλλόμενο ισχυρισμό του (βλ. Phipson on Evidence 12η έκδοση παρ. 1593 σελ. 657, Adidas v. The Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 383). Σημειώνω σε αυτό το σημείο όπως φαίνεται και στην αίτηση με την οποία δόθηκε άδεια για υποκατάστατο επίδοση ότι ο εκεί ενόρκως δηλών κ. Παύλος Σταύρου δήλωνε ότι δεν είχε καταστεί δυνατή η επίδοση στις εναγόμενες 2, 3 και 4 καθώς σύμφωνα με τον δικαστικό επιδότη Χριστόδουλο Κοιλαρά στην ένορκη δήλωση του οποίου βασίστηκε το Δικαστήριο, όταν εξέδωσε το διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, αυτές εγκατέλειψαν τη δοθείσα διεύθυνση τους στη Κύπρο και βρίσκονται στο εξωτερικό στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπως του είχε πει ο εναγόμενος 1 και πατέρας των εναγομένων 2, 3 και
  1. Ο ίδιος μάλιστα εναγόμενος 1 του είχε αναφέρει ότι είχε συχνή επικοινωνία με τις εναγόμενες 2, 3 και 4, ούτε και επ΄αυτού του ισχυρισμού του ζητήθηκε αντεξέταση του δικαστικού επιδότη. Από την άλλη, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν υποστηρίζεται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν όταν καταχωρήθηκε η αγωγή ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 ήταν μόνιμα κάτοικοι εξωτερικού ούτε και οι ίδιες με την ένορκο δήλωση εκ μέρους του εναγόμενου 1 και πατέρα τους έθεσαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι κατά το χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ήταν πράγματι κάτοικοι εξωτερικού. Επιδίωξη του διατάγματος με το οποίο επιτρέπεται η υποκατάστατος επίδοση είναι να λάβει γνώση ένας εναγόμενος για τη δικαστική διαδικασία η οποία άρχισε εναντίον του. Οι εναγόμενες 2, 3 και 4 είχαν παραχωρήσει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στον πατέρα τους - εναγόμενο 1, στον οποίο και επιδόθηκε ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου τους τα κλητήρια εντάλματα που τις αφορούσαν. Στα πληρεξούσια έγγραφα τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και με τα οποία οι εναγόμενες 2, 3 και 4 καθιστούσαν τον εναγόμενο - πατέρα τους πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους, ρητά διαλαμβάνεται ότι: « Όπως αντ΄εμού και εξ ονόματος μου διαχειρίζεται άπασαν την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν την κειμένην εις οιονδήποτε μέρος της Κύπρου παριστάμενος ενώπιον όλων των Αρμοδίων Διοικητικών και Δικαστικών Αρχών παντός βαθμού, διεξάγει εξωδίκως και δικαστικώς διά παντός ενδίκου μέσου τακτικού και εκτάκτου, διά παντός συντηρητικού μέτρου και πάσης νομίμου εκτελέσεως πάσας τας μεταξύ εμού και οιουδήποτε άλλου υφισταμένας ή εν τω μέλλοντι υπαρξούσας δίκας, διαφοράς και δοσοληψίας, ως ενάγον ή εναγόμενος, εκκαλών ή εφεσίβλητος, υπογράφει δέχεται και κοινοποιεί έγγραφα, αναγνωρίζει ή μη τοιαύτα, δέχεται και αντεπάγει όρκους, διορίζει και αποκαθιστά άλλους πληρεξουσίους, ή δικηγόρους με την αυτήν ή περιορισμένην πληρεξουσιότητα.» Τα ως πληρεξούσια παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1 - πατέρα τους κατά τον Οκτώβριο του 2001, αυτός ως ο ενόρκως δηλών στην αίτηση εκ μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4 δεν ισχυρίζεται ότι αποσύρθηκαν ή ανακλήθηκαν καθ΄οιονδήποτε τρόπο και χρόνον έκτοτε και επομένως βρίσκονται σε ισχύ. Το λεκτικό τους, όπως το κατέγραψα πιο πάνω, δεν είναι τέτοιο που να αφήνει αμφιβολία ότι το κλητήριο ένταλμα μπορούσε να επιδοθεί νομίμως στον εναγόμενο 1 και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων 2, 3 και
  2. Πέραν όμως των πιο πάνω ο εναγόμενος 1 είχε δηλώσει στον αρμόδιο επιδότη, όταν του ανέφερε ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 δεν διέμεναν στη Κύπρο ότι είχε συχνή επικοινωνία μαζί τους. Επομένως και πάνω σε αυτή τη βάση, εφόσον ο εν λόγο ισχυρισμός δεν διαψεύστηκε και δεν αντεξετάστηκε ο δικαστικός επιδότης κ. Χριστόδουλος Κοιλαράς, θα μπορούσε να είχε δοθεί άδεια υποκατάστατης επίδοσης. Αποδείχθηκε δε η δυσκολία επίδοσης στις εναγόμενες 2,3 και 4 εφόσον δεν τέθηκε υπόψη των εναγόντων οι διευθύνσεις τους στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ή στον Καναδά κατά τον εναγόμενο 1, και επομένως οι ακριβείς διευθύνσεις τους παρέμειναν άγνωστες στους ενάγοντες. Ούτε και εμφαίνεται η ακριβής διεύθυνση τους επί των πληρεξουσίων εγγράφων στον Καναδά και όπως προαναφέρθηκε στα έγγραφα που υπέγραψαν για να παρασχεθούν οι τραπεζικές διευκολύνσεις και στο έγγραφο υποθήκης αναφέρεται ως η διεύθυνση τους η οδός Άνδρου 3 στα Λατσιά της Κύπρου. Πέραν όμως και του πιο πάνω γεγονότος εφόσον ο εναγόμενος 1 - ενόρκως δηλών εκ μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4 δηλώνει ότι για να προβεί στην συγκεκριμένη αίτηση και ένορκη δήλωση έλαβε δεόντως σχετική εξουσιοδότηση από τις εναγόμενες 2, 3 και 4 καταδεικνύεται ότι είχε επαφή μαζί τους και αυτός ο ισχυρισμός του από μόνος του αποδεικνύει ότι αυτές έλαβαν γνώση της εκκρεμούσας εναντίον τους δικαστικής διαδικασίας με βάση της παρούσα αγωγή. Πέραν όμως των πιο πάνω εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εναγόμενες 2, 3 και 4 βρίσκονταν στο εξωτερικό κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής - κάτι που δεν ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 - ενόρκως δηλών εκ μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4 - η αίτηση κρίνεται ως νομότυπη με βάση τη Διαταγή 5 Θ. 8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, σύμφωνα με τον οποίο παρέχεται το δικαίωμα στον ενάγοντα να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο. Η επίδοση δε σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εναγομένων 2, 3 και 4 έγινε κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση η έκδοση της οποίας δεν αμφισβητείται και αυτή δόθηκε πριν τερματισθεί ή ανακληθεί η πληρεξουσιοδότηση η οποία φαίνεται ότι εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι και σήμερα και η οποία δόθηκε στον γενικώς πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους - πατέρα τους, στον οποίο και επιδόθηκαν τα κλητήρια εντάλματα ως του ικανού προσώπου να δέχεται επίδοση δικαστικών εγγράφων εκ μέρους των. Σύμφωνα με την Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου (πιο πάνω), ο μοναδικός σκοπός της υποκατάστατης επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής ο πιο πάνω σκοπός της υποκατάστατης επίδοσης επετεύχθη τόσο με την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία όσο και της παρούσας αίτησης. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4 απορρίπτονται ως αποσκοπούσες στην καθυστέρηση ή στην κωλυσιεργία. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων 2, 3 και 4 - αιτητριών στη παρούσα, ότι δεν επιδόθηκε σ΄αυτές μαζί με το κλητήριο ένταλμα η μονομερής αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης και το ίδιο το διάταγμα, αυτός καταρρίπτεται από την ένορκη δήλωση του επιδότη κ. Χριστόδουλου Κοιλαρά ημερ. 7.0.2014 η οποία βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος επισυνάπτει στην ένορκο δήλωση του αντίγραφα των εγγράφων που επέδωσε και σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα πιο πάνω. Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης περί παράτυπης επίδοσης παρέμεινε χωρίς έρεισμα. Για τη δυνατότητα συμβουλής εκ μέρους του Δικαστηρίου των εγγράφων εντός του φακέλου (βλ. Γεωργίου ν. Οργ. Χρηματ. Τραπ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2) 1 Α.Α.Δ. 1999, σελ. 1938 στη σελ. 1943 στο τέλος: «Ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του έλαβε υπόψη στοιχεία από ένορκη δήλωση άλλης αίτησης που περιέχεται στο φάκελο της αγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η άλλη αίτηση αποτελούσε μέρος του φακέλου και αφορούσε τόσο την ίδια διαδικασία όσο και τους ίδιους διαδίκους. Συνακόλουθα κρίνεται ότι το διάταγμα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν λανθασμένο, αφού το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου.» Τέλος, σε σχέση με τη θεραπεία υπό στοιχείο Γ της αίτησης ήτοι την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται και/ή να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα στην έκταση που αφορά τις εναγόμενες 2, 3 και 4 αυτή απορρίπτεται για τους λόγους που προαναφέρθηκαν αλλά και καθώς δεν έχει έρεισμα στη νομολογία μας (βλ.Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.ά.,
(2005)ΑΑΔ σελ. 273 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «η υποβολή αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από τη καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης εναγομένου που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας.» Τα γεγονότα όπως αναλύθηκαν πιο πάνω δεν καταδεικνύουν παράβαση είτε συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των εναγομένων 2, 3 και 4 - αιτητριών ούτε και κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, προκύπτει καθαρά ότι αυτές έλαβαν γνώση νομότυπα της ύπαρξης της αγωγής εναντίον τους. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και τις αρχές που τίθενται ως προϋποθέσεις και διαχρονικά ακολουθούνται από τη νομολογία μας για όλα τα θέματα που συζητήθηκαν πιο πάνω, καταλήγω ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν με την αίτηση και τα σχετικά αιτήματα δεν έχουν έρεισμα και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 - αιτητριών ομού και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η εμφάνιση υπό όρους διά της παρούσης καθίσταται άνευ όρων. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί περί Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με τη συμπλήρωση των δικογράφων. (Υπ.) .................................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.