← Κύπρος

DMITRY VLADIMIROVICH GARKUSHA ν. DB DEVELOPMENT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ.αγωγής 1452/2014, 2/2/2015

DMITRY VLADIMIROVICH GARKUSHA ν. DB DEVELOPMENT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ.αγωγής 1452/2014, 2/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A40 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 1452/2014 Μεταξύ: DMITRY VLADIMIROVICH GARKUSHA Ενάγοντα και

  1. DB DEVELOPMENT HOLDINGS LIMITED
  2. ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΡΔΑΣ
  3. ΜΑΡΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ
  4. ΖΙΑΝ-ΠΙΕΡ ΧΑΡΟΥΤΟΥΝΙΑΝ
  5. OPEN JOINT STOCK COMPANY SBERBANK RUSSIA
  6. STANISLAV KUZNETSOV
  7. OPEN JOINT STOCK COMPANY SKM ENGINEERING Εναγομένων Αίτηση 12.1.2015 Ημερ.: 2.2.2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 - Αιτητές: κα Μ.Λοϊζου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ.Α.Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Σύμφωνα με την Εκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας είναι μέτοχος της Εναγόμενης 1 κυπριακής εταιρείας. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι διευθυντές της. Η Εναγόμενη 5 είναι ρωσσική εταιρεία με αντιπρόεδρο τον Εναγόμενο 6 που είναι ρώσσος. Η Εναγόμενη 7 είναι επίσης ρωσσική εταιρεία. Ο Ενάγοντας κατέχει το 2% των μετοχών της Εναγόμενης
  8. Οι άλλοι μέτοχοι είναι η Deutsche Bank με 49% και η Sberbank Investments, επίσης με 49%. Οι σχέσεις των μετόχων ρυθμίζονται από συμφωνία μετόχων ημερ. 29.3.2007, που τροποποιήθηκε στις 5.7.2011 και διέπεται από το αγγλικό δίκαιο. Η Εναγόμενη 1 μέσω της θυγατρικής της ρωσσικής εταιρείας DBD Operations συνεργάστηκε με την Εναγόμενη 5 που είναι η μητρική εταιρεία της Sberbank Investments για την κατασκευή έργων στη Ρωσσία στη βάση συμφωνιών ημερ. 23.9.2011 και 21.3.2012, που διέπονται από το ρωσσικό δίκαιο. Καταλογίζεται στην Εναγόμενη 5 ότι, με επέμβαση του Εναγόμενου 6 αντιπροέδρου της, δόλια και προς βλάβη της Εναγόμενης 1 ανέθεσε συμβόλαιο εργολαβίας στην Εναγόμενη
  9. Δικογραφούνται και άλλες αξιόμεμπτες συμπεριφορές που έβλαψαν την Εναγόμενη 1, που για σκοπούς της παρούσας είναι αχρείαστο να γίνει επιμέρους αναφορά. Στους Εναγόμενους 2, 3 και 4, διευθυντές της Εναγόμενης 1, καταλογίζεται ότι επέδειξαν ανοχή και αμέλεια σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους προς την Εναγόμενη
  10. Δικογραφείται στην παραγρ.58 (θα έπρεπε να ρυθμιστεί ως παραγρ.70) της Εκθεσης Απαίτησης ότι: «...η Εναγόμενη 1 και κατ΄ επέκταση ο Ενάγοντας ως μέτοχος της Εναγόμενης 1 έχουν υποστεί τις ακόλουθες ζημιές: (α) Μείωση της αξίας των μετοχών του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 1 ύψους USD 2.000.
  11. (β) Απώλεια κερδών σε επιχειρήσεις της Εναγόμενης 1 που έχουν υπεξαιρεθεί ως αναφέρεται πιο πάνω, ύψους USD 13.000.000.» Αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών ή και παράβαση καθηκόντων ή και καθηκόντων εμπιστοσύνης. Γενικές αποζημιώσεις για συνωμοσία εναντίον όλων των Εναγομένων, περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης
  12. Γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και
  13. Αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 5 για πρόκληση παράβασης σύμβασης από την Εναγόμενη 7, και δήλωση ότι οι Εναγόμενοι 5, 6 και 7 οφείλουν να δώσουν λογαριασμούς στον Ενάγοντα για κάθε συναλλαγή τους με την Εναγόμενη 1 ή και την DBD Operations. Oι Εναγόμενοι 1 - 4, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, καταχώρησαν την 10.9.2014 εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και έλαβαν άδεια για να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου ή και της επίδοσης του εντός τακτής προθεσμίας. Αυθημερόν οι Εναγόμενοι 2 - 4 καταχώρησαν αίτηση ζητώντας τον παραμερισμό, ακύρωση ή και διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος, επικαλούμενοι ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή και αρμοδιότητας να εκδικάσει την αγωγή ως επίσης για το λόγο ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αγωγής χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις παράγωγης αγωγής που στην προκειμένη περίπτωση απουσιάζουν. Διαζευκτικά εξαιτούνται αναστολή της αγωγής λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της αγωγής. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 9.10.2014 της Βασιλείας Κουρουζίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους. Προβαίνει η ομνύουσα σε παρατηρήσεις αναφορικά με τη σύνταξη της Εκθεσης Απαίτησης, επισημαίνοντας ότι δεν δικογραφείται ότι η αγωγή εγείρεται προς όφελος της Εναγόμενης 1 ως παράγωγη αγωγή, απλά ο Ενάγοντας διεκδικεί αποζημιώσεις υπό την προσωπική του ιδιότητα και μάλιστα εναντίον και της ίδιας της Εναγόμενης
  14. Το δεύτερο ζήτημα που πραγματεύεται είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας είναι πράγματι μέτοχος μειοψηφίας και θα μπορούσε να καταχωρήσει παράγωγη αγωγή για την προάσπιση των συμφερόντων της Εναγόμενης
  15. Υποστηρίζεται ότι το 2011 οι μετοχές της Sberbank στην Εναγόμενη 1 μεταβιβάστηκαν στη ρωσσική εταιρεία LLC Gardon και ότι ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος αυτών. Όπως εξηγείται, τούτο προκύπτει από το γεγονός της ύπαρξης συμφωνίας αντιπροσωπείας ημερ. 10.5.2011, μεταξύ της Sberbank και του Ενάγοντα, ότι η Sberbank θα αγόραζε το 49% της Εναγόμενης 1 εκ μέρους και για λογαριασμό του Ενάγοντα. Αναφέρεται, ακόμα, πως στην Εκθεση Απαίτησης δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας δεν ελέγχει την Εναγόμενη 1, ώστε να μπορούσε να ενάξει εξ ονόματος της με παράγωγη αγωγή. Στο τρίτο κεφάλαιο της ένορκης της δήλωσης η Κουρουζίδου αναλώνεται στην παράθεση στοιχείων προς υποστήριξη της θέσης ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum για να εκδικάσει την αγωγή. Ο Ενάγοντας καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ημερ. 3.12.2014, του Ζήνωνα Νικολαϊδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Μεταξύ άλλων ζητημάτων, αναφέρεται ότι η LLC Gardοn (σημειωτέον ότι στην Εκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται αυτή η εταιρεία) είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του 49% των μετοχών της Εναγόμενης 1 και γίνεται άρνηση της θέσης ότι ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος των μετοχών αυτών. Η αίτηση ορίστηκε γι΄ ακρόαση την 12.12.2014 και αναβλήθηκε για την 16.1.2015 λόγω ασθένειας της δικηγόρου που θα χειριζόταν την υπόθεση για τον Ενάγοντα. Την 12.1.2015 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι 2 - 4 ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να τους επιτρέπει να καταχωρήσουν συμπληρωματικής ένορκη δήλωση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 12.1.2015 της προαναφερθείσας Κουρουζίδου. Επισυνάπτεται ως παράρτημα η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που θα καταχωριστεί εάν επιτραπεί. ΄Ο,τι οι Εναγόμενοι 2 - 4 επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι τα πρακτικά δύο εκτάκτων γενικών συνελεύσεων της Εναγόμενης 1, ημερ. 16.9.2014 και 23.9.2014, για να καταδείξουν ότι η LLC Gardon ακολουθεί πιστά τις θέσεις και τη γραμμή του Ενάγοντα σε όλα τα εταιρικά επίπεδα και τα αποτελέσματα ηλεκτρονικών ερευνών που έχουν διενεργήσει στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αναφορικά με δύο άλλες εταιρείες που δείχνουν τη σχέση των νέων αξιωματούχων της Εναγόμενης 1 με τον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του. Αυτά τα στοιχεία, όπως θα επικαλεστούν, καταδεικνύουν ότι ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος των μετοχών που η LLC Gardon κατέχει στην Εναγόμενη
  16. Ότι αυτή είναι η προοπτική επιβεβαιώνεται με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων 2 - 4 (παραγρ.29). Ο Ενάγοντας καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 22.1.2015, της Λωρέττας Παπακωνσταντίνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Εγείρεται από τους Εναγόμενους 2 - 3 ζήτημα ότι η Ενσταση καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το ζήτημα είναι περιορισμένης σημασίας, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να υποβληθεί και προφορικά, οπόταν και τυχόν ένσταση διατυπώνεται σε τέτοια περίπτωση προφορικά. Σε κάθε περίπτωση, όπως πιο κάτω εξηγείται, το κριτήριο συνίσταται στην ύπαρξη καλού λόγου, με το βάρος στον αιτητή να καταδείξει ότι υφίσταται. Η σημασία της ένστασης είναι περιορισμένη και η αίτηση μπορεί να απορριφθεί ακόμα και όταν δεν υπάρχει ένσταση ή ακόμα παρά τη συναίνεση του καθ΄ ου η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως τροποποιήθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ημερομηνίας 23.12.1999, που προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην Ιacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1377, 1380-81, πως: «Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Αναφέρεται στην Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Θα επεκταθώ αναφερόμενος στις περιπτώσεις όπου έχει χορηγηθεί ενδιάμεση θεραπεία και ο αιτητής επιθυμεί κατά το στάδιο που το διάταγμα είναι επιστρεπτέο να προσαγάγει περαιτέρω μαρτυρία, για να υποδείξω τη διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος, σε σχέση με περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου ουδεμία θεραπεία έχει χορηγηθεί και απλά εκκρεμεί ζήτημα προς κρίση. Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι, ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και οτι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Γι΄ αυτό και είναι στις πλείστες των περιπτώσεων ανώφελη η καταχώρηση απαντητικής ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, από τον αιτητή στο στάδιο της ακρόασης για να καταδείξει πως το διάταγμα ορθά εκδόθηκε. Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιονδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. . Η αναφορά στο θεσμό σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις δεν υπαγορεύει τη μορφή και δεν περιορίζει τη θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Την ύπαρξη καλού λόγου αποφασίζει το Δικαστήριο την κρίση του οποίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει ο διάδικος. Επομένως προβαλλόμενη από τον αιτητή θέση ότι υφίσταται καλός λόγος δεν έχει καμιά βαρύτητα ή σημασία. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλού λόγου διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την ένορκη δήλωση που θα καταχωρήσει εάν του επιτραπεί, άλλωστε το αίτημα του θα μπορούσε να ήταν και προφορικό, αναμφίβολα όμως το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει εάν τούτο γίνει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (αρ.1)
(2012)1(Α) ΑΑΔ 643, 646). Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν εξέταση του θέματος για το οποίο ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση με το οποίο η διαπίστωση του καλού λόγου συναρτάται. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Οι Εναγόμενοι 2 - 4 υποστηρίζουν στην κύρια αίτηση ότι ο Ενάγοντας δεν είναι μέτοχος μειοψηφίας στην Εναγόμενη 1 γιατί, κατά τη θέση τους, πέραν του 2% που προσωπικά κατέχει, είναι ο τελικός δικαιούχος και του 49% των μετοχών της Εναγόμενης 1 που είναι εγγεγραμμένες στην LLC Gardon. Η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί είναι σχετική με το ζήτημα αυτό, είναι όμως το ζήτημα πράγματι επίδικο στην κύρια αίτηση; Οι Εναγόμενοι 2 - 4 το εγείρουν επιτακτικά, το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο τέτοιο ζήτημα μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της κύριας αίτησης. Στο στάδιο τούτο δεν εκδικάζεται η κύρια αίτηση, ούτε μπορεί να προαποφασιστεί ζήτημα που εκεί εγείρεται. Όμως, το τι δύναται να είναι επίδικο στην κύρια αίτηση αφορά την υπό κρίση Αίτηση και είναι καθοριστικό στην έκβαση της. Ετσι, για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης και μόνο μπορούν να καθοριστούν τα επίδικα θέματα στην κύρια αίτηση. Το κατά πόσο ο ενάγοντας αποκαλύπτει με την αγωγή του αιτία αγωγής είναι ζήτημα που όταν δικάζεται προδικαστικά αποφασίζεται στη βάση των όσων δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. Δεν νοείται η προσκόμιση μαρτυρίας εκτός του πλαισίου της δίκης στην αγωγή προς διάψευση ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Το κατά πόσο ο Ενάγοντας είναι ο τελικός δικαιούχος των μετοχών της LLC Gardon στην Εναγόμενη 1, είναι ζήτημα που δεν μπορεί να αποφασιστεί παρά στο πλαίσιο της δίκης στην αγωγή, όπου θα προσκομίσει η κάθε πλευρά τη μαρτυρία της και το Δικαστήριο, μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, θα μπορεί να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη. Το ζήτημα της μη αποκάλυψης αιτίας αγωγής εγείρεται με αίτηση δυνάμει της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αποφασίζεται στη βάση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Όπως εξηγείται στη νομολογία (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176, Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949), η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Η Δ.27 αναφέρεται στη νομική βάση της κύριας αίτησης και η εξαιτούμενη θεραπεία Α (ii) μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά στον παραμερισμό, ακύρωση ή διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος γιατί δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής, το ζήτημα όμως θα αποφασιστεί με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και όχι στη βάση μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 2 - 4. Καταλήγω ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομιστεί με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αχρείαστη και δεν εξυπηρετεί στην επίλυση των ζητημάτων που μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της κύριας αίτησης. Συνεπώς, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 2 - 4, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.