← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. LANOMEX DEVELOPMENT LTD, Αρ.αγωγής 2567/2014, 2/2/2015

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. LANOMEX DEVELOPMENT LTD, Αρ.αγωγής 2567/2014, 2/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 2567/2014 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και LANOMEX DEVELOPMENT LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.12.2014 Ημερ.: 2.2.2015 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ.Χρ.Ματθαίου Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ.Β.Λοϊζου για Ανδρέας Β.Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της αγωγής είναι ένα κατάστημα σε οικοδομικό συγκρότημα στην οδό Ζήνωνος Κιτιέως στη Λάρνακα. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. το αγόρασε με έγγραφη συμφωνία ημερ. 30.12.1983 από την Lefkaritis Bros Limited. Το κατάστημα, μετά τη συμπλήρωση του, παραδόθηκε στην αγοράστρια η οποία για χρόνια διεξήγαγε τραπεζικές δραστηριότητες σε αυτό. Μεταβίβαση δεν έγινε ποτέ ούτε και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το κατάστημα. Σύμφωνα με την Εκθεση Απαίτησης την 19.9.2014 η αγοράστρια εκχώρησε τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη συμφωνία ημερ. 30.12.1983 στην Ενάγουσα, ενώ το οικοδομικό συγκρότημα στο οποίο βρίσκεται το κατάστημα μεταβιβάστηκε στην Lefkaritis Developers (Kimonas) Ltd που μετονομάστηκε σε Lefkaritis & Hassapis Developers Kimonas Ltd που σήμερα, κατόπιν νέας μετονομασίας, είναι η Εναγόμενη εταιρεία. Την 2.10.2014 η Εναγόμενη με επιστολή της ενημέρωσε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ότι θα προχωρούσε στην κατεδάφιση του οικοδομικού συγκροτήματος. Αναφερόταν στην επιστολή ότι δεν είχαν εξασφαλιστεί οι προϋποθέσεις για ξεχωριστή εγγραφή και μεταβίβαση του καταστήματος με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υλοποίηση της συμφωνίας ημερ. 30.12.1983, που ως εκ τούτου τερματιζόταν. Η θέση της Εναγόμενης απερρίφθη με επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 23.10.

  1. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη δεν είχε ποτέ πρόθεση να προωθήσει την έκδοση χωριστών τίτλων και τη μεταβίβαση του καταστήματος. Ο σκοπός της είναι η κατεδάφιση του οικοδομικού συγκροτήματος για να ανοικοδομήσει νέο με τη συμμετοχή ξένων επενδυτών με απώτερο σκοπό το μεγάλο οικονομικό όφελος σε βάρος της Ενάγουσας και των δικαιωμάτων της. Συνεπεία των πιο πάνω κατεχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, που είχε καταχωριστεί στο Κτηματολόγιο στις 30.12.1983, συναφείς θεραπείες και διαζευκτικά αποζημιώσεις. Αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής την 27.10.2014 καταχωρίστηκε άνευ κλήσεως αίτηση για την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει την Εναγόμενη από του να κατεδαφίσει ή επέμβει, αποξενωθεί ή επιβαρύνει το κατάστημα. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 27.10.2014 του Λάζαρου Ξυδά, προϊσταμένου της μονάδας τεχνικής υποστήριξης της Ενάγουσας. Επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της Εκθεσης Απαίτησης και γίνεται αναφορά σε ανεπιτυχείς διαβουλεύσεις μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και της Lefkaritis & Hassapis Developers Kimonas Ltd τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2014 για να επαναγοράσει η τελευταία το κατάστημα από την πρώτη. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 27.10.2014, διαπιστώνοντας πως δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του κατεπείγοντος που συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος στην απουσία του αντιδίκου, διέταξε την επίδοση της αίτησης χωρίς να χορηγήσει οιαδήποτε θεραπεία. Η Εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση ημερ. 30.10.2014 του Αντώνιου Πάπας, διευθυντή πωλήσεων της. Η θέση που προβάλλεται είναι ότι η Εναγόμενη δεν σχετίζεται με το επίδικο κατάστημα. Η Εναγόμενη «αγόρασε» την Lefkaritis & Hassapis Developers (Kimonas) Ltd, η οποία με έγγραφη συμφωνία ημερ. 28.4.2009 αγόρασε το οικοδομικό συγκρότημα πλην του επίδικου καταστήματος από την Lefkaritis Bros Ltd. H τελευταία συμφωνία επισυνάπτεται. Προσβάλλεται, ακόμη, η γνησιότητα της σύμβασης ημερ. 19.9.2014 με την οποία η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. εκχώρησε τα δικαιώματα της δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 30.12.1983 στην Ενάγουσα. Επισημαίνεται ότι αυτή χαρτοσημάνθηκε μετά τις 3.10.2014 που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της επιστολής ημερ. 2.10.
  2. Η αίτηση ορίστηκε γι΄ ακρόαση την 1.12.2014 και αναβλήθηκε, επαναοριζόμενη γι΄ ακρόαση την 23.12.2014 τη αιτήσει αμφοτέρων των διαδίκων με σκοπό τη διευθέτηση. Την προηγούμενη, 22.12.2014, καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Ενάγουσα ζητεί άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής και / ή απαντητικής ένορκης δήλωσης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 22.12.2014 του προαναφερθέντα Λάζαρου Ξυδά. Στην Ενορκη Δήλωση Ξυδά εμπεριέχεται επιχειρηματολογία και μόνο. Επισυνάπτεται όμως σε αυτή σχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που θα καταχωριστεί εάν τούτο επιτραπεί. Η Εναγόμενη καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 16.1.2015 της Μαρίας Μορφή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Η Μορφή προβαίνει σε άρνηση των θέσεων Ξυδά και επιχειρηματολογεί. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως τροποποιήθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ημερομηνίας 23.12.1999, που προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην Ιacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1377, 1380-81, πως: «Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Αναφέρεται στην Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Θα επεκταθώ αναφερόμενος στις περιπτώσεις όπου έχει χορηγηθεί ενδιάμεση θεραπεία και ο αιτητής επιθυμεί κατά το στάδιο που το διάταγμα είναι επιστρεπτέο να προσαγάγει περαιτέρω μαρτυρία, για να υποδείξω τη διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος, σε σχέση με περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου ουδεμία θεραπεία έχει χορηγηθεί και απλά εκκρεμεί ζήτημα προς κρίση. Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι, ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και οτι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Γι΄ αυτό και είναι στις πλείστες των περιπτώσεων ανώφελη η καταχώρηση απαντητικής ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, από τον αιτητή στο στάδιο της ακρόασης για να καταδείξει πως το διάταγμα ορθά εκδόθηκε. Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιονδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. . Η αναφορά στο θεσμό σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις δεν υπαγορεύει τη μορφή και δεν περιορίζει τη θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Την ύπαρξη καλού λόγου αποφασίζει το Δικαστήριο την κρίση του οποίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει ο διάδικος. Επομένως προβαλλόμενη από τον αιτητή θέση ότι υφίσταται καλός λόγος δεν έχει καμιά βαρύτητα ή σημασία. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλού λόγου διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την ένορκη δήλωση που θα καταχωρήσει εάν του επιτραπεί, άλλωστε το αίτημα του θα μπορούσε να ήταν και προφορικό, αναμφίβολα όμως το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει εάν τούτο γίνει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (αρ.1)
(2012)1(Α) ΑΑΔ 643, 646). Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν εξέταση του θέματος για το οποίο ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση με το οποίο η διαπίστωση του καλού λόγου συναρτάται. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Τα σημεία για τα οποία ζητείται να παρουσιαστεί περαιτέρω μαρτυρία είναι τρία. Το πρώτο αφορά στην παρουσίαση απόδειξης εξόφλησης του τιμήματος αγοράς του καταστήματος, προφανώς γιατί στην παραγρ.5 της ένορκης δήλωσης Πάπας αναφέρεται ότι η Εναγόμενη δεν γνωρίζει κατά πόσο το τίμημα αγοράς είχε καταβληθεί. Είναι, όμως, αχρείαστο να προσκομιστεί μαρτυρία εξόφλησης του τιμήματος. Στην επιστολή της Εναγόμενης ημερ. 2.10.2014, με την οποία επιχειρείται ο τερματισμός της συμφωνίας ημερ. 30.12.1983, δεν γίνεται επίκληση ζητήματος που να αφορά την μη εξόφληση του τιμήματος. Επομένως, για σκοπούς της κύριας αίτησης, το ζήτημα δεν είναι επίδικο. Το δεύτερο αφορά στην παρουσίαση της Δήλωσης Μεταβίβασης Ακινήτου ημερ. 29.6.2009, με την οποία η Lefkaritis Bros Ltd μεταβίβασε το οικοδομικό συγκρότημα στην Lefkaritis & Hassapis Developers Kimonas Ltd. Θέλει να υποδείξει η Ενάγουσα ότι παρά το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερ. 28.4.2009 μεταξύ των δύο πιο πάνω εταιρειών όπου αναφέρεται ότι εξαιρείται το επίδικο κατάστημα, η μεταβίβαση αφορούσε όλο το οικοδομικό συγκρότημα. Είναι ουσιαστικής σημασίας για τα επίδικα ζητήματα στην κύρια αίτηση κατά πόσο η Εναγόμενη είναι ή δεν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια όλου του οικοδομικού συγκροτήματος περιλαμβανομένου δηλαδή και του επίδικου καταστήματος. Οιαδήποτε μαρτυρία που μπορεί να διαφωτίσει ως προς το ζήτημα είναι ορθό αλλά και επιβεβλημένο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς υφίσταται καλός λόγος για να επιτραπεί η παρουσίαση της σχετικής Δήλωσης Μεταβίβασης Ακινήτου. Τέτοια ζητήματα δεν πρέπει να παραμένουν μετέωρα και να κρίνεται η αίτηση σε επίπεδο ισχυρισμών εκεί όπου μπορεί να παρουσιαστεί ακλόνητη θετική μαρτυρία. Σημειώνω ότι υπάρχει διάσταση στις θέσεις ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη είναι μετονομασία της Lefkaritis & Hassapis Developers Kimonas Ltd (παραγρ. 7 της Εκθεσης Απαίτησης και παραγρ. 8 της ένορκης δήλωσης Ξυδά ημερ. 27.10.2014) ή αγοραστής της (παραγρ. 11 της ένορκης δήλωσης Πάπα), δηλαδή η μέτοχος της. Το ζήτημα θα επιλυθεί ίσως στην κύρια αίτηση. Το τρίτο αφορά στο ζήτημα της εκχώρησης των δικαιωμάτων της συμφωνίας ημερ. 30.12.1983 στην Ενάγουσα. Τα όσα επιζητείται να αναφερθούν είναι αχρείαστα στα πλαίσια της κύριας αίτησης. Καταλήγω ότι υφίσταται καλός λόγος για την παρουσίαση μαρτυρίας αναφορικά με τη Δήλωση Μεταβίβασης Ακινήτου ημερ. 29.6.2009 και προς τούτο δίδεται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός τεσσάρων ημερών και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους της Εναγομένης. Η διαταγή ως προς τα έξοδα πρέπει να είναι εποικοδομητική και να συμβάλλει στον περιορισμό των διαδικασιών προς όφελος της ουσίας των υποθέσεων. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι ότι δεν πρέπει σε τέτοιες αιτήσεις, όπως και σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, να ενθαρρύνεται η καταχώρηση ένστασης με το σκεπτικό πως σε κάθε περίπτωση το σύνολο των εξόδων θα επιδικαστούν εναντίον του αιτητή. Στην προκειμένη περίπτωση η μερική μόνο επιτυχία της Αίτησης καταδεικνύει ότι η ένσταση ήταν βάσιμη και η ακρόαση της Αίτησης αναγκαία. Ως εκ τούτου είναι ορθό και δίκαιο τα έξοδα να επιδικαστούν και επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.