Κούλλας Παναγιώτη Βαρνάβα ν. Κατερίνας Καλλιτσιώνη κ.α., Αρ.αγωγής 2027/2009, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 2027/2009 Μεταξύ: Κούλλας Παναγιώτη Βαρνάβα, Ενάγουσας και
- Κατερίνας Καλλιτσιώνη
- Αντώνη Καλλιτσιώνη
- Αντρούλλα Καλλιτσιώνη Εναγομένων Ημερομηνία: 20.2.2015 Για την Ενάγουσα: κ.Γ.Πιττάτζης για Γ.Φ.Πιττάτζης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 - 3: κ.Γ.Λουκαϊδης για Δρ Ανδρέας Π.Ποιητής & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Τα επίδικα θέματα - Η δικογραφία Τον Ιανουάριο του 1996 και ενώ η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 2 ήταν αρραβωνιασμένοι, η Εναγόμενη 3, μητέρα του Εναγόμενου 2, μεταβίβασε στην Ενάγουσα με δωρεά 1/30 μερίδιο κτήματος της στην Ορμήδεια με κτηματολογικά στοιχεία: Αρ.Εγγραφής 2854, Τεμ.
- Μεταγενέστερα άρχισε η ανοικοδόμηση της κατοικίας της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2 σε μέρος του κτήματος, ενώ την 1.3.1997 τελέστηκε και ο γάμος τους. Σύντομα μετά, και αφού η κατοικία ολοκληρώθηκε, το ζεύγος κατοίκησε σε αυτή. Την 6.3.2000 η Ενάγουσα μεταβίβασε πίσω στην Εναγόμενη 3 το μερίδιο της, πάλιν με δωρεά. Ακολούθησε ο διαχωρισμός του κτήματος και δημιουργήθηκαν οικόπεδα μεταξύ των οποίων και το οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται η κατοικία του ζεύγους, στην οδό Παραδείσου 3 στην Ορμήδεια, με κτηματολογικά στοιχεία: Αρ.Εγγραφής 4774, Τεμ. 602, του Φ/Σχ. 2-270-
- Οι σχέσεις των συζύγων κλονίστηκαν και οδήγησαν στη λύση του γάμου τους την 28.2.
- Εν τω μεταξύ η Ενάγουσα από 23.7.2005 έπαψε να διαμένει στην κατοικία. Με την αγωγή της ζητά διάφορες θεραπείες τις οποίες θα προσπαθήσω να κατηγοριοποιήσω και συνοψίσω. Αξιώνει δήλωση ότι η κατοικία ανεγέρθηκε με δικές της δαπάνες ή συνεισφορά πέραν των 2/3 της αξίας της. Ότι επρόκειτο για την οικογενειακή της στέγη και ότι δικαιούται στην κατοχή και χρήση της και όπως εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια της εξ ολοκλήρου ή για μερίδιο και ότι είναι ιδιοκτήτρια και δικαιούται στην κατοχή και χρήση όλης της επίπλωσης και του εξοπλισμού της. Με δεδομένο ότι σήμερα και από το 2006 στην κατοικία διαμένει η Εναγόμενη 1, αδερφή του Εναγόμενου 2, αξιώνονται διατάγματα που να της απαγορεύουν να κατέχει και χρησιμοποιεί την κατοικία, επίπλωση και εξοπλισμό της. Εναντίον της Εναγόμενης 1 ζητείται και διάταγμα για να μεταβιβάσει στην Ενάγουσα το οικόπεδο με την κατοικία ή αποζημίωση €598.000 που καθορίζεται ως η αξία της κατοικίας. Και τούτο παρά το ότι στην Εκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται ότι αυτή είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της κατοικίας, κάτι που απετέλεσε κοινό έδαφος κατά τη δίκη. Αξιώνονται ακόμα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην κατοικία και παράνομη ιδιοποίηση, κατοχή και χρήση της επίπλωσης και του εξοπλισμού. Κεφαλαιώδες ζήτημα στην υπόθεση είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ενάγουσα μεταβίβασε πίσω στην Εναγόμενη 3 το 1/30 μερίδιο του κτήματος. Η ουσία των όσων αναφέρονται στην Εκθεση Απαίτησης είναι ότι η μεταβίβαση έγινε με την προοπτική να διαχωριστεί το κτήμα σε οικόπεδα και μετά την οικοπεδοποίηση του να μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της Ενάγουσας το οικόπεδο που αντιστοιχούσε στο μερίδιο της (παραγρ.12) ή το οικόπεδο που αντιστοιχούσε στην κατοικία και στο μερίδιο της ή τουλάχιστον το μισό οικόπεδο (παραγρ.23). Δικογραφείται ακόμα ότι οι Εναγόμενοι έπεισαν την Ενάγουσα να προβεί στη μεταβίβαση παριστάνοντάς της ψευδώς ότι αυτή ήταν αναγκαία για να καταστεί εφικτή η διαδικασία διαίρεσης του κτήματος σε οικόπεδα. Καταλογίζεται στους Εναγόμενους πως ξεγέλασαν την Ενάγουσα αφού πρόθεση τους ήταν να οικειοποιηθούν το μερίδιο της και να μην της μεταβιβάσουν ούτε μερίδιο, ούτε οικόπεδο. Η συγκεκριμένη αιτία αγωγής αφορά όλους τους Εναγόμενους. Εάν η Ενάγουσα εξαπατήθηκε ώστε να πραγματώσει τη μεταβίβαση, δικαιούται στην περιουσία που μεταβίβασε ή την αξία της εάν η επιστροφή της είναι ανέφικτη. Έστω και αν δεν υπήρχε πρόθεση μεταβίβασης οικοπέδου ή μέρους του στην Ενάγουσα, όπως η ίδια προβάλλει για να τεκμηριώσει την απάτη, η Εναγόμενη 3 συμφώνησε ότι θα ενέγραφε στην Ενάγουσα ολόκληρο ή το μισό οικόπεδο μέσα στο οποίο ήταν η κατοικία, οπόταν προβάλλεται ως επιπλέον αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 3 η παράβαση συμβατικής υποχρέωσης (παραγρ.23). Η μεταβίβαση 1/30 μεριδίου του κτήματος από την Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα το 1996 είναι ένα δεδομένο. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι η μεταβίβαση έγινε λόγω της σχέσης της με τον Εναγόμενο 2, με προοπτική το γάμο, ώστε η ίδια να αποκτήσει περιουσιακά δικαιώματα στην κατοικία που το ζεύγος θα ανοικοδομούσε σε μέρος του κτήματος. Η θέση των Εναγομένων είναι ότι η μεταβίβαση έγινε όχι με πρόθεση να αποδοθούν στην Ενάγουσα περιουσιακά δικαιώματα, αλλά για να επιτευχθεί η χορήγηση από τη Δημοκρατία οικονομικής βοήθειας για την ανέγερση της κατοικίας, με τη συνεννόηση ότι στη συνέχεια η Ενάγουσα θα μεταβίβαζε πίσω στην Εναγόμενη 3 το μερίδιο. Β. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου - Η συναφής αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Κατά την τελική του αγόρευση ο δικηγόρος των Εναγομένων ήγειρε ζήτημα καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Υποστήριξε ότι, ως εκ της φύσης της διαφοράς, αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το ζήτημα ηγέρθηκε και με ενδιάμεση αίτηση των Εναγομένων και κρίθηκε με την Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 7.12.
- Το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι η επίδικη περιουσία ουδέποτε είχε καταστεί ιδιοκτησία του Εναγόμενου 2, κατέληξε πως δεν αφορούσε περιουσιακή διαφορά μεταξύ των συζύγων στην έννοια του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 και του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του
- Η ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αυτού επιβεβαιώθηκε με την Ενδιάμεση Απόφαση της 29.8.2013 με νέα σύνθεση. Ακόμα και υπό το φως της Περικλέους ν. Εγγλέζου
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1015, που εκδόθηκε την 9.6.2011, όπου αποφασίστηκε ότι όταν η ακίνητη ιδιοκτησία για την οποία υφίσταται η αξίωση κατείχετο μεν από τρίτο πρόσωπο αλλά δυνάμει καταπιστεύματος προς όφελος του ή της συζύγου, η άλλη ή ο άλλος σύζυγος θα μπορούσε να διεκδικήσει συνεισφορά στην αύξηση της αξίας της στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Όπως, όμως, προέκυπτε από την Έκθεση Απαίτησης, η θέση της Ενάγουσας ήταν ότι μετά την οικοπεδοποίηση το οικόπεδο μέσα στο οποίο θα βρισκόταν η κατοικία θα μεταβιβαζόταν στην ίδια και ο Εναγόμενος 2 όχι μόνο δεν ήταν ποτέ ιδιοκτήτης, αλλά ούτε και δικαίωμα δυνάμει καταπιστεύματος είχε ή απέκτησε ποτέ στην περιουσία. Διαφάνηκε να συνιστά κοινό έδαφος ότι η κατοικία που επρόκειτο να κτιστεί σε μέρος του κτήματος και που στη συνέχεια πράγματι ανεγέρθηκε, προοριζόταν για τη στέγαση του ζεύγους. Διαφάνηκε να συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και η Ενάγουσα διέθεσαν χρήματα για την ανέγερση της κατοικίας. Ακόμα και εκεί που χρήματα πληρώθηκαν από άλλους, είχαν πληρωθεί για λογαριασμό είτε του Εναγόμενου 2 είτε της Ενάγουσας. Επομένως, μπορεί να ειπωθεί ότι, η ανοικοδόμηση της κατοικίας έγινε με αποκλειστική δαπάνη του Εναγόμενου 2 και της Ενάγουσας με τη διαφωνία να περιορίζεται στο ποσοστό της συνεισφοράς του καθενός. Η επίλυση της αξίωσης της Ενάγουσας ενέχει δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι κατά πόσο, στη βάση ότι ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/30 μεριδίου του κτήματος που της αποσπάστηκε με δόλιο τρόπο, έχει κάποιο ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε μέρος του κτήματος και στο διαμορφωθέν οικόπεδο μέσα στο οποίο βρίσκεται η κατοικία και συνεπώς και σε αυτή. Το δεύτερο είναι κατά πόσο, στη βάση της συνεισφοράς της για την ανέγερση της κατοικίας, δικαιούται σε κάποιο μέρος αυτής. Τα ζητήματα δεν είναι ανεξάρτητα υπό την έννοια ότι εάν ήθελε διαφανεί ότι έχει ιδιοκτησιακό δικαίωμα στο συγκεκριμένο οικόπεδο και συνεπώς και στην κατοικία, θα δικαιούται, στη βάση της συνεισφοράς της, μόνο εάν αυτή ήταν μεγαλύτερη από το ποσοστό που της ανήκει ως ιδιοκτήτρια. Εάν η συνεισφορά της ήταν μεγαλύτερη μπορεί να απαιτήσει απόδοση περαιτέρω μέρους της κατοικίας. Εάν διαφανεί ότι ο Εναγόμενος 2 δικαιούται στην κατοικία ή μέρος της ή μπορεί να δικαιούται σε αυτή σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας (βλ. Κούλλα Βαρνάβα ν. Αντώνης Καλλιτσιώνης, Εφ. Αρ.4/2013, ημερ. 27.6.2014) η θεραπεία μπορεί να προωθηθεί μόνο στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί, όπως αναφέρθηκε, σχετική αίτηση της Ενάγουσας. Η απόδειξη ότι υπήρξε συνεισφορά από την Ενάγουσα, είναι, σε κάθε περίπτωση, παράμετρος που μπορεί να ενισχύσει την επιχειρηματολογία ότι η μεταβίβαση στο όνομα της το 1996 έγινε ώστε πράγματι να αποκτήσει περιουσιακά δικαιώματα στην κατοικία, αφού θα προσέφερε και αυτή οικονομικά για την ανοικοδόμηση της. Γ. Η μεταβίβαση του 1996 Ο λόγος για τον οποίο έγινε η μεταβίβαση το 1996 μπορεί να διαφωτίσει για τους πραγματικούς λόγους της μεταβίβασης από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 3 το
- Η Ενάγουσα γεννήθηκε το 1976 από εκτοπισθέντες γονείς και μπορούσε να αιτηθεί στεγαστικής βοήθειας για αυτοστέγαση. Ο Εναγόμενος 2 δεν δικαιούτο. Την 4.10.1995 η Ενάγουσα υπόβαλε αίτηση στην Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων. Όπως μαρτύρησε ο Νίκος Φασαρίας (Μ.Ε.3), επαρχιακός συντονιστής στην Υπηρεσία στην επαρχία Λάρνακας και Αμμοχώστου, η αίτηση της Ενάγουσας εξετάστηκε από την αρμόδια επιτροπή που αποφάσισε την παραχώρηση σε αυτή βοήθειας, νοουμένου ότι το ¼ του οικοπέδου εντός του οποίου θα ανεγειρόταν η κατοικία θα μεταβιβαζόταν στο όνομα της. Την υλοποίηση της απόφασης της επιτροπής αναλαμβάνει ο Έπαρχος. Ο διοικητικός φάκελος διαβιβάστηκε στον Έπαρχο στις 14.11.1995 και ο τελευταίος με επιστολή του κάλεσε την Ενάγουσα να προσκομίσει κάποια στοιχεία για να προχωρήσει με την υλοποίηση της απόφασης. Έγινε παραδεκτό γεγονός ότι το Τεκμήριο 15 αποτυπώνει τα ισχύοντα για την εποχή «Κριτήρια για τη χορήγηση στεγαστικής βοήθειας για αυτοστέγαση σε ιδιόκτητο οικόπεδο». Σύμφωνα με τον όρο 26: «Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτηση για αυτοστέγαση σε ιδιόκτητο οικόπεδο, του οποίου εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες είναι είτε οι γονείς, είτε τα πεθερικά, είτε οι μη εκτοπισθέντες σύζυγοι των αιτητών, αυτοί εγκρίνονται υπό τον όρο ότι το ¼ τουλάχιστον μερίδιο του οικοπέδου θα μεταβιβαστεί στο όνομά τους. ....». Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ του Έπαρχου Λάρνακας και της Ενάγουσας για την παροχή στην τελευταία οικονομικής βοήθειας για την ανέγερση κατοικίας, υπογράφηκε την 22.2.1996 (Τεκμ. 6), μετά τη μεταβίβαση του 1/30 μεριδίου του κτήματος επ΄ ονόματι της Ενάγουσας που πραγματοποιήθηκε την 30.1.
- Το κτήμα ήταν εμβαδού 4246 τ.μ. και το 1/30 μερίδιο αντιστοιχούσε σε 141,53 τ.μ. που είναι περίπου το ¼ ενός κανονικού οικοπέδου. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι γι΄ αυτό και η Υπηρεσία είχε ικανοποιηθεί για την τήρηση του σχετικού κριτηρίου. Τα αντικειμενικά δεδομένα ενισχύουν τη θέση των Εναγομένων. Τόσο η χρονική αλληλουχία των γεγονότων, όσο και η επιλογή μεριδίου που αντιστοιχεί ουσιαστικά στην έκταση που, βάσει των σχετικών κριτηρίων, έπρεπε να ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της Ενάγουσας. Δ. Αλλα αντικειμενικά δεδομένα Επισήμανε ο δικηγόρος των Εναγομένων ότι στη Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου (Τεκμ.27) με την οποία η Ενάγουσα μεταβίβασε το 1/30 μερίδιο του κτήματος στην Εναγόμενη 3 το 2000, υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση και των δύο που αναφέρει: «Επίσης δηλώνουμε ότι δεν συμφωνήθηκε επαναμεταβίβαση του ακινήτου αυτού στο Δικαιοπάροχο για οποιοδήποτε λόγο, ...». Επιχειρηματολόγησε ο δικηγόρος των Εναγομένων ότι εμποδίζεται η Ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι υπήρχε συνεννόηση ότι θα της μεταβιβαζόταν οικόπεδο ή μέρος του στο μέλλον. Η ίδια επακριβώς δήλωση, υπογραμμένη από την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 3, υπάρχει και στη Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου (Τεκμ.23) με την οποία η Εναγόμενη 3 μεταβίβασε το 1/30 μερίδιο του κτήματος στην Ενάγουσα το
- Η δήλωση αυτή από την Εναγόμενη 3 ανατρέπει τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, ενώ μπορεί να ειπωθεί ότι η δήλωση στη μεταβίβαση του 2000 δεν είναι ξεκάθαρα αντιφατική γιατί η θέση της Ενάγουσας δεν είναι ότι θα της μεταβιβαζόταν στο μέλλον το 1/30 μερίδιο του κτήματος αλλά κάποιο οικόπεδο ή μέρος του που θα προέκυπτε από το διαχωρισμό του κτήματος. Είμαι, εντούτοις, της άποψης ότι σε καμιά από τις δύο τυποποιημένες δηλώσεις δεν θα πρέπει να αποδοθεί βαρύτητα. Είμαι πεπεισμένος πως δεν δόθηκε σημασία στις δηλώσεις και πως, όποια και αν ήταν η πρόθεση και διάθεση της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 3, οι Δηλώσεις Μεταβιβάσεως Ακινήτου θα συμπληρώνονταν με τον τρόπο που συμπληρώθηκαν. Ένα περαιτέρω αντικειμενικό στοιχείο είναι ο χρόνος μεταβίβασης από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 3 το
- Το μερίδιο παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα της Ενάγουσας κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια. Μαρτυρήθηκε ωστόσο, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, ότι συμπίπτει χρονικά με την περίοδο υποβολής της αίτησης για οικοπεδοποίηση του κτήματος. Σε έκθεση (Τεκμ.11) που παρουσιάστηκε από μάρτυρα για την Ενάγουσα αναφέρεται ότι τον Μάϊο του 2000 το κτήμα χωρίστηκε σε δύο μέρη με τη διάνοιξη δρόμου και έπειτα σε οικόπεδα. Το Τεκμ.28 είναι επιστολή ημερ. 4.12.2006 του δικηγόρου της Ενάγουσας προς το δικηγόρο του Εναγόμενου
- Ως θέμα της επιστολής αναφέρεται «Αρ. αιτ. 47/06 Κούλα Βαρνάβα vs Αντώνη Καλλιτσιώνη». Με την επιστολή διαβιβάζεται πρόταση για διευθέτηση. Προδήλως υφίστατο η αίτηση με τον αριθμό και τίτλο που αναφέρεται στο θέμα της επιστολής. Η επιστολή είναι συνοπτική. Δεν γίνεται αναφορά στις Εναγόμενες 1 και 3 στην παρούσα ούτε και εγείρεται ζήτημα απάτης. Δεν μαρτυρήθηκε κατά τη δίκη σε τι ακριβώς αφορούσε η Αίτηση 47/
- Ε. Η αξία του κτήματος και της κατοικίας του ζεύγους Ο Φώτης Ιωάννου (Μ.Ε.4) εκτιμητής ακινήτων, εκτίμησε την αξία ολόκληρου του κτήματος και της κατοικίας σε τιμές Μαρτίου
- Αναφορικά με το κτήμα, βασίστηκε σε δύο πωλήσεις οικοπέδων που βρίσκονται κοντά στο επίδικο κτήμα, που πραγματοποιήθηκαν τον Μάρτιο του 1999 και τον Φεβρουάριο του 2000 και αναπροσαρμόζοντας τις τιμές λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά δεδομένα των περιουσιών, κατέληξε ότι η αγοραία αξία του κτήματος τον Μάρτιο του 2000 ήταν €50 το τ.μ.. Ότι δεν έλαβε υπόψη κάποιες άλλες πωλήσεις που του υποβλήθηκε πως έγιναν και για τις οποίες δεν δόθηκε μαρτυρία, δεν αδυνατίζει την αξία της μαρτυρίας του. Επέλεξε τα συγκριτικά που κατά την γνώμη του ήταν τα καταλληλότερα. Κατά τη μεταβίβαση των μεριδίων του κτήματος από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 3 το Κτηματολόγιο εκτίμησε τα 1/30 μερίδια σε £1.500, δηλαδή €17.50 το τ.μ.. Ο Ιωάννου έχοντας διαπιστώσει ότι η μεταβίβαση αφορούσε δωρεά δεν διερεύνησε το ζήτημα. Άλλωστε, όπως ανέφερε, επρόκειτο για μερίδιο που δεν ήταν αφ΄ εαυτού αξιοποιήσιμο. Αποδέχομαι την προσέγγιση του Ιωάννου ότι η τιμή στην οποία πωλήθηκαν στην ελεύθερη αγορά ιδιοκτησίες πολύ πλησίον του κτήματος και σύντομα πριν τον επίδικο χρόνο, ήταν τα πλέον κατάλληλα στοιχεία να ληφθούν υπόψη για να καταλήξει στην πραγματική αγοραία αξία του κτήματος. Όσον αφορά την αξία της κατοικίας την καθορίζει σε €168.
- Ο Ιωάννου δεν είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει την κατοικία εσωτερικά. Πληροφορίες για το εσωτερικό της έλαβε από την Ενάγουσα. Μελέτησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και, όπως ανέφερε, η εξωτερική όψη υποδηλώνει ότι η κατοικία κτίστηκε σύμφωνα με αυτά. Η αξίας της κατοικίας, με δεδομένες τις εγγενείς αδυναμίες κατά την εκτίμηση της, θα πρέπει να θεωρηθεί ως ενδεικτική και κατά προσέγγιση. Άλλωστε υπάρχει μαρτυρία από τον Εναγόμενο 2 για κόστος £115.
- Στην έκθεση του (Τεκμ.11) ο Φωτίου αναφέρεται και σε ένα συντελεστή ανάπτυξης 20% και ποσό €76.060, που είναι το 20% της εκτιμημένης αξίας του κτήματος και της κατοικίας, που όμως δεν εξήγησε τη σημασία του. Στ. Η μεταβίβαση του οικοπέδου και της κατοικίας του ζεύγους στην Εναγόμενη 1 Ο Εναγόμενος 1 μαρτύρησε ότι η μητέρα του θα του μεταβίβαζε σε κάποιο στάδιο κάποιο οικόπεδο για να ανεγείρει την κατοικία του. Όταν θα γινόταν η οικοπεδοποίηση, είπε, τότε το οικόπεδο εντός του οποίου θα βρισκόταν η κατοικία του θα του μεταβιβαζόταν. Η μητέρα του, ανέφερε, θα κρατούσε στο όνομα της το 1/3 μερίδιο και θα μεταβίβαζε στην αδελφή του και στον ίδιο από 1/3 μερίδιο στον καθένα. Ο γάμος του με την Ενάγουσα διαλύθηκε το 2006 που έγινε η τιτλοποίηση, γι΄ αυτό και δεν έγινε η μεταβίβαση του 1/3 μεριδίου στο όνομα του. Το δικό του 1/3 μερίδιο αγόρασε η αδελφή του. Προκύπτει πως η διευθέτηση στην πατρική οικογένεια του Εναγόμενου 2 ήταν ότι όταν το κτήμα διαχωριζόταν ο Εναγόμενος 2 θα ελάμβανε το 1/3 περίπου της εκτάσεως, στην οποία θα ενέπιπτε και η κατοικία που ανήγειρε. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Εναγόμενο 2 οι δαπάνες για την ανέγερση της κατοικίας έφτασαν τις £115.000 και η κατοικία ήταν ολοκληρωμένη με ελλείψεις ως προς τον εξοπλισμό της. Κατά τη δικάσιμο της 15.9.2014, ο δικηγόρος του, στην παρουσία του, υπόβαλε στην Ενάγουσα ότι η κατοικία κόστισε £118.
- Πρόκειται για περιθωριακή διαφοροποίηση που δεν αλλάζει την ουσία. Το κτήμα, που ήταν αρχικού εμβαδού 4246 τ.μ., υπέστηκε απαλλοτρίωση και το εμβαδόν του μειώθηκε σε 3876 τ.μ.. Δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία πόσος ήταν ο οικοπεδοποιήσιμος χώρος, όμως το 1/3, που αναλογούσε στον Εναγόμενο 1, αναμφίβολα αντιστοιχούσε σε σημαντική έκταση. Ακόμα και αν η μόνη έκταση που θα ελάμβανε ο Εναγόμενος 2 θα ήταν το οικόπεδο εντός του οποίου είχε ανεγερθεί η κατοικία του ζεύγους, αυτό ήταν εκτάσεως 878 τ.μ.. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι δεν υπήρξε αύξηση στην αξία της γης από το 2000 μέχρι το 2006, σύμφωνα με τη μαρτυρία Ιωάννου που έχει γίνει αποδεκτή, η αξία του οικοπέδου της κατοικίας ήταν €43.900, δηλαδή £25.600 περίπου. Τα δάνεια που είχαν γίνει για την ανέγερση της κατοικίας και μεταγενέστερα έξοδα της είχαν συμπτυχθεί από το 2002 σε ένα δάνειο στην Ελληνική Τράπεζα που εξοφλήθηκε την 6.9.2006 όταν παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £90.571,84 (Τεκμ.26). Η Ενάγουσα ανάφερε πως τα δάνεια που είχαν για την ανέγερση της κατοικίας, είχαν επιβαρυνθεί με ποσά που είχαν χρησιμοποιηθεί διαφορετικά από τον Εναγόμενο
- Αυτή η παράμετρος δεν έχει σημασία για τους σκοπούς που εξετάζω. Σημασία έχει το ποσό που εξοφλήθηκε. Η Εναγόμενη 1 ανέφερε ότι το δάνειο του αδερφού της στην Ελληνική Τράπεζα, προς όφελος της οποίας ήταν υποθηκευμένη η κατοικία, παρουσίαζε καθυστερήσεις, οπόταν, αποφάσισαν με το σύζυγο της να συνάψουν οι ίδιοι δάνειο, να εξοφλήσουν το δάνειο του Εναγόμενου 2 και να αποκτήσουν αυτοί την κατοικία ως την οικογενειακή τους στέγη. Ανάφερε, ακόμα, η Εναγόμενη 1 ότι εγκαταστάθηκε στην κατοικία τον Αύγουστο με Σεπτέμβριο του
- Ήταν η θέση του Εναγόμενου 2 ότι το δάνειο εξοφλήθηκε από την αδελφή του κατόπιν συμφωνίας τους να πάρει αυτή το μερίδιο του στο κτήμα περιλαμβανομένης και της κατοικίας του. Έτσι, ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε απέκτησε κυριότητα σε μέρος του κτήματος ή στην κατοικία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έκθεση εκτίμησης που παρουσίασε ο Ιωάννου η εγγραφή αρ. 4774 με εμβαδόν 878 τ.μ., που είναι το οικόπεδο με την κατοικία, προέρχεται από την εγγραφή αρ. 4357 που αφορούσε 1421 τ.μ., που μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 1 από τη μητέρα της Εναγόμενη 3 δυνάμει δωρεάς την 27.3.
- Διαπιστώνεται ότι ο χώρος που περιελάμβανε την κατοικία του ζεύγος μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 1 πεντέμισυ περίπου μήνες πριν εξοφληθεί το χρέος του Εναγόμενου 2 στην Ελληνική Τράπεζα. Όπως και αν αντικρυσθεί το ζήτημα η συναλλαγή είναι ύποπτη. Ο Εναγόμενος 2 φέρεται να αποποιήθηκε το 1/3 του κτήματος αξίας τουλάχιστον £25.600, μέσα στο οποίο υπήρχε κατοικία που κόστισε για να ανεγερθεί £115.000 για μόνο £90.571,84 ή, διαφορετικά, έχοντας δαπανήσει δικά του χρήματα για την ανέγερση της κατοικίας, πέραν από την όποια συνεισφορά της πρώην συζύγου του και ενώ δικαιούταν βάσει οικογενειακής διευθέτησης στο 1/3 του κτήματος, παρέμεινε χωρίς τίποτα προς όφελος της αδελφής του που με αντάλλαγμα £90.571,84 κατέστηκε ιδιοκτήτρια περιουσίας τουλάχιστον £145.
- Οι περιστάσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό έγινε ώστε να εμποδιστεί η Ενάγουσα να προωθήσει την όποια απαίτηση της εναντίον του Εναγόμενου 2, την οποία προφανώς οι Εναγόμενοι ανέμεναν. Ζ. Η μαρτυρία των διαδίκων Αναφορικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η Εναγόμενη 3 της μεταβίβασε το 1/30 μερίδιο του κτήματος, η Ενάγουσα (Μ.Ε.1) αναφέρει στη γραπτή της δήλωση (Τεκμ.1) ότι: «
- Κατά ή περί το τέλος του 1995 μέχρι και το Φεβράρη του 1996 η εναγόμενη 3 μεταβίβασε αιτία δωρεάς στο όνομα μου ένα κλασματικό μερίδιο επί του ακινήτου της αριθμός εγγραφής 2854 Αριθμός Τεμαχίου 797 Φ/Σχ:XL/W2 στην Ορμήδεια ή και σε κάποιο ακίνητο στην Ορμήδεια που αντιστοιχούσε περίπου σε εμβαδό όσο ένα οικόπεδο.
- Σκοπός της ανωτέρω μεταβίβασης ήτο για να κτίσω με τον εναγόμενο 2 σπίτι που θα καθίστατο η οικογενειακή μας στέγη. ..............................................................................
- Δεν είναι αλήθεια ότι η μεταβίβαση του μεριδίου του επίδικου ακίνητου ήτο για να μου δοθεί οικονομική βοήθεια και ότι είχα συμφωνήσει να το επιστρέψω». Το κλασματικό μερίδιο, που η Ενάγουσα αποφεύγει να καθορίσει, δεν αντιστοιχούσε σε ένα οικόπεδο. Το μερίδιο που της μεταβιβάστηκε αντιστοιχούσε σε 141,53 τ.μ. και αναμφίβολα δεν ήταν αρκετό ώστε σε αυτό να ανεγερθεί η κατοικία του ζεύγους. Θα ήταν ισχυρή ένδειξη υπέρ της θέσης της Ενάγουσας εάν κατά τον ίδιο χρόνο μεταβιβαζόταν και κάποιο μερίδιο στον Εναγόμενο 2, ώστε από κοινού το ζεύγος να κατέχει μερίδια που να αντιστοιχούν σε ένα οικόπεδο. Την εποχή που η Εναγόμενη 3 μεταβίβασε το 1/30 μερίδιο του κτήματος στην Ενάγουσα δεν μεταβίβασε οιοδήποτε μερίδιο στον Εναγόμενο 2, στον οποίο ουδέποτε μεταβίβασε μέρος του κτήματος. Κατά την αντεξέταση της η Ενάγουσα απάντησε ως εξής: «E. Και όταν έγινε η μεταβίβαση πάνω σου αυτού του κλασματικού μεριδίου που δεν ξέρεις πόσο είναι το κλασματικό μερίδιο, δεν ξέρεις για ποιό λόγο έγινε η μεταβίβαση πάνω σου; A. Ήταν δώρο της πεθεράς μου για τους αρραβώνες μας. E. Ήταν δώρο; A. Ναι ήταν το οικόπεδο που ήταν να δώσει του γιου της για να χτίσουμε το σπίτι. E. Το οικόπεδο που ήταν να δώκει του γιου της; A. Ναι. E. Άρα συμφωνείς μαζί μου και αυτή είναι και η υποβολή μου, ο λόγος που μεταβιβάστηκε πάνω σου ήταν για να μπορείς να κάμεις αίτηση και να πάρεις χορηγία από το κράτος; A. Αφού κύριε Λουκαΐδη έτσι ήταν οι νόμοι, τζιαι έτσι είναι νομίζω μέχρι σήμερα οι νόμοι. Να γίνει ένα μερίδιο πάνω στην εκτοπισθέντα που εν να πάρει τη βοήθεια. E. Αυτός ήταν ο λόγος που μεταβιβάστηκε αυτό το μερίδιο πάνω σου, για να κάμεις την αίτηση; A. Ε, το οικόπεδο ήταν να μας το δώσει πρώτα ύστερα το οικόπεδο. Άσχετα εάν ήταν να πιάσουμε τη βοήθεια έπρεπε να μεταβιβαστεί.» Η μεταβίβαση από την Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα δεν συνδέεται χρονικά με το γεγονός των αρραβώνων του ζεύγους που έγιναν στις 26.11.1994, οι δε αναφορές της Ενάγουσας φαίνεται να αναφέρονται σε μεταβίβαση του οικοπέδου όπου θα κτιζόταν η κατοικία τους στον Εναγόμενο 2 και όχι στην ίδια. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι εκφράστηκε προς την Ενάγουσα πρόθεση από την Εναγόμενη 3 να την καταστήσει εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οικοπέδου μέσα στο οποίο θα ανεγειρόταν η κατοικία του ζεύγους. Ούτε ότι η μεταβίβαση από την Εναγόμενη 3 στην Ενάγουσα το 1996 συνιστούσε μερική υλοποίηση πρόθεσης της Εναγόμενης 3 να καταστήσει το ζεύγος από κοινού ιδιοκτήτες του χώρου όπου θα ανεγειρόταν η κατοικία τους. Αποδέχομαι ότι ο λόγος για τον οποίο η Εναγόμενη 3 μεταβίβασε το συγκεκριμένο μερίδιο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στην Ενάγουσα, ήταν ώστε τελευταία να εξασφαλίσει τη βοήθεια της Υπηρεσίας Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων, συνδράμοντας με αυτό τον τρόπο στην ανέγερση της κατοικίας του ζεύγους. Ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η Ενάγουσα μεταβίβασε πίσω στην Εναγόμενη 3 το μερίδιο, αναφέρει η Ενάγουσα στη γραπτή της δήλωση ότι: «
- Οι εναγόμενοι ακολούθως με πληροφόρησαν ότι ολόκληρο το ακίνητο πάνω στο οποίο ήτο κτισμένο το σπίτι μου, θα εχωρίζετο σε οικόπεδα και ήτο αναγκαίο όπως επιστρέψω το κλασματικό μερίδιο στην εναγόμενη 3 για να καταστεί εφικτή η διαδικασία διαίρεσης του ακινήτου σε οικόπεδα και η επαναμεταβίβαση επ΄ ονόματι μου του οικοπέδου που αντιστοιχούσε προς το κλασματικό μερίδιο που μου είχε μεταβιβασθεί και καλόπιστα δέχθηκα και μεταβίβασα το μερίδιο στην εναγόμενη
- ................................................................................
- Άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρισμών για απάτη ισχυρίζομαι διαζευκτικά ότι ρητά ή και εξυπακουόμενα η εναγόμενη 3 συμφώνησε ότι θα μου επέστρεφε το οικόπεδο που αντιστοιχούσε στο σπίτι μου και στο κλασματικό μερίδιο που της είχα μεταβιβάσει ή τουλάχιστον το ½ μερίδιο του οικοπέδου και ότι η εναγόμενη 2[3] αθέτησε την συμφωνία της αυτή.
- Άνευ βλάβης και της ανωτέρω θέσης μου ισχυρίζομαι ότι ποτέ δεν είχα πρόθεση να μεταβιβάσω αιτία δωρεάς στην εναγόμενη 3 το σπίτι που έκτισα με τον εναγόμενο 2 και ότι η μεταβίβαση αυτή είχε γίνει προσωρινά και ρητά ή και εξυπακουόμενα θα μου γινόταν επαναμεταβίβαση είτε όλου του μεριδίου ή και οικοπέδου ή τουλάχιστον του ½ μεριδίου και ότι η εναγόμενη 3 ενήργησε σαν θεματοφύλακας του μεριδίου μου και στο σπίτι μου αυτό και του εξοπλισμού του και όχι σαν πραγματική ιδιοκτήτρια και ότι διέρρηξε την εμπιστοσύνη ή και θεματοφυλακή που προέκυψε με την ανωτέρω μεταβίβαση.» Οι αναφορές της παραγρ. 22 δεν προσθέτουν οτιδήποτε το ουσιαστικό. Προβάλλεται και πάλιν εμμέσως η θέση ότι το μερίδιο της αντιστοιχούσε σε ένα οικόπεδο, ζήτημα το οποίο έχει ήδη σχολιαστεί. Προβάλλονται, όμως, και θέσεις που δεν πείθουν ότι ανταποκρίνονται σε συζητήσεις που όντως διαδραματίστηκαν. Πώς μπορεί η Εναγόμενη 3 να συμφώνησε ρητά ή και εξυπακουόμενα ότι θα της επέστρεφε το οικόπεδο ή τουλάχιστον το μισό οικόπεδο. Τι στην πραγματικότητα διατείνεται η Ενάγουσα ότι ειπώθηκε, συζητήθηκε ή συμφωνήθηκε; Ειπώθηκε πράγματι κάτι το συγκεκριμένο ή υπονοήθηκε ή αφέθηκε να νοηθεί. Δεν μπορεί να οικοδομηθεί αξιώσει στη βάση απάτης ή ψευδών παραστάσεων πάνω σε τόσο αβέβαιο και νεφελώδες υπόβαθρο. Στη διά ζώσης μαρτυρία της στην κύρια της εξέταση ουδεμία λεπτομέρεια έδωσε. Απλά ανέφερε ότι τον καιρό που της ζήτησαν να επιστρέψει το μερίδιο της οι σχέσεις της με τον Εναγόμενο 2 ήταν λίγο ψυχρές και ο Εναγόμενος 2 ήταν ψυχρός απέναντι της. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.2) υποστήριξε ότι το 2000 υπήρχαν μεν προβλήματα στο γάμο τους, ο οποίος όμως δεν είχε κλονισθεί. Άλλωστε, μέχρι και το 2003 γίνονταν προσπάθειες για τεκνοποίηση για τις οποίες το ζεύγος είχε αναζητήσει και ιατρική βοήθεια. Επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 1 (Μ.Υ.1) ότι βρισκόταν στην Αθήνα όπου σπούδαζε κατά το χρόνο της μεταβίβασης του μεριδίου της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 3, φαίνεται πως γίνεται αποδεκτή από την πλευρά της Ενάγουσας. Kατά την αντεξέταση της Εναγόμενης 1 ρωτήθηκε κατά πόσο ήταν στην Κύπρο τα Χριστούγεννα του 1999 και, αφού ανταποκρίθηκε θετικά, της υποβλήθηκε ότι όλοι οι διάδικοι συναντήθηκαν στο σπίτι της Εναγόμενης 3 και όλοι οι Εναγόμενοι έπεισαν την Ενάγουσα να επιστρέψει το μερίδιο της στην Εναγόμενη
- Η ίδια θέση υποβλήθηκε και στον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της προβάλλεται η θέση ότι ο επηρεασμός της Ενάγουσας από την Εναγόμενη 1 έγινε τα Χριστούγεννα του 1999, όταν η Εναγόμενη 1 είχε επισκεφθεί την Κύπρο. Η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε ότι είχε τα Χριστούγεννα του 1999 ή οποτεδήποτε οποιαδήποτε συνομιλία με την Ενάγουσα για το ζήτημα της κατοικίας. Φοιτήτρια τότε με άλλα ενδιαφέρονται δεν γνώριζε ή ενδιαφερόταν, όπως ανέφερε, για το πώς η κατοικία είχε ανεγερθεί. Η Ενάγουσα είχε αναφέρει κατά την αντεξέταση της ότι την έπεισαν και οι τρεις Εναγόμενοι ότι έπρεπε να επαναμεταβιβάσει το μερίδιο της στην πενθερά της. Υπήρξε συνάντηση κατά την οποία ήταν και οι τρεις παρόντες και την έπεισαν. Ρωτήθηκε πόσες μέρες μετά έγινε η πράξη στο Κτηματολόγιο και απάντησε: «Δεν θυμούμαι. Γίνηκε η προετοιμασία ότι έπρεπε να επιστραφεί πίσω το μερίδιο τζιαι μετά που λίγες μέρες». Η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν συνάδει με τη θέση της πλευράς της, όπως διαμορφώθηκε με την αντεξέταση των Εναγομένων 1 και 2 και την αγόρευση του δικηγόρου της, ότι ο επηρεασμός της από την Εναγόμενη 1 προηγήθηκε χρονικά τρεις και πλέον μήνες της επίδικης μεταβίβασης. Η Ενάγουσα αναμφίβολα έχει μια δίκαια απαίτηση εναντίον του Εναγόμενου
- Η συνεισφορά της στην ανοικοδόμηση της κατοικίας του ζεύγους είναι αδιαμφισβήτητη με την αντιδικία να περιορίζεται στην έκταση και βαθμό της συνεισφοράς αυτής. Είναι επίσης δεδομένο ότι κανένα περιουσιακό δικαίωμα δεν απέκτησε και καμιά αποζημίωση δεν της δόθηκε. Έχει προς τούτο τη συμπάθεια του Δικαστηρίου. Όμως, και ενδεχομένως υπό το βάρος της πικρίας και της απογοήτευσης, έχοντας υπόψη και το γεγονός ότι η κατοικία του ζεύγους περιέπεσε στην κυριότητα και κατοχή της αδελφής του πρώην συζύγου της, προσπάθησε να δώσει στην υπόθεση της μια επιπλέον διάσταση πέραν της πραγματικής περιουσιακής διαφοράς μεταξύ συζύγων. Η Ενάγουσα δεν μου έδωσε την εντύπωση πονηρού ατόμου, γι΄ αυτό και η προσπάθεια της μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως αδέξια, ιδιαίτερα πέραν από τη γραπτή της δήλωσης κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της. Υποστήριξε ο δικηγόρος της Ενάγουσας στη γραπτή του αγόρευση ότι η απουσία της Εναγόμενης 3 από το εδώλιο του μάρτυρα «εξασθενίζει ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία και τη γραμμή υπεράσπισης των εναγομένων». Η απουσία διαδίκου από το εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να παραβλάψει την υπόθεση του στην έννοια ότι στερεί το Δικαστήριο από τη μαρτυρία του. Μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μαρτυρία του αντιδίκου να παραμείνει αναντίλεκτη, αφ΄ εαυτής, όμως, η απουσία δεν ενισχύει την εκδοχή της άλλης πλευράς. Στην προκειμένη περίπτωση ενόψει και της ποιότητας της μαρτυρίας της Ενάγουσας, η απουσία της Εναγόμενης 3 από το εδώλιο του μάρτυρα δεν είχε καταστροφικές επιπτώσεις για την υπόθεση της υπεράσπισης. Η μαρτυρία της Ενάγουσας αφ΄ εαυτή και σε αντιπαραβολή με τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης, απείχε από του να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η μεταβίβαση 1/30 μεριδίου του κτήματος στο όνομα της το 1996 σκοπό είχε να της αποδώσει πραγματικά περιουσιακά δικαιώματα και ότι η μεταβίβαση του ιδίου μεριδίου στην Εναγόμενη 3 το 2000 ήταν το αποτέλεσμα απάτης ή ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων προς το πρόσωπο της. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, ενόψει και της συμπεριφοράς τους στο ζήτημα της απόκτησης από την Εναγόμενη 1 της ιδιοκτησίας της κατοικίας και των όσων σχετικά μαρτύρησαν για να την δικαιολογήσουν, δεν κρίνονται ως μάρτυρες επί της μαρτυρίας των οποίων θα μπορούσε το Δικαστήριο με ασφάλεια να βασιστεί. Όμως, σε επιμέρους ζητήματα, η θέση τους γίνεται αποδεκτή στην έννοια ότι είτε απετέλεσε κοινό έδαφος, είτε το ζήτημα εξάγεται και από αντικειμενικά δεδομένα. Η θέση της Εναγόμενης 1, ότι δεν ήταν στην Κύπρο κατά τους ουσιώδεις χρόνους της μεταβίβασης το 2000, έχει γίνει αποδεκτή από την πλευρά της Ενάγουσας και δεν μπορώ να της αποδώσω ότι είπε ψέματα ότι δεν είχε συνομιλία με την Ενάγουσα τα Χριστούγεννα του 1999 αναφορικά με το μερίδιο της στο κτήμα, αφού ούτε ίδια η Ενάγουσα δεν επικαλέστηκε τέτοια συνομιλία τα Χριστούγεννα. Η θέση του Εναγόμενου 2 ότι η μεταβίβαση το 1996 έγινε για σκοπούς ικανοποίησης των προϋποθέσεων για παραχώρηση χρηματικής βοήθειας από την Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων γίνεται αποδεκτή στη βάση των αντικειμενικών δεδομένων που αποδείχθηκαν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με τις συνθήκες μεταβίβασης το 2000 ουσιαστικά έχει απορριφθεί η θέση της Ενάγουσας στη βάση της ποιότητας της δικής της μαρτυρίας να πείσει το Δικαστήριο, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, για τη δικογραφημένη της θέση. Η Ενάγουσα με τη δικογραφημένη θέση της ότι ολόκληρο το οικόπεδο μέσα στο οποίο ήταν κτισμένη η κατοικία του ζεύγους θα έπρεπε να μεταβιβαστεί στο όνομά της έθετε εκτός εικόνας τον Εναγόμενο
- Με τη διά ζώσης μαρτυρία της ανέτρεψε τη θέση αυτή, αποδεχόμενη ότι το οικόπεδο θα εδίδετο από την Εναγόμενη 3 στον Εναγόμενο
- Η. Η επίπλωση και εξοπλισμός της κατοικίας και τα προσωπικά αντικείμενα της Ενάγουσας Η Ενάγουσα παρουσίασε δύο ειδοποιήσεις πληρωμής του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ που αφορούν δύο λογαριασμούς ενοικιαγοράς στο όνομα της με αντικείμενο επίπλωση («furniture»). Η πρώτη χρηματοδότηση που έγινε την 26.5.1997 (Τεκμ.4) αφορά, όπως καταγράφεται, ποσό £9.382 και η Ενάγουσα μαρτύρησε ότι το ποσό χρησιμοποιήθηκε για την αγορά της επίπλωσης της κατοικίας. Η δεύτερη χρηματοδότηση (Τεκμ.5) ήταν, όπως η Ενάγουσα μαρτύρησε, για ποσό £3.000 που χρησιμοποιήθηκε για τις κουρτίνες της κατοικίας. Στο έντυπο του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως που παρουσιάστηκε δεν αναφέρεται η ημερομηνία της χρηματοδότησης, όμως, από τον αριθμό του λογαριασμού προκύπτει να είναι μεταγενέστερη της πρώτης. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν η χρηματοδότηση ήταν πριν την 1.3.1997, ημερομηνία τέλεσης του γάμου του ζεύγους, αναμφίβολα η χρηματοδότηση έγινε και τα όποια έπιπλα ή άλλα αντικείμενα αποκτήθηκαν με την προοπτική του γάμου. Ήταν η θέση της Εναγόμενης 1 ότι προτού κατοικήσει στην κατοικία απομάκρυνε την επίπλωση, κουρτίνες και εξοπλισμό που υπήρχαν σε αυτή και τα φύλαξε σε αποθήκη. Η Εναγόμενη 1 υποστήριξε ότι σε χρόνο πριν τις δικαστικές διαδικασίες ή αμέσως μετά την καταχώρηση της υπόθεσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, η ίδια επικοινώνησε με τον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας κ. Νίκο Νικολάου και σε συνάντηση στο γραφείο του, του ανέφερε ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να παραλάβει τόσο τα έπιπλα όσο και τα προσωπικά της αντικείμενα. Κατ΄ ακολουθία η Ενάγουσα επισκέφθηκε την κατοικία και παρέλαβε τα χρυσαφικά της χωρίς να ενδιαφερθεί να πάρει τα έπιπλα ή τις κουρτίνες. Στη συνέχεια μαζεύτηκαν όλα και τοποθετήθηκαν σε αποθήκη όπου ευρίσκονται έκτοτε. Η επίσκεψη της Ενάγουσας στην κατοικία και η μεταφορά των αντικειμένων στην αποθήκη έγινε προτού η ίδια κατοικήσει στην κατοικία. Ότι η Ενάγουσα επισκέφθηκε την κατοικία και παρέλαβε τα χρυσαφικά της και ότι στη συνέχεια η επίπλωση και ο εξοπλισμός της κατοικίας μεταφέρθηκαν σε αποθήκη λίγο πριν κατοικήσει στην κατοικία η Εναγόμενη 1 επιβεβαίωσε και ο Εναγόμενος
- Παραδέχεται ότι οι κουρτίνες έχουν λόγω κακής συντήρησης καταστραφεί. Η Ενάγουσα υποστήριξε ότι διαβαίνοντας από το δρόμο βλέπει ότι οι κουρτίνες της είναι ακόμα κρεμασμένες στην κατοικία. Η επιμέρους μαρτυρία είναι αμφιβόλου αξίας ενόψει της διαμόρφωσης του χώρου και της περίφραξης που υπάρχει. Αρνήθηκε η Ενάγουσα ότι ειδοποιήθηκε επανειλημμένα για να πάρει την επίπλωση, κουρτίνες και εξοπλισμό της και σε εισήγηση του Δικαστηρίου για να της αποδοθούν στο στάδιο τούτο αρνήθηκε επιμένοντας ότι οι Εναγόμενοι τα χρησιμοποιούν για τόσα χρόνια. Υποστήριξε ακόμη ότι ούτε τα χρυσαφικά της δεν πήρε. Σχολιάζει ο δικηγόρος της Ενάγουσας στη γραπτή του αγόρευση την Έκθεση Υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα της επίπλωσης και εξοπλισμού της κατοικίας. Σημειώνει ότι δεν δικογραφείται η θέση ότι η επίπλωση και ο εξοπλισμός που υπήρχε στην κατοικία μετακινήθηκαν και ότι η Εναγόμενη 1 αγόρασε νέα επίπλωση και εξοπλισμό. Στην παραγρ.10 της Έκθεσης Υπεράσπισης δικογραφείται ότι: «Οι εναγόμενοι αρνούνται την παραγρ.20 και ισχυρίζονται ότι όλος ο εξοπλισμός και η επίπλωση ανήκουν στην 1η εναγόμενη, η οποία τα αγόρασε με δικά της χρήματα». Δεν δόθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες ούτε ζητήθηκαν τέτοιες. Στην παραγρ.20 της Έκθεσης Απαίτησης αναφερόταν ότι η Ενάγουσα δεν είχε αποζημιωθεί για την συνεισφορά της για την επίπλωση και τον εξοπλισμό. Απομονώνοντας την παραγρ.10 θα μπορούσε να εκληφθεί ότι αναφερόταν στην επίπλωση και τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούσε το ζεύγος κατά τη συμβίωση. Είναι γεγονός πως δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι αυτά μετακινήθηκαν από την κατοικία, δεν επρόκειτο όμως για βασικό ισχυρισμό ο οποίος θα έπρεπε, σύμφωνα και με τη Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να δικογραφηθεί. Ότι τα έπιπλα και ο εξοπλισμός μετακινήθηκαν αλλού είναι η μαρτυρία της υπεράσπισης προς υποστήριξη της βασικής θέσης ότι η Εναγόμενη 1 δεν κατέχει ούτε χρησιμοποιεί τα έπιπλα και τον εξοπλισμό του ζεύγους, αλλά άλλα τα οποία η ίδια αγόρασε με δικά της χρήματα. Στην Γιασεμή ν. Ρούσου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1098, αναφέρεται ότι η μη έγερση σημείου στα δικόγραφα δεν μπορεί να αποτελέσει αιτιολογία για την απόρριψη σχετικού ισχυρισμού ως αναληθούς. Αποδέχομαι ότι τα έπιπλα και ο εξοπλισμός του ζεύγους δεν βρίσκονται πλέον στην κατοικία και δεν χρησιμοποιούνται από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 αναφέρθηκε σε συνάντηση της για το ζήτημα με δικηγόρο που εκπροσωπούσε την Ενάγουσα τον οποίο και κατονόμασε. Ήταν ενδεχομένως κατάλληλη περίπτωση για την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας προς διάψευση της εάν τέτοια συνάντηση δεν είχε γίνει. Είμαι πεπεισμένος ότι η Εναγόμενη 1 δεν θα εξέθετε τον εαυτό της και την αξιοπιστία της σε τέτοιο βαθμό επικαλούμενη ζητήματα για τα οποία θα μπορούσε εύκολα να διαψευσθεί. Η Ενάγουσα είχε την ευκαιρία, αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα και το πίστευε, να εκθέσει την Εναγόμενη 1 και τον Εναγόμενο 2 αποδεχόμενη να παραλάβει τα έπιπλα και τον εξοπλισμό έστω με επιφύλαξη σε σχέση με την κατάσταση τους. Η Ενάγουσα αρνήθηκε ακόμα ότι πήρε τα χρυσαφικά της μετά που διεκόπηκε η συμβίωση της με τον Εναγόμενο
- Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της δεν είναι ζήτημα ότι δεν είχε χρυσαφικά. Είχε χρυσαφικά αλλά αρνείται ότι τα πήρε. Απορρίπτω αυτή της τη θέση. Εάν δεν είχε πάρει τα χρυσαφικά της τότε θα αναμενόταν ότι θα τα διεκδικούσε με την παρούσα αγωγή. Δεν επρόκειτο για ζήτημα το οποίο θα αγνοούσε. Και εφόσον δεν υπήρξε ποτέ αμφισβήτηση ότι η Ενάγουσα ήταν η δικαιούχος ιδιοκτήτρια τους εάν υπήρχε άρνηση απόδοσης τους η περίπτωση ήταν ξεκάθαρα εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης σε κινητά (trespass to goods) και της παράνομης κατακράτησης κινητών (conversion) (βλ. Ιορδάνους ν. Τομάζου Εφ.Αρ. 33/2010 ημερ. 9.4.2013). Δεν έχει με δήλωση του δικηγόρου της διευκρινιστεί κατά πόσο η αναφορά της Ενάγουσας, κατά την παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα, ότι δεν επιθυμεί να της αποδοθούν τα έπιπλα και εξοπλισμός της κατοικίας του ζεύγους, συνιστά εγκατάλειψη των θεραπειών Θ, ΙΑ και ΙΓ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος της Ενάγουσας περιορίζει την εισήγηση του στην απόδοση αποζημίωσης €23.920 ως αξία του εξοπλισμού που οι Εναγόμενοι κατακρατούν. Η μαρτυρία που έχει δοθεί σε σχέση με την αγορά της επίπλωσης και του εξοπλισμού περιορίζεται στις £12.382, περίπου €21.
- Και βέβαια επρόκειτο για μεταχειρισμένα έπιπλα και εξοπλισμό που είχαν αγοραστεί το 1997, οκτώ και πλέον χρόνια πριν η Ενάγουσα πάψει να διαμένει στην κατοικία από 23.7.
- Μαρτυρία για την πραγματική τους αξία το 2005 δεν προσφέρθηκε ώστε να ήταν δυνατό να επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό εάν η Ενάγουσα δικαιούτο σε τέτοια θεραπεία. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». Αναμφίβολα, τα έπιπλα και ο εξοπλισμός της κατοικίας του ζεύγους είναι περιουσία στην έννοια του πιο πάνω νόμου. Μετά που η Ενάγουσα έπαψε να διαμένει στην κατοικία, είτε έφυγε είτε εκδιώχθηκε από τον Εναγόμενο 2, τα έπιπλα και ο εξοπλισμός περιέπεσαν στην αποκλειστική κατοχή και χρήση του Εναγόμενου 2 που συνέχισε να διαμένει στην κατοικία. Τα έπιπλα και ο εξοπλισμός της κατοικίας του ζεύγους δεν ήταν περιουσία που ανήκε στην Ενάγουσα πριν από το γάμο ώστε να χωρούσε, στην περίπτωση κατακράτησης τους, αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο για κατακράτηση (βλ. Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 138, 154 - 5). Δεν έχει καταλυτική σημασία ότι τα έπιπλα και οι κουρτίνες αγοράστηκαν με ενοικιαγορές στο όνομα της Ενάγουσας. Μπορεί ο ένας σύζυγος να πληρώσει για το Α και ο άλλος για το Β, όμως αμφότερα τα αντικείμενα να ανήκουν στο ζεύγος από κοινού. Διαφορετική, ενδεχομένως, περίπτωση θα ήταν εάν αναφερόμαστε σε ένα αντικείμενο για παράδειγμα ένα οικογενειακό κειμήλιο που δόθηκε στην Ενάγουσα για να τοποθετήσει στην κατοικία του ζεύγους. Η Ενάγουσα προβαίνοντας στις ενοικιαγορές για απόκτηση επίπλων και κουρτίνων ενέταξε τα έπιπλα και τις κουρτίνες στο νοικοκυριό του ζεύγους ως μέρος της συνεισφοράς της ώστε το ζεύγος να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη και λειτουργική κατοικία. Η διάθεση της προκύπτει σαφέστατα από τα δεδομένα της υπόθεσης. Αλλωστε, σε ένορκη της δήλωση ημερ. 3.5.2011 στην Αίτηση αρ. 22/09 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμ.10), αναφέρεται στην παραγρ.2 ότι για την ανέγερση της κατοικίας του ζεύγους είχαν δαπανηθεί εκ μέρους της ή για λογαριασμό της διάφορα ποσά στα οποία περιλαμβάνει με την υποπαραγρ. (η) και το ποσό των £14.000 για την αγορά επίπλων και κουρτίνων. Πρόκειται για το ίδιο ποσό που δικογραφείται στην παραγρ.18 της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα αγωγή. Δικαιοδοσία για εκδίκαση θεραπείας προς την Ενάγουσα σε σχέση με την επίπλωση και τον εξοπλισμό έχει σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ του Νόμου, «Συμμετοχή σε Περιουσία», το Οικογενειακό Δικαστήριο. Εκκρεμεί, όπως προειπώθηκε, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου αίτηση στην οποία η Ενάγουσα θα μπορέσει να προωθήσει την απαίτηση της στη βάση της συνεισφοράς της στην ανέγερση της κατοικίας του ζεύγους (βλ. Περικλέους και Μαλαός κ.α. ν. Χρίστου κ.α.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1191) περιλαμβανομένων στη συνεισφορά της των ποσών που συνείσφερε για την αγορά της επίπλωσης και του εξοπλισμού της κατοικίας. Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι που είχαν κοινή υπεράσπιση και εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.)........................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο