← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΥΛΟΥΠΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4782/13, 13/2/2015

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΥΛΟΥΠΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4782/13, 13/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4782/13 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσα - και -

  1. ΚΩΣΤΑ ΤΣΟΥΛΟΥΠΑ
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΓΙΑΠΑΝΗ
  3. S.C.K. AFANTITES DEVELOPERS LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/7/14 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 3/4/13 ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 3 Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 3 - Αιτήτρια: κος Μαυρομμάτης για Μαυρομμάτης & Χριστοδουλίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Κώστα για Γεώργιο Α. Βασιλείου & Συνεργάτες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της εναντίον της ερήμην απόφασης που εκδόθηκε την 16/4/
  4. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.5 Θ.7, Δ.9 στο άρθρο 372 του Περί Εταιρειών Νόμου, στο Σύνταγμα και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στην οποία προβαίνει ο Κυριάκος Κυριάκου, διευθυντής της Εναγόμενης 3, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα. Με αυτή επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα περί τα μέσα Ιουλίου του 2014 περιήλθε σε γνώση του η ειδοποίηση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της Εναγομένης 3, ημερομηνίας 7/7/14, της οποίας όμως το όνομα είχε αλλάξει από τις 16/1/08 και έγινε S.K. AFANTITES BROTHERS CONSTRUCTIONS-DEVELOPERS LTD. Ήταν η πρώτη φορά που έρχετο σε γνώση τόσο αυτού όσο και του άλλου διευθυντή η ύπαρξη της αγωγής. Αμέσως επικοινώνησε με το δικηγόρο της Εναγομένης 3 ο οποίος μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 24/7/14 διαπίστωσε ότι η αγωγή που καταχωρήθηκε στις 17/12/13 επιδόθηκε στην Έλενα Κυριάκου, η οποία δεν ήταν εργοδοτούμενη της Εναγομένης 3 αλλά ήταν γραμματέας της εταιρείας από τις 3/3/05 μέχρι τις 12/7/07, οπότε και διορίστηκε την ίδια ημερομηνία ως γραμματέας ο Σωτήρης Κυριάκου, θέση που κατέχει μέχρι σήμερα. Έτσι μετά από μονομερή αίτηση εκδόθηκε ερήμην της η απόφαση ημερομηνίας 16/4/04 της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός. Ως εκ των πιο πάνω, πρώτον η αγωγή ηγέρθηκε εναντίον λανθασμένου νομικού προσώπου και επομένως αποτελεί λόγο παραμερισμού της απόφασης και δεύτερο η επίδοση είναι αντικανονική και αυτοδίκαια άκυρη (ex debito justitiae) και πρέπει να παραμερισθεί. Περαιτέρω, η Εναγομένη 3 έχει καλή υπεράσπιση αφού είχε συμφωνηθεί με την Ενάγουσα να απαλλάσσετο των υποχρεώσεων της προς αυτή με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για τις τρεις κατοικίες, οπότε η υποθήκευση θα βάραινε πλέον τους αγοραστές των κατοικιών. Επίσης ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε ή και υπέγραψε έγγραφα τα οποία δεν ήταν εντός της συμφωνίας με την Ενάγουσα και δεν αντιπροσωπεύει τις πραγματικές προθέσεις και βούληση μεταξύ τους. Άνευ βλάβης τούτου ισχυρίζεται ότι η κατ' ισχυρισμό σύμβαση εγγύησης διέπετο από άλλη παράλληλη συμφωνία και τελούσε υπό την αίρεση για μελλοντικό γεγονός για την τέλεση του οποίου η Ενάγουσα παρέλειψε να δώσει εύλογο χρόνο. Αποδίδει δε την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης εκ μέρους της Εναγομένης 3 σε απάτη, ψευδείς παραστάσεις και δόλο εκ μέρους της Ενάγουσας. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σύμβαση εγγύησης συνήφθη κατά παράβαση των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου ή τη νομοθεσία για τους εγγυητές. Η Ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 15/10/14 η οποία βασίζεται στη Δ.17 Θ.10, Δ.33 Θ.1-6 και 15, Δ.40 Θ.1, 6 και 7, Δ.48 Θ.1-4, 5-9, Δ.57 Θ.1-4, Δ.64, στα άρθρα 26-32, 40-47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της εμπεριέχεται στη ένορκη δήλωση του Μάριου Γεωργίου, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας, γνωρίζει τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος προς τούτο από την Ενάγουσα, με την οποία επισυνάπτεται ένα

(1)τεκμήριο. Προβάλλονται δεκαεννέα
(19)λόγοι ένστασης οι οποίοι αιτιολογούνται και αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα πιο κάτω. Αφού αρνείται, βασικά, όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Εναγόμενη 3, στη συνέχεια αναφέρεται ότι η αίτηση είναι νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς τα γεγονότα, ισχυρίζεται ότι αυτά τα οποία αναφέρονται στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση είναι εκ των υστέρων σκέψεις αφού η Έλενα Κυριάκου παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 3 στην οδό Ομήρου 86 στην Αραδίππου, ως εξουσιοδοτημένη να λαμβάνει έγγραφα εκ μέρους της, όπου και διαμένει, σύμφωνα με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που της την παρέδωσε, χωρίς να του αναφέρει ότι έπαυσε να είναι γραμματέας της Εναγομένης 3 ή ότι δεν θα παρέδιδε το κλητήριο ένταλμα. Εν πάση περιπτώσει, επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 3 και επομένως ενημερώθηκε έγκαιρα για την ύπαρξη της εναντίον της αγωγής και η επίδοση αυτή είναι ορθή, νομότυπη και σύμφωνη με τους κανονισμούς και τη σχετική νομοθεσία. Τέλος ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 3 δεν έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης αλλά προβάλλει ανυπόστατους ισχυρισμούς για να επιτύχει δόλια τον παραμερισμό της απόφασης εναντίον της, που σε τέτοια περίπτωση θα στερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας της και θα καταπατηθούν οι αρχές για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και διατήρηση ισχύς των αποφάσεων. Ο δικηγόρος της Εναγομένης 3 με την αγόρευση του ουσιαστικά επανέλαβε όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και παράλληλα ανέδειξε, κατά την άποψη του, την αντίφαση των ισχυρισμών του ιδιώτη επιδότη που επήλθε με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, επί του θέματος του προσώπου που επέδωσε το κλητήριο ένταλμα, που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία επί του υπό κρίση ζητήματος. Από την άλλη ο συνήγορος της Ενάγουσας αντίκρουσε τις θέσεις του δικηγόρου της Εναγομένης 3 με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή επανέλαβε και αυτός τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και επικαλέσθηκε νομολογία για επίρρωση των θέσεων του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης 3, και θέση που προβλήθηκε από τον δικηγόρο της κατά την αγόρευση του, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτήν είναι αντικανονική και κακή επίδοση. Θεωρώ ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πρώτο αφού η επιτυχία του σημαίνει παραμερισμό της απόφασης χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νικόλας Γιωργαλλίδης v. Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, η οποία αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης είχε τεθεί θέμα στην πρωτόδικη διαδικασία, κακής επίδοσης καθότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε σε γραμματέα στο γραφείο του εφεσείοντα που δεν ήταν υπεύθυνο στον επαγγελματικό του χώρο πρόσωπο. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι όντως γι' αυτό το λόγο υπήρξε κακή επίδοση και παραμέρισε την απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας (βλ. Δ.5 Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) το Πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30
(3)(α) και (β) του Συντάγματος).» Η υπόθεση Ιερά Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 αφορούσε αίτηση παραμερισμού, για το λόγο ότι υπήρξε κακή επίδοση ένεκα ότι το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναπτύσσοντας και αναλύοντας το άρθρο 372 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(1)και 30
(3)(α) ή (β) του Συντάγματος έκρινε ότι η άφεση του κλητηρίου εντάλματος στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, που προβλέπεται στο άρθρο 372 του Κεφ. 113 και έχει ως εξής: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας», αποτελούσε κακή επίδοση καθότι παραβιάζοντο τα προαναφερθέντα άρθρα του Συντάγματος 30
(1)και 30
(3)(α) και (β) που καθιερώνουν το δικαίωμα του διαδίκου να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους τον εγκαλούν στο Δικαστήριο και να αναπτύξει σ' αυτό τους ισχυρισμούς του 30
(3)(α) και (β). Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις πιο πάνω διατάξεις καθώς και στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ναυτοδικείου 20 και 21 καθώς και σε σχετικές αυθεντίες ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 7 της απόφασης: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος. Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητα του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεση της. Ορθά λοιπόν παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση.» Στην υπόθεση J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151, ο δικηγόρος του εφεσείοντος εισηγήθηκε πως η επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ήταν παράτυπη και κακή γιατί δεν έγινε σε κάποιο αξιωματούχο της ώστε να λάβει γνώση της εναντίον της αγωγή. Ισχυρίστηκε επίσης πως το γεγονός ότι ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας τούτο δεν συνιστά καλή επίδοση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η επίδοση ήταν νομότυπη εφόσον έγινε σύμφωνα με το άρθρο 372 του Κεφ. 113 και τη Δ.5 Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.5 Θ.7 στο μέρος που αφορά την υπόθεση που εξετάζουμε έχει ως ακολούθως: «In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service.» Και σε μετάφραση: «Εάν δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια, η οποία να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικής κλήσης σε νομικό πρόσωπο, η επίδοση επίσημου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος ή άλλης δικαστικής κλήσης στον πρόεδρο ή σε άλλο ανώτερο αξιωματούχο, ή στον ταμία ή το γραμματέα του νομικού προσώπου, θα θεωρείται καλή επίδοση.» Ο δικηγόρος των εφεσειόντων σ' εκείνη την υπόθεση για ενίσχυση της θέσης του επικαλέσθηκε την υπόθεση Ιερά Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Αυτή την υπόθεση επικαλέσθηκε και ο κος Μαυρομμάτης για επίρρωση της εισήγησης του, ενώ την διαφοροποίησε από την υπόθεση Alkadia, ανωτέρω. Το Ανώτατο Δικαστήριο που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, μεταξύ άλλων, παρατήρησε ότι η υπόθεση Alkadia έχει μια καίρια και ουσιαστική διαφορά από την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Στην τελευταία ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής του, ενώ στην πρώτη υπάρχει υπογραφή παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από πρόσωπο που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Στην υπό κρίση αίτηση τα γεγονότα προσμοιάζουν με την υπόθεση Alkadia αφού το πρόσωπο που διαμένει στην εγγεγραμμένη διεύθυνση της Εναγομένης 3 υπέγραψε την παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την Εναγομένη 3, ενώ στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ο επιδότης άφησε το κλητήριο έγγραφο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής. Δόθηκε έμφαση και τονίστηκε από την Εναγόμενη 3, ότι ο επιδότης επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στην Έλενα Κυριάκου, που προφανώς είναι το ίδιο πρόσωπο με την Έλενα Παπαλοϊζου που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, χαρακτηρίζοντας την γραμματέα της Εναγομένης 3 ενώ αυτή υπηρέτησε στη θέση της γραμματέας της Εναγομένης 3 από τις 3/3/05 μέχρι τις 12/7/
  2. Ο χαρακτηρισμός αυτός ουδόλως επηρεάζει το πραγματικό γεγονός ότι αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 3 έναντι υπογραφής παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από συγκεκριμένο πρόσωπο. Μάλιστα στη συγκεκριμένη υπό κρίση περίπτωση το γεγονός ότι επιδόθηκε σε πρόσωπο που υπήρξε γραμματέας της Εναγομένης 3 ισχυροποιεί ακόμη σε μεγαλύτερο βαθμό την κανονικότητα της επίδοσης, η οποία μεγιστοποιείται από το επιπρόσθετο γεγονός ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 3 από τις 13/10/03 μέχρι σήμερα βρίσκεται στη διεύθυνση της οδού Ομήρου 86 στην Αραδίππου, την οποία δήλωσε από τότε ο Κυριάκος Κυριάκου διευθυντής της Εναγομένης 3 ως διεύθυνση κατοικίας του καθώς και η Έλενα Κυριάκου ή άλλως Έλενα Παπαλοϊζου, όπως και μεταγενέστερα ο Σωτήρης Κυριάκου, η οποία διαμένει μέχρι σήμερα σε αυτή, όπως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια 4 και 5 που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Να σημειωθεί ότι με επιμέλεια ο Κυριάκος Κυριάκου, ομνύων στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση, αποφεύγει να αναφέρει ποια η σχέση του με την Έλενα Κυριάκου, εάν διαμένει και αυτός σε αυτή τη διεύθυνση μέχρι σήμερα και το κυριότερο κατά πόσο η Έλενα Κυριάκου του ανάφερε ή δεν του ανάφερε για το κλητήριο ένταλμα. Εκείνο που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, είναι ότι δεν περιήλθε σε γνώση του ούτε στον άλλο διευθυντή Σωτήρη Κυριάκου μέχρι που περιήλθε σε γνώση του η ειδοποίηση ημερομηνίας 7/7/14, Τεκμήριο 1, για το ένταλμα κατάσχεσης στα μέσα Ιουλίου του 2014, χωρίς να αναφέρει ρητά ότι η Έλενα Κυριάκου δεν του έδωσε το κλητήριο ένταλμα. Η ειδοποίηση για το ένταλμα κατάσχεσης αποστάληκε στην ως άνω διεύθυνση, δηλαδή στην οδό Ομήρου 86 Αραδίππου, αλλά και πάλι ο ομνύων δεν αναφέρει πως περιήλθε σε γνώση του, αν δηλαδή ο ίδιος παρέλαβε την επιστολή η Έλενα Κυριάκου ή κάποιο άλλο πρόσωπο την έφερε σε γνώση του και την διάβασε. Αυτές οι παραλείψεις, μαζί με την μη καταχώρηση ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Έλενας Κυριάκου που να αναφέρει ότι δεν έδωσε το κλητήριο ένταλμα στον Κυριάκο Κυριάκου ή στο Σωτήρη Κυριάκου και η μη αναφορά από τον Κυριάκο Κυριάκου ότι η Έλενα Κυριάκου δεν έδωσε το κλητήριο ένταλμα, σε αυτόν ή στον Σωτήρη Κυριάκου, η οποία αναφορά θα έδινε και τη δυνατότητα, εάν το επιθυμούσε, αντεξέτασης της από την Ενάγουσα, αποδυναμώνει και τον ισχυρισμό του ότι δεν περιήλθε το κλήτηριο ένταλμα σε γνώση είτε αυτού είτε του Σωτήρη Κυριάκου. Ως εκ των πιο πάνω, ο λόγος αυτός που επικαλέσθηκε η Εναγόμενη 3 απορρίπτεται. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παρ.11 της ένορκης δήλωσης, η οποία αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, ότι η αγωγή ηγέρθηκε σε λανθασμένο όνομα και ως εκ τούτου πρέπει να παραμερισθεί, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Η απόφαση, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός της, εξεδόθη δυνάμει της Δ.17, λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας. Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartlam, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140, Καψού v. Alpha Bank
(2008)1 Α.Α.Δ. 1135, Παρασκευόπουλος v. Παρασκευόπουλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 502, Νέμιτσας v. Chaparian
(2011)1 Α.Α.Δ. 806, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314, Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647. Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. Βλ. επίσης G&A Optus Electronics Services Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 814, Γεωργίου κ.ά. v. Χριστοδούλου
(2011)1 Α.Α.Δ. 561, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314 και Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647. ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης, στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ελένη Ιακώβου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Alkadia, ανωτέρω, Καλλής v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Ευάνθης v. Δημάδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1822, Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 816, Cyber Group Ltd κ.ά. v. Κολιά
(2007)1 Α.Α.Δ. 614, Zehil v. Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ. 678). Κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των ενόρκων δηλώσεων και όποιας άλλης έγγραφης μαρτυρίας επισυνάπτεται με αυτές, ως θα έπραττε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Όμως κάποια αναφορά στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς αναπόφευκτα θα γίνει, αφού χωρίς αυτή την αναφορά δεν θα πληρεί τα εχέγγυα αιτιολογημένης απόφασης. Η υπεράσπιση της Εναγομένης 3 βασίζεται, (α) ότι ενώ ήταν ρητός και ουσιώδης όρος της μεταξύ της και της Ενάγουσας συμφωνίας για υποθήκευση της ακίνητης ιδιοκτησίας της επί της οποίας ανήγειρε τις τρεις κατοικίες μέχρι την έκδοση ξεχωριστών τίτλων, και ακολούθως η υποθήκη θα βάραινε τους αγοραστές των τριών κατοικιών, και στη συγκεκριμένη περίπτωση την κατοικίαν που αγόρασαν από αυτή οι Εναγόμενοι 1 και 2, με δόλο ή/και απάτη ή/και πλάνη ή/και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της Ενάγουσας υπέγραψε έγγραφα και/ή τη σύμβαση εγγύησης την οποία ετοίμασε η Ενάγουσα, στην οποία περιλήφθηκε πρόνοια για εγγύηση της οφειλής των Εναγομένων 1 και 2 κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και (β) άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι η κατ' ισχυρισμό σύμβαση εγγύησης διέπετο από παράλληλη συμφωνία και τελούσε υπό την αίρεση μελλοντικού γεγονότος για την τέλεση του οποίου η Ενάγουσα κωλύεται εξ' υποσχέσεως ή/και της συμπεριφοράς της ή/και με βάση τις αρχές της επιείκειας να εγείρει την παρούσα αγωγή στη βάση της κατ' ισχυρισμό μεταξύ τους συμφωνίας που αναφέρεται στο (α) πιο πάνω. Αν και η Εναγόμενη 3 αναφέρεται σε συμφωνία μεταξύ της και της Ενάγουσας, δεν αναφέρει αν ήταν γραπτή ή προφορική. Εάν ήταν γραπτή αυτή δεν επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Εάν εννοεί ότι ήταν προφορική δεν αναφέρει ποιος εκ μέρους της Ενάγουσας και ποιος εκ μέρους της Εναγομένης 3 προέβησαν στη συμφωνία, η Εναγομένη 3 να υπέχει ευθύνη μέχρι την έκδοση του τίτλου, ούτε και πότε ακριβώς συνήφθη αυτή η συμφωνία. Μόνο, ίσως, συμπερασματικά να μπορεί να πει κάποιος ότι αν έγινε τέτοια προφορική συμφωνία αυτή έγινε πριν ή κατά την ανέγερση των κατοικιών μέχρι και πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης με βάση την αναφορά της στην ένορκη δήλωση ότι ξεγελάστηκε και υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης. Όμως η εικόνα που παρουσίασε η Εναγομένη 3 δεν συνάδει με τα γεγονότα όπως αναδύονται από τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν για έκδοση της απόφασης εναντίον της, τα οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία να λάβει υπόψη, αφού την ίδια ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία στεγαστικού δανείου, ήτοι στις 27/4/05, μεταξύ της Ενάγουσας με τους Εναγομένους 1 και 2, υπογράφηκε και η σύμβαση εγγύησης εκ μέρους της, ενώ η υποθήκη η οποία κατά τον ισχυρισμό της θα παραχωρείτο προς την Ενάγουσα μέχρι της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων, έλαβε χώρα στις 30/1/06 και ενεγράφη στο κτηματολόγιο στις 6/2/
  1. Αν ήταν έτσι τα πράγματα, όπως τα ισχυρίζεται η Εναγόμενη 3, τότε θα έπρεπε τουλάχιστον στις 27/4/05 να είχε υπογραφεί και η υποθήκη. Εν πάση περιπτώσει η σύμβαση εγγύησης, το μοναδικό έγγραφο που υπέγραψε η Εναγόμενη 3 στις 27/4/05, είναι τόσο διαυγές και ξεκάθαρο τόσο από άποψης της γλώσσας που αναγράφεται όσο και των όρων, που δεν φαίνεται οτιδήποτε που θα προκαλούσε πλάνη. Ισχυρισμοί που απλώς αναφέρονται σε μια άλλη συμφωνία, χωρίς στοιχεία και λεπτομέρειες που να φέρνουν, έστω και σκιωδώς, τούτη σε επιφάνεια, και επίκληση ορισμών όπως πλάνης, απάτης κλπ που βασίζονται επί τούτης, δεν μπορούν να ενταχθούν στην έννοια της καλής ή συζητήσιμης υπεράσπισης. Αναμένεται ότι αυτός που προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό θα παραθέσει επαρκή στοιχεία, όπως τόπο, χρόνο, πρόσωπα, τις συνθήκες υπό τις οποίες συνήφθηκε η προφορική συμφωνία και ο λόγος που δεν καταρτίστηκε γραπτώς ή δεν συμπεριλήφθηκε στην υπογραφείσα σύμβαση εγγύησης, έτσι ώστε να διακρίνεται, έστω και νεφελωδώς, αναγνώνοντας τα κάποιος ότι αποκαλύπτεται μέσα από αυτά τα στοιχεία εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Στην περίπτωση μας ελλείπουν αυτά τα στοιχεία. Ως εκ των πιο πάνω, η Εναγόμενη 3 δεν απέσεισε το βάρος που είχε για ανάδειξη εκ μέρους της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Το επόμενο ζήτημα είναι η μη εμφάνιση της Εναγομένης
  2. Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, πιο πάνω, όταν εξετάζετο το θέμα της κακής επίδοσης, διαπιστώνεται ότι δεν προβάλλεται κάποιος λόγος για την μη εμφάνιση της, αφού απορρίφθηκε ο λόγος της αντικανονικότητας και μη ορθής επίδοσης. Μετά δε την έκδοση της απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3 στις 16/4/14, η υποβολή της υπό κρίση αίτησης ημερομηνίας 22/7/14, τρεις και πλέον μήνες και όταν ήλθε σε γνώση της η ειδοποίηση για ένταλμα κατάσχεσης, κρίνω ότι υπήρξε καθυστέρηση και αδιαφορία στην αγωγή, τέτοια που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης
  3. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.