← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 5985/13, 3/2/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 5985/13, 3/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5985/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Γιώργου Ιωάννου Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Γιακουμμετή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Κωνσταντίνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά δύο κατηγορίες. Η μία αφορά κλοπή από θεματοφύλακα κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Η δεύτερη κατηγορία αφορά κυκλοφορία πλαστού έγγραφου κατά παράβαση των Άρθρων 331 και 333 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι μεταβιβάσθηκε το όχημα με αριθμό έγγραφής EMA 348 στις 18.5.
  2. Το όχημα μεταβιβάστηκε από τον παραπονούμενο Γιώργο Προδρόμου (ΜΚ2) στη Νικολέτα Χατζηθεωρή. Επίσης, στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη και η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα γραφολόγου της αστυνομίας (ΜΚ1), ότι το έντυπο μεταβίβασης, Τεκμήριο 4, το οποίο είναι συμπληρωμένο, δεν φέρει τη γραφή του ΜΚ2 και η υπογραφή διαφέρει από την υπογραφή του ΜΚ2 στα δείγματα γραφής. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ουδέποτε συμπλήρωσε ή υπέγραψε τέτοιο έγγραφο. H υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στην ουσία στηρίζεται στη μαρτυρία του παραπονούμενου (ΜΚ2). Ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος γνώριζαν ο ένας τον άλλο διότι ήταν συνάδελφοι οδηγοί ταξί στο παρελθόν. Το 2009 ο ΜΚ2 σύναψε συμφωνία με τον κατηγορούμενο για να του πωλήσει ο κατηγορούμενος την άδεια οδικής χρήσης ταξί έναντι του ποσού των €44.
  3. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο κατηγορούμενος για έξη χρόνια δεν έχει καταβάλει καμία δόση όπως όφειλε δυνάμει της συμφωνίας πώλησης , πλην μίας δόσης των €
  4. Ο ΜΚ2 επισκέφθηκε την αστυνομία στις αρχές Ιουνίου για να τον καταγγείλει όμως η αστυνομία του ανέφερε ότι το ζήτημα είναι ιδιωτικής φύσεως διαφορά και έπρεπε να συμβουλευθεί το δικηγόρο του. Σε ένα στάδιο της αντεξέτασης ο μάρτυρας δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε τι τον ρωτούσε ο δικηγόρος υπεράσπισης και κατά συνέπεια δεν παραδέχθηκε ότι αρχές Ιουνίου είχε μεταβεί στην αστυνομία να κάνει καταγγελία για την μη πληρωμή της άδειας χρήσης ταξί. Όμως, αργότερα συνήλθε και ανέφερε ότι αυτό είναι το μεγάλο παράπονο του. Ο ΜΚ2 δεν είναι καλά στην υγεία του. Κατά τον χρόνο πώλησης της άδειας ταξί είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο έχει αφήσει κατάλοιπα στις πνευματικές του λειτουργίες. Ανέφερε ότι για το ζήτημα με την άδεια ταξί δεν ενδιαφέρεται προσωπικά πλέον καθότι έχει υποσχεθεί ότι όποιο όφελος προκύψει από αυτό το ζήτημα αφορά τους κληρονόμους του. Όταν ρωτήθηκε για αγωγές δεν γνώριζε πολλά και παρέπεμψε στα παιδιά του που χειρίζονται αυτά τα ζητήματα. Παρόλο τούτο σε μεγάλο βαθμό ήταν κατανοητά αυτά που έλεγε και οι σκέψεις του είχαν λογική συνοχή. Σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι είναι με μεγάλη δυσκολία που ήρθε Δικαστήριο να μαρτυρήσει, αλλά το όφειλε αυτό στον εαυτό του και στα παιδιά του εξαιτίας της αδικίας που έχει υποστεί από τον κατηγορούμενο. Δεν γίνεται δεκτή η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος αντικατέστησε το επίδικο όχημα με όχημα μάρκας Toyota. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε έθεσε υπόψη του παραπονούμενου ότι ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος EZM 523, Toyota. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε ως Τεκμήριο 12 έντυπο μεταβίβασης του συγκεκριμένου οχήματος και εμφανίζεται ο παραπονούμενος ως πωλητής. Όμως ο παραπονούμενος δε ρωτήθηκε γι' αυτή τη συναλλαγή. Ούτε και ρωτήθηκε εάν γνωρίζει κάποιο Popa Vasile που καταγράφεται στο έντυπο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ως αγοραστής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και στην περίπτωση του Τεκμηρίου 4, η υπογραφή στο κάτω μέρος δεν ομοιάζει καθόλου με την υπογραφή των δειγμάτων γραφής του παραπονούμενου. Συνεπώς, δεν είναι γνωστό κατά πόσο ο παραπονούμενος γνωρίζει ότι υπήρξε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αυτού του οχήματος ή κατά πόσο και αυτή είναι μία αμφιλεγόμενη συναλλαγή, όμοια με τη συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε με το Τεκμήριο 4, στην οποία αναμίχθηκε ο κατηγορούμενος εν αγνοία του ΜΚ
  5. Ο ΜΚ2 πλήρωσε για την αγορά του αυτοκινήτου και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος. Ο κατηγορούμενος παρέλαβε την κατοχή του οχήματος για να επιδιορθώσει μηχανικά το όχημα. Αυτή η θέση δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ούτε αμφισβητήθηκε η θέση του παραπονούμενου ότι ουδέποτε επέστεψε το όχημα ο κατηγορούμενος αφού το παρέλαβε να το επιδιορθώσει. Ο παραπονούμενος είπε την αλήθεια ότι ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση του για να πωληθεί το όχημα του. Ο παραπονούμενος προέβη σε καταγγελία την ημέρα που είδε το όχημα του να το οδηγά άλλο τρίτο πρόσωπο άγνωστο σ' αυτόν. Ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι το είχε πωλήσει σε άλλον ως εξαρτήματα. Ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο δεν απαντούσε τις τηλεφωνικές του κλήσεις. Ρωτήθηκε τη λεπτομέρεια, ποιους αριθμούς τηλεφώνου έπαιρνε και ο παραπονούμενος αυθόρμητα έδωσε τους αριθμούς που χρησιμοποιούσε. Εξάλλου υπάρχουν απτά και ανεξάρτητα στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε τη συγκατάθεση του παραπονούμενου να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση. Εάν είχε τη συγκατάθεση του παραπονούμενου να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση, τότε δεν θα είχε κανένα πρόβλημα ή ενδοιασμό να του ζητήσει ο ίδιος να μεταβεί στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών να συμπληρώσει το έντυπο μεταβίβασης ως πωλητής του οχήματος. Το γεγονός ότι κάποιος πλαστογράφησε τη γραφή και υπογραφή του παραπονούμενου για να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση αποδεικνύει ότι αυτό έγινε δολίως και χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του παραπονούμενου. Εκείνος που είχε το κίνητρο, την ευκαιρία να το κάνει ήταν ο κατηγορούμενος διότι αυτός είχε στην κατοχή του το όχημα και αυτός γνώριζε όλα τα στοιχεία του παραπονούμενου για να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση. Ο παραπονούμενος έχει διαφορές με τον κατηγορούμενο σε σχέση με το ζήτημα της άδεια οδικής χρήσης ταξί και αυτός είναι επιπρόσθετος λόγος που δεν είναι δυνατόν ο παραπονούμενος να είχε δώσει τη συγκατάθεση του για την προτεινόμενη πώληση και μεταβίβαση. Όμως απορρίπτω το ενδεχόμενο ο παραπονούμενος κατασκεύασε την όλη ιστορία με το αυτοκίνητο για να ασκήσει πίεση στον κατηγορούμενο. Έχω πεισθεί ότι είπε την αλήθεια, ότι η καταγγελία του είναι γνήσια και αυτό αποδεικνύουν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο παραπονούμενος έχει μεγαλύτερη χρηματική διαφορά που χρονολογείται και προηγείται αυτής της διαφοράς. Η ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου ήταν γεμάτη αντιφάσεις και αναλήθειες. Με τη βοήθεια του δικηγόρου του ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Αυτή η δήλωση περιέχει λεπτομερή καταγραφή γεγονότων και στοιχείων. Τα πλείστα από αυτά τα στοιχεία και γεγονότα δεν τέθηκαν υπόψη του παραπονούμενου για να τοποθετηθεί ή για να τα διασταυρώσει η κατηγορούσα αρχή προτού κλείσει την υπόθεση της. Ακόμη κατά την αντεξέταση ανέφερε εντελώς διαφορετικά πράγματα από αυτά που είχε καταγράψει ο ίδιος μαζί με τον δικηγόρο του στο Τεκμήριο
  7. Εντούτοις, όταν ρωτήθηκε για τα ίδια ζητήματα ενόρκως κατά το στάδιο της αντεξέτασης δεν μπορούσε να θυμηθεί σχεδόν τίποτε. Αντιδικούσε με την κα Γιακουμεττή, εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, αντί να απαντήσει τις ερωτήσεις και την κατηγορούσε ότι τον πίεζε για απαντήσεις και δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Για το ζήτημα της πληρωμής της άδειας ταξί ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι έκανε κάποιες συγκεκριμένες πληρωμές. Αυτά τα γεγονότα και αποδείξεις που ήταν στην κατοχή του δεν τα υπέβαλε στον παραπονούμενο για να τοποθετηθεί. Ανέφερε στο Τεκμήριο 11 ότι για τις 4.000.00, ποσό προκαταβολής, δεν είχε απόδειξη. Όταν ρωτήθηκε από την κα Γιακουμμετη είπε ότι είχε απόδειξη και μετά προσπαθούσε να βρει την απόδειξη κοιτάζοντας απεγνωσμένα το δικηγόρο του. Ανέφερε ότι έδωσε 20.000 σε ένα άλλο πρόσωπο εκ μέρους του παραπονούμενου, τα πλήρη στοιχεία και όνομα του δεν τα κατονόμασε, χωρίς να πάρει οποιαδήποτε απόδειξη για την πληρωμή. Κατηγόρησε τον παραπονούμενο ότι είναι τζογαδόρος, αλλά ούτε αυτό το ζήτημα τέθηκε στον παραπονούμενο για να τοποθετηθεί. Ανέφερε ότι ξόφλησε το ποσό για τη συμφωνία του ταξί, αλλά δεν μπορούσε να αναφέρει ακριβώς τι ποσό πλήρωσε, με ποιο τρόπο και πότε έγινε η πληρωμή για να γίνει άθροισμα του τελικού ποσού της συμφωνίας. Γνώριζε ότι κατηγορείτο για πλαστογραφία εγγράφου όταν κλήθηκε στην αστυνομία για ανάκριση, όμως αρνήθηκε να δώσει δείγματα της δικής του υπογραφής. Φώναζε ότι τώρα είναι η ώρα να έρθει γραφολόγος για να γίνει εξέταση, αλλά κατά τον επίδικο χρόνο της ανάκρισης δεν ήταν συνεργάσιμος να κάνει αυτό το δείγμα που κατά την άποψη του θα ήταν αθωωτικό στοιχείο. Στο Τεκμήριο 11 ανέφερε ότι το επίδικο όχημα EMA 348 παρουσίαζε συχνά μηχανικά προβλήματα και γι' αυτό το λόγο του το επέστρεψε ο παραπονούμενος. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι επισκεύασε το όχημα μόνο μία φορά και ότι ο πραγματικός λόγος που του το παρέδωσε ο παραπονούμενος ήταν ότι δεν ήταν οικονομικό. Όταν του αποδείχθηκε η αντίφαση αναπροσάρμοσε εκ νέου την εκδοχή του και είπε ότι το μόνο πρόβλημα του οχήματος ήταν η μπαταρία του. Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος του είχε δώσει το Τεκμήριο 4 συμπληρωμένο και υπογραμμένο μαζί με το όχημα EMA
  8. Εφόσον υπάρχει αναντίλεκτη μαρτυρία ότι η γραφή στο Τεκμήριο 4 δεν αποδίδεται στον παραπονούμενο, ήτοι τη μαρτυρία του γραφολόγου ότι η γραφή δεν είναι του ΜΚ2 και η υπογραφή είναι διαφορετική με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον παραπονούμενο, είναι ψέμα ότι ο παραπονούμενος του παρέδωσε το Τεκμήριο 4 υπογραμμένο και συμπληρωμένο. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε πειστική εξήγηση γιατί χρησιμοποίησε κοινοτάρχη της δικής του κοινότητας να πιστοποιήσει την υπογραφή του παραπονούμενου ο οποίος τότε διέμενε, σύμφωνα με τον ίδιο, στην περιοχή Καμάρες. Δεν μπορούσε να δώσει στοιχεία και πλήρη όνομα του προσώπου που είχε τη μάντρα στα Λειβάδια. Στο Τεκμήριο 11 ανέφερε ότι μετά που παρέδωσε το όχημα EMA 345 στη μάντρα δεν γνωρίζει τι απέγινε. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι το όχημα πωλήθηκε σε κάποια κοπέλα και ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης της μάντρας του έδωσε €600 σε μετρητά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε, σύμφωνα με δικό του ισχυρισμό, αντικατέστησε το όχημα EMA 345 με το όχημα Toyota. Σκόπιμα δεν ανέφερε περισσότερες λεπτομέρειες γι' αυτή τη συναλλαγή ούτως ώστε η κατηγορούσα αρχή να μην διασταυρώσει αυτόν τον ισχυρισμό με ανεξάρτητα και απτά στοιχεία που να καταρρίπτουν τον ισχυρισμό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω τον κατηγορούμενο παντελώς αναξιόπιστο. Ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του το επίδικο έγγραφο μεταβίβασης του οχήματος που είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του παραπονούμενου. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος είπε ψέματα ότι ο παραπονούμενος του έδωσε το έγγραφο αυτό ήδη υπογραμμένο από τον ίδιο. Η ΜΥ1, Νικολέτα Χατζηθεωρή, ανέφερε στην αστυνομική της κατάθεση ότι δε γνωρίζει ποιος υπέγραψε το έγγραφο μεταβίβασης στο χώρο του πωλητή. Δεν θυμάται ποιος της πώλησε το όχημα. Το μόνο που θυμάται είναι ότι το πρόσωπο που συνάντησε για να γίνει η πώληση και μεταβίβαση και αυτό το πρόσωπο δεν είναι ο κατηγορούμενος. Είναι γεγονός ότι υπάρχει κενό στη μαρτυρία από τη στιγμή που περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου το όχημα μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε το όχημα στην κατοχή της ΜΥ1 ήδη μεταβιβασμένο. Όμως δεν είναι κενό αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα παρόμοιο με εκείνο στην γνωστή υπόθεση Πέγκερος ν. Δημοκρατίας

(1995)2 Α.Α.Δ. 143 και που να δημιουργεί οποιοδήποτε ζήτημα που να αμφισβητεί την ενοχή του κατηγορουμένου. Το κενό αυτό δεν επηρεάζει καθόλου την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Δεν υπάρχει κανένα κενό αναφορικά με τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το χρόνο διάπραξης αδικήματος. Ο κατηγορούμενος με δική του παραδοχή ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του το όχημα και το επίδικο έντυπο μεταβίβασης του οχήματος. Τα άλλα πρόσωπα που είχαν εμπλοκή με το όχημα μεταγενέστερα δεν γνωρίζουν τον παραπονούμενο. Ο μόνος που γνώριζε τον παραπονούμενο και είχε την ευκαιρία, πληροφορίες, εφόδια και κίνητρο να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση, ήταν ο κατηγορούμενος. Επομένως, καταλήγω σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι το μόνο πρόσωπο που είχε στην κατοχή του το επίδικο όχημα και το επίδικο έγγραφο μεταβίβασης υπογραμμένο στη θέση του πωλητή. Συνεπώς, υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο που είτε συνέταξε το πλαστογραφημένο έντυπο μεταβίβασης ή που έδωσε σε άλλο οδηγίες να το συντάξει για λογαριασμό του και εν γνώσει του ότι αυτό έγινε εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι αυτό το έγγραφο το είχε στην κατοχή του συμπληρωμένο. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του παραπονούμενου, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θα του επέστρεφε το εν λόγο όχημα διότι το είχε πωλήσει για εξαρτήματα. Η αγοραστής του οχήματος, ΜΥ1, που κρίνω αξιόπιστη, δεν γνώρισε ποτέ τον παραπονούμενο και όταν μετέβηκε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών μαζί με άλλο πρόσωπο για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση το έγγραφο αυτό ήταν ήδη υπογραμμένο με την επίδικη υπογραφή. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εξεταστή εγγράφων, προκύπτει ότι η γραφή, Τεκμήριο 4, δεν είναι του ΜΚ2. Σε σχέση με την υπογραφή, δεν ήταν βέβαιος αλλά σημείωσε ότι πρόκειται για διαφορετική υπογραφή αυτών των υπογραφών που αποδίδονται πραγματικά στον παραπονούμενο στα γνήσια δείγματα γραφής. Κατά την άποψη μου, αυτή είναι ικανοποιητική μαρτυρία για να καταλήξει κάνεις στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είτε συνέταξε το πλαστογραφημένο έγγραφο ή είχε συμμετοχή και γνώση για αυτό. Όμως υπάρχει και αλλά ισχυρή περιστατική μαρτυρία που οδηγεί στο πιο πάνω και μοναδικό συμπέρασμα. Περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας, αλλά αυτή η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια που να οδηγεί με βεβαιότητα στην ενοχή του κατηγορούμενου και να αποκλείει οποιαδήποτε άλλη πιθανότητα πλην της εκδοχής ότι ο κατηγορούμενος είναι συνδεδεμένος με τη χρήση και κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου. Στην υπόθεση Καΐμής ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε κατηγορία για την κατοχή και μεταφορά χειροβομβίδας. Βρέθηκε DNA του εφεσείοντα στον εκρηκτικό μηχανισμό και αυτή η μαρτυρία σε συνδυασμό με δηλώσεις και αντιδράσεις του μετά τον εντοπισμό του εκρηκτικού μηχανισμού οδηγούσαν αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής. Στην υπόθεση Hassan Al Wasel v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 282, φρέσκο αίμα με γενετικό υλικό του εφεσείοντα βρέθηκε στη σκηνή του εγκλήματος. Επειδή ο κατηγορούμενος είχε προβάλει άλλοθι για το πού βρισκόταν τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, που καταρρίπτεται με την μαρτυρία γενετικού υλικού, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία για την ενοχή του. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 και πάλι το άλλοθι του κατηγορούμενου για τη μεταφορά εκρηκτικού μηχανισμού καταρρίφθηκε από την άλλη μαρτυρία, δηλαδή ότι αυτό το υλικό βρέθηκε στα συγκεκριμένα μέρη της χειροβομβίδας που προκάλεσε την έκρηξη και ο εμπειρογνώμονας εξήγησε ότι η ύπαρξη αυτού του υλικού σε εκείνο το σημείο θα μπορούσε να γίνει μόνο από το πρόσωπο που έριξε την χειροβομβίδα. Στην υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 102, το Εφετείο επεξήγησε ότι δεν υπάρχει καμία προκατάληψη για τη χρήση περιστατικής μαρτυρίας για να αποδειχθεί η ενοχή. Όμως αυτή η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια που να οδηγεί στην ενοχή και να μην επιδέχεται καμίας άλλης λογικής εξήγησης ή ερμηνείας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη μόνο όταν αυτή αξιολογηθεί ότι οδηγεί λογικά και συμπερασματικά στα πλαίσια κοινής ανθρώπινης εμπειρίας στην ενοχή του κατηγορούμενου. Όπως ανέφερα προηγουμένως, η μεταβίβαση του οχήματος έγινε μετά που ο κατηγορούμενος παρέλαβε το όχημα από τον παραπονούμενο. Είναι το μόνο πρόσωπο που γνώριζε το όνομα και τα στοιχεία του παραπονούμενου και όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να συμπληρωθεί ορθά το Τεκμήριο 4. Όταν κλήθηκε από την αστυνομία να δώσει δείγματα γραφής για να εξεταστεί η δική του γραφή με την υπό εξέταση υπογραφή και γραφή, αυτός αρνήθηκε. Προτού ζητηθεί κάτι τέτοιο από τον κατηγορούμενου του εξηγήθηκαν οι λόγοι για τους οποίους η αστυνομία ήθελε δείγματα γραφής. Στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Αβρααμίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 η πλειοψηφία της Ολομέλειας έκρινε ότι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης δεν επεκτείνεται σε πραγματική μαρτυρία που μπορεί να εξαχθεί από το πρόσωπο του κατηγορούμενου. «Η διαφοροποίηση μεταξύ "προφορικής μαρτυρίας" και "πραγματικής μαρτυρίας", για τους σκοπούς του δικαιώματος της σιωπής και συνακόλουθα, της μη αυτοενοχοποίησης, όπως διαγράφηκε στη Saunders, επιβεβαιώθηκε και από τη μεταγενέστερη απόφαση του ΕΔΑΔ στη Heaney & McGuinness v. Ireland (Appl. 34720/97, 21.12.2000). Η ίδια διάκριση υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε από το Ανακτοβούλιο στην Brown v. Stott
(2001)2 WLR 817, όπου, με αναφορά στην Saunders, αποφασίστηκε ότι η υποχρέωση παροχής δείγματος αναπνοής από πρόσωπο εναντίον του οποίου υπήρχε υπόνοια ότι οδηγεί όχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, με μέγιστη ποινή, σε περίπτωση άρνησης £1.000 πρόστιμο ή έξι μήνες φυλάκιση, με ταυτόχρονη οπισθογράφηση της άδειας οδηγού, δεν παραβίαζε το Άρθρο 6
(2)της Σύμβασης. (Βλ. σχετικά και Jacobs & White "The European Convention on Human Rights", 3rd Edition 2002, p.p. 174-176). Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης το οποίο, σημειωτέον, έχει τις ρίζες του στο Αγγλικό κοινοδίκαιο, είναι ευρέως γνωστό και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου, μάλιστα, έχει κατοχυρωθεί με ρητή πρόνοια στην Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος. Σύμφωνα με την πρόνοια αυτή "no person shall be compelled in any criminal case to be a witness against himself" (κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να υποχρεωθεί σε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση να είναι μάρτυρας εναντίον του εαυτού του). Και εκεί, όμως, όπως και στην Ευρώπη, το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης ερμηνεύθηκε από τα δικαστήρια στενά. Ότι, δηλαδή, περιορίζεται στην παροχή "προφορικής μαρτυρίας" από τον κατηγορούμενο (evidence of testimonial or communicative nature) και δεν επεκτείνεται στην παροχή ή λήψη, από τον κατηγορούμενο, "πραγματικής μαρτυρίας" (real or physical evidence). (Βλ. μεταξύ άλλων, Schmerber v. California 384 U.S. 757 και Doe v. United States 487 U.S. 201). Ενόψει των πιο πάνω, ιδιαίτερα δε των αποφάσεων του ΕΔΑΔ στη Saunders και στην Heaney & McGuinness, κρίνουμε ότι ορθά γίνεται η διάκριση μεταξύ "προφορικής" και "πραγματικής" μαρτυρίας και ορθά το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης περιορίζεται στην πρώτη. Εφόσον η κατοχύρωση του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης αποβλέπει στην προστασία του κατηγορουμένου από τυχόν εξαναγκασμό ή καταπίεσή του να αυτοενοχοποιηθεί, η επέκταση του δικαιώματος πέραν της "προφορικής" και στην "πραγματική" μαρτυρία στερείται ευλόγου ερείσματος. Η "πραγματική" μαρτυρία υπάρχει ή δεν υπάρχει, ανεξάρτητα από τη θέληση του κατηγορουμένου. Στη Ψύλλας, επί της οποίας στηρίχθηκε το Κακουργοδικείο, το Εφετείο δεν κλήθηκε να οριοθετήσει την εμβέλεια του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης. Τέτοιο ζήτημα δεν συζητήθηκε. Στη Ψύλλας η κατηγορούσα αρχή δεν πρόβαλε, όπως τώρα, τη θέση ότι το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης περιορίζεται στην "προφορική" και δεν επεκτείνεται στην "πραγματική" μαρτυρία. Εξού και στην απόφαση δεν συζητείται ούτε απαντάται τέτοιο ερώτημα. Ούτε, βέβαια, γίνεται αναφορά είτε στη Saunders είτε σε οποιαδήποτε άλλη, συνάδουσα ή απάδουσα με τη Saunders, αυθεντία. Στη βάση των όσων αναφέραμε, και με την επιφύλαξη (α) της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να μην αποδεχθεί "πραγματική" μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, και, (β) της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να μην αποδεχθεί "πραγματική" μαρτυρία που εξασφαλίστηκε παράνομα (illegally) ή κατά τρόπο που κρίνεται αθέμιτος (improper),η απάντησή μας στο πρώτο νομικό ερώτημα είναι ότι το συνταγματικό δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου περιορίζεται στην "προφορική" του μαρτυρία και δεν επεκτείνεται σε οποιαδήποτε άλλη "πραγματική" μαρτυρία η οποία έχει ως πηγή τον ίδιο.» Ορθά δεν εξαναγκάστηκε ή πειθαναγκάσθηκε ο κατηγορούμενος να παρέχει δείγμα γραφής. Η αστυνομία σεβάστηκε την άρνηση του να μην δώσει τέτοιο δείγμα. Όμως ενόψει της πιο πάνω διάκρισης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αρνήθηκε, είναι λογικό να εξαχθούν συμπεράσματα από αυτή την άρνηση. Αυτό σε αντίθεση με την άρνηση να δώσει κατάθεση όπου το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιησης είναι απόλυτο και ρίχνεται πέπλο μυστικότητας στην άρνηση αυτή. Η άρνηση του να δώσει δείγματα γραφής είναι περιστατική μαρτυρία για την ένοχη συνείδηση. Ενόρκως και προφανώς μετά την συμβουλή του δικηγόρου του ανέφερε ότι επί του παρόντος θα έδιδε πολλά δείγματα γραφής για να δείξει ότι δεν έχει κάτι να κρύψει. Όμως κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκρισης αρνήθηκε να δώσει τέτοια δείγματα γραφής. Βέβαια ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να αρνηθεί. Όμως η άρνηση να δώσει δείγματα γραφής δεν μπορεί να αντικριστεί όπως την άρνηση να δώσει κατάθεση στην αστυνομία όπου το δικαίωμα της σιωπής αποκλείει την εξαγωγή συμπερασμάτων από αυτή την άρνηση. Σε αντίθεση με την κατάθεση, τα δείγματα γραφής πρόκειται για πραγματική μαρτυρία που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να απαγορεύει στο Δικαστήριο να προβεί σε εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων εξαιτίας της άρνησης του να δώσει δείγματα γραφής. Επομένως η άρνηση είναι ακόμη ένα κομμάτι περιστατικής μαρτυρίας που δείχνει ένοχη συνείδηση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού έγγραφου με βάση τις διατάξεις των άρθρων 331 και 333(δ) του Ποινικού κώδικα. Το άρθρο 333(δ) του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι κάποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο όταν υπογράφει έγγραφο με το όνομα άλλου προσώπου χωρίς την εξουσιοδότηση του. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι το Τεκμήριο 4 δεν το συμπλήρωσε και δεν το υπέγραψε ο ΜΚ2. Τα συστατικά στοιχεία της πλαστογραφίας είναι ως ακολούθως, δηλαδή πρέπει να αποδειχθεί ότι α) έχει καταρτιστεί πλαστό έγγραφο β) ότι ο κατηγορούμενος είναι συντάκτης του εγγράφου και το πρόσωπο που το χρησιμοποίησε και γ) υπήρξε πρόθεση καταδολίευσης του κατηγορούμενου. Το τρίτο συστατικό στοιχείο έχει ερμηνευθεί να σημαίνει ότι κατά την σύνταξη του εγγράφου υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο που θα μπορούσε να καταδολιευθεί από το περιεχόμενο του εγγράφου (βλ. Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Το έγγραφο αυτό παρουσιάστηκε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση του οχήματος που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του παραπονούμενου στην ΜΥ
  1. Πρόκειται για πλαστογραφημένο έγγραφο διότι εμφαίνονται επί του εγγράφου ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος είχε υπογράψει ότι συγκατατίθεται στη μεταβίβαση ενώ κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται με την πραγματικότητα. Υπάρχει το στοιχείο της καταδολίευσης επειδή εξαιτίας αυτού του εγγράφου πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του ΜΚ
  2. Ο κατηγορούμενος είναι το μόνο πρόσωπο που είχε στην κατοχή του το έγγραφο και το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο και είναι το μονό πρόσωπο που γνωρίζει τον παραπονούμενο και τα στοιχεία και πληροφορίες που χρειάζονται για να συμπληρωθεί το έντυπο για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση. Επιπρόσθετα, παραδέχτηκε ότι πώλησε το όχημα σε τρίτο πρόσωπο και έλαβε χρηματικό ποσό. Συνεπώς είναι το μόνο πρόσωπο που είχε την ευκαιρία, τις γνώσεις και το κίνητρο για να διαπράξει το αδίκημα. Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που συνέταξε ή είχε άλλο πρόσωπο να το συντάξει, εν γνώση του, ότι αυτή δεν ήταν πραγματική υπογραφή και γραφή του ΜΚ2 και το κυκλοφόρησε εν γνώσει του ότι αυτό θα χρησιμοποιηθεί για να πραγματοποιηθεί μεταβίβαση του οχήματος. Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος αποδεικνύεται με τη γνώση του κατηγορούμενου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που πλαισιώνουν το αδίκημα. Η απόδειξη της γνώσης είναι κατά βάση επάλληλη με εκείνη που θεμελιώνει τη γνώση του κατηγορούμενου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Hodfield ν. Διευθύντριας Τελωνείου, Ποινική Έφεση 7116 ημερ. 13/9/02). Ο κατηγορούμενος ανέφερε ενόρκως ότι ο ΜΚ2 του έδωσε το Τεκμήριο 4 συμπληρωμένο. Αυτό δεν είναι η αλήθεια επειδή με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ1 και της μαρτυρίας του ΜΚ2, που κρίνω αξιόπιστη, η υπογραφή και γραφή είναι πλαστογραφημένη. Επιπρόσθετα, αρνήθηκε να δώσει δείγματα γραφής για να αποδείξει κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι δεν είναι το υπεύθυνο πρόσωπο για την πλαστογραφία. Το μόνο εύλογο συμπέρασμα από όλα τα πιο πάνω γεγονότα που πλαισιώνουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεταβιβάσθηκε το όχημα είναι ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η υπογραφή και γραφή δεν ήταν γνήσια και ότι ο κατηγορούμενος συνδέεται άμεσα με τη σύνταξη και τη χρήση του εν λόγω εγγράφου για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση. Η δεύτερη κατηγορία αποδεικνύεται στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις εναντίον του κατηγορούμενου. Το ίδιο ισχύει για το αδίκημα της κλοπής από θεματοφύλακα. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Lawrence 55 Cr. App. R. 73, καταγράφονται αναλυτικά τα συστατικά στοιχεία της κλοπής. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε 1) δόλια, 2) ιδιοποίηση, 3) περιουσίας άλλου προσώπου, 4) με σκοπό ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας να στερηθεί για πάντα αυτή την περιουσία. Ιδιοποίηση της περιουσίας συντελείται όποτε πρόσωπο αναλάβει την περιουσία ή διαθέτει την περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ο κατηγορούμενος παρέλαβε το όχημα του παραπονούμενου για συγκεκριμένο σκοπό, όμως ουδέποτε του το επέστρεψε. Η πρόθεση αυτή ήταν η παραδοχή του σε μεταγενέστερο χρόνο προς τον παραπονούμενο, ότι πώλησε το όχημα για εξαρτήματα. Ο παραπονούμενος ουδέποτε είχε δώσει τη συγκατάθεση του στον κατηγορούμενο να πωλήσει το όχημα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε την πώληση με πλαστογραφημένο έντυπο πώλησης είναι ισχυρή μαρτυρία ότι αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του παραπονούμενου και εν αγνοία του, διαφορετικά θα εξασφάλιζε την πραγματική του υπογραφή και γραφή για να πραγματοποιηθεί η πώληση. Επίσης, το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση με πλαστογραφημένο έντυπο μεταβίβασης είναι ισχυρή απόδειξη για να καταρρίψει την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι είχε συνάψει συμφωνία με τον παραπονούμενο για να ανταλλάξει το όχημα που είχε αγοράσει με μετρητά, με άλλο όχημα. Εν πάση περιπτώσει, σήμερα ο παραπονούμενος δεν έχει ούτε αυτοκίνητο, αλλά και ούτε τα χρήματα που έδωσε στον κατηγορούμενο για να αγοράσει το όχημα. Συνεπώς, αυτή η εκδοχή αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων και απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγει την ποινική του ευθύνη. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ2, αλλά και τη μαρτυρία του ΜΚ1, η οποία παραμένει αναντίλεκτη, κρίνω ότι αποδεικνύεται και η πρώτη κατηγορία. Συνεπώς, κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο και στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.).............. Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.