← Κύπρος

ΜARINAKIS DEVELOPERS LIMITED ν. ΜΙΧΑΛΗ Π. ΧΑΛΙΟΥ, Αρ.αγωγής 379/2008, 25/2/2015

ΜARINAKIS DEVELOPERS LIMITED ν. ΜΙΧΑΛΗ Π. ΧΑΛΙΟΥ, Αρ.αγωγής 379/2008, 25/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 379/2008 Μεταξύ: ΜARINAKIS DEVELOPERS LIMITED Eνάγουσας και ΜΙΧΑΛΗ Π. ΧΑΛΙΟΥ Εναγόμενου Ημερ.: 25.2.2015 Για την Ενάγουσα: κ.Α.Μαθηκολώνης μαζί με κ.Κασιανή για Ανδρέα Θ.Μαθηκολώνη & Σία Για τον Εναγόμενο: κα Κ.Κακουλή με κα Χρ.Μιχαήλ για Chrysses Demetriades & Co Ltd Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Τα επίδικα θέματα - Η δικογραφία Η Ενάγουσα Εταιρεία και ο Εναγόμενος είναι οι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες, κατά 5/6 και 1/6 μερίδια αντίστοιχα, του κτήματος με αρ. εγγραφής 6409, τεμ. 278, του Φ/Σχ.XL1, Σχέδιο 33, στην τοποθεσία Λίμνη ή Λισιήνα στην Βορόκλινη Λάρνακας. Με συμφωνία ημερ. 6.8.2004 οι διάδικοι συμφώνησαν στο διαχωρισμό και διανομή του κτήματος. Όσο ενέπιπτε στην οικιστική ζώνη θα διαχωριζόταν σε 12 οικόπεδα, ενώ το υπόλοιπο θα παρέμενε γεωργικό χωράφι. Ο Εναγόμενος θα ελάμβανε δύο οικόπεδα, τα υπ΄ αρ. 3 και

  1. Το διαχωρισμό θα διεκπεραίωνε η Ενάγουσα, οπόταν συμφωνήθηκε ότι ο Εναγόμενος θα την εξουσιοδοτούσε με ειδικό πληρεξούσιο: «...για να μπορέσει να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο για να καταστεί δυνατή η κατασκευή όλων των οικοπέδων...». Πράγματι, ο Εναγόμενος υπόγραψε σχετικό Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 6.8.2004, το οποίο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με πανομοιότυπο ημερ. 25.8.
  2. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι κατά την εκτέλεση του διαχωρισμού, χωρίς δική της ευθύνη και γιατί οι αρμόδιες αρχές απαίτησαν ή και συμβούλευσαν, ο διαχωρισμός «άλλαξε» και λόγω της αλλαγής τα οικόπεδα που αναλογούσαν στον Εναγόμενο κατέστησαν μικρότερα κατά 65 τ.μ. περίπου το καθένα. Ο Εναγόμενος ανακάλεσε το πληρεξούσιο που είχε δώσει. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά παράβαση της Συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής, παράνομα και εκδικητικά. Ως αποτέλεσμα η Ενάγουσα δεν μπορεί να συνεχίσει τις εργασίες της για ανέγερση οικοδομών στα δικά της οικόπεδα, ενώ η Πολεοδομική Αρχή απειλεί με ανάκληση της πολεοδομικής άδειας. Επιφυλάσσοντας το δικαίωμα της για αποζημιώσεις, η Ενάγουσα αξιώνει διάταγμα που να διατάσσει τον Εναγόμενο να ανακαλέσει την ανάκληση του πληρεξουσίου ή να της χορηγήσει νέο. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής αποτελούσε η πολεοδομική αίτηση διαχωρισμού ΛΑΡ/747/2004 που υποβλήθηκε από τους διάδικους στη βάση σχεδίου διαχωρισμού που ήταν μέρος της Συμφωνίας. Η βασική θέση του Εναγόμενου είναι ότι τα Ειδικά Πληρεξούσια Έγγραφα που υπέγραψε όχι μόνο δεν εξουσιοδοτούσαν την Ενάγουσα να τροποποιήσει το σχέδιο διαχωρισμού, αλλά αντίθετα ίσχυαν μόνο στο βαθμό που οι ενέργειες της Ενάγουσας θα συνήδαν με το σχέδιο. Αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης πως περί τον Οκτώβριο του 2006 ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε από το Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας και Οικήσεως Λάρνακας ότι η Ενάγουσα είχε υποβάλει τροποιητικό σχέδιο διαχωρισμού, ώστε αντί 12 οικόπεδα να δημιουργηθούν 8, ενώ τα οικόπεδα του Εναγόμενου μειώνονταν σε εμβαδόν από 760 τ.μ. και 790 τ.μ. σε 649 τ.μ. και 765 τ.μ. αντίστοιχα. Ο Εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε προφορικά και με επιστολή του προς την Ενάγουσα ημερ. 6.11.2006, προειδοποιώντας με τερματισμό της Συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής. Η Ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 9.11.2006 αρνήθηκε ότι ο διαχωρισμός ήταν διαφορετικός από εκείνο που συμφωνήθηκε και παράνομα έσπευσε να ανεγείρει διαχωριστικό τοίχο επί του συνόρου όπως διαμορφώθηκε με το νέο σχέδιο διαχωρισμού. Συνεπεία της στάσης της Ενάγουσας ο Εναγόμενος με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 6.12.2006 τερμάτισε τη Συμφωνία και ανακάλεσε το πληρεξούσιο. Είναι η περαιτέρω θέση του Εναγόμενου ότι, ενώ τα πληρεξούσια δεν εξουσιοδοτούσαν την υποβολή πολεοδομικών και οικοδομικών αιτήσεων για οικοδομική ανάπτυξη των οικοπέδων, η Ενάγουσα με δόλιο τρόπο εξαπάτησε τις αρμόδιες αρχές και εξασφάλισε αρκετές άδειες. Ανταπαιτεί ο Εναγόμενος δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής ημερ. 6.8.2004, έχει νομότυπα τερματιστεί από τον ίδιο λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της Ενάγουσας. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, που καταχωρίστηκε 19 μήνες μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δικογραφείται ότι κατά την εξέταση της αίτησης διαχωρισμού η Πολεοδομία απαίτησε την εγκατάσταση στο κτήμα υποσταθμού της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Αναφέρεται ότι στο στάδιο εκείνο, χωρίς να αναφέρεται χρονικά πότε, ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι τα οικόπεδα του ήταν μικρότερα και, παρά την προθυμία της Ενάγουσας να επαναφέρει τα οικόπεδα του στο αρχικό τους εμβαδόν, προέβαλε εξωφρενικές απαιτήσεις, με την Ενάγουσα υπό το βάρος των περιστάσεων «.να παραχωρήσει στον εναγόμενο το 1/6 μερίδιο του γεωργικού χωραφιού, το οποίο βάσει της συμφωνίας ημερ. 6.8.2004 ανήκε στην ενάγουσα, καθώς επίσης και 136 τ.μ. επιπρόσθετα από το γεωργικό χωράφι, τα οποία αντιστοιχούσαν στα 136 τ.μ. μείωσης του εμβαδού των δύο οικοπέδων του εναγόμενου. Η εν λόγω διευθέτηση έγινε υπό τον όρο και την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος θα υπέγραφε τη σχετική συμφωνία στην Αρχή Ηλεκτρισμού για την εγκατάσταση του υποσταθμού καθώς και επιπρόσθετη συμφωνία με τους καινούργιους και / ή τροποποιημένους όρους.» Β. Η τροποποίηση του σχεδίου διαχωρισμού
  3. Η μαρτυρία του διευθυντή της Ενάγουσας Γ.Μαρίνου. Ο Γεώργιος Μαρίνου (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας. Μαρτύρησε ο Γ.Μαρίνου ότι η αίτηση διαχωρισμού ΛΑΡ/747/2004 (Τεκμ.10) είχε κατατεθεί την 30.4.2004 από τον Εναγόμενο και τους τότε συνιδιοκτήτες συγγενείς του, από τους οποίους (τους τελευταίους) η Ενάγουσα είχε αγοράσει τα μερίδια τους στο κτήμα την 6.8.
  4. Υποστήριξε πως κατά τις επαφές με την Πολεοδομία για την προώθηση της αίτησης υποδείχθηκε από την Αρχή ότι για να γίνει αποδεχτός ο διαχωρισμός ήταν αναγκαίο να ενοποιηθούν 4 από τα 12 οικόπεδα και να κατασκευαστεί εσωτερικός δρόμος σε μέρος του ακινήτου. Η Ενάγουσα δεν είχε άλλη διέξοδο και αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη θέση της Πολεοδομίας. Οι απαιτούμενες διαφοροποιήσεις δεν επηρέαζαν, όπως παραδέχθηκε, τα οικόπεδα που αναλογούσαν στον Εναγόμενο, γι΄ αυτό και δεν ειδοποιήθηκε από την Ενάγουσα. Ότι οι διαφοροποιήσεις δεν επηρέαζαν τα οικόπεδα του Εναγόμενου δικογραφείται και στην παραγρ.3 (γ) της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Η Ενάγουσα ανέθεσε σε τοπογράφο την εκπόνηση νέων σχεδίων τα οποία εγκρίθηκαν από την Πολεοδομία και εκδόθηκε στις 28.2.2005 Πολεοδομική Άδεια Διαίρεσης. Σύμφωνα με τον Γ.Μαρίνου, ο τοπογράφος αγνοώντας ότι κάποια οικόπεδα δεν ανήκαν στην Ενάγουσα και την ύπαρξη της συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής, εκπόνησε τα νέα σχέδια όπως καλύτερα νόμιζε, με αποτέλεσμα τα δύο οικόπεδα του Εναγόμενου να είναι μικρότερα κατά 134 τ.μ. περίπου στο σύνολο.
  5. Η μαρτυρία από το Τμήμα Πολεοδομίας Ο Χρυσόστομος Παπαβαρνάβας (Μ.Ε.5) είναι τεχνικός μηχανικός στο Τμήμα Πολεοδομίας - Επαρχιακό Γραφείο Λάρνακας και ασχολείται με ζητήματα χορήγησης οικοδομικών αδειών. Η αίτηση με αρ. ΛΑΡ/747/2004 (Τεκμ.10) στην Πολεοδομική Αρχή για πολεοδομική άδεια για διαίρεση γης σε οικόπεδα καταχωρίστηκε την 30.4.
  6. Η καταχώρηση έγινε από τους τότε συνιδιοκτήτες μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος. Υπενθυμίζεται ότι η Ενάγουσα αγόρασε τα μερίδια των συνιδιοκτητών πλην του Εναγόμενου μεταγενέστερα, στις 6.8.
  7. Το σχέδιο διαίρεσης σε οικόπεδα που καταχωρίστηκε με την αίτηση, ήταν το ίδιο με το σχέδιο στη βάση του οποίου είχε το 1999 χορηγηθεί πολεοδομική έγκριση για τη διαίρεση του κτήματος (Τεκμ.13), που εξέπνευσε χωρίς να υλοποιηθεί και δεν μπορούσε να ανανεωθεί αφού στο μεταξύ υπήρξαν αλλαγές στο νομικό πλαίσιο. Έτσι εξηγείται η μη συμμόρφωση με το ισχύον νομικό πλαίσιο που είχε ως αποτέλεσμα το σχέδιο να μην είναι αποδεχτό από την Πολεοδομία. Η αλλαγή είχε γίνει τον Μάρτιο του 2003 όταν τροποποιήθηκαν τα τοπικά σχέδια (Τεκμ.26) και απαιτείτο πλέον η παραχώρηση χώρου 2% για κοινοτικό εξοπλισμό. Στην αίτηση και στο σχέδιο που καταχωρίστηκαν την 30.4.2004 δεν γινόταν πρόνοια για την παραχώρηση χώρου κοινοτικού εξοπλισμού, γι΄ αυτό και η Πολεοδομία με επιστολή της ημερ. 14.1.2005 (Τεκμ.14) αναφερόμενη στο ζήτημα και προβαίνοντας σε σειρά άλλων παρατηρήσεων, σημείωνε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί άδεια στη βάση του σχεδίου που είχε υποβληθεί. Με την επιστολή επισυνάπτεται σχέδιο για άρση των προβλημάτων. Η επιστολή αναφέρει ως διεύθυνση που αποστάληκε την οδό Καλογραιών αρ. 6, κατ.1 στη Λάρνακα, όπου εδρεύει η Ενάγουσα. Διευκρίνισε ο Παπαβαρνάβας ότι δεν είναι η Πολεοδομία που πρότεινε να μειωθεί ο αριθμός των οικοπέδων από 12 σε
  8. Αυτό επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο (σελ.3, παραγρ.(στ)) της επιστολής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ημερ. 17.1.2008 προς την Ενάγουσα (Τεκμ.5). Ούτε υπέδειξε από ποιο ή ποια οικόπεδα θα έπρεπε να αφαιρεθεί εμβαδόν ώστε να παραχωρηθεί ως χώρος κοινοτικού εξοπλισμού. Εφόσον ακολούθησε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Πολεοδομίας, χορηγήθηκε πολεοδομική άδεια στις 28.2.2005 (Τεκμ.17). Την χορηγηθείσα πολεοδομική άδεια συνοδεύει σχέδιο (Τεκμ.18). Ο χώρος για κοινοτικό εξοπλισμό είναι με χρώμα γαλάζιο και δεν γειτνιάζει των οικοπέδων του Εναγόμενου. Η Ευδοκία Σπύρου (Μ.Ε.6) εκτελεί χρέη Βοηθού Επαρχιακού Επόπτη στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, που είναι η αρμόδια αρχή για την έκδοση άδειας διαίρεσης γης, που ακολουθεί την έκδοση πολεοδομικής άδειας. Η σχετική αίτηση (Τεκμ.22) καταχωρίστηκε και εκ μέρους του Εναγόμενου στη βάση του πληρεξουσίου. Στο πληρεξούσιο, όπως σήμερα ευρίσκεται στο σχετικό φάκελο, δεν επισυνάπτεται οιοδήποτε σχέδιο. Η άδεια διαίρεσης γης εκδόθηκε την 6.12.2005 (Τεκμ.2

(11)και 23). Μετά τη διαπίστωση ότι οι όροι της άδειας εφαρμόστηκαν επί του εδάφους εκδόθηκε την 29.9.2010 πιστοποιητικό έγκρισης (Τεκμ.1
(11), 2
(10)και 24). 3. Η μαρτυρία του Παναγιώτη Μενοίκου Ο Παναγιώτης Μενοίκου (Μ.Ε.7) διπλωματούχος αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός είναι ο επαγγελματίας στον οποίο η Ενάγουσα ανάθεσε την ετοιμασία νέου σχεδίου ώστε να επιτευχθεί η έκδοση πολεοδομικής άδειας. Μαρτύρησε ότι η κατάληξη ήταν το αποτέλεσμα δικών του διαβουλεύσεων με το Τμήμα Πολεοδομίας. Η ενοποίηση τεσσάρων οικοπέδων σε ένα ήταν εισήγηση της Ενάγουσας (Τεκμ.20). Είχε προηγηθεί άλλη εισήγηση της για δημιουργία εννέα οικοπέδων (Τεκμ.19). Εξήγησε ο Μενοίκου ότι ο λόγος που αναπροσάρμοσε τα σύνορα των οικοπέδων του Εναγόμενου (αρχικά οικόπεδα 3 και 4 και στη συνέχεια 2 και 3) και του συνορεύοντος με αυτά (νέο οικόπεδο 4) ήταν ώστε να επιτύχει τέτοια πρόσοψη στο τελευταίο ώστε εφόσον σε αυτό θα ανεγείρονταν δύο κατοικίες, να έχουν τουλάχιστον 6,5 μ. πρόσοψη η καθεμιά. Δεν είχε υπόψη του ότι τα οικόπεδα 2 και 3 ανήκαν σε άλλο ιδιοκτήτη. Ο χώρος που παραχωρήθηκε για κοινοτικό εξοπλισμό ήταν 305 τ.μ. (βλ. Τεκμ.25, παρ.14α), όμως δεν επρόκειτο για χώρο που, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, ήταν ο χώρος κάποιου οικοπέδου (βλ. σχέδιο στο Τεκμ.10). Σύμφωνα με έγγραφο των αρχιτεκτόνων Ι. & Α.Φιλίππου, ημερ. 19.5.1999, που επισυνάπτεται στη Συμφωνία διαχωρισμού και που χρησιμοποιεί και ο Μενοίκου (Παράρτημα 15), το συνολικό εμβαδόν των οικοπέδων που ελάμβανε η Ενάγουσα ήταν 7735 τ.μ.. Σύμφωνα με τον Μενοίκου, με την εκδοθείσα άδεια αυτά περιορίζονται σε 7712 τ.μ.. Καθ΄ όσον αφορά τον Εναγόμενο που θα ελάμβανε 1550 τ.μ., έλαβε 1426 τ.μ. . Όπως εξήγησε ο Μενοίκου με το αρχικό σχέδιο, που δεν μπορούσε να εγκριθεί, το εμβαδόν όλων των οικοπέδων ήταν 9285 τ.μ. ενώ με την εκδοθείσα άδεια μειώθηκε σε 9161 τ.μ. από τα οποία 33 τ.μ. αφορούσαν στον υποσταθμό της ΑΗΚ. Με τη λογική ότι οι συνιδιοκτήτες θα επωμίζονταν τη μείωση του οικοπεδοποιήσιμου χώρου αναλογικά, ο Εναγόμενος θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Μενοίκου, να είχε λάβει 1527 τ.μ. δηλαδή 111 τ.μ. περισσότερα από το σημερινό εμβαδόν των οικοπέδων του. Διαπιστώνεται από αντιπαραβολή των παλαιών με τα νέα σχέδια ότι και ο υποσταθμός της ΑΗΚ ανεγέρθηκε σε χώρο που δεν ήταν χώρος οικοπέδου σύμφωνα με τα παλαιά σχέδια, παρά το ότι ο Μενοίκου καταγράφει ότι ο υποσταθμός κατέχει 33 τ.μ. του οικοπεδοποιήσιμου χώρου. Η Ενάγουσα παρουσίασε την εικόνα ότι είχε προβεί σε υποχώρηση αποδεχόμενη ο υποσταθμός να ανεγερθεί σε χώρο που της αναλογούσε, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, προκύπτει να αποκόμισε από την πώληση του χώρου οικονομικό όφελος Λ.Κ.2.500 (βλ. Τεκμ.4) χωρίς να έχει αναφερθεί να έχει αποδώσει οποιοδήποτε μέρος στον Εναγόμενο. Το ζήτημα με το δρόμο που ήταν σχεδιασμένος στο γεωργικό χωράφι και που η Πολεοδομία δεν αποδεχόταν, δεν επηρέαζε καθόλου τον υπόλοιπο σχεδιασμό. Απλά θα έπρεπε να διαγραφεί από τα σχέδια. Γ. Πότε περιήλθε στη γνώση του Εναγόμενου ότι τα οικόπεδα του ήταν μικρότερα Κατά τη δίκη υπήρξε έντονη αντιπαράθεση αναφορικά με το χρόνο που περιήλθε στη γνώση του Εναγόμενου το γεγονός. Η Γνωστοποίηση Χορηγήσεως Πολεοδομικής Άδειας για το διαχωρισμό (Τεκμ.2
(9)) δεν φαίνεται να κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο. Αναφέρεται σε αυτήν ως αιτητής «Marinakis Developers Ltd και άλλος» και καταγράφεται η διεύθυνση Καλογραιών 7, κατ.1, 6016 Λάρνακα, που είναι η διεύθυνση της Ενάγουσας. Υποβλήθηκε στον Θεόδωρο Μαρίνου (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.2) αδελφό του Γ.Μαρίνου και έτερο διοικητικό σύμβουλο της Ενάγουσας, ότι η Ενάγουσα δεν την κοινοποίησε στον Εναγόμενο για να απαντήσει ότι δεν θυμάται. Οι Γ. και Θ.Μαρίνου φέρουν τον Εναγόμενο να γνωρίζει το γεγονός από τον Μάιο του
  1. Αυτή η ισχυριζόμενη θέση επιβεβαιώνει ότι η Γνωστοποίηση Χορηγήσεως Πολεοδομικής Άδειας για το διαχωρισμό δεν κοινοποιήθηκε από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο. Διατείνεται ο Γ. Μαρίνου ότι ο Εναγόμενος ειδοποιήθηκε τόσο από την Ενάγουσα όσο και από την ΑΗΚ για να υπογράψει τη σχετική σύμβαση παραχώρησης του χώρου και επισκεπτόμενος τα γραφεία της ΑΗΚ τον Μάιο του 2006 για να υπογράψει, αντιλήφθηκε ότι το εμβαδόν των οικοπέδων του ήταν μικρότερο σε σχέση με τα αρχικά σχέδια και αρνήθηκε να υπογράψει. Σύμφωνα πάντα με τον Γ.Μαρίνου, ο Εναγόμενος επικοινώνησε μαζί του και ήταν έντονος ότι τον ξεγέλασαν. Ο Γ.Μαρίνου εξήγησε ότι επρόκειτο περί καλόπιστου λάθους το οποίο μπορούσε να διορθωθεί εύκολα αφού δεν είχε προχωρήσει η οικιστική ανάπτυξη στο σημείο και θα μπορούσαν να αναπροσαρμοστούν τα σύνορα ώστε να επανέλθει το εμβαδόν των οικοπέδων του Εναγόμενου όπως αρχικά προβλεπόταν. Παρουσιάζει τον Εναγόμενο να είναι αδιάλλακτος, να απαιτεί επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής και εκβιαστικά να ζητεί την παραχώρηση του 1/6 του γεωργικού χωραφιού για το οποίο, όπως είχε αναφέρει, είχε πληροφορίες ότι σύντομα θα εντασσόταν στην οικιστική ζώνη. Είναι η θέση του Γ.Μαρίνου ότι, παρά το ότι η απαίτηση του Εναγόμενου ήταν παράλογη και άδικη, η Ενάγουσα, που είχε προχωρήσει την οικιστική ανάπτυξη των οικοπέδων της, πιεζόμενη για να ηλεκτροδοτηθούν, ενέδωσε στον εκβιασμό του Εναγόμενου συμφωνώντας να του παραχωρήσει περαιτέρω έκταση ώστε όταν το γεωργικό χωράφι εντασσόταν στην οικιστική ζώνη ο Εναγόμενος να αποκτήσει ακόμα ένα οικόπεδο. Μετά τη συμφωνία, και εν αναμονή της υπογραφής των σχετικών εγγράφων, που θα ετοίμαζε δικηγόρος του Εναγόμενου, η Ενάγουσα συνέχισε τις οικοδομικές εργασίες στα οικόπεδα της και μάλιστα στις 11.9.2006 προχώρησε στην πώληση του οικοπέδου που συνόρευε με τα οικόπεδα του Εναγόμενου. Ο Θ.Μαρίνου μαρτύρησε ότι τον Μάιο του 2006 πληροφορήθηκε από την ΑΗΚ ότι απαιτείτο η υπογραφή όλων των συνιδιοκτητών για να προχωρήσουν οι διαδικασίες ανέγερσης υποσταθμού της ΑΗΚ και ηλεκτροδότησης των οικοπέδων. Διατείνεται ότι ο ίδιος τηλεφωνικά ειδοποίησε σχετικά τον Εναγόμενο για να μεταβεί στα γραφεία της ΑΗΚ και να υπογράψει. Αφότου ο Εναγόμενος μετέβηκε στα γραφεία της ΑΗΚ διαπίστωσε ότι τα οικόπεδα του ήταν μικρότερα και τηλεφώνησε στον Γ.Μαρίνου και του ανέφερε πως δεν θα υπόγραφε γιατί η Ενάγουσα είχε «σπάσει» τη Συμφωνία τους. Η ουσία των όσων υποστήριξαν οι Γ. και Θ.Μαρίνου είναι ότι τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου του 2006 οι διάδικοι επίλυσαν τη διαφορά τους με συμφωνία στην οποία κατέληξαν, από την οποία ο Εναγόμενος υπαναχώρησε στις 5.11.2006 και ενώ στο ενδιάμεσο η Ενάγουσα είχε προχωρήσει τις οικοδομικές εργασίες ανάπτυξης των ακινήτων και μάλιστα στις 11.9.2006 πώλησε, όπως προειπώθηκε, το οικόπεδο που συνόρευε με τα οικόπεδα του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.28) υποστήριξε ότι το γεγονός περιέπεσε σε γνώση του τον Οκτώβριο του 2006 και όχι νωρίτερα. Αναφορικά με το ζήτημα του υποσταθμού της ΑΗΚ πληροφορήθηκε στις 2.10.2006 όταν παρέλαβε αντίγραφο σχετικής συμφωνίας ημερ. 26.9.2006 που του είχε αποσταλεί. Στη συνέχεια παρέλαβε επιστολή ημερ. 9.10.2006 από την ΑΗΚ. Τότε επισκέφθηκε το Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας και Οικήσεως στη Λάρνακα όπου διαπίστωσε τη διαφοροποίηση στο διαχωρισμό των οικοπέδων και ότι τα δικά του οικόπεδα ήταν μικρότερα κατά 111 τ.μ. το ένα και 25 τ.μ. το άλλο. Διαμαρτυρήθηκε προς τον Γ.Μαρίνου, ο οποίος του ανέφερε ότι χρειάζονταν οικόπεδο με μεγαλύτερη πρόσοψη για τα δύο σπίτια που θα έκτιζαν, αναφερόμενος στο οικόπεδο που συνορεύει με τα οικόπεδα του Εναγόμενου. Είναι σε αυτό το χρονικό στάδιο που ηγέρθηκε ζήτημα παραχώρησης σε αυτόν του 1/6 του γεωργικού χωραφιού. Δεν επρόκειτο για δική του εισήγηση αλλά πρόταση της Ενάγουσας που του παρέστησε μέσω του Γ.Μαρίνου ότι το γεωργικό χωράφι είχε ενταχθεί στην οικιστική ζώνη. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι επιφυλάχτηκε να απαντήσει, διαπίστωσε όμως ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και πληροφόρησε τον Γ.Μαρίνου ότι δεν ενδιαφερόταν και θα έπρεπε άμεσα να γίνει αναπροσαρμογή του διαχωρισμού ώστε να λάβει το εμβαδόν που εδικαιούτο. Ακολούθησε η επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 6.11.
  2. Ο Εναγόμενος επικαλέστηκε στη μαρτυρία του ότι τον Οκτώβριο του 2006 επισκέφθηκε τον Μενοίκου για να ρωτήσει κατά πόσο ήταν δυνατό να αλλάξουν τα σύνορα των οικοπέδων ώστε να πάρει τα εμβαδά που εδικαιούτο. Εάν πραγματοποιήθηκε τέτοια επίσκεψη αυτό θα ενίσχυε την εκδοχή του Εναγόμενου αναφορικά με τον χρόνο που περιέπεσε στην αντίληψη του ότι τα οικόπεδα του ήταν πιο μικρά. Υποβλήθηκε στον Μενοίκου ότι τον επισκέφθηκε ο Εναγόμενος. Ο Μενοίκου απάντησε πως δεν θυμόταν επίσκεψη του Εναγόμενου αλλά δεν μπορούσε να την αποκλείσει θετικά. Τον Μενοίκου επικαλέστηκε όμως και ο Γ.Μαρίνου (παραγρ.11 της γραπτής του δήλωσης), τοποθετώντας την επαφή μαζί του τον Μάϊο του
  3. Κατά την κύρια εξέταση του Μενοίκου δεν του ζητήθηκε να επιβεβαιώσει τέτοια επαφή του Γ.Μαρίνου μαζί του. ΄Ο,τι ανάφερε ο Μενοίκου αντεξεταζόμενος είναι πως ενημερώθηκε για την ύπαρξη προβλήματος στο διαχωρισμό από τον «κύριο Μαρινάκη» στο στάδιο που είχε πρόβλημα και δεν μπορούσε να πάρει τίτλους. Όπως έχει παρουσιαστεί η υπόθεση της Ενάγουσας με τη μαρτυρία των αδελφών Μαρίνου, έχει ως αιχμή του δόρατος ή ίσως καλύτερα ως ασπίδα την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο του Αυγούστου - Σεπτεμβρίου του
  4. Όταν ο Εναγόμενος με την επιστολή του ημερ. 6.11.2006 (Τεκμ. 1
(5)), κάλεσε την Ενάγουσα να προχωρήσει στην υποβολή σχεδίων διαχωρισμού με βάση τη Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής προειδοποιώντας για τερματισμό, η Ενάγουσα απάντησε με επιστολή των τότε δικηγόρων της, ημερ. 9.11.2006 (Τεκμ. 1
(6)). Στην επιστολή αυτή δεν γίνεται επίκληση της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας. Αντίθετα, φαίνεται να προβάλλεται εκ μέρους της Ενάγουσας η θέση ότι τα σχέδια διαχωρισμού ήταν ακριβώς όπως τα αρχικά. Σημειωνόταν πως αν υπήρχε διαφορά αυτή ήταν αδύνατο να αποφευχθεί και ότι η Ενάγουσα ήταν διατεθειμένη να αποζημιώσει για τη διαφορά αυτή. Όταν στη συνέχεια ο Εναγόμενος με επιστολή των τότε δικηγόρων του ημερ. 6.12.2006 (Τεκμ. 1
(7)και 2
(4)), τερμάτισε τη Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής και απόσυρε το πληρεξούσιο, η Ενάγουσα απάντησε πάλιν με επιστολή των τότε δικηγόρων της ημερ. 7.12.2006 (Τεκμ. 1
(8)και 2
(13)). Αναφέρεται στη ρηθείσα επιστολή ότι ο τερματισμός δεν γινόταν δεκτός, αλλά και πάλιν, δεν γίνεται επίκληση της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας. Και εδώ έχει μεγαλύτερη σημασία ενόψει του γεγονότος ότι στην επιστολή τερματισμού ο Εναγόμενος αναφερόταν στα, κατά τη θέση του, προηγηθέντα γεγονότα θέτοντας ρητά τη θέση του ότι περί τον Σεπτέμβριο του 2006 είχε πληροφορηθεί για τη διαφοροποίηση των σχεδίων και ότι με συνεχείς οχλήσεις του προς την Ενάγουσα ζητούσε την τροποποίηση τους ώστε το εμβαδόν των οικοπέδων του να επανέλθει όπως είχε συμφωνηθεί. Ο Γ.Μαρίνου μαρτύρησε πως δεν γνωρίζει γιατί οι τότε δικηγόροι τους είχαν απαντήσει με τον τρόπο που απάντησαν, αφού, από πλευράς της Ενάγουσας οι δικηγόροι είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν για την προφορική συμφωνία. Ο Εναγόμενος καταχώρησε στις 20.12.2006 την αγωγή 3355/2006 Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον της Ενάγουσας (ολόκληρος ο δικογραφικός φάκελος παρουσιάστηκε - Τεκμ.27). Αυθημερόν με την καταχώρηση της αγωγής καταχωρίστηκε αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες στην οποία η Ενάγουσα κατεχώρησε την 5.1.2007 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του Θ.Μαρίνου ιδίας ημερομηνίας. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι ο Εναγόμενος είχε προτείνει να του παραχωρηθεί το 1/6 από το γεωργικό χωράφι σε αντάλλαγμα για το εμβαδόν που απώλεσε στα οικόπεδα του και ότι η Ενάγουσα αποδέχτηκε με τον Εναγόμενο να υπαναχωρεί στη συνέχεια. Επομένως, είτε γιατί ήταν η αλήθεια είτε γιατί το σενάριο είχε ήδη επινοηθεί, είχε από 5.1.2007 προβληθεί. Ο Θ.Μαρίνου υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος ζήτησε το 1/6 του γεωργικού χωραφιού γιατί είχε ακούσει ότι θα εντασσόταν στην οικιστική ζώνη. Ο Γ.Μαρίνου ανέφερε ότι ο Εναγόμενος είχε πληροφορίες για την αλλαγή στη ζώνη. Στην ένορκη δήλωση του Θ.Μαρίνου, ημερ. 5.1.2007, αναφερόταν στην παραγρ.15 ότι ο Εναγόμενος πρότεινε να του παραχωρήσουν το 1/6 από το γεωργικό χωράφι «...διότι προφανώς είχε τότε πληροφορίες ότι αυτό το γεωργικό μερίδιο θα εσυμπεριλαμβάνετο στις νέες πολεοδομικές ζώνες, κάτι που θα του έδινε πολύ μεγαλύτερη αξία.». Η θέση δεν είναι ακριβώς η ίδια με την προβληθείσα στην παρούσα αγωγή. Γεγονός παραμένει ότι το ζήτημα δεν εγείρεται με την Έκθεση Απαίτησης παρά το γεγονός ότι αυτή καταχωρίστηκε στις 28.2.2008. Επίκληση συναφών γεγονότων γίνεται, όπως προειπώθηκε, στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση (παράγρ. 3(δ)). Είναι ωστόσο αμφίβολο κατά πόσο δικογραφείται η ύπαρξη δεσμευτικής συμφωνίας ή συμφωνίας υπό αίρεση που δεν εφαρμόστηκε. Δ. Ο υποσταθμός της ΑΗΚ Κατά την εξέταση της Άδειας Διαχωρισμού η ΑΗΚ απαίτησε την κατασκευή και εγκατάσταση υποσταθμού στο κτήμα (βλ. Τεκμ.16). Η Ενάγουσα, όπως μαρτυρήθηκε εκ μέρους της, αποδέχτηκε αυτός να κατασκευαστεί σε δικό της οικόπεδο. Η ΑΗΚ με επιστολή της, ημερ. 1.3.2006 (Τεκμ. 1
(4)), ειδοποίησε την Ενάγουσα ότι θα έπρεπε να υπογράψει για την παραχώρηση στην Αρχή του χώρου όπου θα ανεγείρετο ο υποσταθμός. Κανονικά θα έπρεπε να είχε ζητηθεί και η υπογραφή του Εναγόμενου ως συνιδιοκτήτη. Η επιστολή της ΑΗΚ ημερ. 1.3.2006 (Τεκμ.1
(4)) απευθύνεται μόνο προς την Ενάγουσα. Δεν απευθύνεται προς τον Εναγόμενο. Εάν αυτή ήταν η μόνη επιστολή που απέστειλε σχετικά η ΑΗΚ, δηλαδή δεν υπάρχει αντίστοιχη επιστολή προς τον Εναγόμενο, αυτό θα σημαίνει πως η ΑΗΚ δεν ειδοποίησε τον Εναγόμενο. Μαρτυρία για αντίστοιχη επιστολή προς τον Εναγόμενο δεν προσφέρθηκε, ούτε και κλήθηκε οιοσδήποτε μάρτυρας εκ μέρους της ΑΗΚ για να διαφωτίσει σχετικά. Διερχόμενος το περιεχόμενο της επιστολής θα έλεγα ότι εάν η ΑΗΚ είχε υπόψη ότι όφειλε να απευθυνθεί και προς τον Εναγόμενο το πιο πιθανό είναι ότι θα το έκανε απευθύνοντας του την ίδια επιστολή, δηλαδή θα απεύθυνε μια επιστολή και προς τους δύο συνιδιοκτήτες απαιτώντας τις ενέργειες που αναφέρονται από αυτούς από κοινού. Δεν ήταν ζήτημα για το οποίο θα αναμενόταν να ζητήσει ξεχωριστές ενέργειες από τον καθένα. Η ΑΗΚ απέστειλε σχετική επιστολή προς τον Εναγόμενο ημερ. 9.10.2006 (Τεκμ.30). Η επιστολή δεν αναφέρει πως είναι σε συνέχεια προγενέστερης επιστολής προς τον Εναγόμενο. Αντίθετα, το ύφος της επιστολής συνηγορεί υπέρ του ότι ήταν η πρώτη επιστολή που απευθύνθηκε από την ΑΗΚ προς τον Εναγόμενο για το ζήτημα. Δεν γίνεται αναφορά σε τυχόν άρνηση ή καθυστέρηση του Εναγόμενου να υπογράψει, αντίθετα, επεξηγείται στον Εναγόμενο γιατί η ΑΗΚ απευθύνεται προς αυτόν και του προτείνεται μια συγκεκριμένη διευθέτηση. Η ΑΗΚ απέστειλε και άλλη επιστολή προς τον Εναγόμενο ημερ. 6.11.2006 (Τεκμ.4) πληροφορώντας τον ότι είχε προχωρήσει στην υπογραφή συμφωνίας μόνο με την Ενάγουσα, υλοποιώντας τη διευθέτηση που του είχε προτείνει με την προηγούμενη επιστολή της. Γίνεται επίκληση, υπό μορφή μομφής κατά του Εναγόμενου, της μη έγκαιρης ανταπόκρισης του στην επιστολή ημερ. 9.10.
  1. Εάν ο Εναγόμενος είχε ειδοποιηθεί από την ΑΗΚ ενωρίτερα και μάλιστα από την 1.3.2006 και είχε παραλείψει να ανταποκριθεί, θα αναμενόταν ότι το γεγονός θα επισημαίνετο στην τελευταία επιστολή για να τονιστεί το χρονικό εύρος της ασυνέπειας του. Έχει αποκαλυφθεί από την υπεράσπιση και παρουσιάστηκε έγγραφο τιτλοφορούμενο «Συμφωνία Αγοράς Χώρου με Κτίριο Υποσταθμού» ημερ. 26.9.2006 μεταξύ αφενός του Εναγόμενου και της Ενάγουσας και αφετέρου της ΑΗΚ (Τεκμ.3). Η συμφωνία είναι υπογραμμένη, μόνο που για τον Εναγόμενο υπογράφει το ίδιο πρόσωπο το οποίο υπόγραψε τη συμφωνία εκ μέρους της Ενάγουσας. Η υπογραφή είναι του Θ.Μαρίνου, του οποίου ο αριθμός ταυτότητας σημειώνεται και που το αποδέχτηκε στη μαρτυρία του. Η ΑΗΚ για να προσυπογράψει τη συμφωνία αναμφίβολα θεωρούσε ότι αυτή ήταν έγκυρη και δεσμευτική για τους αντισυμβαλλόμενους, στη βάση ότι ο θ.Μαρίνου με την υπογραφή του, και προφανώς στη βάση του πληρεξουσίου που κατείχε, θα μπορούσε να υπογράψει τη συμφωνία εκ μέρους του Εναγόμενου. Ετσι εξηγείται γιατί η ΑΗΚ δεν είχε αναζητήσει μέχρι τότε τον Εναγόμενο. Είναι πρόδηλο πως μέχρι και την 31.10.2006, που για το ίδιο ζήτημα του συγκεκριμένου υποσταθμού υπογράφηκε νέα συμφωνία μεταξύ της ΑΗΚ και της Ενάγουσας μόνο, κάτι συνέβηκε ώστε η ΑΗΚ να αντιληφθεί ότι η συμφωνία ημερ. 26.9.2006 είχε πρόβλημα. Η ΑΗΚ αντελήφθηκε το πρόβλημα πριν τις 9.10.2006 γι΄ αυτό και απεύθυνε την προαναφερθείσα επιστολή ημερ. 9.10.2006 προς τον Εναγόμενο. Όπως μαρτύρησε ο Εναγόμενος η συμφωνία ημερ. 26.9.2006 του κοινοποιήθηκε από την Ενάγουσα στις 2.10.
  2. Ενδεχομένως είναι οι αντιδράσεις του Εναγόμενου που οδήγησαν την ΑΗΚ να του αποστείλει την επιστολή ημερ. 9.10.
  3. Ενώ η Ενάγουσα πώλησε το οικόπεδο που συνορεύει με τα οικόπεδα του Εναγόμενου την 11.9.2006, όπως θα δούμε πιο κάτω, το αγοραπωλητήριο έγγραφο καταχωρίστηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης την 1.11.
  4. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η κατάθεση έγινε την επομένη που η Ενάγουσα προσυπόγραψε με την ΑΗΚ τη συμφωνία αναφορικά με τον υποσταθμό. Ενδεχομένως, η Ενάγουσα αφού διευθέτησε το ζήτημα του υποσταθμού χωρίς τη συνδρομή του Εναγόμενου διευθέτησε και για την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου την επόμενη ημέρα. Τα γεγονότα πρέπει να εκτιμηθούν σε συνάρτηση με την ανέγερση από την Ενάγουσα διαχωριστικού τοίχου επί του νέου συνόρου των οικοπέδων του Εναγόμενου προτού εξασφαλιστεί άδεια. Καθίσταται πρόδηλο ότι μετά τη διευθέτηση του ζητήματος του υποσταθμού της ΑΗΚ και όταν πλέον η Ενάγουσα αισθανόταν ότι δεν χρειαζόταν τη συνδρομή του Εναγόμενου επροχώρησε στη δημιουργία, κατά την αντίληψη της, τετελεσμένων. Όπως μαρτύρησε ο Εναγόμενος χωρίς να έχει προς τούτο αμφισβητηθεί, αρχές Δεκεμβρίου 2006 επισκεπτόμενος το κτήμα, διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα είχε αρχίσει να ανεγείρει διαχωριστικό τοίχο στο νέο σύνορο των οικοπέδων του για να δημιουργήσει τετελεσμένα. Ακολούθησε λογομαχία με τον Γ.Μαρίνου. Ο τοίχος είχε ανεγερθεί χωρίς άδεια. Η σχετική άδεια που ανακλήθηκε την 3.4.2009 είχε εξασφαλιστεί το 2007 με αίτηση της Ενάγουσας που υποβλήθηκε την 21.12.
  5. Ε. Η ανάπτυξη των οικοπέδων από την Ενάγουσα και η εμπλοκή τρίτων προσώπων Κατατέθηκε από τον υπάλληλο του Κτηματολογίου Γεώργιο Σπετσιώτη (Μ.Ε.3), Εκθεση Λεπτομερειών του Κτήματος (Τεκμ.6) όπου εμφαίνεται ότι έχουν κατά καιρούς καταχωριστεί 19 αγοραπωλητήρια έγγραφα, όλα με πωλητή την Ενάγουσα. Το αγοραπωλητήριο που αφορά το οικόπεδο που συνορεύει με τα οικόπεδα του Εναγόμενου, με αγοράστρια κάποια Αντιγόνη Γεωργίου, καταχωρίστηκε την 1.11.2006 (ΠΩΕ 2661/2006). Όπως εξήγησε ο Σπετσιώτης το Κτηματολόγιο αποδεχόταν την κατάθεση των αγοραπωλητηρίων στη βάση της Συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής που συνόδευε το πρώτο χρονικά αγοραπωλητήριο που κατατέθηκε. Σύμφωνα με την πρακτική, ο αρμόδιος υπάλληλος θα πρέπει να έλεγξε ότι υφίστατο συμφωνία διανομής και ότι το οικόπεδο αναφορικά με το οποίο καταχωρείτο αγοραπωλητήριο ανήκε, σύμφωνα με τη συμφωνία διανομής, στην Ενάγουσα πωλήτρια. Ο αρμόδιος υπάλληλος δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει κατά πόσο τα τ.μ. του οικοπέδου που αφορούσε η κατάθεση ήταν σύμφωνα με τη συμφωνία διανομής αφού δεν είχε ενώπιον του άλλα στοιχεία όπως την άδεια διαίρεσης. Σημασία θα είχε εάν το Κτηματολόγιο είχε αποδεχτεί τις καταθέσεις των συμβολαίων γιατί αυτά προσυπογράφονταν από όλους τους συνιδιοκτήτες του κτήματος. Σε τέτοια περίπτωση, ο Εναγόμενος θα εμποδιζόταν από του να εμμένει σε θεραπεία η οποία θα καταστρατηγούσε το δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης για το οποίο είχε με την υπογραφή του συναινέσει. Όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Στ. Παρανομίες - παρατυπίες που ακολούθησαν Η θέση που υποστήριξε ο Γ.Μαρίνου ότι η Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής προνοούσε ότι το πληρεξούσιο που θα υπόγραφε ο Εναγόμενος θα περιελάμβανε εξουσιοδότηση για υποβολή των αναγκαίων αιτήσεων για την ανάπτυξη των οικοπέδων, δηλαδή την ανέγερση σε αυτά οικοδομών, είναι λανθασμένη. Ο όρος 4 της Συμφωνίας που αναφέρεται στο πληρεξούσιο έγγραφο περιγράφει τους σκοπούς του πληρεξουσίου που ήταν για να μπορεί η Ενάγουσα να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο για να καταστεί δυνατή η κατασκευή όλων των οικοπέδων. Επρόκειτο για μονομερή υποχρέωση του Εναγόμενου, αφού η ευθύνη κατασκευής των οικοπέδων είχε αναληφθεί από την Ενάγουσα. Αναφορικά με τη δυνατότητα πώλησης ή ανάπτυξης των οικοπέδων των διαδίκων σχετικός είναι ο όρος 7 που προνοούσε και έθετε υποχρέωση και στους δύο διαδίκους να υπογράφουν κάθε σχετικό έγγραφο για την υλοποίηση πώλησης ή ανάπτυξης οικοπέδου του άλλου. Επομένως, η θέση ότι εκ παραδρομής το Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο δεν περιελάμβανε εξουσιοδότηση για υποβολή των αναγκαίων αιτήσεων για την ανάπτυξη των οικοπέδων είναι λανθασμένη. Δεν περιελάμβανε τέτοια εξουσιοδότηση γιατί οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, είχαν ρητά συμφωνήσει κάτι το διαφορετικό. Ότι δηλαδή, σε τέτοια περίπτωση, ο ένας να υποχρεούται να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο προς τον άλλο. Ο Εναγόμενος δεν υπόγραψε οτιδήποτε αναφορικά με την ανάπτυξη των οικοπέδων της Ενάγουσας, όλες δε οι σχετικές αιτήσεις καταχωρίστηκαν δυνάμει του Ειδικού Πληρεξουσίου Εγγράφου που, όπως προειπώθηκε, δεν κάλυπτε το ζήτημα. Μετά την ανάκληση του πληρεξουσίου, που σε κάθε περίπτωση δεν αφορούσε το ζήτημα της ανάπτυξης των οικοπέδων, η Ενάγουσα κατεχώρησε την 21.12.2006 την αίτηση για πολεοδομική άδεια ΛΑΡ/01543/2006 για ανέγερση δύο κατοικιών στο οικόπεδο που συνόρευε με τα οικόπεδα του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος προσέβαλε την άδεια με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και η Πολεοδομία την 3.4.2009 ανακάλεσε την άδεια θεωρώντας ότι είχε εκδοθεί συνεπεία παραπλανητικών ενεργειών της Ενάγουσας προς το Τμήμα Πολεοδομίας & Οικήσεως (μέρος Τεκμ.2
(7)). Η επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ημερ. 17.1.2008 προς την Ενάγουσα (Τεκμ.5) είναι διαφωτιστική. Η Ενάγουσα καταχώρησε προσφυγή κατά της ανάκλησης που απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος προσέβαλε ακόμα 16 πολεοδομικές άδειες για ανάπτυξη οικοπέδων και όλες ακυρώθηκαν. Η Ενάγουσα καταχώρησε εφέσεις που στη συνέχεια απέσυρε. Ο Έπαρχος Λάρνακας καταχώρησε την ποινική υπόθεση 2281/08 Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον των διαδίκων και των Γ. και Θ.Μαρίνου για παράνομη ανέγερση οικοδομών. Ο Εναγόμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν μετά από ακρόαση. Εκδόθηκαν την 7.9.2009 διατάγματα κατεδάφισης για έξι οικοδομές μεταξύ των οποίων και δύο κατοικιών που ανεγέρθηκαν στο οικόπεδο που γειτνιάζει των οικοπέδων του Εναγόμενου (μέρος Τεκμ. 2
(5)). Η Ενάγουσα καταχώρησε έφεση που απορρίφθηκε. Ζ. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά γεγονότα Η Ενάγουσα αγόρασε την 6.8.2004 τα 5/6 μερίδια του επίδικου κτήματος και κατέστηκε συνιδιοκτήτρια του με τον Εναγόμενο, που ήταν ο ιδιοκτήτης του υπολοίπου 1/6 μεριδίου. Οι συνιδιοκτήτες διάδικοι δεσμεύτηκαν με Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής ιδίας ημερομηνίας σε σχέση με το διαχωρισμό μέρους του κτήματος σε οικόπεδα και τη μεταξύ τους διανομή τους. Η Συμφωνία προέβλεπε ότι ο διαχωρισμός θα γινόταν όπως φαινόταν σε επισυνημμένο σχέδιο διαχωρισμού βάσει του οποίου είχε από 30.4.2004 υποβληθεί η αίτηση διαχωρισμού με αρ. ΛΑΡ/747/204 και το οποίο θα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας. Ο Εναγόμενος θα ελάμβανε τα οικόπεδα με αρ. 3 και
  1. Στη Συμφωνία (πλήρες αντίγραφο της οποίας παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση - Τεκμ.29) επισυνάπτεται μεταξύ άλλων σχέδιο και κατάλογος οικοπέδων όπου σημειώνεται ότι τα οικόπεδα 3 και 4 θα είχαν εμβαδόν 760 και 790 τ.μ. αντίστοιχα. Τα κατασκευαστικά έργα του διαχωρισμού ανέλαβε βάσει της συμφωνίας η Ενάγουσα με δικά της έξοδα, ενώ ο Εναγόμενος συμφώνησε να εξουσιοδοτήσει και εξουσιοδότησε με Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο την Ενάγουσα ώστε η τελευταία να μπορεί να υπογράφει κάθε αναγκαίο έγγραφο για να καταστεί δυνατή η κατασκευή των οικοπέδων. Το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο υπόγραψε ο Εναγόμενος εξουσιοδοτώντας τον Γ.Μαρίνου, διευθυντή της Ενάγουσας και που επισυναπτόταν και αυτό στη συμφωνία, ήταν σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας και τον εξουσιοδοτούσε να υπογράφει εκ μέρους του «...όλα τα απαραίτητα και απαιτούμενα έγγραφα, έντυπα, αιτήσεις, δηλώσεις και να παρίσταται ενώπιον οποιασδήποτε αρχής, τμήματος, κτηματολογίου, συμβουλίου με σκοπό το διαχωρισμό του ακινήτου σε οικόπεδα, όπως φαίνεται στο επισυνημμένο σχεδιάγραμμα». Τον εξουσιοδοτούσε ακόμα «...να υπογράψει κάθε απαραίτητο έγγραφο με σκοπό την έκδοση ξεχωριστών τίτλων των οικοπέδων όπως φαίνονται στο σχεδιάγραμμα ...». Το πληρεξούσιο αντικαταστάθηκε με πανομοιότυπο ημερ. 25.8.2005 προς τον Θ.Μαρίνου, έτερο διευθυντή της Ενάγουσας. Η Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής δεν εμπεριείχε πρόνοια για την περίπτωση κατά την οποία προέκυπτε κώλυμα στην υλοποίηση του συμφωνηθέντος διαχωρισμού και διανομής. Προέκυψε, πράγματι, κώλυμα καθότι η αίτηση διαχωρισμού που αναφερόταν στη συμφωνία των διαδίκων δεν μπορούσε να υλοποιηθεί καθότι δεν τύγχανε της έγκρισης της Πολεοδομικής Αρχής και εκ των υστέρων φαίνεται ότι αυτό ήταν δεδομένο και κατά τον χρόνο της υποβολής της αίτησης και της υπογραφής της Συμφωνίας το 2004, αφού από το Μάρτιο του 2003 το νομοθετικό πλαίσιο είχε αλλάξει. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η αίτηση ΛΑΡ/747/2004 υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο και τους τότε λοιπούς συνιδιοκτήτες. Το γεγονός, και ότι οι λοιποί συνιδιοκτήτες ήταν συγγενικά πρόσωπα του Εναγόμενου, δεν έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Σημασία έχει ότι η Ενάγουσα είναι η διάδοχος αυτών εις τίτλον (βλ. Τεκμ.7) και η όποια δική τους ευθύνη βαραίνει την Ενάγουσα. Ανάλογη βέβαια ήταν και η ευθύνη του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα επέλεξε να «επιλύσει» το ζήτημα που προέκυψε χωρίς συνεννόηση με τον Εναγόμενο και, παρά την ανορθόδοξη επιλογή της, ενδεχομένως να μην εγειρόταν ζήτημα εάν φρόντιζε να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα του Εναγόμενου θα παρέμεναν ανέπαφα. Δεν αποφαίνομαι ότι θα ήταν δίκαιο να επηρεαστούν μόνο τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Το ορθό θα ήταν, ίσως, οι διάδικοι να αναζητήσουν νέα διευθέτηση και νέα συμφωνία για να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις της Πολεοδομικής Αρχής. Εκείνο που σημειώνεται είναι πως η Ενάγουσα δεν δικαιούτο και δεν νομιμοποιείτο με μονομερείς ενέργειες να προσβάλει τα δικαιώματα του Εναγόμενου και να επιβάλει ένα διαχωρισμό άλλο από εκείνο που είχε συμφωνηθεί. Και βέβαια τα όσα ειπώθηκαν από τον Γ.Μαρίνου για υποδείξεις της Πολεοδομικής Αρχής που η Ενάγουσα δεν είχε άλλη διέξοδο και αναγκαστικά αποδέχτηκε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η τροποποίηση των σχεδίων ώστε τα οικόπεδα του Εναγόμενου να καταστούν μικρότερα ήταν επιλογή της Ενάγουσας, που μπορούσε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Αρχής διατηρώντας τα οικόπεδα του Εναγόμενου όπως ακριβώς ήταν βάσει του σχεδίου και με το εμβαδόν που αναφερόταν στον κατάλογο οικοπέδων που επισυναπτόταν στη συμφωνία διαχωρισμού και διανομής. Αυτό έγινε ώστε να αυξηθεί το πρόσωπο του συνορεύοντος οικοπέδου της Ενάγουσας προς ικανοποίηση της προς όφελος της ανάπτυξης του. Ο Γ.Μαρίνου δεν μου έκαμε καθόλου θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Προσπάθησε να παραποιήσει τα γεγονότα και να παρουσιάσει την εικόνα ότι η Ενάγουσα ήταν αμέτοχη ευθυνών και θα έπρεπε να τύχει της συμπάθειας του Δικαστηρίου. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης τον διαψεύδουν. Ευρίσκω ότι τα πληρεξούσια έγγραφα εξουσιοδοτούσαν τους Γ. και Θ. Μαρίνου να αντιπροσωπεύουν και να ενεργούν για λογαριασμό του Εναγόμενου και να υπογράφουν και να παρίστανται εκ μέρους του στην έκταση της προώθησης του σκοπού του διαχωρισμού του κτήματος σύμφωνα με τη Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής και το επισυνημμένο σε αυτή σχέδιο. Οποιαδήποτε ενέργεια εκτός του πιο πάνω πλαισίου δεν ήταν εξουσιοδοτημένη. Επομένως οι Γ. και Θ. Μαρίνου δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι από τον Εναγόμενο να υποβάλουν ομού μετά της Ενάγουσας οποιαδήποτε τροποποίηση της αίτησης διαχωρισμού. Κατά συνέπεια, ο Εναγόμενος δεν δεσμεύεται από τις ενέργειες των πληρεξουσιοδοτούμενων του εκτός του πλαισίου της εξουσιοδότησης που είχαν και δεν δεσμεύεται από την άδεια διαχωρισμού που εκδόθηκε την 28.2.
  2. Νομιμοποιείτο ο Εναγόμενος να εμμένει στα συμβατικά του δικαιώματα τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος ενήργησε ή παρέλειψε να ενεργήσει κατά τρόπο ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι κωλύεται από του να εμμένει στα συμβατικά του δικαιώματα. Ευρίσκω ότι η Γνωστοποίηση Χορήγησης Πολεοδομικής Άδειας ημερ. 28.2.2005 δεν γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο. Απορρίπτω τη θέση των Γ. και Θ. Μαρίνου ότι από τον Μάϊο του 2006 ο Εναγόμενος είχε ειδοποιηθεί είτε από την ΑΗΚ είτε από τους ιδίους για το ζήτημα του υποσταθμού και είχε λάβει γνώση για τη μείωση του εμβαδού των οικοπέδων του. Απορρίπτω ακόμα τη μαρτυρία των Γ. και Θ. Μαρίνου ότι ο Εναγόμενος πρότεινε και συμφώνησε να του αποδοθεί άλλη έκταση σε αντάλλαγμα της μείωσης του εμβαδού των οικοπέδων του. Την ίδια αρνητική εικόνα ως μάρτυρα της αλήθειας απεκόμισα και για τον Θ.Μαρίνου όπως και για τον Γ.Μαρίνου. Η μαρτυρία τους ήταν φτιαχτή με σκοπό τον απεγκλωβισμό της Ενάγουσας από τη δύσκολη κατάσταση στην οποία περιέπεσε και για την προώθηση των οικονομικών της συμφερόντων. Αντίθετα, η μαρτυρία του Εναγόμενου, την οποία και αποδέχομαι στην ολότητα της, ήταν αψεγάδιαστη και συνάδει με όλα τα αδιάσειστα αντικειμενικά στοιχεία της υπόθεσης. Καταλήγω ότι η σχετική πρόταση προήλθε από την Ενάγουσα και απορρίφθηκε από τον Εναγόμενο για τους λόγους που εξήγησα. Η σχετική πρόταση δεν είχε υποβληθεί τη χρονική περίοδο που ανέφεραν οι Γ. και Θ. Μαρίνου αλλά τον Οκτώβριο του 2006 όταν ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι τα οικόπεδα του είχαν μικρότερο εμβαδόν. Η Ενάγουσα είχε από 11.9.2006 πωλήσει το οικόπεδο που συνόρευε με τα οικόπεδα του Εναγόμενου. Την 26.9.2006 κατάρτισε συμφωνία με την ΑΗΚ την οποία και γνωστοποίησε στον Εναγόμενο στις 2.10.
  3. Η ΑΗΚ φαίνεται να αντελήφθηκε ότι η συμφωνία της 26.9.2006 ήταν προβληματική οπόταν και απευθύνθηκε για πρώτη φορά προς τον Εναγόμενο με επιστολή της ημερ. 9.10.
  4. Ο Εναγόμενος, γνωρίζοντας πλέον ότι τα οικόπεδα του ήταν μικρότερα, αντέδρασε. Η Ενάγουσα του πρότεινε την παραχώρηση εδάφους στο γεωργικό χωράφι παριστάνοντας του ότι θα μπορούσε να οικοπεδοποιηθεί. Δεν είναι βέβαιο κατά πόσο οι παραστάσεις, που ήταν αναληθείς, είχαν προβληθεί και κακόπιστα. Ο Εναγόμενος διαπιστώνοντας πως το γεωργικό χωράφι δεν μπορούσε να οικοπεδοποιηθεί απέρριψε την πρόταση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα επέτυχε όμως να καταρτίσει νέα συμφωνία με την ΑΗΚ την 31.10.
  5. Δεν δικαιολογήθηκε γιατί η ΑΗΚ συναίνεσε στην υπογραφή τέτοιας συμφωνίας. Το γεγονός ότι ο υποσταθμός δεν επηρέαζε άμεσα τα οικόπεδα του Εναγόμενου δεν θα έπρεπε να ήταν αρκετό. Ο Εναγόμενος ήταν συνιδιοκτήτης του όλου και θα έπρεπε να είχε και ο ίδιος συμφωνήσει. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας με την ΑΗΚ η Ενάγουσα προφανώς αισθάνθηκε ότι δεν είχε πλέον την ανάγκη της συναίνεσης ή συνεργασίας του Εναγόμενου. Την επομένη καταχωρίστηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης η συμφωνία πώλησης σε τρίτο πρόσωπο του γειτνιάζοντος οικοπέδου και επί τόπου ανεγέρθηκε στη συνέχεια διαχωριστικός τοίχος χωρίς να έχει προς τούτο εξασφαλιστεί άδεια. Στη συνέχεια η Ενάγουσα συνέχισε να προβαίνει σε παράτυπη χρήση του πληρεξουσίου και παρά την ανάκληση του με αποτέλεσμα σωρεία αδειών που εξασφάλισε με αυτό τον τρόπο να ανακληθούν και οι ανακλήσεις να επικυρωθούν με δικαστικές αποφάσεις, όπως περιγράφηκε πιο πάνω. Ο Εναγόμενος σε καμία ενέργεια ή παράσταση προέβηκε είτε στην Ενάγουσα είτε σε οποιοδήποτε τρίτο που θα αποκτούσε ή απέκτησε συμφέροντα στο κτήμα ώστε να εμποδίζεται από του να εμμένει στα συμβατικά του δικαιώματα. Η. Οι εξαιτούμενες θεραπείες Εγείρει ο Θ.Μαρίνου ζήτημα ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 25.8.2005 (Τεκμ.1
(3)) με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο ίδιος να εκπροσωπεί τον Εναγόμενο ουδέποτε ανακλήθηκε. ΄Ο,τι, κατά τη θέση του, ανακλήθηκε ήταν το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 6.8.2004 (Τεκμ.12) που είχε παραχωρηθεί στο Γιώργο. Το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 25.8.2005 είχε παραχωρηθεί προς αντικατάσταση του προηγούμενου. Είναι γεγονός ότι στην επιστολή του Εναγόμενου ημερ. 6.12.2006, με την οποία τερμάτισε τη συμφωνία διανομής, αναφερόταν ότι ανακαλείτο το πληρεξούσιο ημερ. 6.8.
  1. Δεν γινόταν αναφορά στο πανομοιότυπο πληρεξούσιο ημερ. 25.8.2005 που είχε αντικαταστήσει το πρώτο, καλείτο ωστόσο η Ενάγουσα όπως σταματήσει άμεσα οποιεσδήποτε ενέργειες σε σχέση με το κτήμα. Όπως προειπώθηκε, η Ενάγουσα αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο να ανακαλέσει την ανάκληση του πληρεξουσίου που είχε υπογράψει ή να της χορηγήσει νέο «...με το οποίο να τους εξουσιοδοτεί να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ή και αναγκαίες ή και σχετικές ενέργειες για προώθηση του διαχωρισμού και εκμετάλλευση του πιο κάτω αναφερόμενου κτήματος ή και οικοπέδων ή και χωραφιού». Το πρώτο σκέλος της θεραπείας είναι μάταιο. Το ανακληθέν πληρεξούσιο δεν εξουσιοδοτούσε ενέργειες εκτός του πλαισίου της προώθησης του διαχωρισμού και διανομής σύμφωνα με τη Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής και το επισυνημμένο σε αυτή σχέδιο. Επομένως ακόμα και αν επανέλθει η ισχύς του Ειδικού Πληρεξουσίου Εγγράφου αυτό δεν θα εξυπηρετήσει την Ενάγουσα στους σκοπούς της που είναι η νομιμοποίηση της επί τόπου δημιουργηθείσας κατάστασης. Με την ανάκληση του πληρεξουσίου, το πραγματικό εύρος και ισχύ του οποίου οι διάφορες εμπλεκόμενες αρχές απέτυχαν να αντιληφθούν ή εκτιμήσουν σωστά, αυτό που επιτεύχθηκε ήταν να πάψουν οι αρχές να το αποδέχονται ως εξουσιοδότηση εκ μέρους του Εναγόμενου όπως λανθασμένα έπρατταν. Ο Εναγόμενος στην πραγματικότητα δεν ενίσταται στο να τεθεί σε ισχύ και να χρησιμοποιηθεί και να επιτευχθεί ο διαχωρισμός που είχε συμφωνηθεί ώστε να του αποδοθούν τα δύο οικόπεδα που δικαιούτο με το συμφωνηθέν εμβαδόν. Καθ΄ όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, της χορήγησης νέου πληρεξουσίου, δεν καθορίζεται το περιεχόμενο του. Εάν πρόκειται για ταυτόσημο με αυτό που ανακλήθηκε ισχύουν τα όσα ανέφερα πιο πάνω. Εάν αυτό στο οποίο προσδοκεί η Ενάγουσα είναι ένα πληρεξούσιο που να την εξουσιοδοτεί να νομιμοποιήσει τη δημιουργηθείσα κατάσταση και τις παρατυπίες και παρανομίες σε βάρος των δικαιωμάτων του Εναγόμενου, τέτοιο δεν μπορεί να της δοθεί από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να της παραχωρηθεί πληρεξούσιο με εξουσίες πιο διευρυμένες από αυτές που της παρείχε το ανακληθέν πληρεξούσιο ή εξουσίες πέραν αυτών που η ίδια η Συμφωνία διαχωρισμού και διανομής προέβλεπε ότι θα περιλαμβάνονταν στο πληρεξούσιο. Οιαδήποτε τέτοια ή ανάλογη θεραπεία θα ενθάρρυνε τον ετσιθελισμό και την παρανομία. Στην παραγρ.10 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι: «... η συμφωνία μεταξύ των μερών προνοούσε σαφώς ότι θα έπρεπε να χορηγηθεί στους ενάγοντες από τον εναγόμενο πληρεξούσιο για όλες τις απαραίτητες εργασίες για το διαχωρισμό του κτήματος και την ανάπτυξη του...». Στην παραγρ.11 αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος «... αρνείται να χορηγήσει το αναγκαίο πληρεξούσιο, ως η συμφωνία με τους ενάγοντες, για εκμετάλλευση από τους ενάγοντες των δικών τους οικοπέδων ή και του δικού τους μέρους». Εάν με το πληρεξούσιο που αξιώνεται να χορηγηθεί επιδιώκεται η λήψη εξουσιοδότησης για τα αναγκαία διαβήματα για την ανάπτυξη των οικοπέδων, έχει ήδη αποφασιστεί ότι κάτι τέτοιο δεν είχε συμφωνηθεί. Δεν προνοείτο στη συμφωνία ότι το πληρεξούσιο που θα υπόγραφε ο Εναγόμενος θα περιελάμβανε εξουσιοδότηση για υποβολή των αναγκαίων αιτήσεων για την ανάπτυξη των οικοπέδων, δηλαδή την ανέγερση σε αυτά οικοδομών. Για το ζήτημα υφίστατο διαφορετική πρόβλεψη στον όρο
  2. Επομένως, το δεύτερο σκέλος της εξαιτούμενης θεραπείας θα πρέπει να απορριφθεί. Παραμένει το πρώτο σκέλος. Η θεραπεία δεν εξυπηρετεί την Ενάγουσα, θα πρέπει όμως να εξεταστεί κατά πόσο δικαιούται σε αυτή. Στην παραγρ.7 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι η ανάκληση του πληρεξουσίου έγινε κατά παράβαση της Συμφωνίας. Στην παραγρ.4(ζ) της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δικογραφείται ότι ο Εναγόμενος τερμάτισε τη Συμφωνία την 6.12.
  3. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση γίνεται στην παραγρ.3(δ) άρνηση της παραγρ.4(ζ) και προβάλλονται οι θέσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Δεν επικαλείται η Ενάγουσα ότι ο τερματισμός από τον Εναγόμενο ήταν παράνομος ή κατά παράβαση της Συμφωνίας. Αυτό επισημαίνεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Εναγόμενου. Όμως, εγείρεται ως επίδικο ζήτημα κατά πόσο ο Εναγόμενος δικαιωματικά ανακάλεσε το πληρεξούσιο, είτε σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, είτε αφού την τερμάτισε. Και βέβαια εφόσον την τερμάτισε το ζήτημα είναι κατά πόσο είχε δικαίωμα να πράξει τούτο. Οι δικηγόροι των διαδίκων ανάλωσαν μεγάλο μέρος των γραπτών τους αγορεύσεων επιχειρηματολογώντας κατά πόσο η απόδοση στον Εναγόμενο οικοπέδων με μικρότερο εμβαδόν συνιστά παράβαση ουσιώδους όρου της Συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής. Γιατί ενώ η παράβαση ουσιώδους όρου (condition) δίδει το δικαίωμα στο αθώο μέρος να θεωρήσει το εαυτό του ως απαλλαγμένο από την περαιτέρω εκπλήρωση της συμφωνίας και να την τερματίσει, παράβαση μη ουσιώδους όρου (warranty) δεν δίδει τέτοιο δικαίωμα, αλλά μόνο δικαίωμα σε αποζημιώσεις. Στον Chitty on Contracts, 28η εκδ. τομ. 1, (παρ. 12-026) αναφέρεται σε σχέση με τους ουσιώδης όρους ότι αυτοί: «... go so directly to the substance of the contract or, in other words, are so essential to its very nature that their non-performance may fairly be considered by the party as a substantial failure to perform the contract at all». Σε αντιπαραβολή δίδεται ο ορισμός των μη ουσιωδών όρων (παρ. 12-031): «The use of the word "warranty" in this sense is reserved for the less important terms of the contract, or those which are collateral to the main purpose of the contract, .». Σε μια συμφωνία διαχωρισμού και διανομής, όπως η Συμφωνία της 6.8.2004 μεταξύ των διαδίκων, το πλέον σημαντικό και συνήθως κυρίαρχο στοιχείο είναι η έκταση που δικαιούται ο συμβαλλόμενος και ο καθορισμός αυτής της έκτασης στο σύνολο του χώρου. Ο Εναγόμενος δικαιούτο στα οικόπεδα 3 και 4 και θα ήταν ουσιώδης παράβαση της Συμφωνίας αν η Ενάγουσα επέμενε να του αποδοθούν άλλα. Ωσαύτως, ο Εναγόμενος δικαιούτο στα τετραγωνικά μέτρα που συμφώνησε και θα ήταν ουσιώδης παράβαση της συμφωνίας να του αποδοθούν λιγότερα. Η ουσία της Συμφωνίας ήταν το ποια οικόπεδα θα ελάμβανε ο κάθε συμβαλλόμενος και ιδιαίτερα ο Εναγόμενος, που με βάση τη Συμφωνία δεν είχε ανάμειξη στις εργασίες διαχωρισμού και το μέγεθος τους. Τονιζόταν δε σε αυτή ότι ο διαχωρισμός θα ήταν στη βάση συγκεκριμένου σχεδίου και προς επιβεβαίωση του εμβαδού του κάθε οικοπέδου επισυναπτόταν σε αυτή Κατάλογος Οικοπέδων. Στον όρο 8 της Συμφωνίας αναφερόταν ότι όλοι οι όροι της Συμφωνίας ήταν ουσιώδεις. Ό,τι ενδεχομένως θα μπορούσε να μη συνιστά ουσιώδη παράβαση της Συμφωνίας θα ήταν μικρή απόκλιση απότοκο της εφαρμογής του σχεδίου επί του εδάφους λόγω της κλίμακας του σχεδίου ή ανακρίβειας στην εμβαδομέτρηση του κτήματος. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η μείωση του εμβαδού των οικοπέδων του Εναγόμενου ήταν πολύ σημαντική τόσο αφ΄ εαυτής όσο και αναλογικά με το εμβαδό του κάθε οικοπέδου. Πρόδηλα στην περίπτωση του οικοπέδου
  4. Αυτό επιβεβαιώνεται και με τη μαρτυρία του Φίλιππου Νικολάου (Μ.Ε.4) επαγγελματία εκτιμητή ακινήτων και μέλους του ΕΤΕΚ που κάλεσε η ίδια η Ενάγουσα. Έστω και στη βάση των δικών του στοιχείων το εμβαδό του οικοπέδου 2 (αρχικό 3) είχε μειωθεί κατά 107 τ.μ. και απώλεσε 64 τ.μ. δομήσιμου χώρου. Ο ίδιος ο εκτιμητής χαρακτήρισε τη μείωση ως ουσιώδη. Μικρότερη ήταν η επίδραση στο οικόπεδο 3 (αρχικό 4) που κατά το μάρτυρα ήταν κατά 27 τ.μ. μικρότερο και με μειωμένο το δομήσιμο χώρο κατά 16 τ.μ.. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα με τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε με αποτέλεσμα την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας ημερ. 28.2.2005, άδεια διαίρεσης γης ημερ. 6.12.2005 και των πράξεων της επί του εδάφους του κτήματος καταφανώς παρέβηκε ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας διαχωρισμού και διανομής. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος δικαιούτο στον τερματισμό της, όπως και έπραξε με την επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 6.12.
  5. Η ανάκληση του πληρεξουσίου ήταν συνέπεια του τερματισμού της Συμφωνίας. Εφόσον έπαψε να υφίσταται η Συμφωνία έπαψε να ισχύει και το πληρεξούσιο που είχε δοθεί για τους σκοπούς της και συνεπώς ορθά ανακλήθηκε. Η αναφορά στον όρο 8 της Συμφωνίας, ότι η παράβαση όρου της Συμφωνίας από τον ένα αντισυμβαλλόμενο θα έδιδε το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος σε αποζημιώσεις, δεν περιορίζει το δικαίωμα τερματισμού της Συμφωνίας σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων. Ο Εναγόμενος άσκησε το δικαίωμα που είχε και τερμάτισε τη Συμφωνία. Η επιλογή του εφόσον ήταν δικαιωματική δεν μπορεί να ήταν καταχρηστική. Ούτε εκδικητική μπορεί να χαρακτηρισθεί. Αν εκείνο που εννοεί η Ενάγουσα είναι ότι οι συνέπειες στην ίδια είναι ιδιαίτερα σοβαρές, αυτό που μπορεί να ειπωθεί είναι πως η σοβαρότητα των συνεπειών είναι απότοκο των αυθαίρετων και παράνομων ενεργειών της ίδιας της Ενάγουσας. Ούτε μπορεί να επικαλείται τις συνέπειες σε τρίτους που η ίδια τροχιοδρόμησε και προκάλεσε με τις πράξεις της και ουσιαστικά να ζητεί να παρακαμφθεί η παρανομία της και να παραμείνει ο νόμος ανεφάρμοστος στην περίπτωση της. Ως εκ των ανωτέρω η απαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία διαχωρισμού και διανομής του επίδικου κτήματος ημερ. 6.8.2004 έχει νομότυπα τερματισθεί από τον Εναγόμενο. Επιδικάζονται έξοδα στην ανταπαίτηση υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι εφόσον απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν ο Εναγόμενος θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων αναφορικά με τα έξοδα προετοιμασίας και για τις δικασίμους. (Υπ.)...................... Χ.Μαλαχτός /ΚΣ Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.