← Κύπρος

STAROIL LIMITED ν. K.P.S. TRANSPORTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2013/2010, 6/2/2015

STAROIL LIMITED ν. K.P.S. TRANSPORTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2013/2010, 6/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2013/2010 Μεταξύ: STAROIL LIMITED Ενάγουσας και K.P.S. TRANSPORTS LIMITED Εναγόμενης 6 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Μαυρόκωστας για Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Ιωσήφ για Ευθύμιος Κ. Ιωσήφ και Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει «€27.269,17 δυνάμει συμφωνίας αγοραπωλησίας εμπορευμάτων και/ή υπόλοιπο λογαριασμού και/ή τιμολογίων που εκδόθηκαν για την πώληση και/ή παράδοση εμπορευμάτων και/ή δυνάμει εμπορευμάτων που παραγγέλθηκαν και παραδόθηκαν επί πιστώσει». Αξιώνει επίσης νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα ασχολείται, μεταξύ άλλων με την εμπορία πετρελαιοειδών και η Εναγόμενη, μεταξύ Ιανουαρίου 2008 και Μαρτίου 2009, παράγγειλε και προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα πετρελαιοειδή προϊόντα επί πιστώσει «στην εκάστοτε τρέχουσα και/ή συμφωνηθείσα τιμή». Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για το σκοπό αυτό διατηρούσε χρεωπιστωτικό λογαριασμό στο όνομα της Εναγόμενης στον οποίο χρεώνονταν οι εκάστοτε παραδόσεις και πιστώνονταν οι πληρωμές της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά την παράδοση και παραλαβή των προϊόντων εξέδιδε αποδείξεις παραλαβής (way bills) τις οποίες υπέγραφαν οι υπάλληλοι και/ή διευθυντές και/ή αξιωματούχοι της Εναγόμενης προς όφελος της Ενάγουσας, απoδεχόμενοι την παράδοση. Σύμφωνα δε με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια τα οποία έχουν έρθει εις γνώση της Εναγόμενης για συνολικό ποσό €30.269,17 και δικογραφεί λεπτομέρειες αναφορικά με το κάθε τιμολόγιο. Ισχυρίζεται ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των μερών συμφωνίας ότι έκαστο τιμολόγιο θα εξοφλείτο εντός 1ος μηνός από την έκδοση του και ότι η Εναγόμενη έχει καταβάλει έναντι της οφειλής της ποσό €3.

  1. Καταλήγει, ισχυριζόμενη ότι παρά τις συνεχείς οχλήσεις της, η Εναγόμενη παραλείπει να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής της, το οποίο διεκδικεί με την παρούσα αγωγή. Στην Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι «κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι και τον Μάρτιο του 2009 παράγγειλε και προμηθεύτηκε από την Ενάγουσα πετρελαιοειδή προϊόντα. Περαιτέρω η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι εξοφλούσε πάντα το τελευταίο υπόλοιπο που οφειλόταν στην Ενάγουσα διαφορετικά η Ενάγουσα δεν την προμήθευε με νέα πετρελαιοειδή προϊόντα και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους». Σύμφωνα επίσης με την Υπεράσπιση, η Εναγόμενη «ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και/ή δεν οφείλει το ποσό το οποίο ισχυρίζονται οι Ενάγοντες αλλά μικρότερο ποσό και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της». Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της περιορίζεται στο να αρνηθεί τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. Στάθης Παπακωνσταντίνου, διευθυντής πωλήσεων της Ενάγουσας (ΜΕ1) και κα Έρια Λυσιώτη, υπεύθυνη λογιστηρίου (ΜΕ2). Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο κ. Κωνσταντίνος Σταμπόλης, διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας (ΜΥ1) και ο κ. Σταύρος Μισιουρής, πρώην εργοδοτούμενος της Εναγόμενης (ΜΥ2). Σημειώνω επίσης ότι έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Πρώτος μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν ο κ. Στάθης Παπακωνσταντίνου, υπεύθυνος πωλήσεων (ΜΕ1) ο οποίος κατέθεσε ότι είχε την ευθύνη για την παρακολούθηση και έλεγχο του χρεωπιστωτικού λογαριασμού της Εναγόμενης. Σύμφωνα με τον ίδιο, την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου 2008 και Μαρτίου 2009 η Εναγόμενη προμηθευόταν από την Ενάγουσα πετρελαιοειδή προϊόντα επί πιστώσει στην εκάστοτε τρέχουσα τιμή των καυσίμων. Ανέφερε ότι η Ενάγουσα διατηρούσε χρεωπιστωτικό λογαριασμό για τις συναλλαγές της με την Εναγόμενη, αντίγραφο του οποίου παρουσίασε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στο λογαριασμό αυτό είπε, γίνονταν χρεώσεις σε σχέση με τις εκάστοτε παραδόσεις πετρελαιοειδών προϊόντων προς την Εναγόμενη και πιστώνονταν οι πληρωμές της Εναγόμενης. Εξήγησε ότι κατά την παράδοση καυσίμων προς την Εναγόμενη, εκδιδόταν από τον οδηγό του βυτιοφόρου της Ενάγουσας way bill ως απόδειξη παραλαβής και με την επιστροφή του οδηγού στο γραφείο, όπου παρέδιδε το way bill, εκδίδετο αντίστοιχο τιμολόγιο. Παρουσίασε αντίγραφα των τιμολογίων και way bills που αφορούσαν την επίδικη περίοδο και το αξιούμενο με την αγωγή ποσό, τα οποία κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων, ως Τεκμήριο
  3. Συνέχισε λέγοντας ότι η Εναγόμενη έχει πληρώσει €3.000 έναντι της οφειλής της με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €27.269,17 το οποίο η Ενάγουσα διεκδικεί με την αγωγή. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΕ1 επισήμανε ότι στη 2η σελίδα της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 2, παρουσιάζεται χρωστικό υπόλοιπο €25.811,65 ενώ οι Ενάγοντες διεκδικούν με την αγωγή ποσό €27.269,
  4. Εξήγησε ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 παρουσιάζει χρεωπιστώσεις μέχρι τις 16.12.2008 ενώ ακολούθησε ακόμα μια παράδοση ποσότητας καυσίμων για την οποία εκδόθηκε το τιμολόγιο υπ' αριθμό SSI/00935/2009-2009 στη βάση αντίστοιχου way bill, για ποσό €1.457,51 ημερομηνίας 27.3.
  5. Το εν λόγω τιμολόγιο και way bill, είπε, συμπεριλαμβάνονται στη δέσμη τιμολογίων και way bills, Τεκμήριο
  6. Εξήγησε ότι το αξιούμενο με την αγωγή ποσό προκύπτει από το άθροισμα του οφειλόμενου κατά τις 16.12.2008 ποσού πλέον του ποσού που αφορούσε το πιο πάνω τιμολόγιο. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Ενάγουσα είχε παραχωρήσει στην Εναγόμενη, στις 15.1.2008, ντεπόζιτο καυσίμων χωρητικότητας 7.500 λίτρων με αντλία σε ακίνητο της Εναγόμενης, το οποίο η Ενάγουσα τροφοδοτούσε με καύσιμα με δικό της βυτιοφόρο. Ανέφερε ότι η Ενάγουσα δεν έχει χρεώσει την Εναγόμενη για το ντεπόζιτο και την αντλία τα οποία ακόμα παραμένουν στην κατοχή της Εναγόμενης. Διευκρίνισε ότι η Ενάγουσα δεν εγείρει καμία αξίωση σε σχέση με το ντεπόζιτο και την αντλία. Εξήγησε ότι επικοινωνούσε κατά καιρούς με την Ενάγουσα, ο διευθυντής της Εναγόμενης και ζητούσε την προμήθεια καυσίμων. Κατά τον κάθε ανεφοδιασμό του ντεπόζιτου εκδιδόταν από τον οδηγό του βυτιοφόρου της Ενάγουσας δελτίο αποστολής (way bill) στο οποίο αναγραφόταν η παραδοθείσα ποσότητα καυσίμων, και το οποίο υπογραφόταν από τον οδηγό του βυτιοφόρου και από το πρόσωπο που παραλάμβανε τα καύσιμα για την Εναγόμενη. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, στη βάση έκαστου way bill εκδιδόταν αργότερα αντίστοιχο τιμολόγιο. Είπε επίσης ότι τα τιμολόγια στέλλονταν με τηλεομοιότυπο και ακολούθως και ταχυδρομικά στην Εναγόμενη. Όταν ο συνήγορος της Εναγόμενης του έθεσε ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται στα way bills για την Εναγόμενη ως παραλήπτη δεν ανήκει στον Κωνσταντίνο Σταμπόλη (ΜΥ1) απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Επέμενε ότι τα way bills υπογράφονταν εκ μέρους της Εναγόμενης εξηγώντας ότι σε κάθε way bill φαινόταν η ποσότητα καυσίμων που είχε παραδοθεί. Η τιμή, είπε, δεν αναγράφεται στο way bill αλλά στο τιμολόγιο. Οι χρεώσεις για τις παραδοθέντες ποσότητες γίνονταν σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή η οποία κοινοποιείτο στον πελάτη με φαξ, e-mail ή sms και δημοσίευαν και στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας. Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης αντίγραφα δύο αποδείξεων πληρωμής στις οποίες προέβη η Εναγόμενη, Τεκμήρια 4 και
  7. Είπε ότι οι εν λόγω πληρωμές έγιναν από την Εναγόμενη έναντι του λογαριασμού της όπως αναγράφεται σε αυτά και αρνήθηκε ότι οι πληρωμές ήταν προς εξόφληση της οφειλής, όπως του έθεσε ο συνήγορος της Εναγόμενης. Ο ΜΕ1 είπε επίσης ότι έχουν γίνει εκατοντάδες, όπως τις χαρακτήρισε, τηλεφωνήματα προς την Εναγόμενη σχετικά με την οφειλή και η Εναγόμενη ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι δεν χρωστά τα ποσά που αξιώνει η Ενάγουσα. Δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν η κα Έρια Λυσιώτη (ΜΕ2), υπεύθυνη λογιστηρίου στην εταιρεία από το
  8. Με τη μαρτυρία της επανέλαβε ουσιαστικά αυτά που είχε ήδη καταθέσει ο ΜΕ1 σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείτο για την παράδοση καυσίμων και έκδοση των way bills, την έκδοση των τιμολογίων και την αποστολή τους στον πελάτη καθώς και την ενημέρωση της κατάστασης λογαριασμού του πελάτη. Είπε ότι τα τιμολόγια ταχυδρομούνται στους πελάτες ενώ υπάρχουν πελάτες οι οποίοι έχουν ζητήσει να τα λαμβάνουν και με τηλεομοιότυπο. Εξήγησε ξανά γιατί στη 2η σελίδα της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 2, παρουσιάζεται ως υπόλοιπο το ποσό των €25.811,65 ενώ η αξίωση αφορά €27.269,
  9. Επανέλαβε ότι οι πληρωμές που αφορούν οι αποδείξεις, Τεκμήρια 4 και 5, έγιναν έναντι της οφειλής της Εναγόμενης και όχι προς εξόφληση. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ2 εξήγησε ότι η χρέωση της Εναγόμενης γινόταν με βάση την εκάστοτε λιανική τιμή πώλησης και αναφέρθηκε ξανά στον τρόπο με τον οποίο γινόταν η τιμολόγηση, πως καταρτίζετο η κατάσταση λογαριασμού και πως γινόταν η κοινοποίηση των τιμολογίων στους πελάτες. Πρώτος μάρτυρας της Υπεράσπισης ήταν ο κ. Κωνσταντίνος Σταμπόλης, διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας (ΜΥ1), ο οποίος ανέφερε ότι είναι υπεύθυνος για όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της Εναγόμενης εταιρείας. Είπε ότι πριν ξεκινήσει η συνεργασία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη «κατά ή περί το 2008», η Εναγόμενη συνεργαζόταν με άλλη εταιρεία πετρελαιοειδών. Συναντήθηκε, είπε, με τον κ. Στάθη Παπακωνσταντίνου (ΜΕ1) και συμφώνησε μαζί του να έχει αποκλειστική συνεργασία με την Ενάγουσα λόγω των ευνοϊκών όρων συνεργασίας που του προσφέρθηκαν. Πρόσθεσε ότι είχε συμφωνηθεί όπως τα τιμολόγια της Ενάγουσας εξοφλούνταν εντός 30 ημερών. Η Ενάγουσα, συνέχισε, εγκατέστησε ντεπόζιτο και αντλία σε χώρο που ανήκει στην Εναγόμενη εταιρεία για να διευκολύνεται η τροφοδοσία των οχημάτων της. Ανέφερε επίσης ότι την ευθύνη για τη συντήρηση και καλή λειτουργία του ντεποζίτου και της αντλίας την είχε η Ενάγουσα. Σε σχέση με τον τρόπο που λειτουργούσε η συνεργασία, εξήγησε ότι ο ίδιος επικοινωνούσε τηλεφωνικά με τον κ. Στάθη Παπακωνσταντίνου 2 μέρες πριν να χρειάζεται ανεφοδιασμό και παράγγελλε καύσιμα. Την ποσότητα που θα παραδιδόταν είπε ότι την καθόριζε εκείνος. Κατά τον ανεφοδιασμό, ανέφερε, έπρεπε να ήταν ο ίδιος παρών ώστε να δει τον μετρητή του βυτιοφόρου και να ελέγξει την ποσότητα που παραδίδετο. Στη συνέχεια υπέγραφε πάντα το way bill το οποίο εκδιδόταν κατά την παράδοση. Την επόμενη ή μεθεπόμενη, είπε, του έστελλαν από την Ενάγουσα το σχετικό τιμολόγιο με φαξ. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι όταν του υποδείχθηκαν από το συνήγορο του τα way bills που κατατέθηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου 3, είπε ότι η υπογραφή που φαίνεται για τον παραλήπτη δεν είναι δική του. Συνεχίζοντας είπε κατά καιρούς η Εναγόμενη πλήρωνε στην Ενάγουσα διάφορα ποσά έναντι του λογαριασμού της, και με κάθε πληρωμή εξοφλούσε όλες τις πιστώσεις που υπήρχαν μέχρι την ημέρα εκείνη. Προσθέτει ότι η Ενάγουσα αρνείτο να παραδώσει καύσιμα εάν δεν γινόταν πλήρης και τελεία εξόφληση παλαιότερων οφειλών. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, «κατά ή περί τα μέσα του 2008» αντιλήφθηκε ότι οι πληρωμές που έκανε η Εναγόμενη υπερέβαιναν την πραγματική αξία παράδοσης καυσίμων «καθότι εφαρμόζοντας την συγκριτική μέθοδο προηγούμενων ετών και ειδικότερα την συνεργασία που η εταιρεία είχε με άλλες εταιρείες πετρελαιοειδών καυσίμων προέκυψε πως για τον ίδιο όγκο δουλειάς και/ή εργασίας οι καταναλώσεις καυσίμων που καλούμουν να πληρώσω προς την εταιρεία Staroil Ltd υπερέβαιναν κατά πολύ τις καταναλώσεις των οχημάτων της εταιρείας μου». Ανέφερε ότι μίλησε με τον κ. Στάθη Παπακωνσταντίνου (ΜΕ1) και του ανέφερε το γεγονός αυτό. Εκείνος, είπε, τον καθησύχασε λέγοντας του ότι αυτό πιθανόν να οφειλόταν είτε στην αύξηση της τρέχουσας τιμής των καυσίμων είτε σε πιθανή διαρροή στο ντεπόζιτο καυσίμων. Μετά την εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία, είπε ότι η συνεργασία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη συνεχίστηκε για ακόμα κάποιους μήνες αλλά η Ενάγουσα δεν έλεγξε ποτέ εάν όντως υπήρχε διαρροή καυσίμων. Ανέφερε ότι «ο κύριος Παπακωνσταντίνου [τον] καθησύχαζε από καιρό σε καιρό κατά την πιο πάνω περίοδο ότι για οποιαδήποτε διαρροή πιθανόν να υπήρχε, η εταιρεία του θα αναλάμβανε όλη την ευθύνη επιδιόρθωσης αυτής και συνακόλουθα σε περίπτωση που αποδεικνυόταν τούτο θα προχωρούσαν σε σχετική έκπτωση ή παροχή χωρίς χρέωση επιπλέον καυσίμων προς την εταιρεία μου». Είπε επίσης ότι η Εναγόμενη συνέχιζε να πληρώνει διάφορα ποσά έναντι του λογαριασμού του με απώτερο σκοπό την «απρόσκοπτη συνέχιση της συνεργασίας». Κατέθεσε επίσης ότι «στις 17/6/2008, κατά ή περί τον χρόνο που αναφέρω πιο πάνω δηλαδή τη τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ Παπακωνσταντίνου η εταιρεία μου κατέβαλε το ποσό των €8.081,36 ως πλήρη και τελεία εξόφληση των υποχρεώσεων της μέχρι αυτήν την ημερομηνία προς την εταιρεία». Συνέχισε λέγοντας ότι «οποιεσδήποτε χρεώσεις από αυτή την ημερομηνία και εντέφθεν. θεωρώ ότι είναι εκ του περισσού και αδικαιολόγητες καθότι μετά το υφιστάμενο πρόβλημα με την πιθανή διαρροή καυσίμων ή την υπερχρέωση καυσίμων προς την εταιρεία μου, επέλεξα να σταματήσω στο ελάχιστο τη συνεργασία με την εταιρεία STAROIL Ltd» και συνεργάστηκε, είπε, με άλλες εταιρείες «ώστε να μειώσω τους κινδύνους που προέκυπταν είτε από τις υπερχρεώσεις από την εταιρεία Staroil Ltd προς την εταιρεία μου, είτε από την διαρροή καυσίμων που υπήρχε στην αποθήκη καυσίμων της εταιρείας Staroil Ltd». Σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα πληρωμών, ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι είχε συμφωνηθεί περιθώριο 30 ημερών για εξόφληση των τιμολογίων. Είπε ότι εάν δεν υπήρχε εξόφληση, η Ενάγουσα αρνείτο να τον προμηθεύσει με άλλα καύσιμα. Είπε επίσης ότι σε περίπτωση που ζητούσε ανεφοδιασμό περισσότερες από μια φορά τον μήνα, η Ενάγουσα δεν τον προμήθευε για δεύτερη φορά εκτός εάν εξοφλείτο η προηγούμενη χρέωση. Κατά την αντεξέταση του, επέμενε ότι εάν δεν εξοφλούσε τις οφειλές του προηγούμενου μηνά, ή και προηγούμενες οφειλές του ιδίου μήνα, η Ενάγουσα δεν τον προμήθευε με άλλα καύσιμα. Όταν ερωτήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας εάν είχε αποδείξεις σε σχέση με τις πληρωμές στις οποίες προέβη απάντησε «βεβαίως». Ο συνήγορος της Ενάγουσα επέμενε περαιτέρω και του υπέδειξε καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 οι οποίες του έθεσε ότι ήταν αντίθετες με τη θέση του. Του υπέδειξε συγκεκριμένα καταχωρήσεις για τις περιόδους μεταξύ 26.2.2008 μέχρι 18.3.2008, μεταξύ 26.3.2008 και 16.4.2008 καθώς και μεταξύ 17.4.2008 και 20.5.2008, όπου φαίνεται ότι υπήρχαν χρεώσεις για παράδοση καυσίμων παρά το ότι δεν φαίνεται να υπήρχε εξόφληση προγενέστερων οφειλών. Ο ΜΥ1 αμφισβήτησε την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 2, η οποία, όπως είπε, ετοιμάστηκε από την Ενάγουσα και ανέφερε ότι «έχει τα δικά του Τεκμήρια». Στη συνέχεια ανέφερε ότι στις αρχές της συνεργασίας τους ο κ. Στάθης Παπακωνσταντίνου ήταν πιο «ελαστικός» σε σχέση με τις πληρωμές, ιδιαίτερα διότι ο ΜΥ1 τους είχε συστήσει ακόμα τρεις πελάτες. Αργότερα, είπε, έγινε πιο πιεστικός και επέμενε σε εξόφληση προηγούμενων τιμολογίων πριν κάθε τροφοδότηση. Σε σχέση με τις διάφορες πληρωμές είπε ότι αρχικά γίνονταν με επιταγή ενώ μεταγενέστερα με εμβάσματα στην τράπεζα ενώ σε διάφορες περιπτώσεις πλήρωνε και μετρητά τον οδηγό του βυτιοφόρου της Ενάγουσας, αναφέροντας ότι ενδεχομένως ο οδηγός να έκλεβε τα χρήματα που του έδινε. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την πληρωμή που ανέφερε ότι έκανε στις 17.6.2008 για €8.081,36 η οποία είχε πει ότι έγινε προς εξόφληση των οφειλών του. Συγκεκριμένα, του τέθηκε ότι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, η πληρωμή αυτή ήταν για €8.981,36 και όχι €8.081,
  10. Του τέθηκε επίσης ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, παρουσιάζει και άλλες, μεταγενέστερες πληρωμές. Επέμενε ότι η πληρωμή ήταν για €8.081,36 και ότι η Εναγόμενη είχε εξοφλήσει την οφειλή της με την πληρωμή αυτή. Είπε επίσης ότι δεν ξέρει γιατί παρουσιάζονται χρεώσεις στην κατάσταση λογαριασμού μετά την ημερομηνία εκείνη, γιατί τότε η Εναγόμενη προμηθευόταν από αλλού πετρέλαιο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι πλήρωνε γιατί είχε εμπιστοσύνη στον κ. Στάθη Παπακωνσταντίνου. Του τηλεφωνούσε, κατέθεσε, ο κ. Στάθης Παπακωνσταντίνου και του έλεγε ότι χρωστά. Τότε εκείνος του έστελλε €1.000 ή €2.000 γιατί του είχε εμπιστοσύνη. Όταν αυτό συνεχίστηκε όμως, είπε, και ο κ. Στάθης Παπακωνσταντίνου του έλεγε ότι δεν είχε εξοφλήσει, τότε αυτός «έψαξε να βρει που είναι το λάθος». Του τέθηκε ότι στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει ή αν οφείλει, οφείλει χαμηλότερο από το αξιούμενο ποσό. Ερωτήθηκε ποιο είναι το ποσό που κατά τον ίδιο είναι τα ορθό. Απάντησε ότι από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, «μάλλον μπορεί να μου οφείλει η Staroil». Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της υπεράσπισης ήταν ο κ. Σταύρος Μισιουρής (ΜΥ2), ο οποίος είχε εργαστεί στην Εναγόμενη εταιρεία ως οδηγός φορτηγών οχημάτων τα οποία χρησιμοποιούνταν για μεταφορά οικοδομικών υλικών στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου. Κατέθεσε ότι η Εναγόμενη συνεργαζόταν με διάφορα πρατήρια της ελεύθερης περιοχής Αμμοχώστου για ανεφοδιασμό των αυτοκινήτων της με καύσιμα, όμως μετά το 2008 ο διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας κ. Κωνσταντίνος Σταμπόλης (ΜΥ1) τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία θα συνεργαζόταν αποκλειστικά με την Ενάγουσα. Είπε ότι ρώτησε τον διευθυντή της Εναγόμενης, ΜΥ1, γιατί επιλέγηκε η συγκεκριμένη εταιρεία ο οποίος του απάντησε ότι αυτό έγινε κατά κύριο λόγο διότι η Ενάγουσα προσέφερε καλύτερες τιμές αλλά και γιατί θα τοποθετούσε την αντλία στο υποστατικό του. Ο ΜΥ2 κατέθεσε επίσης ότι σε αρκετές περιπτώσεις προέκυπταν «μικροπροβλήματα τα οποία αναγκαζόμουν να λύσω ένεκα του γεγονότος ότι είμαι στον συγκεκριμένο χώρο εργασίας για πολλά χρόνια και η εμπειρία μου, μου επέτρεπε να το πράξω». Δεν εξήγησε ποια ήταν αυτά τα μικροπροβλήματα όμως είπε ότι στις «πλείστες» περιπτώσεις «ο κυριότερος λόγος στον οποίο οφείλονταν τα πιο πάνω προβλήματα προερχόταν από την ποιότητα των καυσίμων η οποία μπορεί να μην αφορούσε τη σύσταση των καυσίμων αλλά στη φύλαξη τους στο ντεπόζιτο που διατηρούσε η εταιρεία μου στο χώρο της». Συνέχισε λέγοντας ότι «από την εμπειρία μου γνωρίζω ότι η μη ικανοποιητική στεγανοποίηση των ντεποζίτων φύλαξης καυσίμων μπορεί να επιφέρει πρόσμιξη με αέρα και ως εκ τούτου να δημιουργήσει παροδικά προβλήματα στην καύση του εν λόγω καυσίμου στο ντεπόζιτο των αυτοκινήτων». Παρενθετικά να σημειώσω ότι ο ΜΥ2 αναφέρθηκε σε 35 χρόνια εμπειρία ως οδηγός φορτηγών οχημάτων και στις γνώσεις του σε σχέση με τα μηχανικά μέρη φορτηγών οχημάτων. Κατά τον ίδιο, τα συγκεκριμένα πετρελαιοειδή «στούππωναν» το φίλτρο του οχήματος κάθε βδομάδα ενώ το φυσιολογικό είναι αυτό να συμβαίνει κάθε 2-3 μήνες. Επιπλέον, είπε, σε πολλές περιπτώσεις διαπίστωνε στο χώρο που ήταν τοποθετημένο το ντεπόζιτο, διαρροή καυσίμων για την οποία ενημέρωνε κάθε φορά τον εργοδότη του. Πρόσθεσε ότι κατέγραφε καθημερινά τα χιλιόμετρα που διένυε με το όχημα της εταιρείας καθώς και την ποσότητα καυσίμων με την οποία το ανεφοδίαζε και παρέδιδε κάθε βδομάδα τα σχετικά στοιχεία στον εργοδότη του. Περί το τέλος 2008, είπε, ενημερώθηκε από τον εργοδότη του ότι η συνεργασία του με την Ενάγουσα εταιρεία είχε τερματιστεί καθότι, όπως του είπε ο διευθυντής ΜΥ1, «κατέβαλλε υπερβολικά ποσά σε σχέση με προηγούμενα έτη ως επίσης και οι κινήσεις των αυτοκινήτων δεν ήταν σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογούσαν τις συγκεκριμένες καταναλώσεις καυσίμων από τα οχήματα της εταιρείας». Περί τα τέλη του 2008, τον ενημέρωσε επίσης ο ΜΥ1, όπως είπε, ότι είχε συνάψει εκ νέου συμφωνία με άλλες εταιρείες προμήθειας καυσίμων. Δεν είχε, είπε, καμία ανάμειξη με οικονομικά θέματα της Εναγόμενης εταιρείας, τις οικονομικές συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, ούτε και γνώριζε οτιδήποτε σχετικά. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω μελετήσει με προσοχή τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς, όπως αυτά αναλύονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ο ΜΕ1, υπεύθυνος πωλήσεων της Ενάγουσας εταιρείας, κρίνω ότι ήταν αξιόπιστος μάρτυρας. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατέθετε με τρόπο θετικό, άμεσο και πειστικό. Το περιεχόμενο των απαντήσεων του ήταν απόλυτα λογικό, είχε συνοχή και επεξήγησε με πληρότητα τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε και κατέστησαν τεκμήρια. Η σταθερότητα της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Αντίθετα, με τις απαντήσεις του, ενίσχυσε την θετική εντύπωση που είχε δημιουργήσει κατά την κυρίως εξέταση του. Δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του οποιαδήποτε ασυνέπεια ή αντίφαση αλλά ούτε και διάθεση υπεκφυγής ή παραποίησης της αλήθειας. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Η ΜΕ2, υπεύθυνη λογιστηρίου της Ενάγουσας εταιρείας, επίσης μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της συνιστούσε ουσιαστικά επανάληψη των όσων είχε καταθέσει ο ΜΕ1, ενώ προσέφερε κάποιες περαιτέρω εξηγήσεις σε σχέση με τη διαδικασία τήρησης της κατάστασης λογαριασμού και κοινοποίησης των τιμολογίων στους πελάτες. Η θετική εντύπωση που μου δημιούργησε δεν ανατράπηκε κατά την αντεξέταση. Συνεπώς κρίνω τη μαρτυρία της αληθινή και την αποδέχομαι πλήρως. Ο ΜΥ1, διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Στέκομαι ιδιαίτερα στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του η οποία στερείτο πειστικότητας, συνοχής και, σε πολλά σημεία, λογικής. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ειδικότερα, όταν αμφισβητείτο η εκδοχή του σε σχέση με τα γεγονότα, σε πολλές περιπτώσεις εγκατέλειπε ή τροποποιούσε τις αρχικές του θέσεις σε μια προσπάθεια να καλύψει κενά ή να δικαιολογήσει ελλείψεις και αδυναμίες. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις τις οποίες σε κάποιες περιπτώσεις προσπάθησε να αντιμετωπίσει προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες οι οποίες, εμφανώς, ήταν εφευρήματα εκ των υστέρων. Θα αναφέρω ενδεικτικά μόνο κάποια παραδείγματα από τη μαρτυρία του τα οποία με έχουν οδηγήσει στο πιο πάνω συμπέρασμα. Είχε ισχυριστεί και επέμενε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι η Ενάγουσα αρνείτο να τον προμηθεύσει με καύσιμα εάν δεν εξοφλούσε πρώτα προηγούμενες οφειλές. Επέμενε ιδιαίτερα ότι παρά το ότι υπήρχε περίοδος εξόφλησης 30 ημερών σε σχέση με κάθε τιμολόγιο, ακόμα και σε περιπτώσεις που ζητούσε δεύτερο ανεφοδιασμό τον ίδιο μήνα και πριν παρέλθουν 30 μέρες από την έκδοση προηγούμενου τιμολογίου, η Ενάγουσα αρνείτο εκτός εάν υπήρχε εξόφληση. Όταν του επισημάνθηκαν κατά την αντεξέταση συγκεκριμένα παραδείγματα από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, που έδειχναν ότι αυτό που ισχυρίστηκε δεν ίσχυε, προσπάθησε, χωρίς καμία πειστικότητα ή λογικοφάνεια, να αναμορφώσει την εκδοχή του. Ισχυρίστηκε ότι στα αρχικά στάδια της συνεργασίας τους ο κ. Στάθης Παπακωνσταντίνου (ΜΕ1) ήταν πιο «ελαστικός» σε σχέση με τις πληρωμές γιατί ο ίδιος είχε συστήσει τρεις νέους πελάτες στην Ενάγουσα εταιρεία. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 επέμενε πως για κάθε ανεφοδιασμό με καύσιμα, ο ίδιος παράγγελνε συγκεκριμένη ποσότητα, ότι ήταν παρών και υπέγραφε το κάθε way bill αφού έλεγχε το μετρητή του βυτιοφόρου και ότι εξοφλούσε πάντα το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Επέμενε πως έχει αποδείξεις και στοιχεία σε σχέση με τις πληρωμές στις οποίες προέβη, όμως δεν προσκόμισε καμία τέτοια απόδειξη ή στοιχείο. Ο ισχυρισμός του ότι πλήρωνε σε μετρητά κάποιες φορές τον οδηγό του βυτιοφόρου της Ενάγουσας ο οποίος πιθανολόγησε ότι ίσως να έκλεβε τα λεφτά, κρίνω ότι ήταν εφεύρημα εκ των υστέρων. Να σημειωθεί ότι αυτός ο ισχυρισμός όχι μόνο δεν δικογραφείται αλλά ούτε και τέθηκε σε κανένα από τους μάρτυρες της Ενάγουσας. Ο ισχυρισμός του ΜΥ1 αναφορικά με πιθανή διαρροή στο ντεπόζιτο καυσίμων επίσης στερείται λογικής. Κατά τον ίδιο, παρά τη διαρροή συνέχιζε τη συνεργασία του με την Ενάγουσα, συνέχιζε να πληρώνει, και δεν επέμενε σε οποιοδήποτε μέτρο προς διόρθωση ή επισκευή. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του ότι ο κ. Στάθης Παπακωνσταντίνου παραδέχτηκε, κατά τη διάρκεια συνομιλίας τους, την οποία δεν μπορούσε να τοποθετήσει χρονικά, ότι υπήρχε διαρροή στο ντεπόζιτο καυσίμων δεν συνάδει λογικά με το ότι παρά ταύτα συνέχισε να προμηθεύεται καύσιμα στο ίδιο ντεπόζιτο, για μήνες, διότι απλώς του είχε εμπιστοσύνη. Επιπλέον, δεν μπορώ να του αποδώσω καμία βαρύτητα αφού δεν δικογραφείται και δεν τέθηκε στον ίδιο τον κ. Στάθη Παπακωνσταντίνου (ΜΕ1) κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί και να απαντήσει. Επιπλέον, ο ΜΥ1 επέμενε τόσο στην κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση του ότι εξόφλησε όσα χρωστούσε με την πληρωμή του ποσού των €8.081,36 στις 17.6.
  11. Όταν του τέθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, παρουσιάζει μεταγενέστερες πληρωμές, ανασκεύασε απαντώντας ότι είχε εμπιστοσύνη στον κ. Στάθη Παπακωνσταντίνου και επειδή αυτός του έλεγε ότι χρωστούσε, συνέχιζε να τον πληρώνει. Αυτό παρά το γεγονός ότι γνώριζε ή υποψιαζόταν τουλάχιστον ότι υπήρχε διαρροή στο ντεπόζιτο καυσίμων. Ο ισχυρισμός του αυτός στερείται κάθε λογικής. Συνυπολογίζοντας, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε, τη στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, καταλήγω ότι ο ΜΥ1 δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται καθ' ολοκληρία. Ο ΜΥ2, πρώην εργοδοτούμενος οδηγός στην Εναγόμενη εταιρεία, δεν ήταν βοηθητικός για το Δικαστήριο αφού δεν είχε άμεση γνώση των επίδικων γεγονότων. Όπως ο ίδιος ανέφερε δεν είχε καμία ανάμειξη σε οικονομικά θέματα της Εναγόμενης και δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση σε σχέση με τις συναλλαγές της με την Ενάγουσα. Αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του σε μη ικανοποιητική ποιότητα των καυσίμων με τα οποία η Ενάγουσα προμήθευε την Εναγόμενη. Όμως δεν έχω ικανοποιηθεί αναφορικά με το ότι ο μάρτυρας κατέχει τα προσόντα - ακαδημαϊκά και εμπειρικά - ώστε να μπορεί να διαγνώσει ποιοτικά ελαττώματα ή μειονεκτήματα των καυσίμων ή του τρόπου φύλαξης τους και ενδεχόμενα προβλήματα που αυτά προκαλούσαν. Τα όσα ανέφερε σχετικά ο ΜΥ2 κρίνονται ως αυθαίρετα και τα ερμηνεύω ως μια ξεκάθαρη προσπάθεια να βοηθήσει μέσω της μαρτυρίας του τον πρώην εργοδότη του. Επιπρόσθετα, στο βαθμό που οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν ως ενδεχόμενη υπεράσπιση στην αγωγή, τότε σημειώνω ότι είναι εκτός των δικογράφων. Κατ' ακολουθία κρίνω τη μαρτυρία του ΜΥ2 ως μη βοηθητική και δεν μπορώ να βασιστώ επί αυτής για τη διαμόρφωση ευρημάτων αναφορικά με τα γεγονότα. Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση των μαρτύρων, επιθυμώ να αναφερθώ ειδικά σε κάποια από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Υπενθυμίζω ότι η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της συνολικό ποσό €27.269,17 που κατά την ίδια της οφείλει η Εναγόμενη. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, έχω ελέγξει και διακριβώσει ότι οι χρεωπιστώσεις που παρουσιάζονται και αφορούν την επίδικη περίοδο, αντιστοιχούν με τα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 3, με εξαίρεση το τιμολόγια υπ' αριθμό SSI/00935/2009-2009 για ποσό €1.457,51 και αντίστοιχο way bill, για τα οποία ο ΜΕ1 έχει εξηγήσει γιατί δεν περιλαμβάνεται στην κατάσταση λογαριασμού. Έχω επίσης διαπιστώσει ότι οι ποσότητες καυσίμων που αφορούν το κάθε τιμολόγιο αντιστοιχούν με τις ποσότητες έκαστου way bill, όπως περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  12. Τέλος, έχω διαπιστώσει ότι οι πληρωμές στις οποίες αντιστοιχούν οι αποδείξεις, Τεκμήρια 4 και 5, επίσης αποτυπώνονται στην κατάσταση λογαριασμού. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα και διαπιστώσεις αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Περί τις αρχές Ιανουαρίου 2008 οι διάδικοι συνήψαν εμπορική συνεργασία η οποία και συνεχίστηκε μέχρι τον Μάρτιο
  13. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους η Ενάγουσα προμήθευε την Εναγόμενη με καύσιμα στην τρέχουσα τιμή αγοράς όπως αυτή κοινοποιείτο από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη. (β) Στα πλαίσια και για τον σκοπό της συνεργασίας η Ενάγουσα είχε τοποθετήσει ντεπόζιτο καυσίμων με αντλία σε ακίνητο της Εναγόμενης. (γ) Ο διευθυντής της Εναγόμενης επικοινωνούσε με την Ενάγουσα και ζητούσε να εφοδιαστεί με καύσιμα. Η προμήθεια των καυσίμων γινόταν από βυτιοφόρο της Ενάγουσας, ο οδηγός του οποίου τροφοδοτούσε το ντεπόζιτο που είχε εγκατασταθεί στο ακίνητο της Εναγόμενης. Οι οδηγοί της Εναγόμενης, με τη σειρά τους, προμηθεύονταν καύσιμα για τα οχήματα τους από το εν λόγω ντεπόζιτο. (δ) Κατά την παράδοση των καυσίμων, ο οδηγός του βυτιοφόρου της Ενάγουσας εξέδιδε απόδειξη παράδοσης, way bill, στο οποίο αναγραφόταν η ποσότητα των καυσίμων που είχε παραδοθεί και το οποίο υπογραφόταν από τον οδηγό του βυτιοφόρου και από εκπρόσωπο της Εναγόμενης. Τα way bills που αφορούν την επίδικη οφειλή έχουν κατατεθεί και αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
  14. (ε) Στη βάση έκαστου way bill, η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια για τα παραδοθέντα καύσιμα, τα οποία χρέωνε σύμφωνα με τη εκάστοτε λιανική τιμή πώλησης. Έκαστο τιμολόγιο αποστέλλετο στην Εναγόμενη από την Ενάγουσα. Τα τιμολόγια που αφορούν την επίδικη οφειλή έχουν κατατεθεί και αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
  15. (στ) Σε σχέση με τις μεταξύ τους συναλλαγές, η Ενάγουσα τηρούσε χρεωπιστωτικό λογαριασμό στο οποίο καταχωρούσε χρεώσεις, ως τα εκδοθέντα τιμολόγια, και πιστώσεις, ως οι εκάστοτε πληρωμές. Αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού για την περίοδο μέχρι 16.12.2008 έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο
  16. Πέραν του ποσού που αναγράφεται στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 2, η αξίωση της Ενάγουσας περιλαμβάνει και το ποσό του τιμολογίου με αριθμό SSI/00935/2009-2009 ημερομηνίας 27.3.2009, που κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου
  17. Το άθροισμα του ποσού των €25.811,65 που καταγράφεται στη 2η σελίδα της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 2, πλέον του ποσού των €1.457,51 που αφορά το τιμολόγιο υπ' αριθμό SSI/00935/2009-2009, ανέρχεται σε €27.269,
  18. (ζ) Το ποσό εκάστου τιμολογίου ήταν πληρωτέο εντός 1 μηνός από την ημερομηνία έκδοσης του. Η Εναγόμενη έχει πληρώσει κάποια ποσά έναντι της οφειλής της, ως καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  19. Δύο αποδείξεις που αφορούν πληρωμές για την επίδικη περίοδο έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 4 και
  20. (η) Η ημερομηνία εξόφλησης των τιμολογίων που αφορά η αξίωση της Ενάγουσας έχει παρέλθει ενώ ο ΜΕ1 σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τον ΜΥ1, έχει ζητήσει την πληρωμή τους. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Το γενικό βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας η οποία οφείλει να παρουσιάσει επαρκή μαρτυρία για να υποστηρίξει τους επίδικους ισχυρισμούς της[3] και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not)[4]. Προς απόδειξη της επίδικης οφειλής, η πλευρά της Ενάγουσας έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, καθώς και τιμολόγια και way bills, Τεκμήριο 3, και την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, που κατά τους ίδιους αποτυπώνουν οφειλή. Δεν δόθηκε μαρτυρία από τον οδηγό του βυτιοφόρου της Ενάγουσας που ήταν το πρόσωπο που κατήρτισε τα way bills, όμως αυτό κρίνω ότι αυτό δεν είναι μοιραίο. Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία[5] όμως δεν τα εξετάζω μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία, περιλαμβανομένης, όπως ανέφερα και της προφορικής μαρτυρίας η οποία κρίθηκε αξιόπιστη[6]. Η μαρτυρία, στο σύνολο της, οδήγησε στο εύρημα ότι τα way bills τα οποία κατατέθηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου 3, καταδεικνύουν ότι η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη και η Εναγόμενη παρέλαβε από την Ενάγουσα τις ποσότητες καυσίμων που αναγράφονται στο έκαστο way bill. Η μαρτυρία οδήγησε επίσης σε εύρημα ότι το κάθε τιμολόγιο που κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 3, αντιπροσωπεύει τη συμφωνημένη χρέωση που αντιστοιχεί σε έκαστο way bill. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, παρουσιάζει το οφειλόμενο υπόλοιπο όπως αυτό προκύπτει από τα εκδοθέντα τιμολόγια για την περίοδο μέχρι 16.12.2008 και μετά την αφαίρεση των πληρωμών που έγιναν από την Εναγόμενη καθώς και ότι και το τιμολόγιο υπ' αριθμό SSI/00935/2009-2009 επίσης δεν έχει πληρωθεί. Σημειώνω ότι δεν προκύπτει από τη μαρτυρία, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη, ότι η Εναγόμενη αμφισβήτησε ποτέ τα τιμολόγια ή τις χρεώσεις που αυτά αφορούσαν. Στρέφομαι τώρα στην υπεράσπιση της Εναγόμενης, ξεκινώ από το βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων[7]. Με την Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς τους οποίους έχω παραθέσει πιο πάνω και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Πέραν και εκτός της δικογραφίας, ο ΜΥ1 αμφισβήτησε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του τις υπογραφές των way bills, Τεκμήριο
  21. Παρενθετικά να αναφέρω ότι έχοντας μελετήσει όλα τα way bills που κατατέθηκαν ως μέρος του Τεκμήριου 3, διαπιστώνω ότι φέρουν υπογραφή τόσο εκ μέρους του παραδώσασα όσο και εκ μέρους του παραλήπτη. Δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση ισχυρισμός για μη υπογραφή των way bills. Επιπλέον, στο βαθμό που ο ΜΥ1 επιχειρούσε να ισχυριστεί ότι η υπογραφή που έχει τεθεί στα way bills, Τεκμήριο 3, είναι πλαστή, ούτε τέτοιος ισχυρισμός δικογραφείται από την Εναγόμενη. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε επίσης κατά την μαρτυρία του ότι υπήρχε διαρροή καυσίμων από το ντεπόζιτο και ότι από αυτή τη διαρροή προέκυψαν τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά. Ούτε τέτοιος ισχυρισμός περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση της Εναγόμενη. Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε για πρώτη φορά από τον ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ενώ δεν τέθηκε σε κανένα από τους μάρτυρες της Ενάγουσας ώστε να τοποθετηθούν και να απαντήσουν[8]. Συνεπώς δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η συγκεκριμένη θέση παρέχει οποιοδήποτε έρεισμα για προβολή υπεράσπισης από την πλευρά της Εναγόμενης. Ακόμα ένας ισχυρισμός που προβλήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, ο οποίος ήταν εκτός δικογράφων, αφορά τα όσα ισχυρίστηκε ο ΜΥ2 αναφορικά με τη κακή ποιότητα των καυσίμων με τα οποία τους προμήθευε η Ενάγουσα που κατά τον ίδιο προκαλούσαν ζημιά στα οχήματα της Εναγόμενης. Και πάλιν κρίνω ότι δεν μπορεί η θέση αυτή να ληφθεί υπόψη για την απόφαση των επίδικων θεμάτων. Κανένας τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται και δεν τέθηκε στους μάρτυρες της Ενάγουσας ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο ΜΥ2 είχε το ακαδημαϊκό ή εμπειρικό ή επαγγελματικό υπόβαθρο εξειδικευμένων γνώσεων ώστε τα όσα ανέφερε σχετικά με τα ζητήματα αυτά να θεωρηθεί ως εμπειρογνωμοσύνη ή να μπορώ να της αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο μόνος θετικός ισχυρισμός που προβάλλεται στην Υπεράσπιση σε σχέση με την οφειλή είναι ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό ή, εάν οφείλει, τότε το ποσό της οφειλής είναι μικρότερο από αυτό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Επί αυτού, υπενθυμίζω το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας που προσκόμισε η Ενάγουσα ενώ και το ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 έχει απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Ειδικότερα, επί τούτου επισημαίνω ότι παρά τον ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι δεν αποδέχεται την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, γιατί έχει δικές του αποδείξεις και τεκμήρια, όπως είπε σε σχέση με την οφειλή, δεν έχει προσκομίσει οτιδήποτε σχετικό στο Δικαστήριο. Συνεπώς, ο αντίστοιχος ισχυρισμός στην Υπεράσπιση παραμένει μετέωρος και δεν μπορώ να του προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα ή αποδεικτική αξία. Σύμφωνα με τα ευρήματα, αποτελούσε όρο της μεταξύ των μερών συνεργασίας ότι τα τιμολόγια θα εξοφλούνταν εντός 1ος μηνός από την έκδοση τους. Το γεγονός όμως ότι η Ενάγουσα συνέχιζε να προμηθεύει την Εναγόμενη με καύσιμα παρά το ότι δεν τηρείτο η καθορισμένη προθεσμία, δεν συνιστά υπεράσπιση. Δεν μπορεί η Εναγόμενη να επικαλεστεί προς όφελος της, δική της παράβαση της υποχρέωσης της να πληρώνει εντός συγκεκριμένου χρόνου τις οφειλές της. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα, με αποδεκτή, αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία απέσεισε το βάρος απόδειξης και απέδειξε τη βάση αγωγής της και τις αξιώσεις της στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €27.269,16 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v
(1)Αντώνης Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014 [4] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 [5] Ενδεικτικά Palatino Development Ltd v Telectronics Com. Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 962 [6] Phipson on Evidence 12η έκδοση, σελ 1878 [7] Ενδεικτικά Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 [8] Adidas v Jonedixo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.