← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. G.P.A. Fashion Market Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2077/10, 20/2/2015

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. G.P.A. Fashion Market Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2077/10, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2077/10 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα - και -

  1. G.P.A. Fashion Market Limited (Α.Ε. 023515)
  2. Μαρία Μιτσηγιώργη (ΑΔΤ 524450)
  3. Αλέξανδρος Μιτσηγιώργης (ΑΔΤ 864580) Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/1/15 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2 και 3 - Αιτητές: κος Κασιανής για Ανδρέα Μαθηκολώνη Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ε. Οικονόμου για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφού η δικηγόρος της Ενάγουσας δήλωσε στις 26/11/14 ότι έκλεινε την υπόθεση της, την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 26/11/14, άρχισε η παρουσίαση της υπεράσπισης των Εναγομένων 2 και 3 με πρώτη μάρτυρα υπεράσπισης την Εναγόμενη 2, ΜΥ1, της οποίας μέρος της εξέτασης της έλαβε τη μορφή δήλωσης - κατάθεσης. Αμέσως μετά την εξέλιξη αυτή, δηλαδή της κατάθεσης της δήλωσης - κατάθεσης της ΜΥ1, ζητήθηκε από την κα Οικονόμου και εγκρίθηκε, αίτημα αναβολής. Η συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης ορίστηκε στις 8/12/14 οπότε την ημερομηνία αυτή ζητήθηκε άδεια για απόσυρση από δικηγόρος των Εναγομένων 2 και 3 από τον κ. Ιωάννου με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγομένης 2 που μετέφερε και τη συγκατάθεση του Εναγομένου
  4. Άδεια δόθηκε και η συνέχιση της ακρόασης ορίστηκε στις 12/1/15 με σκοπό να διορίσουν νέο δικηγόρο. Στις 12/1/15 παρουσιάστηκε ο κ. Μαθηκολώνης ως δικηγόρος των Εναγομένων 2 και 3 και πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι είχε καταχωρηθεί την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 12/1/15 αίτηση τροποποίησης η οποία ορίστηκε στις 2/2/
  5. Με τη σύμφωνη γνώμη των δικηγόρων των διαδίκων το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης στις 12/1/15 και την όρισε για ακρόαση στις 21/1/15 με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης. Τελικά η αίτηση ορίστηκε στις 10/2/15 οπότε και αγόρευσαν οι συνήγοροι. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «1) Παράγραφος 25
  6. Χωρίς επηρεασμό των υπερασπίσεων ή και των ισχυρισμών τους ως αναφέρονται ανωτέρω, οι εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι επίδικες υποθήκες Υ4137/07 και Υ846/04 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και η Υποθήκη Υ9005/99 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ή/και οι δηλώσεις υποθηκών ή/και οι συμβάσεις υποθηκών είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες και δέον όπως εξαλειφθούν για τους ακόλουθους λόγους:- 25.1 Παραδέχονται καταρχήν ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν δηλώσεις υποθήκης και έγγραφα υποθήκης ή και συμβάσεις υποθήκης για την υποθήκευση των αναφερομένων στις επίδικες υποθήκες ακινήτων για εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 όπως αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα των υποθηκών. 25.2 Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι δηλώσεις υποθηκών ή και οι συμβάσεις υποθηκών που υπογράφηκαν είναι παράνομες ή και άκυρες με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 4

(1), 5
(1)&
(2), 8(α), (β) και (γ), 10 & 21
(1)(γ), (δ), (ε), και
(2)του Ν9/65 και εν πάση περιπτώσει οι επίδικες υποθήκες ή και η εγγραφή τους είναι παράνομες διότι το περιεχόμενο ή και οι όροι ή και οι πρόνοιες των επίδικων δηλώσεων ή και των συμβάσεων υποθηκών δεν είναι σύμφωνες ή και είναι αντίθετες ή και παραβιάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ), (δ), (ε) &
(2)του Ν9/65 και κατά συνέπεια η υποθήκευση των επίδικων ακινήτων περιουσιών είναι άκυρες ή και έγιναν παράνομα και δέον όπως ακυρωθούν για τους ακόλουθους λόγους: (Ι) Διότι με βάση τις επίδικες δηλώσεις ή και συμβάσεις υποθηκών που τις συνοδεύουν το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) και τούτο διότι με βάση τους όρους της δήλωσης υποθήκης ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα που εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζονται ούτε είναι δυνατό να υπολογιστούν και με αποτέλεσμα να δημιουργείται υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να καταβάλει ποσό πέραν του ποσού της υποθήκης χωρίς να καθορίζεται παράλληλα το μέγιστο ποσό της πιθανής υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη. (ΙΙ) Διότι με βάση το περιεχόμενο της δήλωσης υποθήκης ή και της σύμβασης υποθήκης, ο τόκος ή και το ποσοστό επιτοκίου δεν είναι καθορισμένος ούτε και δυνάμενος να προσδιορισθεί όπως προβλέπεται στο σχετικό άρθρο της Νομοθεσίας που αναφέρεται ανωτέρω. (ΙΙΙ) Διότι ο καθορισμός του επιτοκίου στις επίδικες δηλώσεις ή και τις συμβάσεις υποθηκών ως κυμαινομένου ή και ως διαφοροποιημένου με βάση τις πρόνοιες των εν λόγω εγγράφων καθιστά το ποσοστό του επιτοκίου μη καθορισμένο ούτε δυνάμενο να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό όπως επιβάλλεται από τη νομοθεσία. (IV) Διότι με βάση τους όρους της επίδικης δήλωσης και κυρίως της σύμβασης υποθήκης η υποθήκη καλύπτει υποχρεώσεις που είναι εκτός των προνοιών ή και των περιορισμών που τίθενται με βάση το άρθρο 21
(1)(γ) του ως άνω νόμου με βάση το οποίο η υποθήκη επιτρέπεται να καλύπτει αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου πλέον τόκους και έξοδα για την εκποίηση της υποθήκης. 2) Παράγραφος 26
  1. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ως άνω αναφερόμενες επίδικες υποθήκες ή και δηλώσεις υποθηκών ή και συμβάσεις υποθηκών είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες διότι καταρτίστηκαν ή και ενεγράφησαν για εξασφάλιση υποχρεώσεων ή και χρεών που είχαν καταρτιστεί καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού ή και του Καταστατικού Εγγράφου της Εναγομένης 1 Εταιρείας ή και διότι καταρτίστηκαν Ultra Vires των σκοπών και των εξουσιών της εναγομένης 1 εταιρείας αφού καταρτίστηκαν με σκοπό να χρηματοδοτηθεί η εναγομένη 1 εταιρεία για πληρωμή χρεών ή και υποχρεώσεων τρίτων προσώπων ή και για λόγους για τους οποίους η εταιρεία δεν είχε δικαίωμα ή και εξουσία με βάση το Ιδρυτικό και Καταστατικό της Έγγραφο να διενεργήσει. 3) Παράγραφος 27
  2. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι επίδικες συμφωνίες χρηματοδότησης ή και για την παροχή χρηματοδοτικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες στην εναγομένη 1 καταρτίστηκαν καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού ή και του Καταστατικού Εγγράφου της εναγομένης εταιρείας ήτοι για σκοπούς έξω από τις πρόνοιες του Ιδρυτικού ή και του Καταστατικού Εγγράφου γης εναγομένης 1 ή και εκτός των σκοπών (Ultra Vires των σκοπών) της εναγομένης με βάση το Ιδρυτικό ή και το Καταστατικό Έγγραφο της Εναγομένης 1 και κατά συνέπεια οι εν λόγω επίδικες συμφωνίες είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες. 4) Παράγραφος 28
  3. Τέλος οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επίδικες εγγυήσεις των εναγομένων 2 και 3 είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες διότι παραχωρήθηκαν για την εξασφάλιση παράνομων ή και μη εισπράξιμων χρεών όπως αναφέρεται τις προηγούμενες παραγράφους ανωτέρω. Β. Δια της αναρίθμησης των παραγράφων 25 και 26 της ήδη Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης ως νέες παραγράφους 29 και 30.» Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται εις την ένορκο δήλωση της Μαρίας Ζαρίφη, Εναγόμενη 2, και με αυτήν επισυνάπτονται δύο τεκμήρια. Με την ένορκο δήλωση εξηγείται γιατί ζητείται τώρα η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν θα επηρεασθεί η άλλη πλευρά και ούτε θα δημιουργηθούν σε αυτή ανυπέρβλητα προβλήματα ούτε και θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η Ενάγουσα, ενώ αποδίδει στον προηγούμενο δικηγόρο προχειρότητα στην ετοιμασία της Υπεράσπισης του και με πολλές ελλείψεις και ανεπάρκεια σύμφωνα με αυτή, κατά τον κ. Μαθηκολώνη. Η Ενάγουσα έφερε ένσταση στην αίτηση και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «
  4. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και τη μαρτυρία δύο μαρτύρων.
  5. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε αφού παρήλθαν πολλά χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής και ενάμιση χρόνος από την καταχώριση της αιτηθείσας προς τροποποίηση Έκθεση Υπεράσπισης.
  6. Το Ιδρυτικό έγγραφο της εναγόμενης εταιρείας 1 βρισκόταν ανέκαθεν ή από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας στην κατοχή των εναγομένων 2 και 3 - αιτητών επομένως δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης.
  7. Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την παρούσα αίτηση, ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας ή/και ακροαματικής διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης.
  8. Η αλλαγή δικηγόρου των εναγομένων 2 και 3 - αιτητών δεν παρέχει, αφ' ευατής, λόγο για την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους, αλλά ούτε και δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης τους.
  9. Η αίτηση είναι καταχρηστική ή/και έχει σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας.
  10. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα ή/και ειδικές περιστάσεις που δύνανται να στηρίξουν ή/και να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης σε αυτό το στάδιο.
  11. Η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα.
  12. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, τότε η δίκη θα εκτροχιαστεί από την προσδιορισθείσα πορεία της με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά τα δικαιώματα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση.
  13. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα δημιουργηθεί σοβαρό διαδικαστικό θέμα διότι οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση θα υποχρεωθούν να επανακλητεύσουν μάρτυρες.
  14. Εάν η αιτούμενη τροποποίηση ήταν δικογραφημένη και εις γνώση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση προτού κλείσουν την υπόθεση τους, θα είχαν την ευκαιρία να επεκταθούν και να επεξηγήσουν, δικαιολογήσουν και τεκμηριώσουν όλα τα στοιχεία που περιέχονται στα ήδη κατατεθειμένα από αυτούς τεκμήρια.
  15. Με την παρούσα αίτηση τους, οι εναγόμενοι 2 και 3 - αιτητές παραβιάζουν το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο.
  16. Έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα έπληττε ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, αλλά και της δικαιοσύνης, που είναι συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσης της (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος).» Η ένσταση βασίζεται στη Δ.25, Δ.48 Θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης ή/και εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κ. Μαρίας Πέτρου. Δεν κρίνω σκόπιμο να γίνει αναφορά τώρα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αφού από τη μία αυτή αποτελεί ουσιαστικά επανάληψη των λόγων ένστασης σε μεγαλύτερη έκταση και με περισσότερες λεπτομέρειες και από την άλλη θα γίνει αναφορά σε αυτή κατωτέρω όπου το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο. Οι δικηγόροι των διαδίκων με τις αγορεύσει τους ουσιαστικά επανέλαβαν όσα αναφέρονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και με επίκληση σχετικής νομολογίας επιχειρηματολόγησαν ως προς την ορθότητα των εισηγήσεων της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association 1883 32 WR 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 ALL ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου 1985 1 Α.Α.Δ. 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. 1991 1 Α.Α.Δ. 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navegation Ltd κ.α. 1989 1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα 1992 1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 Α.Α.Δ. 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents 1994 1 A.A.Δ. 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.99). Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4) 1983 1 Α.Α.Δ. 714). Οι ίδιες αρχές επαναβεβαιώθηκαν στην Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.ά., Πολιτική Έφεση 79/09, ημερ. 4/5/2012 στην οποία ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Καθώς και στην υπόθεση Kayat Traiding Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4/3/2013, στην οποία αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Ιωσηφίδης v. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολιτική Έφεση 239/11, ημερ. 23/10/13. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 αφού αναφέρεται ότι τα γεγονότα επί των οποίων επιχειρήθηκε η τροποποίηση της υπεράσπισης ήταν γνωστά προ πολλού λέχθηκαν τα εξής: «Κάτω από τις περιστάσεις, η επάνοδος, μετά από πάροδο δύο ετών, σε όσα θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί για να ανατραπεί εκ νέου ο προγραμματισμός που έγινε προς ακρόασης της υπόθεσης, θα δημιουργούσε ζήτημα, όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε σχέση με το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων σε εύλογο χρόνο». Έτσι επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αίτηση. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε δύο χρόνια και τέσσερις μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και δύο μήνες μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των Εναγόντων. Ο Πικής Δ. δικαιολογώντας την απόρριψη της αίτησης ανάφερε τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως επισημάναμε στη Γιάννη ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 334. "... Παρέκκλιση από τους Θεσμούς πρέπει να αντιμετωπίζεται στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και, εν πάση περιπτώσει, σε χρονικό στάδιο που να μην επηρεάζονται δυσμενώς, είτε τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ή να καταστρατηγούνται οι Θεσμοί, οι οποίοι οριοθετούν το πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τη θεραπεία παρεκκλίσεων από τους Θεσμούς πρέπει να αιτιολογείται· όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για την παροχή θεραπείας." Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, είχα την ευκαιρία να συνοψίσω τις αρχές που διέπουν και να αναφερθώ στους παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε αίτημα για τη χορήγηση άδειας τροποποίησης των δικογράφων. Η παροχή άδειας για τροποποίηση σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, όπως επισημαίνεται, ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου....". Σε πρόσφατη απόφαση μας, στη Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη & Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης, που υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης (μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και της προσαγωγής της μαρτυρίας αριθμού μαρτύρων για την υπεράσπιση), απορρίφθηκε στην απουσία, μεταξύ άλλων, ικανοποιητικής αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή του. Η ανάγκη για τροποποίηση είχε προκύψει εξαιτίας της αλλαγής του δικηγόρου των εναγομένων και της επαναθεώρησης των γεγονότων που άπτονταν της υπεράσπισης. Η προβολή νέας υπεράσπισης, στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Η τροποποίηση επιζητείται, παρά τις συνέπειες της στη δίκη, χωρίς να έχει παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Από την υπόθεση Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 που γίνεται αναφορά στην υπόθεση Kallice, ανωτέρω, που επίσης απορρίφθηκε η αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης η οποία υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, ήτοι μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των Εναγόντων και της προσαγωγής μαρτύρων υπεράσπισης, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Η μόνη εξήγηση η οποία παρέχεται στην ένορκη ομολογία η οποία υποστηρίζει την αίτηση, για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, αφορά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Ο νέος δικηγόρος των εναγομένων κρίνει την τροποποίηση αναγκαία μετά από επαναθεώρηση της υπόθεσης των πελατών του. Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την τροποποίηση. Αντίθετα, αυτή θα επέφερε μεταβολή του πλαισίου της δίκης και θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της.» Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης παρατηρώ ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, ήτοι στη Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.2, αφού η τροποποίηση ζητείται για γεγονότα που καλύπτονται από την Δ.25 Θ.1. Επίσης η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, της Εναγομένης 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 3, στην οποία εκτίθεται το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση και υπογραμμένη και σφραγισμένη την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αίτηση. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση σχετική είναι η υπόθεση LOUIS VUITTON ή Δέρμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 στην οποία τονίστηκε ότι αυτός που προβαίνει σε ένορκη δήλωση πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις όμως ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση εφόσον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Ένορκη δήλωση που δεν συμβαδίζει με την πιο πάνω προϋπόθεση είναι αντικανονική και δεν λαμβάνεται υπόψη. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 27/7/10 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος. Η αγωγή σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Μαρίας Αθανασίου που υποστήριζε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση, δεν επιδίδετο γιατί στη διεύθυνση της Εναγομένης 2, που ήταν η μοναδική διευθύντρια της Εναγόμενης 1, όπου και διέμενε και ήταν και η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, αν και ακούονταν ομιλίες όπως την πληροφόρησε ο επιδότης που ανέλαβε την επίδοση, η Εναγόμενη 2 δεν του άνοιγε την πόρτα. Να σημειωθεί ότι ο επιδότης μίλησε μαζί της στο τηλέφωνο αλλά αρνείτο να παραλάβει την αγωγή. Υπό αυτές τις περιπτώσεις επιτράπηκε υποκατάστατος επίδοση για την Εναγόμενη 2 με θυροκόλληση η οποία επιτεύχθηκε στις 5/6/13 όπως και για την Εναγόμενη 1 εναντίον της οποίας εκδόθηκε απόφαση. Αφού έγινε η επίδοση με αυτόν τον τρόπο καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για τους Εναγόμενους 2 και 3 στις 17/6/13 από τον δικηγόρο Μιχάλη Γ. Ιωάννου. Η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο στις 4/9/
  1. Απάντηση σε αυτή καταχωρήθηκε στις 20/12/
  2. Για πρώτη φορά ορίστηκε για ακρόαση στις 29/9/14 από το παρών Δικαστήριο ότε και άρχισε την ίδια ημέρα. Έγινε τροποποίηση της παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης και τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 27/10/14 ενώ νέα υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 3/11/14 και απάντηση σε αυτή στις 7/11/
  3. Τοιουτοτρόπως συνεχίστηκε η ακρόαση στις 17/11/14 όπως προγραμματίστηκε. Στις 26/11/14 που ορίστηκε πάλι για συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης, όπως ήδη λέχθηκε, η δικηγόρος της Ενάγουσας έκλεισε την υπόθεση της και άρχισε την υπόθεση της η Υπεράσπιση με την μαρτυρία της Εναγομένης 2 η οποία έλαβε την μορφή δήλωσης - κατάθεσης ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η υπόλοιπη πορεία της υπόθεσης ήδη έχει αναφερθεί στην αρχή της απόφασης. Η Εναγόμενη 2 αναγνωρίζει στην παρ. 2 της ένορκης δήλωσης της ότι η αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο. Η δικαιολογία που προβάλλει για την καθυστέρηση, όπως η ίδια αναφέρει, περιέχεται στις παρ. 3-7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Αυτές μπορούν να συνοψισθούν στα εξής. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Ενάγουσας και την έναρξη παρουσίασης της δίκης της Υπεράσπισης στις 26/11/14, και όχι 8/12/14 όπως η ίδια αναφέρει στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση, προτού προχωρήσει η διαδικασία αντιλήφθηκε ότι η Έκθεση Υπεράσπισης που είχε καταχωρήσει ο δικηγόρος της κ. Ιωάννου είχε ετοιμαστεί χωρίς κατάλληλη προετοιμασία και με πολλές ελλείψεις κατά τρόπο που θα ήταν αδύνατο για τη δική τους πλευρά να υπερασπιστούν με επιτυχία. Έτσι μετά την εν λόγω διαπίστωση δήλωσε στο Δικαστήριο ότι διαφωνεί με τον χειρισμό της υπόθεσης με τον δικηγόρο της και ζήτησε χρόνο από το Δικαστήριο για να διορίσει άλλο δικηγόρο για να αναλάβει τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Έτσι, κατά τον ισχυρισμό της, αφού το Δικαστήριο αποδέχθηκε την παραίτηση του δικηγόρου της όρισε την υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης στις 12/1/15 για να εξεύρει άλλο δικηγόρο. Αφού αποτάθηκε σε άλλους δικηγόρους που ονομάζει και δεν αποδέχθηκαν διορισμό, τελικά στις 29/12/14 αποδέχθηκε να τους εκπροσωπήσει ο κ. Μαθηκολώνης. Αφού μελέτησε το φάκελο ο κ. Μαθηκολώνης τους ανάφερε ότι διαπίστωσε ότι πράγματι η Έκθεση Υπεράσπισης δεν ήταν η πρέπουσα και δεν τους κάλυπτε να προβάλουν τους ισχυρισμούς που ήθελαν. Τους πληροφόρησε επίσης ότι η Υπεράσπιση έπρεπε σε κάποιο βαθμό να τροποποιηθεί για να εγερθούν έστω και κάποια θέματα. Ως εκ τούτου ανέθεσαν στον κ. Μαθηκολώνη να προχωρήσει με αίτηση τροποποίησης όπως υπό τις συνθήκες θα έκρινε ορθό αφού μελετούσε την μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Γι' αυτούς τους λόγους υπέβαλαν την παρούσα αίτηση διότι υπό τις συνθήκες ο κ. Μαθηκολώνης τους πληροφόρησε ότι δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει την μελέτη του με την απαραίτητη λεπτομέρεια για να ετοιμάσει τις τροποποιήσεις που θα έπρεπε να επιδιώξουν για να υποβληθεί η παρούσα αίτηση. Κατά την ίδια, και όπως την πληροφόρησε και ο κ. Μαθηκολώνης, οι απαιτούμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την άλλη πλευρά, ούτε θα προκαλέσουν ανυπέρβλητα προβλήματα ούτε και ζημιά στην Ενάγουσα που να μην είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Εξ' άλλου οι αιτούμενες τροποποιήσεις στηρίζονται στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια από την Ενάγουσα και επίσης στο ιδρυτικό έγγραφο της Εναγομένης 1 που επισύναψε με την ένορκη δήλωση της. Παραπέμπει δε στην παράγραφο 3(1Δ) του ιδρυτικού εγγράφου για να καταδείξει ότι η Εναγόμενη 1 δικαιούται να συνάψει δάνεια ή να εξασφαλίσει χρήματα χωρίς περιορισμούς για τους σκοπούς των εργασιών της ή εν σχέση με αυτούς. Για τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα αίτηση υποβάλλεται εξ' ανάγκης αλλά και για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Εάν δεν τους επιτραπεί η τροποποίηση, είναι ισχυρισμός της, δεν θα μπορέσουν να υπερασπιστούν με επιτυχία και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Τέλος αναφέρει ότι δυστυχώς ο προηγούμενος δικηγόρος της προχώρησε στην ετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισης χωρίς να τους συμβουλευτεί ή και με πολλή προχειρότητα με αποτέλεσμα σήμερα να βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση αφού σύμφωνα με τον κ. Μαθηκολώνη η Υπεράσπιση που κατέθεσε ο κ. Ιωάννου έχει πάρα πολλές ελλείψεις ή και είναι ανεπαρκής. Πρώτα να σημειωθεί ότι στις 26/11/14 δεν ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους της Υπεράσπισης γιατί τέθηκε θέμα, είτε εκ μέρους της Εναγομένης 2 όταν κατάθεσε τη δήλωση - κατάθεση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, είτε εκ μέρους του δικηγόρου της, ότι έγινε αντιληπτό από αυτήν ότι υπήρχαν ελλείψεις στην Έκθεση Υπεράσπισης, αλλά αίτημα για αναβολή υποβλήθηκε από την κα Οικονόμου, δικηγόρο της Ενάγουσας, γιατί δεν της είχε δοθεί από προηγουμένως η δήλωση - κατάθεση της ΜΥ1 και ήθελε χρόνο για να τη μελετήσει. Αν δεν ζητούσε αναβολή η κα Οικονόμου, η ακρόαση της υπόθεσης θα συνέχιζε κανονικά με τη μαρτυρία της ή και άλλου μάρτυρα εάν είχε. Επομένως η Εναγομένη 2 προβάλλοντας αυτό τον ισχυρισμό δεν λέει την αλήθεια. Στις 8/12/14 ο κος Ιωάννου ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσυρθεί από δικηγόρος των Εναγομένων 2 και 3 γιατί αυτό επιθυμούσαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, χωρίς να αναφερθεί τίποτε περισσότερο, και αφού η Εναγόμενη 2, εκπροσωπώντας και τον Εναγόμενο 3, συμφώνησε, δόθηκε η άδεια από το Δικαστήριο. Αρχίζοντας την εξέταση της αιτούμενης τροποποίησης από το λόγο που αφορά την αλλαγή του δικηγόρου των Εναγομένων 2 και 3 είναι αρκετό το Δικαστήριο να παραπέμψει στη νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω, ότι δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο να εγκριθεί αίτηση για τροποποίηση. Ένας από τους κύριους ισχυρισμούς της ομνύουσας, για αιτιολόγηση της αιτούμενης τροποποίησης, είναι τα προβλεπόμενα στην παρ. 3(1Δ) του ιδρυτικού εγγράφου της Εναγόμενης 1, για να καταδείξει ότι, ενώ προβλέπεται ότι μπορεί αυτή να συνάπτει δάνεια ή να εξασφαλίζει χρήματα για τους σκοπούς των εργασιών της ή σε σχέση με αυτούς, τα αξιούμενα ποσά από την Ενάγουσα εναντίον της Εναγομένης 1 και των εγγυητών αυτής, Εναγομένων 2 και 3, δεν έχουν σχέση με τους σκοπούς των εργασιών της Εναγομένης 1 ή σε σχέση με αυτούς, αφού καταρτίστηκαν με σκοπό να χρηματοδοτηθεί η Εναγόμενη 1 για πληρωμή χρεών ή υποχρεώσεων τρίτων προσώπων. Επίσης ένας άλλος λόγος είναι ότι είναι σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Ν.9/
  4. Κατ' αρχάς το ιδρυτικό έγγραφο ήταν ανέκαθεν στα χέρια της αφού τότε ήταν διευθύντρια, αλλά και να μην ήταν εύλογα μπορούσε να το βρει όταν θα ετοιμάζετο η Υπεράσπιση τους. Επίσης τα γεγονότα που σχετίζονται με αυτά τα θέματα ήταν και πάλι από τότε σε γνώση τους ή εύλογα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση τους από τότε, όταν δηλαδή ετοίμασαν την Υπεράσπιση τους. Ειδικά για τα θέματα των υποθηκών, που ζητείται η τροποποίηση με την προσθήκη, μετά την παρ. 24 της Έκθεσης Υπεράσπισης, των προτιθέμενων νέων παραγράφων 25, 26 και 27 ως αυτές εμφαίνονται στην αίτηση, αυτά ήταν σε γνώση τους από τότε, αφού με την παρ. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης προβάλλεται ειδικά από την Εναγόμενη 2 ότι η υποθήκη Υ9005/09 είναι άκυρη ή ακυρώσιμη γιατί αυτή προσφέρθηκε πριν την αίτηση της Εναγόμενης 1 για παροχή δανείου από την Ενάγουσα. Επομένως μπορούσε από τότε που καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης, η Εναγόμενη 2 να εγείρει και οιονδήποτε άλλο θέμα επιθυμούσε. Επίσης ο Εναγόμενος 3 με την παρ. 17 της υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι δεν ετηρήθησαν οι απαραίτητες νομικές προϋποθέσεις κατά την εγγραφή της υποθήκης Υ4137/07 προς όφελος της Ενάγουσας, ούτε εξηγήθηκαν σε αυτόν οι δεσμεύσεις που αναλάμβανε και ως εκ τούτου η εγγραφή υποθήκης είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Επομένως αν επιθυμούσε να προβάλει τις θέσεις που τώρα επιθυμεί, θα μπορούσε να το πράξει στα πλαίσια της παραγράφου 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ενώ σε σχέση με την υποθήκη Υ846/04, που αναφέρεται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Εναγόμενος 3 με την παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης αρνείται την συμφωνία με βάση την οποία έγινε η υποθήκη και αρνείται και την ίδια την υποθήκη. Να σημειωθεί ότι με την παράγραφο 25.1 που επιθυμούν να προσθέσουν οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδέχονται ότι υπέγραψαν, δηλώσεις και/ή έγγραφα και/ή συμβάσεις υποθήκης για την εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 και ως εκ τούτου για την υποθήκη Υ846/04 αλλάζει εντελώς η θέση του Εναγομένου
  5. Από την άρνηση μεταβαίνει στην κατάφαση και συνάμα για όλες τις υποθήκες θέτει τα πράγματα σε μια εντελώς νέα βάση με την επιδιωκόμενη τροποποίηση. Η Ενάγουσα παρουσίασε την υπόθεση της και δεν θα έχει την ευκαιρία να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση, αν επιτραπεί. Η εισήγηση ότι σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επανακαλέσει μάρτυρες ή να κληθούν μάρτυρες για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 2 και 3, αναδεικνύει και την εκτροπή από την κανονική πορεία της δίκης, γεγονός ανεπιθύμητο που μόνο σε σπάνιες και εξαιρετικές περιπτώσεις διατάσσεται όπως αναδεικνύεται μέσα από τον νομολογία, στις οποίες δεν εμπίπτει η περίπτωση μας. Όσον αφορά δε τις εγγυήσεις που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, ζητείται όπως προστεθεί η παράγραφος 28 στην οποία αναφέρεται ότι αυτές είναι παράνομες και άκυρες διότι παραχωρήθηκαν για την εξασφάλιση παράνομων ή και μη εισπράξιμων χρεών όπως αναφέρεται στις παρ. 25, 26 και 27 που επιζητείται η προσθήκη τους. Ότι έχει αναφερθεί πιο πάνω από το Δικαστήριο για την επιζητούμενη προσθήκη των παραγράφων 25, 26 και 27 ισχύει και για το θέμα των εγγυήσεων. Επίσης με την παράγραφο 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης η Εναγόμενη 2 αρνείται την παρ. 18 της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρεται στην εγγύηση και μάλιστα την ίδια την χορήγηση δανείου που καταγράφεται στην παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης. Ακόμη με την παράγραφο 18 της Έκθεσης Υπεράσπισης αρνείται την παράγραφο 25 της Έκθεσης Απαίτησης και θέτει την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Τοιουτοτρόπως έθετε τις βάσεις για αντεξέταση των όποιων μαρτύρων παρουσίαζε η Ενάγουσα για όλα τα θέματα που σχετίζονταν με την παροχή δανείου και των εγγυήσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, εκτός του ότι θα εκτρέπετο η δίκη από την κανονική της πορεία εάν εγκρίνετο η αίτηση τροποποίησης, θα έπληττε ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα της Ενάγουσας αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσης της. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2 και
  6. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.