← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. TIMOTHY ASHLEY SPARKS κ.α., Αρ. Αγωγής: 2308/12, 13/2/2015

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. TIMOTHY ASHLEY SPARKS κ.α., Αρ. Αγωγής: 2308/12, 13/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2308/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα - και -

  1. TIMOTHY ASHLEY SPARKS
  2. S.N.S SUPERHOUSES DEVELOPMENT LTD Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8/10/14 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 3/4/13 ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κος Καραμανώλη για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κος Αναγνώστου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της εναντίον του ερήμην απόφασης που εκδόθηκε στις 3/4/
  3. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Ε.Κ. 44/01, Ε.Κ. 1393/07, στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Γαβριήλ Πέτρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μαθηκολώνη και συνεργάζεται με τον δικηγόρο του Εναγομένου
  4. Γνωρίζει τα γεγονότα από τα έγγραφα που του έδωσε ο Εναγόμενος 1 από τον οποίο είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αφού πρώτα αναφέρθηκε στη συμφωνία αγοράς της κατοικίας εκ μέρους του Εναγομένου 1 από την Εναγόμενη 2 και στη σύμβαση δανείου μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Ενάγουσας για την αγορά της κατοικίας, στη συνέχεια δικαιολογώντας τη μη εμφάνιση του ανάφερε ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε και μάλιστα προσωπικά, ως καταγράφεται στην τυποποποιημένη βεβαίωση, του παραρτήματος Ι του Ε.Κ. 1393/07, αφού ήδη από τις 23/9/10 το ακίνητο, στο οποίο ανταποκρίνεται η διεύθυνση που επιδόθηκε η αγωγή, είχε μεταβιβαστεί σε άλλα πρόσωπα, Τεκμήριο 2 στην αίτηση, και είχε μετακομίσει στη νέα διεύθυνση, όπου στις 27/5/14 παρέλαβε την επιστολή, ημερ. 14/5/14, Τεκμήριο 1, των Bevan Kidwell LLP με επισυνημμένο διάταγμα ημερ. 7/5/14, εγγραφής απόφασης του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 3/4/13, στο Queen's Bench Division of the High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου. Για τεκμηρίωση του ισχυρισμού ότι δεν διέμενε στην πρώτη διεύθυνση ο Εναγόμενος 1, επισυνάφθηκε με την ένορκη δήλωση, ειδοποίηση περί επιβολής φορολογίας του Cherwell District Council, Τεκμήριο 3, λογαριασμός άδειας χρήσης τηλεόρασης (TV Licence), Τεκμήριο 6, λογαριασμός παροχής νερού του Thames Water, Τεκμήριο 4, και λογαριασμός υπηρεσίας τηλεφωνίας και διαδικτύου της BT, Τεκμήριο 5, τα οποία αναφέρονται στη δεύτερη διεύθυνση. Περαιτέρω, για να καταδειχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι ούτε πριν ούτε κατά τη σύναψη του δανείου ενημερώθηκε ή έτυχε συμβουλής αναφορικά με την χορήγηση τραπεζικής διευκόλυνσης σε ελβετικά φράγκα ούτε τέθηκαν υπόψη του οι κίνδυνοι που υπάρχουν από τέτοιου είδους δανειοδότηση. Το μόνο που αντιλήφθηκε σε σχέση με το δάνειο ήταν ότι το επιτόκιο θα ήταν σχετικό με το επιτόκιο που είναι συνδεδεμένο με δανεισμό σε ελβετικά φράγκα και δεν αντιλήφθηκε ότι η συναλλαγματική αξία του ελβετικού φράγκου θα είχε οποιονδήποτε ρόλο να διαδραματίσει στο τελικό ποσό που ο ίδιος θα έπρεπε να καταβάλει σε ευρώ για την εξόφληση του. Ακόμα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι στη σύμβαση δανείου σε ελβετικά φράγκα περιέχονται καταχρηστικές ρήτρες που αυξάνουν το συνολικό ποσό πίστωσης. Προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι το ποσό που απαιτεί η Ενάγουσα είναι διογκωμένο καθότι το οφειλόμενο ποσό είναι αποτέλεσμα παράνομων επιβαρύνσεων και υπερχρεώσεων με τόκους και έξοδα που δεν δικαιούται. Η Ενάγουσα για διασφάλιση της εκδοθείσας απόφασης καταχώρησε ένσταση στις 15/12/14 η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Σοφρωνίου υπαλλήλου της, δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτή και γνώστη των γεγονότων. Επισυνάπτεται δε με αυτή αριθμός τεκμηρίων. Προβάλλονται δεκαπέντε

(15)λόγοι ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αντικανονική, απαράδεκτη, κακόπιστη, καταχρηστική, έχει σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία, αν και επιδιώκεται ο παραμερισμός της απόφασης δεν επιδιώκεται ο παραμερισμός της επίδοσης και ως εκ τούτου είναι θνισηγενής, η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και/ή προέρχεται από δικηγόρο χωρίς να καταδεικνύονται επαρκείς λόγοι προς τούτο ή/και τα όσα αναφέρονται από τον ομνύοντα δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη γιατί αποτελούν πληροφορίες από δικηγόρο και όχι από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 και/ή δεν αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η επίδοση ήταν κανονική αφού έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου και τον Ε.Κ. 1393/07, δεν προβάλλεται βάσιμη ή εύλογη δικαιολογία για την μη εμφάνιση του όπως και για την υπέρμετρη καθυστέρηση να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού, δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, η αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας και τέλος ότι ο παραμερισμός της απόφασης θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης, εκτενέστερα, πληρέστερα και λεπτομερέστερα. Αναφορά στους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο. Ως ήταν αναμενόμενο οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους επέμεναν στις θέσεις που προβάλλονται μέσα από την αίτηση και ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς και τα έγγραφα που επισυνάπτονται με αυτές, επικαλούμενοι σχετική νομολογία επί των επίδικων θεμάτων και προβαίνοντας σε ανάλογη επιχειρηματολογία προκειμένου να πείσουν το Δικαστήριο για την ορθότητα της υπόθεσης που προώθησαν ενώπιον του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (Α) Η ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Πριν εξεταστούν τα κύρια θέματα που εγείρονται με την αίτηση, να λεχθεί ότι αυτή στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, στον Ε.Κ. 1393/07, στον Ε.Κ. 44/01 και στο άρθρο 30 του Συντάγματος. (Β) Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ Γι' αυτό το ζήτημα, δηλαδή ότι στην ένορκη δήλωση προβαίνει δικηγόρος και όχι ο Εναγόμενος 1, ο οποίος είναι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, μπορούν να λεχθούν τα εξής: Πράγματι στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Δημητρίου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 επισημάνθηκε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να γίνεται από δικηγόρο και αναμένετο, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Μάλιστα στην προσφυγή 104/05 Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 27/10/05, με μονομελή σύνθεση, η μη επεξήγηση γιατί η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο αν και θεωρήθηκε επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, εντούτοις εξετάστηκε η ουσία και απορρίφθηκε για άλλους λόγους. Ίδια ήταν η προσέγγιση, αν και δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα και στην προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24/3/06 καθώς και στην αίτηση της LI XIN
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 από τον ίδιο Εφέτη, όπως και στην προσφυγή αρ. 925/10 Hinfu Huang v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20/8/10 με μονομελή σύνθεση, από άλλο εφέτη. Όμως η ορθή διάσταση της αρχής επί του θέματος τούτου διατυπώνεται στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rygolovlena κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, υπό τριμελή σύνθεση ως Εφετείο και στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερομηνίας 13/6/13 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο ανέφερε τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση την κάνει δικηγόρος χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από το διάδικο αυτή καθίσταται απορριπτέα. Στην περίπτωση μας μάλιστα δίδεται η εξήγηση ότι ο Εναγόμενος 1 είναι κάτοικος Αγγλίας. Να λεχθεί ότι δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που αναφέρεται στην Investylia ένεκα του ότι την ένορκη δήλωση την κάνει μεν δικηγόρος που συνεργάζεται με το δικηγόρο του Εναγόμενου 1, αλλά την υπόθεση όπως φαίνεται την χειρίζεται άλλος δικηγόρος. Όσον αφορά τη θέση της Ενάγουσας ότι τα γεγονότα ο ομνύων δεν τα πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο 1 αλλά από άλλο δικηγόρο, αρκεί να λεχθεί ότι το μόνο που χρειάζεται είναι ο ομνύων να αναφέρει την πηγή πληροφόρησης του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αναφέρεται με σαφήνεια ότι ο Εναγόμενος 1 του έδωσε τα έγγραφα με βάση τα οποία προέβει στην ένορκη δήλωση, κάτι που σημαίνει ότι από αυτόν πήρε τις πληροφορίες. Επομένως ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. (Γ) Η ΜΗ ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ Καταρχάς γι' αυτό το θέμα αποτέλεσε θέση της Ενάγουσας ότι επειδή δεν επιδιώκεται ο παραμερισμός της επίδοσης καταρρέει αυτόματα και η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Η θέση αυτή προωθήθηκε στην αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας χωρίς όμως να παραπέμψει το Δικαστήριο σε νομολογία. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου τέτοια θέση δεν μπορεί να ευσταθίσει. Από τη στιγμή που ζητείται ο παραμερισμός της απόφασης στη βάση της κακής επίδοσης άμεσα καθίσταται επίδικο θέμα το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια του παραμερισμού της απόφασης. Έπεται ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αυτός ο λόγος και απορρίπτεται. (Δ) ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΕΠΙΔΟΣΗΣ Είναι ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 και θέση που προωθήθηκε από τον δικηγόρο του ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν ήταν αντικανονική και κακή επίδοση. Θεωρώ ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πριν από τα άλλα αφού η επιτυχία του σημαίνει παραμερισμό της απόφασης χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νικόλας Γιωργαλλίδης v. Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, που αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης είχε τεθεί θέμα στην πρωτόδικη διαδικασία, κακής επίδοσης καθότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε σε γραμματέα στο γραφείο του εφεσείοντα που δεν ήταν υπεύθυνο στον επαγγελματικό του χώρο πρόσωπο. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι όντως γι' αυτό το λόγο υπήρξε κακή επίδοση και παραμέρισε την απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας (βλ. Δ.5 Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) το Πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30
(3)(α) και (β) του Συντάγματος).» Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 η οποία αφορούσε αίτηση παραμερισμού, για το λόγο ότι υπήρξε κακή επίδοση ένεκα ότι το κλητήριο ένταλμα αφέθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος. Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητα του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεση της. Ορθά λοιπόν παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση.» Η υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044 αφορούσε αίτηση παραμερισμού από τον εφεσίβλητο για το λόγο ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε στη σύζυγο του, με την οποία κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου του 1999 και δη κατά την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτήν στις 12/2/99, εβρίσκετο σε διάσταση και δεν συγκατοικούσε μαζί της, γι' αυτό και δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποδεχόμενο αυτό το γεγονός παραμέρισε την απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε ότι αφού έγινε αποδεχτός ο λόγος που προέβαλε ο εφεσίβλητος, ότι δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας, τότε έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης να προβάλει την όποια υπεράσπιση του. Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση της δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο. Έγινε δε αναφορά στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060. Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Zehil v. Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ. 678. Στην υπόθεση Νέμιτσας v. Chaparian
(2011)1 Α.Α.Δ. 806 εξηγώντας τη διαφορά που υπήρχε με την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, ανωτέρω, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση μας, η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή καταγραφόταν ρητά και ήταν ζήτημα ποια εκδοχή θα γινόταν αποδεχτή - ή εκείνη του επιδότη, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων στοιχείων του φακέλου, ή εκείνη του εφεσείοντα.» Στην υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος 1 για να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν ήταν δυνατό να έγινε η επίδοση της αγωγής και των άλλων εγγράφων προσωπικά σε αυτόν, όπως αναφέρει η αρμόδια αρχή στην τυποποιημένη βεβαίωση του παραρτήματος Ι του Ε.Κ. 1393/07, επισύναψε μαζί με την ένορκη δήλωση τα τεκμήρια τα οποία ήδη αναφέρθησαν ανωτέρω. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 16/7/12 και μετά από μονομερή αίτηση ημερομηνίας 25/7/12 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αφού έγινε προηγουμένως επίδοση στην Εναγόμενη 2 στις 19/7/12, εκδόθηκε διάταγμα στις 4/10/12 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος με διαταγή εμφάνισης εντός 30 ημερών από την επίδοση και σε περίπτωση μη εμφάνισης κάθε μεταγενέστερη αίτηση θα θεωρείται ως επιδοθείσα αν αναρτηθεί επί του πινακίου του Δικαστηρίου για περίοδο πέντε
(5)ημερών. Ακολούθως καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση ημερομηνίας 8/3/13 για απόφαση λόγω μη εμφάνισης του Εναγομένου 1, η οποία συνοδεύετο από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτετο μεταξύ άλλων η τυποποιημένη βεβαίωση του παραρτήματος Ι του Ε.Κ. 1393/
  1. Σε αυτήν καταγράφεται ξεκάθαρα ότι η επίδοση έγινε προσωπικά στον Timothy Ashley Parks, δηλαδή στον Εναγόμενο 1, στις 18/1/13 στη διεύθυνση 65 Kestrel Way Aylesbury, Buckinghamshire HP19 OGH στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία φέρει σφραγίδα και υπογραφή στο τέλος της δεύτερης σελίδας, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι δεν φέρει ούτε σφραγίδα ούτε υπογραφή. Πράγματι η επιστολή ημερομηνίας 14/5/14 από τους Bevan Kidwell LLP με την οποία επισυνάπτετο και το διάταγμα εγγραφής της επίδικης απόφασης του Ε.Δ. Λάρνακας, Τεκμήριο 1 στην αίτηση, φέρει διεύθυνση Hayford Grange Letchmere Farm Camp Road Upper Hayford Bicester OX25 SLS. Επίσης από το Τεκμήριο 2 στην αίτηση φαίνεται ότι η ακίνητη ιδιοκτησία, που ανταποκρίνεται στη διεύθυνση που καταγράφεται στην αγωγή, μεταβιβάστηκε σε άλλο πρόσωπο στις 23/9/
  2. Ακόμα φαίνεται ότι για την ακίνητη ιδιοκτησία που ανταποκρίνεται στη δεύτερη διεύθυνση επιβλήθηκε φορολογία γι' αυτή στο ζεύγος Sparks για την περίοδο 2/5/08 έως 31/3/09, Τεκμήριο
  3. Περαιτέρω από το Τεκμήριο 5, ημερομηνίας 10/12/12, φαίνεται ότι ο λογαριασμός για τηλεφωνία και διαδίκτυο από την ΒΤ φέρει το όνομα της κυρίας Ashley Sparks και από το Τεκμήριο 6 ότι χρεώθηκε ο κύριος Τ Ashley-Sparks για την άδεια χρήσης τηλεόρασης, ενώ από το Τεκμήριο 4 ο λογαριασμός του νερού για την περίοδο 5/1/12 έως 4/7/12 ήταν στο όνομα του Εναγομένου
  4. Η επίδοση σε μία συγκεκριμένη διεύθυνση γενικά, αλλά και ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση στον Εναγόμενο 1, δεν εξυπακούει και διαμονή ή κατοχή ή ιδιοκτησία της ακίνητης ιδιοκτησίας, που ανταποκρίνεται σε αυτήν. Άρα το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 μπορεί να διέμενε αλλού και να του επιδόθηκε αλλού η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και τα άλλα εγγράφα δεν ανατρέπεται εκ του λόγου που επικαλείται ο Εναγόμενος
  5. Από το Τεκμήριο 3 φαίνεται ότι επιβλήθηκε φορολογία στον κύριο T. Sparks και την κυρία Sparks για την ιδιοκτησία τους στη διεύθυνση Heyford Grange, LETCHEMERE FARM CAMP ROAD UPPER HEYFORD BICESTER OXON OX25 5LS, για την περίοδο 2/5/08 έως 31/3/
  6. Τούτο, με βάση αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, σημαίνει ότι δεν κατείχε το ακίνητο που ανταποκρίνεται στη δεύτερη διεύθυνση μετά που κατά τον ισχυρισμό του μεταβίβασε το ακίνητο που ανταποκρίνεται στη πρώτη διεύθυνση αλλά από πιο πριν. Δεν δίδεται κάποια εξήγηση περί τούτου, έτσι ώστε να αποσαφηνιστεί αυτό το θέμα. Ότι μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ήταν ιδιοκτήτης και των δύο ακινήτων τουλάχιστον από το 2008, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι διέμενε στη δεύτερη διεύθυνση. Από τα άλλα δε τεκμήρια, το μόνο που μπορεί να συναχθεί είναι ότι για την συγκεκριμένη περίοδο στην οποία αναφέρεται το κάθε ένα από αυτά ήταν ο υπόχρεος σε πληρωμή. Από τις χρονολογίες δε που αναφέρονται στα πιο πάνω τεκμήρια, που αναφέρονται από το 2008 έως το 2012, χωρίς να υπάρχει ούτε μία για το έτος 2013, διαφαίνεται ότι δεν παρουσιάστηκε ούτε ένα στοιχείο που να αποδεικνύει θετικά ποια ήταν η διεύθυνση του στις 18/1/13, όταν δηλαδή του επιδόθηκε προσωπικά η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος μαζί με τα άλλα έγγραφα. Η μεταβίβαση και μόνο στις 23/9/10 δεν εξυπακούει ούτε συνέχιση έτσι των πραγμάτων μέχρι τον Γενάρη του 2013 που έγινε η επίδοση, ούτε διαμονή σε αυτό από το πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάστηκε. Έτσι π.χ. θα ήταν ένα πολύ θετικό στοιχείο μια βεβαίωση από την αρμόδια αρχή που να βεβαιώνει ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία που έγινε η επίδοση ζούσε στη συγκεκριμένη δεύτερη διεύθυνση ή ότι ήταν δημότης της συγκεκριμένης κοινότητας που βρίσκεται η αναφερθείσα δεύτερη διεύθυνση κατά τον συγκεκριμένο χρόνο και αντίστοιχη βεβαίωση ότι δεν ήταν δημότης της κοινότητας της πρώτης διεύθυνσης. Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1 αποστάληκε στη δεύτερη διεύθυνση όπου και το παρέλαβε ο Εναγόμενος 1 στις 27/5/14, δεν αλλοιώνει ούτε ανατρέπει τις ως άνω ελλείψεις, αφού κατά το χρόνο που του έγινε η επίδοση, 18/1/13, μπορεί να ανευρέθηκε σε εκείνη την διεύθυνση είτε γιατί διέμενε εκεί είτε γιατί απλώς βρέθηκε εκεί και κατά τον χρόνο που αποστάληκε η επιστολή να διέμενε στην άλλη, δεύτερη διεύθυνση. Με βάση τα ποιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του ότι δεν έγινε σε αυτόν η επίδοση στην διεύθυνση που αναφέρεται στην τυποποιημένη βεβαίωση. (Ε) ΑΡΧΕΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Η απόφαση, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός της, εξεδόθη δυνάμει της Δ.17, λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους του Εναγομένου 1 - Αιτητή. Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10, απόφαση που λαμβάνεται κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartlam, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Orams v. Αποστολίδης
(2006)1 Α.Α.Δ. 140, Καψού v. Alpha Bank
(2008)1 Α.Α.Δ. 1135, Παρασκευόπουλος v. Παρασκευόπουλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 502, Νέμιτσας v. Chaparian
(2011)1 Α.Α.Δ. 806, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314, Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647. Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Επίσης λέχθηκαν και τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. Βλ. επίσης G&A Optus Electronics Services Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (200() 1 Α.Α.Δ. 814, Γεωργίου κ.ά. v. Χριστοδούλου
(2011)1 Α.Α.Δ. 561, Δωρίτης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 314 και Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647. ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης, στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ελένη Ιακώβου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Alkadia, ανωτέρω, Καλλής v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Ευάνθης v. Δημάδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1822, Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 816, Cyber Group Ltd κ.ά. v. Κολιά
(2007)1 Α.Α.Δ. 614, Zehil v. Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ. 678). (Ε)
(1)ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Αρχίζοντας από το θέμα της μη εμφάνισης του Εναγόμενου 1 καταδεικνύεται ότι, αν και του επιδόθηκε προσωπικά η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος και τα άλλα έγγραφα στις 18/1/13, εντούτοις αδιαφόρησε μέχρι που αφυπνίστηκε όταν έλαβε στις 27/5/14 την επιστολή ημερ. 14/5/14, με την οποία επισυνάπτετο και το διάταγμα εγγραφής της απόφασης στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι που σήμαινε ότι επίκειτο ή τροχιοδρομείτο και η εκτέλεση της και ετίθετο πλέον σε κίνδυνο η εκποίηση κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας του, οπότε και αποτάθηκε σε δικηγόρο και κατόπιν αίτησης σε αγγλικό Δικαστήριο εξασφάλισε διάταγμα αναστολής στις 30/6/14. Τέσσερεις
(4)και πλέον μήνες μετά που έλαβε γνώση της εγγραφής της απόφασης στο Ηνωμένο Βασίλειο και τρεις
(3)και πλέον μήνες μετά που εξασφάλισε το διάταγμα αναστολής, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 3/4/13. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι είκοσι
(20)σχεδόν μήνες μετά την επίδοση σε αυτό προσωπικά και τέσσερεις
(4)και πλέον μήνες μετά που έλαβε γνώση της εγγραφής της απόφασης στο Ηνωμένο Βασίλειο αποτάθηκε στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης, δεδομένα που χωρίς αμφιβολία και ενδοιασμό καταδεικνύουν πλήρη αδιαφορία του Εναγομένου 1 στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτή και μόνο η διαπίστωση του Δικαστηρίου συνιστά λόγο για απόρριψη της αίτησης, η οποία αποτελεί και την κατάληξη του Δικαστηρίου. (Ε)
(2)ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 Για πληρότητα της απόφασης θα εξετάσω και το θέμα της ανάδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Όσον αφορά τη θέση του ομνύοντα ότι ο Εναγόμενος 1 έχει εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία στηρίζεται στο ότι η σύμβαση δανείου έγινε σε ελβετικά φράγκα χωρίς να ενημερωθεί ή να τύχει συμβουλής για τους κινδύνους που περιέχει ένα τέτοιο δάνειο και δεν αντιλήφθηκε την έννοια της σύνδεσης του επιτοκίου με το δάνειο σε ελβετικά φράγκα και ότι στη σύμβαση δανείου περιέχονται καταχρηστικές ρήτρες, όπως περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, καθώς και ότι εμπεριέχονται παράνομες και αντισυμβατικές, χρεώσεις, έξοδα, τόκοι ή και άλλες επιβαρύνσεις στο οφειλόμενο ποσό, όσον εύηχοι και ελκυστικοί ακούονται οι ισχυρισμοί αυτοί, εντούτοις για τις χρεώσεις και ή επιβαρύνσεις δεν αναφέρεται τίποτε το συγκεκριμένο το οποίο να υποστηρίζεται από στοιχεία που αναδύονται από την κατάσταση λογαριασμού ή και άλλα έγγραφα και όσον αφορά τις αναφορές για καταχρηστικές ρήτρες, αυτές, όσο και αν πλησιάζουν κατά πολύ με την έννοια των στοιχείων που πρέπει να παρατίθενται από κάποιο που επιδιώκει τον παραμερισμό απόφασης με την δικαιολογία ότι έχει καλή υπεράσπιση, παραμένουν σε επίπεδο διαφοροποιημένης γλωσσικής αναδιατύπωσης των σχετικών περιλαμβανομένων προνοιών και αναφορών στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο αρ. 93(Ι)/1996, μη αποκαλύπτουσες εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αναμένεται ότι ο επικαλούμενος τέτοιον ισχυρισμό θα παρέχει επαρκή στοιχεία, όπως τόπο, χρόνο, πρόσωπα, τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε κλπ, έτσι ώστε αναγνώνοντας κάποιος αυτά να διακρίνει ότι αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Στην περίπτωση μας απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία. Ενόψει των ανωτέρω, ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής από τη μια επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, τέτοια που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας και από την άλλη δεν κατόρθωσε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με €1200 έξοδα συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1. (Υπ.) ........... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.