Γιάννος Θεοδώρου ν. Αντώνης Βαγιανός, Αρ. Αγωγής: 3414/09, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3414/09 Μεταξύ: Γιάννος Θεοδώρου, από τη Λάρνακα Ενάγοντα - και - Αντώνης Βαγιανός, από το Κίτι Εναγομένου Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Θ. Θωμά για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 4/7/12 ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελούν ισχυρισμοί του Ενάγοντα που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας είναι επιχειρηματίας και κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεργάζετο με τον Εναγόμενο, ο οποίος ασχολείτο με την ανάπτυξη ακινήτων στη Ρουμανία. Αφού ο τελευταίος κατά το έτος 2007 ανέλαβε όπως αγοράσει και εγγράψει ακίνητη ιδιοκτησία επ' ονόματι του Ενάγοντα, απαίτησε από τον Ενάγοντα όπως του αποστείλει χρήματα γι' αυτό το σκοπό, πράγμα που ο Ενάγοντας έκανε, καταβάλλοντας στον Εναγόμενο στις 22/3/07 το ποσό των €30.000, στις 12/6/07 το ποσό των €50.000 και στις 14/6/07 το ποσό των €20.
- Τα στοιχεία του ακινήτου ο Εναγόμενος θα τα παρουσίαζε στον Ενάγοντα για έγκριση εντός δεκαπέντε ημερών από την τελευταία πληρωμή. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και ως εκ τούτου η καταβολή του συνολικού ποσού των €100.000 από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο κατέστη άνευ ανταλλάγματος ή για αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε πλήρως. Παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις του ο Εναγόμενος δεν του επέστρεψε το ως άνω ποσό. Ενόψει των πιο πάνω, ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €100.000 ως χρήματα καταβληθέντα χωρίς αντάλλαγμα ή για αντάλλαγμα που απέτυχε και/ή ως αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Εναγόμενος με την υπεράσπιση του, αφού εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί η συμφωνία και/ή συνεργασία όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης είναι μεταξύ του και της Ρουμανικής εταιρείας «K&Y THEODOROU INVESTMENTS ROM S.R.L.» (στο εξής Ρουμανικής εταιρεία) στη συνέχεια αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης εκτός εκείνων που παραδέχεται ειδικά. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος περί το έτος 2007 τον προσέγγισε ως κτηματομεσίτη αναφέροντας του ότι αντιπροσώπευε την κυπριακή εταιρεία K&Y INVESTMENTS LTD (στο εξής Κυπριακή εταιρεία), η οποία κατείχε μετοχές της Ρουμανικής εταιρείας από την οποία ήταν εξουσιοδοτημένος για να αγοράσουν από κοινού ακίνητη περιουσία στη Ρουμανία. Έτσι άρχισε τις ενέργειες του για εντοπισμό ακίνητης ιδιοκτησίας προς πώληση στη Ρουμανία αλλά σε καμία περίπτωση για λογαριασμό του Ενάγοντα, ενώ με δικά του έξοδα ανερχόμενα στο ποσό των €2.000, που θα κατέβαλλε το 1/2 ο Ενάγοντας, με την εντολή και έγκριση του Ενάγοντα σύστησε και ενέγραψε την Ρουμανική εταιρεία «THEOVA PROPERTIES S.R.L.» (στο εξής THEOVA) της οποίας μέτοχοι κατά 50% έκαστος ήταν ο ίδιος και η Ρουμανική εταιρεία. Η εταιρεία αυτή με ειδικό ψήφισμα ημερομηνίας 31/5/07 όρισε ως αντιπρόσωπο της τον Εναγόμενο για να υπογράφει οποιαδήποτε έγγραφα εκ μέρους της. Αφού βρήκε ακίνητη περιουσία στην Ρουμανία που ήταν προς πώληση ενημέρωσε την Ρουμανική εταιρεία και/ή τον Ενάγοντα ο οποίος συμφώνησε στην αγορά της. Έτσι με βάση τα τέσσερα προσύμφωνα για αγορά ισάριθμων ακινήτων στο χωριό Crevedia Mare στη Ρουμανία αξίας €445.250 ο Εναγόμενος, με την συγκατάθεση του Ενάγοντα που ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Ρουμανικής εταιρείας, με την προσωπική του ιδιότητα και/ή ως μέτοχος της εταιρείας THEOVA, κατέβαλε ο ίδιος ως προκαταβολή το ποσό των €55.000 και η Ρουμάνικη εταιρεία ως μέτοχος της THEOVA δια του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου της, ήτοι του Ενάγοντα, κατέβαλε το ποσό των €50.
- Ο Εναγόμενος προφορικά και επανειλημμένα, ζήτησε από τον Ενάγοντα για λογαριασμό της Ρουμανικής εταιρείας που ήταν κατά 50% μέτοχος στην THEOVA όπως καταβάλει το υπόλοιπο ήμισυ που αναλογούσε σε αυτή για εξόφληση του ποσού της αγοράς των τεσσάρων ακινήτων, αφού ο ίδιος ήταν έτοιμος να καταβάλει το δικό του μερίδιο, αλλά αρνήθηκε, με αποτέλεσμα και οι τέσσερεις προσυμφωνίες να ακυρωθούν εξ' υπαιτιότητας του Ενάγοντα που ενεργούσε για τη Ρουμανική εταιρεία με συνέπεια να υποστεί οικονομική ζημιά ύψους €57.
- Ως εκ των πιο πάνω, από τη μια ζητεί την απόρριψη της απαίτησης και από την άλλη ανταπαιτεί το ποσό των €57.000, δηλαδή των €2000 που έδωσε για την εγγραφή της THEOVA και το ποσό των €55.000 που κατέβαλε για την αγορά των τεσσάρων ακινήτων και απώλεσε λόγω της ακύρωσης των τεσσάρων προσυμφωνιών εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα ως το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Ρουμανικής εταιρείας, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Ενάγοντας με την απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και εμμένει στους δικούς του. Σε σχέση με την ίδρυση της THEOVA ισχυρίζεται ότι η εγγραφή εταιρείας θα εγίνετο στην περίπτωση που εξευρίσκοντο τα ακίνητα και νοουμένου ότι ο Εναγόμενος κατέβαλλε το 50% θα εγγράφοντο σε αυτήν. Σε καμία περίπτωση δεν αγοράσθηκε ακίνητη ιδιοκτησία σύμφωνα με τις οδηγίες του είτε προσωπικά είτε ως μέτοχος και διευθυντής της αναφερθείσας εταιρείας, THEOVA, και όλες οι αναφερόμενες ενέργειες του Εναγομένου έγιναν δόλια με σκοπό να οικειοποιηθεί το ποσό των €100.
- Η μαρτυρία που προσφέρθηκε προήλθε μόνο από τους δύο διαδίκους και κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων και από τις δύο πλευρές. Ο Ενάγοντας στην εξέταση του, η οποία έλαβε την μορφή δήλωσης - κατάθεσης, η οποία κατά βάση περιλαμβάνει αυτά που καταγράφονται και στην Έκθεση Απαίτησης, ανάφερε, πέραν τούτων, ότι για σκοπούς υλοποίησης της προφορικής συμφωνίας, δηλαδή της αγοράς από τον Εναγόμενο ακίνητης ιδιοκτησίας για λογαριασμό του, υπήρχαν διάφορες σκέψεις, είτε να εγγράφετο στο όνομα του ή στο όνομα κάποιας εταιρείας που θα ιδρύετο και θα ήταν μέτοχος αυτός ή στο όνομα κάποιας εταιρείας του. Για την περίπτωση δε που θα ιδρύετο εταιρεία στην οποία θα συμμετείχε εταιρεία δικών του συμφερόντων του έδωσε απόφαση της κυπριακής εταιρείας, στην οποία μέτοχοι είναι αυτός και ο πατέρας του, γιατί ο πατέρας του δεν ταξιδεύει στο εξωτερικό, για να μπορεί ο Εναγόμενος εάν χρειάζετο και αν συμφωνούσαν να την χρησιμοποιήσει. Στα πλαίσια της εμπιστοσύνης που έδειξε στον Εναγόμενο του κατέβαλε από προσωπικό του λογαριασμό στις 22/3/07 το ποσό των €30.000, Τεκμήριο 1, στις 12/6/07 το ποσό των €50.000, Τεκμήριο 2 και στις 14/6/07 το ποσό των €20.000, Τεκμήριο
- Επίσης του έδωσε και διάφορα άλλα ποσά σε μετρητά κατά περιόδους αλλά το συνολικό ποσό που κράτησε και οικειοποιήθηκε ο Εναγόμενος ήταν €100.
- Από το Τεκμήριο 4 που κατάθεσε ο Ενάγοντας εμφαίνεται ότι μεταφέρθηκε στο λογαριασμό του Ενάγοντα στις 23/3/07 το ποσό των €29.930, στις 12/6/07 το ποσό των €50.250 και στις 14/6/07 το ποσό των €20.
- Να σημειωθεί ότι έγινε παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό των €29.930 μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό του Ενάγοντα σε λογαριασμό του Εναγόμενου καθώς και το αληθές του περιεχομένου του Τεκμηρίου 6, ότι το ποσό των €50.000 αναλήφθηκε από το λογαριασμό του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο, όπως και για το αληθές του περιεχομένου του Τεκμηρίου 7 ότι το ποσό των €20.000 επίσης αναλήφθηκε από τον λογαριασμό του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση του Εναγομένου ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος του ανάφερε σε οιονδήποτε στάδιο για ίδρυση εταιρείας, ουδέποτε του έδειξε ή τον ενημέρωσε για οποιαδήποτε ακίνητα, ούτε βέβαια για κατάρτιση συμφωνιών, ουδέποτε τον ρώτησε εάν ήθελε να ιδρύσει εταιρεία πριν προχωρήσει, ουδέποτε του είπε για οποιαδήποτε έξοδα και εν πάση περιπτώσει βάσει των ισχυρισμών του Εναγομένου αυτή την συμφωνία την έκανε με εταιρεία και όχι με αυτόν προσωπικά. Κατά την αντεξέταση, στην οποία διαφάνηκε ότι γνώριζε τον Εναγόμενο πολύ πριν το 2007 ως κτηματομεσίτη στην Κύπρο, ανάφερε ότι ξεκίνησε να πηγαίνει στη Ρουμανία από «το 2006-07; 2008; 2009;» για να απαντήσει «βεβαίως» στην επόμενη ερώτηση «έχεις ξεκινήσει πριν το 2007 να πηγαίνεις Ρουμανία και να κάμνεις πράξεις και αγοραπωλησίες έτσι;». Στη συνέχεια ανάφερε ότι τον καιρό που έκανε την πρώτη αγορά ακινήτου, αυτό χρειάζετο να εγγραφεί σε εταιρεία και έτσι ενέγραψε την Ρουμάνικη εταιρεία, η οποία αγόρασε κτήματα και γραφείο στη Ρουμανία, της οποίας μητρική είναι η αναφερθείσα κυπριακή εταιρεία. Κανένα από αυτά τα κτήματα δεν αγοράστηκε με την μεσητία του Εναγόμενου ως κτηματομεσίτη, ούτε πρόσφερε υπηρεσίες κτηματομεσίτη ο Εναγόμενος για δύο εξ' αυτών και τον πλήρωσε ως ήταν άλλη υποβολή. Η μόνη φορά που ανατέθηκε στον Εναγόμενο να μεσολαβήσει για αγορά ακινήτου στη Ρουμανία είναι η υπό κρίση υπόθεση για τον ίδιο προσωπικά και όχι για οιανδήποτε εταιρεία. Στην υποβολή ότι δεν ήταν δυνατό με βάση τη ρουμάνικη νομοθεσία να εγγραφεί ακίνητη ιδιοκτησία επ' ονόματι φυσικού προσώπου, απάντησε ότι εξ' όσων γνωρίζει, και το ανάφερε και στην κατάθεση του, εννοώντας τη γραπτή δήλωση-κατάθεση του, πράγματι ακίνητη ιδιοκτησία δεν μπορούσε να εγγραφεί σε φυσικό πρόσωπο τότε, αλλά μόνο σε εταιρεία. Ο λόγος δε που λήφθηκε το ειδικό ψήφισμα και δόθηκε στον Εναγόμενο ήταν γιατί, αφού αγόραζε το οικόπεδο ο Εναγόμενος, τούτο θα έπρεπε να εγγραφεί σε κάποια εταιρεία. Έτσι χρειάζετο να δοθεί η συγκατάθεση του πατέρα του για να μπορεί ο Εναγόμενος να εγγράψει το οικόπεδο, στην υφιστάμενη Ρουμανική εταιρεία, εάν θα εγγράφετο σε αυτή. Στη συνέχεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 το ειδικό ψήφισμα της κυπριακής εταιρείας ημερομηνίας 31/5/07, με την οποία εξουσιοδοτείτο ο Εναγόμενος να την αντιπροσωπεύει στις σχέσεις της με φυσικό ή νομικό πρόσωπο στη Ρουμανία και να υπογράφει εν ονόματι της οιονδήποτε έγγραφο χρειάζετο. Ακολούθως αφού του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι δεν ήταν δυνατό να δώσει €100.000 χωρίς προηγουμένως να γνώριζε τι θα αγόραζε, απάντησε ότι «οι οδηγίες μας ήταν συγκεκριμένες. Θα έπαιρνε ένα οικόπεδο συγκεκριμένα κοντά στο Βουκουρέστι στο sector 6 ή 5 τι μου έλεγε ο Βαγιανός, και εκείνο το οικόπεδο θα εγγράφετο ή σε μια εταιρεία θυγατρική ή κάτι αυτής που εκάμαμε την απόφαση, ή σε μια άλλη εταιρεία που θα μπορούσα να λειτουργήσω εγώ προσωπικά. Αυτό ήταν. Εξ' ου και ο λόγος το τεκμηρίου που καταθέσατε.» Σε άλλη δε υποβολή ανάφερε «Εγώ το μόνο έγγραφο που υπέγραψα ήταν αυτή η απόφαση της εταιρείας με σκοπό να συσταθεί μια εταιρεία όταν θα μεταβιβάζετο το οικόπεδο για να μεταβιβαστεί σε νομικό πρόσωπο.» Σε άλλες δε ερωτήσεις ή υποβολές ότι δεν θα μπορούσε να δώσει το ποσό των €100.000 για ανύπαρκτα κτήματα ή που δεν βρέθηκαν ή που δεν τα είδε και ότι αφού βρίσκονταν τότε θα δίνονταν στον ιδιοκτήτη, απάντησε «Όταν ο άλλος σου πει μόνο όταν έχεις τα λεφτά θα προχωρήσουμε να μεταβιβαστούν, τι έπρεπε να κάμει κάποιος; Όταν σου λέει αν δεν έχεις λεφτά δεν μπορείς να κάμεις πράξη, τι μπορείς να κάνεις;». «Έδωσα τα λεφτά, και για να συνεχίσω να έχω και άλλες πράξεις που έστειλα λεφτά πολύ περισσότερες μέσα πράξεις και έτσι είναι η συνήθης πρακτική να δίνεις τα λεφτά και να είσαι έτοιμος για την μεταβίβαση του ακινήτου, και έχω και άλλες πράξεις με πολύ περισσότερα χρήματα, που μπορώ να τα παρουσιάσω στο Δικαστήριο, με την ίδια πρακτική.» «Δεν είναι ανύπαρκτα, είναι συγκεκριμένα ένα οικόπεδο γύρω στις 100.000 ευρώ». Στην υποβολή ότι ουδέποτε ζήτησε από τον Εναγόμενο είτε προφορικά είτε γραπτά το αξιούμενο ποσό, απάντησε «Ζήτησα του τα λεφτά επανειλημμένως. Δεν μπορούσε να μου τα δώσει, του είπα αν έχει κάποιο οικόπεδο να μου το μεταβιβάσει έστω και αν δεν είναι της αρεσκείας μου με εκείνες τις προδιαγραφές που ήθελα και δεν έγινε κατορθωτό και δεν είχα άλλη επιλογή που να κινήσω αγωγή». «.. του είπα αν δεν έχει το οικόπεδο πάνω στις προδιαγραφές που του είπα, κάτι άλλο εκείνου του ποσού». Στην υποβολή ότι όπως γνωρίζει ο Εναγόμενος έχει εκατοντάδες οικόπεδα στη Ρουμανία και θα μπορούσε να του μεταβίβαζε ένα, απάντησε ότι δεν ξέρει εάν ο Εναγόμενος έχει εκατοντάδες οικόπεδα στη Ρουμανία αλλά τον γνωρίζει από την Κύπρο ως κτηματομεσίτη που όπως του είπε ασχολείται με αυτά τα θέματα στη Ρουμανία, Λευκορωσσία, Βουλγαρία και Ουγγαρία. «Τότε με την γνωριμία μας του είπα αν βρει κάποιο οικόπεδο στη Ρουμανία γύρω στις 100.000 ενδιαφέρομαι να το αγοράσω .». Στην ερώτηση, τι άλλα ποσά έδωσε στο Εναγόμενο πέραν των €100.000 απάντησε «Βασικά το σύνολο των ποσών ήταν 100.
- Δεν έχω άλλα ποσά.» Στην υπόδειξη ότι στη δήλωση - κατάθεση του ανάφερε ότι του είχε δώσει και διάφορα άλλα ποσά, απάντησε «Όχι. Εκατό χιλιάδες.». Στην επόμενη δε ερώτηση «δηλαδή δεν του έδωσες και άλλα; Είναι ψέματα αυτά που λες εδώ;» απάντησε, «όχι δεν είναι ψέματα. Λέω το σύνολο των λεφτών που του έδωσα είναι 100.000 ευρώ. Σύνολο του έδωσα 100.000.». Ο Εναγόμενος στην εξέταση του, της οποίας μέρος αποτέλεσε δήλωση - κατάθεση του, ανάφερε ουσιαστικά αυτά που ισχυρίστηκε και στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Περαιτέρω παρουσίασε ως Τεκμήριο 8 την τελευταία ετήσια άδεια άσκησης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη. Ως Τεκμήριο 9(α) πιστοποιητικό μετοχικού κεφαλαίου στη Ρουμανική γλώσσα της «THEOVA PROPERTIES S.R.L.» και ως Τεκμήριο 9(β) στην ελληνική γλώσσα. Ως Τεκμήριο 10(α) το καταστατικό της εταιρείας αυτής στη ρουμανική γλώσσα και ως Τεκμήριο 10(β) στην ελληνική γλώσσα. Ως Τεκμήριο 11(α) το πιστοποιητικό εγγραφής της στη Ρουμανική γλώσσα και ως Τεκμήριο 11(β) στην ελληνική γλώσσα. Ως Τεκμήριο 12(α) το πιστοποιητικό διευθυντών στη ρουμανική γλώσσα και ως Τεκμήριο 12(β) στην ελληνική γλώσσα. Ως Τεκμήριο 13(α) το πιστοποιητικό μετοχών στην Ρουμανική γλώσσα και ως Τεκμήριο 13(β) στην ελληνική γλώσσα. Ως Τεκμήριο 14(α) απόφαση της THEOVA με την οποία εξουσιοδοτείτο ο Εναγόμενος όπως εξ ονόματι της αγοράσει ακίνητα χωράφια ή διαμερίσματα στη Ρουμανία, στη ρουμανική γλώσσα και ως Τεκμήριο 14(β) στην ελληνική γλώσσα. Επίσης κατάθεσε ως Τεκμήρια 15Α, 16Α, 17Α και 18Α τέσσερα έγγραφα, τα οποία αποκάλεσε προσυμφωνίες αγοράς τεσσάρων ακινήτων, στη ρουμανική γλώσσα και ως Τεκμήρια 15Β, 16Β, 17Β και 18Β στην ελληνική γλώσσα αντίστοιχα. Επίσης κατάθεσε ως Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση, δήλωση του Dorel Goleanu ο οποίος ήταν διευθυντής της Ρουμανικής εταιρείας, στην οποία εμφαίνονται τα ποσά που πλήρωσε ο Εναγόμενος σε αυτή και τα οποία κατεβλήθησαν από αυτή και από τον Ενάγοντα σε αυτόν με εμβάσματα. Ακόμη παρουσίασε ως Τεκμήριο 19Α, πιστοποιητικό πληρεξουσίου στη ρουμανική γλώσσα και ως Τεκμήριο 19Β στην ελληνική γλώσσα, το οποίο δείχνει ότι ο Dorel Goeanu ήταν πράγματι αντιπρόσωπος και εξουσιοδοτούμενος διευθυντής της αναφερθείσας Ρουμανικής εταιρείας. Με βάση αυτά ήταν που προώθησε τη θέση ότι ως κτηματομεσίτης μεσολάβησε στην πώληση κτημάτων στην Ρουμανική εταιρεία στη Ρουμανία από τις οποίες του χρωστούσε η εν λόγω εταιρεία προμήθειες και μέρος αυτών των ποσών έγιναν εμβάσματα σε λογαριασμό του τα οποία εμφαίνονται στα εμβάσματα που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο και είναι μέρος των ποσών που του οφείλονται. Αν και ίσως είναι εκ του περισσού, αφού αναφέρθηκε και προηγουμένως, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας κατά το έτος 2007 τον προσέγγισε ως επιχειρηματίας αναφέροντας του τις εταιρείες που είχε, και καταγράφονται πιο πάνω, προτείνοντας του να συνεργαστούν επιχειρηματικά για την αγορά και επένδυση από κοινού σε ακίνητη ιδιοκτησία στη Ρουμανία. Αφού συμφώνησαν, ο Ενάγοντας ως αντιπρόσωπος της ρουμανικής εταιρείας, για την σύσταση κοινής εταιρείας στη βάση του 50% των μετοχών αυτός και 50% η ρουμανική εταιρεία, άρχισε την έρευνα του για εντοπισμό ακινήτων που ήταν προς πώληση στην Ρουμανία. Συνάμα προχώρησε στην σύσταση και εγγραφή της νέας κοινής εταιρείας για την οποία, ο Ενάγοντας ως αντιπρόσωπος και το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Ρουμανικής εταιρείας υπέγραψε μαζί με τον Εναγόμενο σχετικό καταστατικό σύστασης της το οποίο καταχωρήθηκε στις 27/3/07, Τεκμήριο 10, και στο οποίο φαίνεται η υπογραφή του Ενάγοντα υπό την αρμοδιότητα που αναφέρθηκε ήδη. Για την σύσταση και εγγραφή της εταιρείας κατέβαλε το ποσό των €2.000, το ήμισυ του οποίου θα κατέβαλλε η Ρουμανική εταιρεία. Αφού βρήκε τα τέσσερα ακίνητα προς πώληση, ενημέρωσε τον Ενάγοντα ο οποίος συμφώνησε στην αγορά τους, των οποίων η συνολική τιμή ανήρχετο στο ποσό των €445.
- Η προκαταβολή ανήρχετο στο ποσό των €105.00 εκ των οποίων τις €55.000 κατόπιν προτροπής του Ενάγοντα κατέβαλε αυτός και τις άλλες €50.000 ο Ενάγοντας, υπό την ιδιότητα του που ήδη αναφέρθηκε, με την υπόσχεση ότι θα του κατέβαλλε τις €2.500 αργότερα. Αν και τον ενόχλησε επανειλημμένα για την καταβολή και του υπόλοιπου αναλογούντος στη Ρουμανική εταιρεία του ποσού των €170.125, που παρέμεινε για την εξόφληση της αγοράς των τεσσάρων ακινήτων, εντούτοις δεν το έπραξε, αν και ο ίδιος ήταν έτοιμος να καταβάλει το δικό του μερίδιο. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να ακυρωθεί η συμφωνία και να ζημιωθεί με το ποσό των €55.000 και άλλων €2.000 για την σύσταση και εγγραφή της αναφερθείσας εταιρείας τα οποία αξιώνει ανταπαιτητικά. Κατά την αντεξέταση του, ουσιαστικά επανέλαβε όσα ανάφερε και στην εξέταση του, εμμένοντας στους ισχυρισμούς που πρόβαλε σε αυτή. Περιέγραψε τις συνθήκες που γνωρίστηκαν στην Κύπρο και τη συνεργασία τους η οποία επεκτάθηκε και στη Ρουμανία όπου πρώτος επιχειρηματικά είχε εγκατασταθεί ο Ενάγοντας, στο γραφείο του οποίου φιλοξενήθηκε μερικούς μήνες μέχρι να έχει το δικό του. Συγκεκριμένα μεσολάβησε στην αγορά δύο ακινήτων, για τα οποία του έδωσε και χρήματα για να μην τα χάσει και για τα οποία δικαιούτο προμήθεια. Έτσι του πρότεινε τη δημιουργία μιας κοινής εταιρείας για αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας, στα πλαίσια της οποίας αγοράστηκαν τέσσερα ακίνητα με την σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα ως αντιπρόσωπος της Ρουμανικής εταιρείας η οποία ήταν κατά 50% μέτοχος στη κοινή εταιρεία THEOVA. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν υπήρχε περιορισμός στη Ρουμανία αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας για οικοδομικούς σκοπούς, αλλά μόνο για γεωργικούς ή κτηνοτροφικούς σκοπούς από φυσικό πρόσωπο ή ότι δεν το γνώριζε τούτο ο Ενάγοντας και δεν τον ενημέρωσε, υποστηρίζοντας ότι ως πρώτος που άρχισε τις επιχειρήσεις του ο Ενάγοντας στη Ρουμανία το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, εξηγώντας ότι αν εγίνετο να εγγραφεί ακίνητη ιδιοκτησία σε φυσικό πρόσωπο θα εξοικονομείτο και ένα όφελος της τάξης των €2000 που χρειάζεται για τη σύσταση και εγγραφή εταιρείας μέσω δικηγόρου. Συμφώνησε όμως ότι η νομοθεσία άλλαξε πρόσφατα. Εξήγησε ξανά τα ποσά που διεκδικεί ανταπαιτητικά, για τα οποία όμως δεν παρουσίασε οιανδήποτε απόδειξη, κάνοντας όμως αναφορά ότι για τις €55.000 τουτο φαίνεται στα Τεκμήρια 15 έως
- Τα ποσά δε αυτά τα ζήτησε από τον Ενάγοντα προφορικά και επανηλειμμένα, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι θα του τα δώσει. Ένεκα των πολύ καλών σχέσεων και της συνεργασίας που είχαν μέχρι και γύρω στο 2009 δεν κινήθηκε εναντίον του δικαστικά. Τέλος εξήγησε ότι το άλλο ποσό των €50.000 από το σύνολο των €100.000 που κατέβαλε ο Ενάγοντας σε αυτόν ήταν μέρος των προμηθειών από τα δύο ακίνητα που μεσολάβησε ως κτηματομεσίτης και αγόρασε η Ρουμανική εταιρεία του Ενάγοντα. Η δικηγόρος της Ενάγουσας στην αγόρευση της αφού αναφέρθηκε σε συντομία στη μαρτυρία, ακολούθως εισηγήθηκε ότι οι €100.000 δόθηκαν προσωπικά από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο και όχι εκ μέρους οποιασδήποτε εταιρείας στην οποία είναι μέτοχος και διευθυντής ο Ενάγοντας, ενώ η ανταπαίτηση του Εναγομένου αφορά την Ρουμανική εταιρεία που είναι μέτοχος και διευθυντής ο Ενάγοντας και όχι ο ίδιος προσωπικά. Ο συνήγορος του Εναγομένου στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα κριθεί στη βάση της αξιοπιστίας του ενός ή του άλλου των διαδίκων. Προς τούτο, ανάφερε, ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταδεικνύεται ότι θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος ο Ενάγοντας και αξιόπιστος ο Εναγόμενος, αφού ο Ενάγοντας έπεσε σε αντιφάσεις ενώ ο Εναγόμενος υπήρξε σταθερός στις θέσεις του. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τόσο τον Ενάγοντα όσο και τον Εναγόμενο κατά τη διάρκεια που έδιναν τη μαρτυρία τους και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ειλικρίνεια, την ευθύτητα, τη σαφήνεια, τη σταθερότητα στους ισχυρισμούς τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ο Ενάγοντας δεν ήταν ειλικρινής, ευθύς, σταθερός και σαφής στη μαρτυρία του, περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι αφού έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο όπως εξεύρει για λογαριασμό του ακίνητη ιδιοκτησία στη Ρουμανία, ο Εναγόμενος απαίτησε από αυτόν όπως του καταβάλει το ποσό των €100.000, πράγμα που έπραξε καταβάλλοντας το αναφερθέν ποσό στις ημερομηνίες που έχει αναφερθεί ανωτέρω, με ανάληψη εκ μέρους του Εναγόμενου όπως εντός 15 ημερών από την τελευταία πληρωμή του παρουσίαζε τα στοιχεία της ακίνητης ιδιοκτησίας. Περαιτέρω, σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, σε παρόμοια ερώτηση πως ήταν δυνατό να δώσει σε κάποιον μεσίτη τόσα πολλά λεφτά πριν βρεθεί το ακίνητο, απάντησε «Όταν ο άλλος σου πει μόνο όταν έχεις τα λεφτά θα προχωρήσουμε να μεταβιβαστούν, τί έπρεπε να κάνει κάποιος; Όταν σου λέει αν δεν έχεις λεφτά δεν μπορείς να κάνεις πράξη, τί μπορείς να κάνεις;». Καταδεικνύεται, ότι τώρα θέτει το θέμα σε άλλη μορφή ότι δηλαδή θα εγίνετο η πράξη και ότι θα προχωρούσαν σε μεταβίβαση, γεγονός όμως που έρχεται σε αντίθεση με αυτό που έχει πει πιο πάνω, ότι δηλαδή εντός 15 ημερών από την τελευταία πληρωμή θα του έλεγε ποιο ήταν το ακίνητο και αν το έγκρινε τότε θα προχωρούσε στην ολοκλήρωση της συναλλαγής. Ακόμα και η κατοπινή απάντηση του, σε σχετική ερώτηση με το ίδιο ουσιαστικά περιεχόμενο, ότι κάποιος δίνει πρώτα τα λεφτά και είναι έτοιμος για μεταβίβαση του ακινήτου, καταδεικνύει ότι προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένου ακινήτου για το οποίο έχει επέλθει συμφωνία αγοράς του και παραμένει η μεταβίβαση του και όχι ενός αόριστου ακινήτου, όπως είναι η αρχική θέση του Ενάγοντα. Αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, αφού δεν αντέχει στη λογική των συναλλαγών αυτού του είδους, ιδίως από ένα έμπειρο επιχειρηματία ανάπτυξης γης, όπως είναι ο Ενάγοντας, γιατί κανένας δεν δίνει €100.000 σε κάποιον για να του παρουσιάσει σε μεταγενέστερο στάδιο ένα ακίνητο που θέλει να αγοράσει αλλά δεν γνωρίζει τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά του. Επίσης ενώ στην Έκθεση Απαίτησης δεν αναφέρεται πουθενά είτε το είδος, είτε η έκταση, είτε το μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας για την αγορά της οποίας έδωσε το πιο πάνω ποσό ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ήταν για να του βρει ο Εναγόμενος ένα οικόπεδο του οποίου η αξία θα ήταν γύρω στις €100.
- Στη συνέχεια δικαιολογώντας την καταβολή του πιο πάνω ποσού ανάφερε ότι δεν μπορούσε ο Εναγόμενος με ένα ποσό της τάξης των €10.000 ή €20.000 ως προκαταβολή να κλείσει το οικόπεδο, αλλά έπρεπε να καταβάλει ολόκληρο το ποσό για ολοκλήρωση της συναλλαγής. Αυτός όμως ο συλλογισμός πάσχει στη ρίζα του αφού δεν υπήρχε ένα συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο είχε υπόψη του ο Εναγόμενος και το οποίο ανάφερε στον Ενάγοντα για την εγγραφή και μεταβίβαση του οποίου χρειάζετο η καταβολή ολόκληρου του ποσού. Ακολούθως, η αόριστη ακίνητη ιδιοκτησία που επιθυμούσε να αγοράσει, και έγινε οικόπεδο, συγκεκριμενοποιήθηκε ότι τούτο θα ήταν κοντά στο Βουκουρέστι στο Sector 6 ή 5 όπως του ανάφερε ο Εναγόμενος. Διαφαίνεται λοιπόν, μια συνεχώς αναβαθμισμένη προσπάθεια συγκεκριμενοποίησης του ακινήτου που φανερώνει και την μεταβολή των ισχυρισμών του ανάλογα με την περίσταση και στη θέση που τίθεται μετά από σχετική ερώτηση. Σε υπόδειξη ότι δεν θα ήταν δυνατό να δώσει το συγκεκριμένο ποσό για ανύπαρκτα κτήματα, απάντησε ότι δεν ήταν ανύπαρκτα αλλά συγκεκριμένα ήταν ένα οικόπεδο γύρω στις €100.
- Διαπιστώνεται και πάλι ότι ο Εναγόμενος την αοριστία χαρακτηρισμού της ακίνητης ιδιοκτησίας που την μετέτρεψε προηγουμένως σε οικόπεδο στο Βουκουρέστι, τη συγκεκριμενοποιεί στη βάση της αξίας του οικοπέδου περί τις €100.
- Για το ίδιο θέμα, προς το τέλος της αντεξέτασης του, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι με την γνωριμία τους είχε πει στον Εναγόμενο, αν βρει κάποιο οικόπεδο στη Ρουμανία γύρω στις €100.000 ενδιαφέρεται να το αγοράσει. Βλέπουμε και πάλι ότι διαφοροποιείται και ως προς τον χρόνο που του ανέφερε ότι ενδιαφέρεται για την αγορά ενός οικοπέδου, αλλά και στο ότι δεν αναφέρει συγκεκριμένο μέρος στη Ρουμανία. Μια άλλη διαφοροποίηση των ισχυρισμών του είναι ότι ενώ στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι οι οδηγίες του προς τον Εναγόμενο ήταν για να αγοράσει περιουσία στη Ρουμανία προσωπικά, στην εξέταση του, η οποία έλαβε τη μορφή δήλωσης - κατάθεσης, αναφέρει ότι υπήρχαν διάφορες σκέψεις για το θέμα της εγγραφής όταν θα ανευρίσκετο ακίνητη ιδιοκτησία, είτε να εγγράφετο στο όνομα του ή στο όνομα κάποιας εταιρείας που θα ιδρύετο και θα ήταν μέτοχος ο ίδιος ή κάποιας εταιρείας του. Όμως αφού δέχθηκε στη μαρτυρία του ότι δεν μπορούσε να γίνει μεταβίβαση και εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα φυσικού προσώπου, πως τίθετο ως μία από τις επιλογές η εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας επί ονόματι του; Ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον Ενάγοντα στην παράγραφο 5 της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, σύμφωνα με τον οποίο ισχυρισμό δεν αρνείται την εγγραφή εταιρείας, εάν εξευρίσκοντο ακίνητα και της εγγραφής σε αυτή τα ακίνητα, στην οποία θα μπορούσε να συμμετάσχει σε αυτή εάν ο Εναγόμενος κατέβαλλε 50% της αξίας των ακινήτων. Ενώ κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου επέμενε στη θέση του ότι είτε θα ενεγράφοντο σε αυτόν ή σε υφιστάμενη εταιρεία ή σε εταιρεία που θα εγγράφετο αλλά δεν ανάφερε και την περίπτωση συμμετοχής του Εναγομένου με την καταβολή του 50% της αξίας του ακινήτου. Βαρύνουσας σημασία έχει η απόφαση της Κυπριακής εταιρεία, η οποία είναι 100% μέτοχος της Ρουμανικής εταιρείας, να την αντιπροσωπεύσει στις σχέσεις της με φυσικό ή νομικό πρόσωπο στη Ρουμανία και να υπογράφει στο όνομα της οιονδήποτε έγγραφο χρειάζετο ο Εναγόμενος. Τέλος, από τα Τεκμήρια 10, 14Α και 14Β, καταρρίπτεται παντελώς ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι δεν γνώριζε τίποτε για την σύσταση και εγγραφή της THEOVA, αφού φαίνεται, από τα δύο τελευταία τεκμήρια, η απόφαση αυτή, που εξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο να προβαίνει σε σωρεία πράξεις για την εταιρεία αυτή, μεταξύ των οποίων και η σύναψη συμφωνιών αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας, να υπογράφεται και από τον Ενάγοντα ως αντιπρόσωπος της Ρουμανικής εταιρείας η οποία είναι μέτοχος κατά 50% της THEOVA και από το Τεκμήριο 10, το οποίο είναι το καταστατικό σύστασης της THEOVA, να υπογράφεται τούτο από τον Ενάγοντα ως αντιπρόσωπος της Ρουμανικής εταιρείας. Το παραδεκτό γεγονός ότι αποστάληκαν τα λεφτά από το λογαριασμό του σε λογαριασμό του Εναγομένου, δεν μπορεί να οδηγήσει και στην αλήθεια όλων των υπολοίπων γεγονότων, αφού από τη μαρτυρία επί της οποίας επιχειρήθηκε η θεμελίωση τους, δεν γίνεται αποδεκτή. Ερχόμενος τώρα στο ειδικό ψήφισμα ημερομηνίας 31/5/07 της Κυπριακής Εταιρείας, Τεκμήριο 5, με βάση το οποίο εξουσιοδοτείτο ο Εναγόμενος να υπογράφει οιονδήποτε έγγραφο που χρειάζετο για την συναλλαγή με οιονδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, προς μεταβίβαση και εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας, η προσπάθεια του Ενάγοντα να καταδείξει ότι τούτο έγινε γιατί ο πατέρας του, που είναι ο άλλος μέτοχος, εκτός από αυτόν, στην Κυπριακή εταιρεία, δεν μπορούσε να ταξιδέψει, δεν μπορεί να ευσταθήσει καθότι θα μπορούσε το ειδικό ψήφισμα να εξουσιοδοτεί τον ίδιο, που δεν είχε οιονδήποτε πρόβλημα, και είχε επιχειρήσεις και γραφείο στη Ρουμανία όπου μετέβαινε τακτικά, η οποία Κυπριακή εταιρεία ήταν και η 100% μέτοχος της Ρουμανικής εταιρείας. Επίσης ενώ στην δήλωση - κατάθεση του ανέφερε ότι είχε δώσει στον Εναγόμενο και διάφορα άλλα ποσά σε μετρητά κατά περιόδους, αλλά το ποσό που κράτησε ήταν αυτό των €100.000, κατά την αντεξέταση του στην ερώτηση τι άλλα ποσά του έδωσε, απάντησε ότι ήταν το ποσό των €100.000 και δεν του έδωσε άλλα ποσά. Ενόψει όλων των πιο πάνω απορρίπτω και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, κρίνοντας τον αναξιόπιστο. Αν και ο Εναγόμενος σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του πρέπει να διαχωριστεί σε δύο μέρη. Στο πρώτο, που αφορά την από κοινού σύσταση και εγγραφή της THEOVA, με την Ρουμανική εταιρεία και την εξεύρεση και αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας στη Ρουμανία για ανάπτυξη της και στο δεύτερο που αφορά την ανταπαίτηση του εναντίον του Ενάγοντα. Όσον αφορά το πρώτο μέρος, από την ενώπιον μου μαρτυρία και δη από τα Τεκμήρια 5, 14Α και 14Β, διαπιστώνεται ότι συμφώνησε με τον Ενάγοντα στη σύσταση της εταιρείας THEOVA, της οποίας μέτοχοι φαίνεται να είναι ο Εναγόμενος και η Ρουμανική εταιρεία, της οποίας μέτοχος και μητρική, είναι η Κυπριακή εταιρεία με μέτοχους και διευθυντές τον Ενάγοντα και τον πατέρα του, με σκοπό την αγορά και ανάπτυξη ακίνητης ιδιοκτησίας, Τεκμήρια 15Α και 15Β έως 18Α και 18Β. Όσον αφορά το δεύτερο μέρος, για το ζήτημα της πληρωμής των €2.000 εκ μέρους του για την σύσταση και εγγραφή της THEOVA, το οποίο ανταπαιτεί ως αποζημίωση για ζημιά που υπέστη λόγω μη ολοκλήρωσης της αγοράς των τεσσάρων ακινήτων, για την οποία πληρωμή δεν παρουσίασε καμία απόδειξη είτε από το δικηγόρο που ανέλαβε τούτο, είτε από τις αρμόδιες αρχές της Ρουμανίας, διαπιστώνεται ότι αφορά και σχετίζεται με την Ρουμανική εταιρεία, η οποία δεν είναι διάδικος, και όχι με τον Ενάγοντα., αφού αυτός και η Ρουμάνικη εταιρεία είναι οι μέτοχοι και εάν έχει κάποια αξίωση αυτή πρέπει να στρέφεται εναντίον της Ρουμανικής εταιρείας. Σε σχέση με το ποσό των €55.000 που ανταπαιτεί ως αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη για τον ίδιο λόγο που αναφέρεται αμέσως πιο πάνω, ισχύει ότι αναφέρεται και για την ανταπαίτηση του για το ποσό των €2.000, δηλαδή αν έχει κάποια αξίωση αυτή σχετίζεται και πρέπει να στρέφεται εναντίον της Ρουμανικής εταιρείας αφού ο ίδιος στη μαρτυρία του ανάφερε, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από τα Τεκμήρια 14Α και 14Β, ότι είναι με την Ρουμανική εταιρεία μέτοχοι στη THEOVA και αν κάποιος δεν τήρησε τη μεταξύ τους συμφωνία ως είναι ο ισχυρισμός του, αυτή είναι η Ρουμανική εταιρεία και όχι ο Ενάγοντας. Ο ισχυρισμός ότι δεν ζήτησε το ποσό που ανταπαιτεί, κατά το έτος 2007, μετά το ναυάγιο, όπως είναι ο ισχυρισμός του, της αγοράς των τεσσάρων ακινήτων, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός αφού όπως ο ίδιος παραδέχθηκε η συνεργασία του με τον Ενάγοντα έληξε μετά την αποτυχία αγοράς των τεσσάρων ακινήτων, έστω και αν ανέφερε ότι η παύση της συνεργασίας τους επήλθε το έτος 2009, για τον λόγο όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα μεγάλο ποσό και δεν θα παρέμενε αδρανής, αλλά και γιατί τότε μόνο αναζήτησε το ποσό που ισχυρίζεται ότι του οφείλει ο Ενάγοντας, το οποίο όμως με βάση τη δική του μαρτυρία δεν αφορά τον Ενάγοντα αλλά τη Ρουμανική εταιρεία, όταν κίνησε ο τελευταίος αγωγή εναντίον του,. Επίσης ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το ποσό των €50.000 δόθηκε από τον Ενάγοντα, για την Ρουμανική εταιρεία, για την αγορά των τεσσάρων ακινήτων, και για το υπόλοιπο ποσό των €50.000 δεν προέβαλε κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό, επιχείρησε να δικαιολογήσει την καταβολή τούτου, κατά την αντεξέταση του, λέγοντας ότι ήταν μέρος χρημάτων που του οφείλοντο από προμήθειες μεσητίας προς τη Ρουμανική εταιρεία για αγορά δύο ακινήτων εκ μέρους της, που μάλιστα επειδή δεν είχε αυτή άμεσα τα χρήματα της αγοράς έδωσε αυτός συγκεκριμένο ποσό, για το οποίο δεν παρουσίασε καμία απόδειξη προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του αυτού, διαπιστώνεται ότι σχετίζεται με τη Ρουμανική εταιρεία και όχι με τον Ενάγοντα. Έτσι, επομένως σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του ότι συστάθηκε και ενεγράφη η εταιρεία THEOVA, με μέτοχους τον ίδιον και την Ρουμανική εταιρεία, με σκοπό την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στη Ρουμανία και αναλήφθηκε από αυτόν το ποσό των €100.000, για τον σκοπό αυτό, κρίνεται αξιόπιστος, ενώ σε ότι αφορά τα ποσά που ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα κρίνεται αναξιόπιστος αφού από την ίδια την μαρτυρία του αποδεικνύεται ότι δεν έχουν καμία σχέση με τον Ενάγοντα. Ως εκ των πιο πάνω, για το πρώτο μέρος που έχει αναφερθεί ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ενώ για το δεύτερο μέρος την απορρίπτω. Το Δικαστήριο τότε μόνο έχει υποχρέωση για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων όταν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία. Στην περίπτωση μας, όσον αφορά την απαίτηση, με την απόρριψη και μη αποδοχή της μαρτυρίας του Ενάγοντα, έστω και αν υπάρχει το παραδεκτό γεγονός της ανάληψης του ποσού των €100.000, από λογαριασμό του Ενάγοντα και μεταφοράς του σε λογαριασμό του Εναγομένου, όπως εξηγείται ανωτέρω, εντούτοις ως προς την ουσία της αγωγής ελλείπει αυτό το γεγονός της αξιόπιστης μαρτυρίας και επομένως δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξάξει ευρήματα και να καταλήξει σε συμπεράσματα. Τα ίδια ισχύουν και για την ανταπαίτηση, αφού η μαρτυρία του Εναγομένου, που σχετίζεται με την ουσία της ανταπαίτησης, απορρίφθηκε για το λόγο ότι κρίθηκε αναξιόπιστη. Η σημασία της αξιόπιστης μαρτυρίας μπορεί να αναζητηθεί στις υποθέσεις Kades v. Νικολάου and Another
(1986)1 CLR 212, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "If the evidence of a witness is rejected as unworthy credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of this credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter" στην Agapiou v. Panayiotou,
(1988)1 CLR 257 και στην Εθνική Τράπεζα ν. Χ¨Νέστορος
(1990)1 ΑΑΔ 41, 45 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα της σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση του Ενάγοντα ή Αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφ΄ όσον το Δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄ αρχής ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου" Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στις υποθέσεις Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 ΑΑΔ 157, Κωνσταντινίδης ν. Κάτζιη
(1993)1 ΑΑΔ 492, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614, 741 και Μ.Α. GOODVALVE SUPPLIERS LTD κ.α. ν. Θάλειας Χαραλάμπους
(2003)1 ΑΑΔ 127, στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, υποδεικνύοντας, με αναφορά στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη, ανωτέρω, ότι η απόρριψη της εκδοχής της εφεσίβλητης δεν πρόσθετε στην υπόθεση των Εφεσειόντων εφόσον δεν υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετούσε την απαίτηση. Στην υπόθεση Κορέλλη ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 12, αναφέρεται και επαναλαμβάνεται ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αναξιοπιστία του Ενάγοντα και του Εναγομένου για την ουσία της απαίτησης και ανταπαίτησης αντίστοιχα, χωρίς άλλο οδηγεί στην κατάληξη ότι τόσο η αγωγή όσο και η ανταγωγή πρέπει να απορριφθούν. Με έχει απασχολήσει το θέμα των εξόδων. Όμως δεν βρίσκω κανένα λόγο με βάση τον οποίο να δικαιολογείται διαφορετική αντίκρυση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο