← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. MUIR CO LTD κ.α., Αρ.αγωγής: 382/2013, 2/2/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. MUIR CO LTD κ.α., Αρ.αγωγής: 382/2013, 2/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 382/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. MUIR CO LTD
  2. PHILIP PHILIPOU
  3. GEORGE CHRISTOFIS GEORGIOU Εναγομένων Αίτηση ημερ. 21.1.2015 Ημερ.: 2.2.2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 3-Αιτητή: κ.Γ.Λιασίδης για Γιώργος Λιασίδης ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα: κ.Β.Λοϊζου για Ανδρέας Β.Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 7.2.2014 με Κλητήριο Ενταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από την Εναγόμενη 1 Κυπριακή εταιρεία και τους Εναγόμενους 2 και 3, κατοίκους Αγγλίας, μεγάλα χρηματικά ποσά που κατ΄ ισχυρισμό της οφείλονται. Η Εναγόμενη 1 ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές των υποχρεώσεων της. Εναντίον της Εναγόμενης 1 αξιώνονται και άλλες θεραπείες πέραν των χρηματικών ποσών. Την 19.5.2014 εκδόθηκε διάταγμα για την υποκατάστατη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος ή Ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας, στο Ηνωμένο Βασίλειο σε όλους τους Εναγόμενους. Την 19.8.2014 η Ενάγουσα κατεχώρησε αίτηση για απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 3 λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως. Την 25.9.2014 και αφού είχε διαπιστωθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί σε αυτόν όπως διατάχθηκε, στη βάση της ένορκης δήλωσης του υπαλλήλου της Ενάγουσας Μάριου Σωφρονίου, εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 3 για το ποσό των €22.593.267,59 πλέον τόκους και έξοδα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Γι΄ αυτούς εκκρεμεί αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης η οποία είναι ορισμένη για απόδειξη στις 27.3.2015, εκτός αν καταχωρηθεί υπεράσπιση επτά καθαρές μέρες προηγουμένως. Ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε την 16.12.2014 αίτηση διά κλήσεως εξαιτούμενος την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Αυθημερόν καταχώρησε και άνευ κλήσεως αίτηση ζητώντας την αναστολή της εκτέλεσης της. Δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής και μετά που οι δικηγόροι της Ενάγουσας ανάλαβαν ότι δεν θα προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης προτού δικαστεί η αίτηση για ακύρωση και παραμερισμό, αποφασίστηκε να ακουστεί η αίτηση για ακύρωση ή και παραμερισμό οπόταν η αίτηση για αναστολή θα καταστεί, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, άνευ αντικειμένου. Η αίτηση για ακύρωση ή και παραμερισμό της απόφασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 15.12.2014 του Εναγόμενου 3 Η Ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 16.1.2015 του προαναφερθέντα Σωφρονίου. Την 21.1.2015 που η αίτηση για ακύρωση ή και παραμερισμό της απόφασης ήταν ορισμένη για ακρόαση καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία ο Εναγόμενος 3 εξαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει απαντητική και / ή συμπληρωματική ένορκη δήλωση που να απαντά στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Ενάγουσας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση της Εφης Βουρκίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Εναγόμενου
  4. Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ενστασης που υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση ημερ. 27.1.2015 της Μαρίας Μορφή, δικηγορικής υπαλλήλου των δικηγόρων της Ενάγουσας. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (όπως τροποποιήθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ημερομηνίας 23.12.1999, που προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην Ιacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1377, 1380-81, πως: «Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Αναφέρεται στην Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Θα επεκταθώ αναφερόμενος στις περιπτώσεις όπου έχει χορηγηθεί ενδιάμεση θεραπεία και ο αιτητής επιθυμεί κατά το στάδιο που το διάταγμα είναι επιστρεπτέο να προσαγάγει περαιτέρω μαρτυρία, για να υποδείξω τη διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος, σε σχέση με περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου ουδεμία θεραπεία έχει χορηγηθεί και απλά εκκρεμεί ζήτημα προς κρίση. Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παραμέτροι, ότι στην βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και οτι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Γι΄ αυτό και είναι στις πλείστες των περιπτώσεων ανώφελη η καταχώρηση απαντητικής ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, από τον αιτητή στο στάδιο της ακρόασης για να καταδείξει πως το διάταγμα ορθά εκδόθηκε. Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιονδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. . Η αναφορά στο θεσμό σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις δεν υπαγορεύει τη μορφή και δεν περιορίζει τη θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Την ύπαρξη καλού λόγου αποφασίζει το Δικαστήριο την κρίση του οποίου δεν μπορεί να υποκαταστήσει ο διάδικος. Επομένως προβαλλόμενη από τον αιτητή θέση ότι υφίσταται καλός λόγος δεν έχει καμιά βαρύτητα ή σημασία. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλού λόγου διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν εξέταση του θέματος για το οποίο ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση με το οποίο η διαπίστωση του καλού λόγου συναρτάται. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 3 διατείνεται ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε. Την 2.11.2014, αναφέρει, είχε πληροφορηθεί από τον Εναγόμενο 2 ότι είχε σε εκείνον επιδοθεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ο Εναγόμενος 3 του ζήτησε να διερευνήσει με το δικηγόρο του γιατί δεν είχε επιδοθεί και στον ίδιο. Την 12.12.2014 ο κ.Χρίστος Νεοφύτου, δικηγόρος του Εναγόμενου 2, τον πληροφόρησε τηλεφωνικά ότι από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου φαινόταν ότι είχε εκδοθεί εναντίον του απόφαση στις 19.8.
  1. Τον ενημέρωσε περαιτέρω ότι είχε καταχωριστεί αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής σε αυτόν μέσω μεταφορέα, στη διεύθυνση 359 Goswell Road, London, EC1V7JL. Η ρηθείσα διεύθυνση ήταν η διεύθυνση εργασίας του Εναγόμενου 3 μέχρι και τον Αύγουστο του 2008 οπόταν και μεταφέρθηκε στα καινούργια γραφεία των εργοδοτών του στο κεντρικό Λονδίνο. Διερεύνησε κατά πόσο παραδόθηκε οτιδήποτε για τον ίδιο στην πιο πάνω διεύθυνση χωρίς να διαπιστώσει ότι συνέβηκε κάτι τέτοιο. Η θέση της Ενάγουσας όπως διατυπώνεται στην ένορκη δήλωση Σωφρονίου είναι ότι ο Εναγόμενος 3 γνώριζε από την 11.7.2014 για την αγωγή και είχε δώσει οδηγίες για καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους του πριν την 2.11.
  2. Η θέση βασίζεται στο περιεχόμενο επιστολής ημερ. 22.10.2014 του δικηγορικού γραφείου TCC Temple Court Chambers προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, η οποία και παρουσιάζεται, η οποία με αναφορά στην παρούσα αγωγή αναφέρει: ".και σας ενημερώνουμε ότι θα καταχωρήσουμε Σημείωμα Εμφάνισης για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 εντός των προσεχών ημερών". Όπως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση Βουρκίδου, που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ο λόγος που ζητείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι για να παρουσιαστεί μαρτυρία ότι το δικηγορικό γραφείο TCC Temple Court Chambers δεν είχε οδηγίες από τον Εναγόμενο 3 για να καταχωρήσει εκ μέρους του εμφάνιση. Πρόκειται για επιστολή του εν λόγω γραφείου ημερ. 19.1.2015 στην οποία αναφέρεται σε σχέση με την επιστολή της 22.10.2014 ότι: "Εις την εν λόγω επιστολή εκ παραδρομής και/ή από τυπογραφικό λάθος αναφέραμε ότι πρόθεση μας ήταν να εκπροσωπήσουμε όλους τους Εναγόμενους εις την ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ενώ στην πραγματικότητα έχουμε οδηγίες και/ή πρόθεση να εκπροσωπήσουμε μόνο τους Εναγόμενους υπ΄αριθμό 1 και 2, ήτοι την εταιρεία Muir Co Ltd και τον κ. Philip Philipou." Επίσης, εφόσον επιτραπεί, θα παρουσιαστεί επιστολή του εν λόγω δικηγορικού γραφείου ημερ. 30.10.2014 με την οποία ενημερώνονταν οι δικηγόροι της Ενάγουσας ότι το εν λόγω γραφείο δεν θα εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους. Τέλος θα παρουσιαστεί δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ του Εναγομένου 3 και εκ μέρους της Cyprus Popular Bank Co Limited τις υποθέσεις της οποίας ανέλαβε η Ενάγουσα. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα χρονολογούνται πριν την καταχώρηση της Αγωγής και, κατά τον Εναγόμενο 3, καταδεικνύουν ότι ήταν γνωστή η νέα του διεύθυνση. Η Ένορκη Δήλωση της Moρφή που υποστηρίζει την Ένσταση αναλώνεται σε νομική επιχειρηματολογία, που αναπτύσσεται στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας. Επισημαίνουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας στη γραπτή τους αγόρευση ότι με την Αίτηση δεν παρουσιάζεται το κείμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που θα καταχωριστεί εάν η Αίτηση επιτραπεί. Γίνεται παραπομπή σε αποφάσεις όπου στην απουσία του κειμένου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το Δικαστήριο απεφάνθη ότι εάν επιτρεπόταν η αίτηση θα είχε εισαχθεί ένορκη δήλωση αγνώστου και απροσδιόριστου περιεχομένου και εκτός των ορίων ενδεχόμενης άδειας προς τούτο. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την ένορκη δήλωση που θα καταχωρήσει εάν του επιτραπεί, άλλωστε το αίτημα του μπορεί να είναι και προφορικό, αναμφίβολα όμως το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει εάν τούτο γίνει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (αρ.1)
(2012)1(Α) ΑΑΔ 643, 646). Στην προκειμένη περίπτωση η Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης παραθέτει λεπτομερώς τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί εφόσον ήθελε επιτραπεί. Γίνεται ακόμα αναφορά στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας ότι το έγγραφο υλικό το οποίο επιδιώκεται να παρουσιαστεί εμπεριέχει διαζευκτικές θέσεις οι οποίες δεν δίδουν καμιά διευκρίνιση αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσο το εν λόγω δικηγορικό γραφείο είχε ή όχι οδηγίες να εκπροσωπήσει τον Εναγόμενο 3. Είναι πρόωρο και ανεπίτρεπτο να κριθεί στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης η αποδεικτική αξία του υλικού. Αυτό είναι ζήτημα που αφορά την αίτηση για την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 3. Στην Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 528, 533 διευκρινίζεται ότι σε αίτηση για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης του Εναγομένου να εμφανιστεί, τα ζητήματα των λόγων μη εμφάνισης και της όποιας καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης είναι ζητήματα τα οποία στη βάση των αρχών της Αγγλικής αυθεντίας Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 πρέπει να αποδεικνύονται. Καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί στον Εναγόμενο 3 να παρουσιάσει την πιο πάνω μαρτυρία αφού αυτή παρουσιάζεται ως σχετική με επίδικο ζήτημα στην αίτηση για την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της απόφασης εναντίον του. Στοιχειοθετείται συνεπώς η προϋπόθεση του καλού λόγου που αναφέρεται στη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια στον Εναγόμενο 3 να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να αναφερθεί στα ζητήματα που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 της Ένορκης Δήλωσης Βουρκίδου. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός τεσσάρων ημερών και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Η διαταγή ως προς τα έξοδα πρέπει να είναι εποικοδομητική και να συμβάλλει στον περιορισμό των διαδικασιών προς όφελος της ουσίας των υποθέσεων. Δεν πρέπει σε τέτοιες αιτήσεις, όπως και σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, να ενθαρρύνεται η καταχώρηση ένστασης με το σκεπτικό πως σε κάθε περίπτωση το σύνολο των εξόδων θα επιδικαστούν εναντίον του αιτητή. Θα ήταν ορθό όπως τα έξοδα για την εμφάνιση την 21.1.2015 επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας η οποία θα δικαιούτο στα έξοδα μελέτης της Αίτησης, όχι όμως τα έξοδα για τη σύνταξη και καταχώρηση της Ειδοποίησης Πρόθεσης Ενστασης. Περαιτέρω θα ήταν ορθό όπως τα έξοδα της 29.1.2015 και της σημερινής εμφάνισης είναι υπέρ του Εναγόμενου 3. Καταλήγω ότι η ορθή και δίκαια διαταγή είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Τα έξοδα της αναβολής της κύριας αίτησης έχουν ήδη επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας). (Υπ.) ................................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.