← Κύπρος

Ανδρούλλας Σεργίου ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νικόλα Λουκά ν. Χριστίνας Κουννέ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3211/2010, 20/2/2015

Ανδρούλλας Σεργίου ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νικόλα Λουκά ν. Χριστίνας Κουννέ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3211/2010, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3211/2010 Μεταξύ: Νικόλα Λουκά Ενάγοντα και

  1. Χριστίνας Κουννέ
  2. Μάριου Πετροπουλάκη Εναγόμενων και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.11.2012 Ανδρούλλας Σεργίου ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νικόλα Λουκά Ενάγουσα και
  3. Χριστίνας Κουννέ
  4. Μάριου Πετροπουλάκη Εναγόμενων 20 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Παπαλλής δια Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους: κ. Θ. Θωμά δια Θέμης Θωμά & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων, ποσό €5.250 ως «αντάλλαγμα» για τη χρήση υποστατικού στην οδό Ουμ Χαράμ 74, Λάρνακα όπου στεγάζεται το εστιατόριο «7 Φανάρια» καθώς και ποσό €1.000 μηνιαίως ως ενδιάμεσα κέρδη και/ή αποζημιώσεις από 1.11.2010 μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής του ακινήτου. Ζητά επίσης διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι να διατάζονται να της παραδώσουν κατοχή του πιο πάνω ακινήτου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα ενάγει υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της Νικόλα Λουκά, ο οποίος ήταν «νόμιμος δικαιούχος» του επίδικου ακινήτου εντός του οποίου στεγαζόταν το εστιατόριο με την επωνυμία «7 Φανάρια». Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι «ήταν οι αδειούχοι κάτοχοι με σκοπό τη λειτουργία του πιο πάνω αναφερόμενου ακίνητου/εστιατορίου, δυνάμει γραπτής συμφωνίας παραχώρησης σχετικής άδειας που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων μερών κατά ή περί την 23ην Οκτωβρίου 2009, και τώρα παράνομοι κάτοχοι του υποστατικού». Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι παρέβηκαν την εν λόγω συμφωνία αφού δεν κατέβαλλαν το συμφωνημένο ενοίκιο με αποτέλεσμα «κατά ή περί την 19ην Οκτωβρίου 2010» να οφείλουν χρηματικό ποσό €5.
  5. Αναφέρει επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν συμμορφωθεί με γραπτή απαίτηση που τους απεστάλη για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και παράδοση κατοχής του υποστατικού. Οι Εναγόμενοι, στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, δεν αποδέχονται ότι ο αποβιώσας Νικόλας Λουκά ήταν ο «νόμιμος δικαιούχος» του υποστατικού ισχυριζόμενοι ότι «το μοναδικό που γνωρίζουν είναι ότι με αυτή την ιδιότητα τους παρουσιάστηκε ο Ενάγοντας όταν υπέγραφαν τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 23 Οκτωβρίου 2009». Παραδέχονται ότι δεν κατέβαλλαν το συμφωνημένο «αντάλλαγμα ή ενοίκιο» για την περίοδο από τον Ιούνιο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010, αλλά ισχυρίζονται ότι αυτό έγινε «επειδή είχαν ενημερωθεί τόσο από τον ίδιο τον Ενάγοντα όσο και από άλλα τρίτα πρόσωπα και/ή από την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ότι ο Ενάγοντας είχε πάψει να είναι κάτοχος άδειας χρήσης του ακινήτου όπου βρίσκεται και στεγάζεται το εστιατόριο «7 Φανάρια» και η άδεια χρήσης που του είχε δοθεί είχε ακυρωθεί από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι θα παρέδιδαν κατοχή του υποστατικού μόνο «στον νόμιμο κάτοχο και/ή ιδιοκτήτη του ακινήτου αφού καταβαλλόταν σε αυτούς η ανάλογη αποζημίωση αφού οι εναγόμενοι κατέβαλαν ποσό ύψους €75.434,87 για την ανακαίνιση και/ή τροποποιήσεις και/ή επέκταση και/ή αγορά εξοπλισμού και/ή έξοδα συντήρησης και/ή έξοδα λειτουργίας του εστιατορίου επ' ονόματι «7 Φανάρια»». Παραθέτουν, ακολούθως, λεπτομέρειες σε σχέση με το εν λόγω ποσό το οποίο ανταπαιτούν από την Ενάγουσα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ήταν εις γνώση των Εναγομένων ότι ο αποβιώσαντας κατείχε το ακίνητο «με άδεια του Επάρχου και ότι του είχε ζητηθεί να το παραδώσει, και αποδέχτηκαν τον κίνδυνο και ενήργησαν έτσι για να διεκδικήσουν αποζημιώσεις». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται στις αποζημιώσεις που διεκδικούν τις οποίες, επικουρικά, αρνείται. Αναφέρει τέλος ότι «ακόμη και αν η άδεια χρήσεως του αποβιώσαντα Νικόλα Λουκά είχε τερματιστεί νόμιμα από το Κράτος και πάλιν οι Εναγόμενοι όφειλαν να του επιστρέψουν την κατοχή του υποστατικού». Κατά την ακρόαση και προς απόδειξη της απαίτησης και ανταπαίτησης αντίστοιχα, για την πλευρά της Ενάγουσας έδωσε μαρτυρία η ίδια (ΜΕ1) και για την πλευρά των Εναγομένων έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας 2, Μάριος Πετροπουλάκης (ΜΥ1). Σημειώνω ότι έχουν παρουσιαστεί από τους μάρτυρες και κατατεθεί ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν γίνεται κατωτέρω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια όλα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η Ενάγουσα, Ανδρούλλα Σεργίου (ΜΕ1), κατά την κυρίως εξέταση της, κατέθεσε ότι ο αποβιώσας πατέρας της κατείχε νόμιμα ακίνητο που βρισκόταν στην οδό Ουμ Χαράμ
  6. Εντός του ακινήτου, είπε, βρισκόταν υποστατικό το οποίο λειτουργούσε ως εστιατόριο με το όνομα «7 Φανάρια». Παρουσίασε αντίγραφο συμφωνίας παροχής άδειας (licence) (Τεκμήριο 3) με την οποία η Κεντρική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών παραχώρησε στον αποβιώσαντα πατέρα της το τουρκοκυπριακό υποστατικό που βρισκόταν στο τουρκοκυπριακό τεμάχιο με αριθμό 772, Φ/Σχ LA II/III, Μπλοκ G στη Λάρνακα. Όπως προνοεί ρητά η συμφωνία, Τεκμήριο 3, με αυτήν είχε παραχωρηθεί στον αποβιώσαντα η «κατοχή, χρήση και κάρπωση» του ακινήτου. Σημειώνω παρενθετικά ότι σύμφωνα με την παράγραφο 4 της συμφωνίας, Τεκμήριο 3, ο αποβιώσας «δεν θα έχει το δικαίωμα εκχώρησης ή παραχώρησης άδειας χρησιμοποίησης υπό τρίτου, του όλου ή μέρους του ακινήτου εκτός εάν αυτό ήθελε εν των προτέρων λάβει την έγγραφον προς τούτο συγκατάθεσιν της Κεντρικής Επιτροπής». Η Ενάγουσα είπε επίσης ότι ο πατέρας της λόγω προβλημάτων υγείας, οικογενειακών περιστάσεων και προχωρημένης ηλικίας δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει την επιχείρηση και συμφώνησε με τους Εναγόμενους «να τους παραχωρήσει άδεια κατοχής, χρήσης και λειτουργίας του εστιατορίου», έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος ή ενοικίου €1.
  7. Για το σκοπό αυτό, είπε, στις 23.10.2009 υπεγράφη σχετική συμφωνία μεταξύ του αποβιώσαντα πατέρα της και των Εναγομένων 1 και
  8. Η συμφωνία παρουσιάστηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Επί της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, σημειώνω ότι ο αποβιώσας περιγράφεται σε αυτήν ως «ο δικαιούχος» και οι Εναγόμενοι 1 και 2 περιγράφοντα ως «οι αδειούχοι». Στο δε προοίμιο της συμφωνίας αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η συμφωνία συνομολογείται «επειδή ο ενοικιαστής επιθυμεί να ενοικιάσει το εστιατόριο που βρίσκεται μέσα στο Τουρκοκυπριακό τεμάχιο 772, Φ/Σχ. LA II/III, Μπλοκ G εις τη Λάρνακα με την ονομασία «ΕΦΤΑ ΦΑΝΑΡΙΑ». Η ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι οι Εναγόμενοι κατά παράβαση της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, «παρέλειψαν να καταβάλουν το αντάλλαγμα και/ή τα μηνιαία ενοίκια» για τους μήνες Ιούνιο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010 και ότι στις 19.10.2010 αυτοί όφειλαν συνολικό ποσό €5.
  10. Την ημερομηνία εκείνη, είπε, απεστάλη η επιστολή, Τεκμήριο 2, από τους δικηγόρους του πατέρα της προς τους Εναγόμενους και με αυτή οι Εναγόμενοι καλούνταν να παραδώσουν κατοχή του υποστατικού και να πληρώσουν το χρηματικό ποσό των €5.
  11. Κατέθεσε επίσης ότι κατά ή περί τον Ιούλιο 2010, «ενόψει του ότι το τεμάχιο επί του οποίου βρισκόταν το εστιατόριο δεν αποτελούσε πλέον κατά τον ισχυρισμό της Επαρχιακής Διοίκησης τουρκοκυπριακή ιδιοκτησία, η άδεια χρήσης με αρ. μητρώου 6315 ακυρώθηκε. Συνέχισε λέγοντας ότι παρά το γεγονός αυτό, «η σχέση των Εναγομένων μαζί με τον αποβιώσαντα Νικόλα Λουκά διεπόταν μόνον από την μεταξύ τους συμφωνία την οποία οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι παρέβησαν και επομένως όφειλαν να καταβάλουν στον αποβιώσαντα το ποσό των €5.250». Ανέφερε επίσης ότι η επιστολή με την οποία η Επαρχιακή Διοίκηση ενημέρωνε τον αποβιώσαντα πατέρα της ότι ακυρώνεται η άδεια κατοχής του επίδικου ακινήτου, είχε ημερομηνία 15.7.2010 και «επομένως ήλθε εις γνώση των Εναγομένων πολύ αργότερα». Επομένως, κατά την ίδια, δεν δικαιολογείται το ότι σταμάτησαν να πληρώνουν τα ενοίκια από τον Ιούνιο
  12. Η ΜΕ1 ανέφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση της ότι οι Εναγόμενοι είχαν σταματήσει τη λειτουργία του εστιατορίου από τον Απρίλιο
  13. Είπε, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι δεν παρέδωσαν κατοχή του ακινήτου στον πατέρα της αλλά στον νέο ιδιοκτήτη του, ο οποίος στο μεταξύ είχε αγοράσει το ακίνητο και ο οποίος είχε πληρώσει στους Εναγόμενους €25.000 αποζημίωση για να αποχωρήσουν. Κατέληξε λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε αποζημίωση δυνάμει της συμφωνίας, Τεκμήριο 1 αλλά και διότι με την αποχώρηση τους από το ακίνητο οι Εναγόμενοι είχαν πάρει μαζί τους όλο τον εξοπλισμό του εστιατορίου. Όπως ανέφερε συγκεκριμένα, «όταν ο πατέρας μου ζήτησε από το νέο ιδιοκτήτη τα κλειδιά για να πάρει τα έπιπλα του και/ή άλλα αντικείμενα που είχε στο εστιατόριο, ο νέος ιδιοκτήτης του ανέφερε ότι δεν είχε τίποτα μέσα αφού οι εναγόμενοι είχαν πάρει προηγουμένως όλον τον εξοπλισμό.» Κατά την αντεξέταση της τέθηκε ότι δυνάμει της άδειας κατοχής, Τεκμήριο 3, που είχε παραχωρήσει στον αποβιώσαντα πατέρα της ο Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών, αυτός «δεν είχε κανένα δικαίωμα ούτε να εκχωρήσει, ούτε να παραχωρήσει άδεια χρησιμοποίησης από τρίτο, ούτε να ενοικιάσει χωρίς να πιάσει την έγκριση και τη συγκατάθεση της κεντρικής επιτροπής». Απάντησε «συμφωνώ πάνω σε τούτο που είπες αλλά δεν το ενοικίασε για πάντα. Λόγω της υγείας του» και ότι η ενοικίαση θα ίσχυε «για 2-3 χρόνια το πολύ». Της τέθηκε ότι το επίδικο ακίνητο στις 9.7.2010 περιήλθε σε νέο ιδιοκτήτη και ότι ο πατέρας της είχε λάβει αποζημίωση από το νέο ιδιοκτήτη ύψους €25.000 αναφορικά με το εστιατόριο. Δέχτηκε ότι ο πατέρας της είχε λάβει ποσό €25.000 από το νέο ιδιοκτήτη του ακινήτου στα πλαίσια εξώδικου συμβιβασμού άλλης αγωγής, όμως είπε ότι «αποκλείεται» με το ποσό αυτό ο πατέρας της να είχε εγκαταλείψει το εστιατόριο χωρίς άλλη απαίτηση αφού είχε δημιουργήσει το εστιατόριο με πολλά έξοδα και κόπο. Συνέχισε λέγοντας ότι είχαν λάβει αποζημίωση από το νέο ιδιοκτήτη και οι Εναγόμενοι «δίχα να την χρειάζονται». Σε σχέση με τα ποσά που ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι, η Ενάγουσα είπε ότι δεν τα δικαιούνται γιατί όταν οι Εναγόμενοι αποχώρησαν τελικά από το υποστατικό, τους είδε να παίρνουν μαζί τους όλο τον εξοπλισμό του εστιατορίου. Είπε επίσης ότι το εστιατόριο ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση όταν το ανέλαβαν οι Εναγόμενοι και δεν χρειαζόταν άλλο εξοπλισμό. Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 2, Μάριος Πετροπουλάκης (ΜΥ1). Κατέθεσε ότι ο αποβιώσας παρουσιάστηκε ως ο νόμιμος δικαιούχος και ιδιοκτήτης του υποστατικού για το οποίο τους παραχώρησε σχετική άδεια χρήσης δυνάμει της συμφωνίας, Τεκμήριο
  14. Συνέχισε λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι δεν γνώριζαν ότι οι όροι υπό τους οποίους ο αποβιώσας είχε άδεια κατοχής του ακινήτου από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών, του απαγόρευαν να το ενοικιάσει ή παραχωρήσει σε τρίτους και είπε ότι ο αποβιώσας τους «ξεγέλασε» όταν σύναψαν τη συμφωνία, Τεκμήριο
  15. Είπε ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν πληρώσει τα ενοίκια που προβλέπει η συμφωνία, Τεκμήριο 1, για τους μήνες Ιούνιο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010 γιατί ενημερώθηκαν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και από τον ίδιο τον αποβιώσαντα, ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών είχε ακυρώσει την άδεια κατοχής, χρήσης και κάρπωσης που του είχε παραχωρήσει, Τεκμήριο
  16. Ανέφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ακινήτου ήγειρε την αγωγή 3202/2010, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον του αποβιώσαντα, των Εναγομένων και άλλων προσώπων η οποία διευθετήθηκε στις 28.6.
  17. Κατά την ημερομηνία εκείνη, είπε, καταγράφηκαν ως δηλώσεις επί Δικαστηρίου ότι ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου θα αποζημίωνε με €25.000 τον αποβιώσαντα και με €20.000 τον ΜΥ1., την Εναγόμενη 1 Χριστίνα Κουννέ και άλλους εναγόμενους στην εν λόγω αγωγή, ώστε να του παραδώσουν το ακίνητο. Περαιτέρω, είπε, είχε δηλωθεί στα πλαίσια του συμβιβασμού εκείνου από τον αποβιώσαντα ότι οποιαδήποτε αντικείμενα βρίσκονταν στο εστιατόριο ανήκαν στον νέο ιδιοκτήτη. Παρουσίασε σχετική επιστολή ημερ. 20.6.2011 από το δικηγόρο Νέστορα Νικηφόρου προς τον κ. Θέμη Θωμά όπου συζητείτο ο συμβιβασμός που θα δηλώνετο στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 4). Σημειώνω ότι πρόκειται για μια επιστολή με την οποία φαίνεται να συζητείται μεταξύ των δικηγόρων κάποιος προτεινόμενος συμβιβασμός της αγωγής 3202/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στα επίδικα θέματα της αγωγής εκείνης ή να διαφαίνεται από αυτήν κατά πόσο τελικά διευθετήθηκε η εν λόγω αγωγή και με ποιο τρόπο. Συνέχισε λέγοντας ότι στα πλαίσια της αγωγής εκείνης έμαθε ότι ο αποβιώσας δεν ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου ούτε και είχε άδεια κατοχής του. Πρόσθεσε ότι ενημερώθηκε από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών και από το δικηγόρο του νέου ιδιοκτήτη του ακινήτου ότι η άδεια κατοχής του αποβιώσαντα είχε ακυρωθεί από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών. Παρουσίασε προς τούτο αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 15.7.2010, Τεκμήριο 6, από το Τμήμα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας προς τον αποβιώσαντα με την οποία ο τελευταίος ενημερωνόταν ότι η άδεια χρήσης που του είχε χορηγηθεί για το επίδικο ακίνητο ακυρώνεται. Παρουσίασε επίσης αντίγραφο επιστολής, Τεκμήριο 7, από το Τμήμα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας προς το δικηγορικό γραφείο Ν. Α. Νικηφόρου & Συνεργάτες στην οποία η Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας ανέφερε ότι ο αποβιώσας είχε ήδη ενημερωθεί γραπτώς ότι η άδεια χρήσης που κατείχε για το επίδικο ακίνητο είχε ακυρωθεί. Ο ΜΥ1 είπε ότι ο λόγος που σταμάτησαν οι Εναγόμενοι να πληρώνουν ενοίκιο στον αποβιώσαντα ήταν διότι αυτός δεν είχε οποιαδήποτε δικαιώματα επί του ακινήτου. Πριν περιέλθουν εις γνώση τους, είπε, τα γεγονότα αυτά οι Εναγόμενοι ήταν απόλυτα τυπικοί με τις υποχρεώσεις τους και παρουσιάζοντας αντίγραφα αποδείξεων (Τεκμήριο 8) που αφορούσαν καταβολή του ενοικίου. Πρόσθεσε ότι παρέδωσαν τελικά κατοχή του υποστατικού στον νόμιμο ιδιοκτήτη του και ότι οι όποιες διαφορές που είχαν με τον αποβιώσαντα διευθετήθηκαν στα πλαίσια της αγωγής 3202/2010 του Ε.Δ. Λάρνακας. Σε σχέση με την ανταπαίτηση που εγείρουν οι Εναγόμενοι, ο ΜΥ1 είπε ότι ο αποβιώσας οφείλει να τους αποζημιώσει για το ποσό των €75.434,87 που αφορά έξοδα στα οποία προέβησαν για αγορά εξοπλισμού για το εστιατόριο, ανακαίνιση, συντήρηση, επέκταση και λειτουργία. Προς απόδειξη μέρους των εξόδων στα οποία ισχυρίζεται ότι προέβησαν οι εναγόμενοι και τα οποία διεκδικούν, παρουσίασε διάφορες αποδείξεις, τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 9-18). Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 και όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα γιατί οι Εναγόμενοι δεν αφαίρεσαν από το εστιατόριο τον εξοπλισμό το κόστος του οποίου διεκδικεί, πριν παραδώσουν κατοχή απάντησε ότι «όταν κάναμε τη συμφωνία με την Tanda Trading Limited που ήταν ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου τα αφήσαμε εκεί για να μπορεί ο νέος ιδιοκτήτης να λειτουργήσει την επιχείρηση» και πρόσθεσε ότι πήραν για τον εξοπλισμό αυτό κάποιο ποσό από το νέο ιδιοκτήτη για να μετριάσουν τη ζημία τους, «to cut our losses», όπως το έθεσε συγκεκριμένα. Είπε ότι κατά τη διευθέτηση της αγωγής 3202/2010, οι Εναγόμενοι έλαβαν €20.000, παραπέμποντας στην επιστολή, Τεκμήριο
  18. Όταν ερωτήθηκε σχετικά με την κατάρτιση της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, είπε ότι δεν είχε ρωτήσει τον αποβιώσαντα πριν την υπογραφή της συμφωνίας κατά πόσο ο αποβιώσας είχε δικαίωμα να παραχωρεί άδεια χρήσης της επιχείρησης. Ανέφερε ότι ο ίδιος ασχολείται με τη διαχείριση ξενοδοχείων, ενός δικού του και τριών που ενοικιάζει. Του τέθηκε ότι οι αποδείξεις που παρουσίασε προς απόδειξη της ανταπαίτησης του, ισχυριζόμενος ότι αφορούν έξοδα του επίδικου εστιατορίου στην πραγματικότητα αφορούσαν εξοπλισμό που αγόρασε για τα ξενοδοχεία που διαχειρίζεται. Του τέθηκε μάλιστα ότι κάποιες από αυτές τις αποδείξεις και καταστάσεις λογαριασμού, έχουν εκδοθεί στο όνομα των ξενοδοχείων του ή τρίτου προσώπου και όχι στο όνομα του εστιατορίου ή των Εναγομένων. Απάντησε ότι όλα τα έξοδα που παρουσιάζουν στα Τεκμ. 9-18 αφορούσαν το εστιατόριο αλλά επειδή οι προμηθευτές γνώριζαν ότι διαχειριζόταν και ξενοδοχεία τύγχανε κάποτε να χρησιμοποιούν το όνομα των ξενοδοχείων ή άλλου συνεργάτη του στις αποδείξεις και τιμολόγια που εξέδιδαν. Του τέθηκε επίσης ότι μέρος του εξοπλισμού το κόστος του οποίου διεκδικεί με την ανταπαίτηση του δεν συνάδει με εστιατόριο που, κατά τον ίδιο τον ΜΥ1, μπορούσε να δεχτεί περί τα 100 άτομα ενώ άλλες αποδείξεις αφορούσαν έξοδα που έγιναν μήνες μετά που ανέλαβαν κατοχή του εστιατορίου. Απάντησε ότι η ποσότητα εξοπλισμού που παραγγέλθηκε ήταν η ενδεδειγμένη και ότι χρειάστηκαν 6-7 μήνες για να στηθεί η επιχείρηση. Του τέθηκε ότι αποζημιώθηκε πλήρως για το εστιατόριο με το συμβιβασμό που έγινε στα πλαίσια της αγωγής 3202/
  19. Απάντησε ότι ζητά αποζημιώσεις από τον αποβιώσαντα για ζημιές που υπέστη λόγω ψευδών παραστάσεων του. Όταν ερωτήθηκε πότε έμαθε ότι ο αποβιώσας δεν ήταν νόμιμος κάτοχος του εστιατορίου επέμενε ότι είχε δεχθεί επίσκεψη από λειτουργούς της Επαρχιακής Διοίκησης περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο
  20. Οι επιστολές Τεκμήρια 6 και 7, είπε, ήταν μεταγενέστερες της επίσκεψης. Είπε ότι έλαβε τελικά γνώση ότι το ακίνητο δεν αποτελούσε Τουρκοκυπριακή περιουσία όταν τον ενημέρωσε σχετικά ο δικηγόρος Νέστορας Νικηφόρου περί τον Ιούνιο ή Ιούλιο
  21. Από τότε, είπε, σταμάτησε να πληρώνει ενοίκια. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, πρέπει να πω ότι το αποτέλεσμα της απαίτησης δεν θα κριθεί από την προφορική μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη. Το αποτέλεσμα της απαίτησης καθορίζεται από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια και από τα γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται ή για τα οποία υπάρχει σύμπτωση μεταξύ των δικογραφημένων εκδοχών και των μαρτύρων των δύο πλευρών. Πέραν τούτου, σε σχέση με την Ενάγουσα (ΜΕ1), σημειώνω ότι η μαρτυρία της δεν κρίνεται βοηθητική. Η άμεση γνώση της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ήταν περιορισμένη και προερχόταν κυρίως από ενημέρωση που είχε από τον αποβιώσαντα πατέρα της. Ενδεικτικά, φάνηκε ότι δεν γνώριζε τα όσα συμφώνησε ο αποβιώσαντας πατέρας της κατά την κατάρτιση της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, αφού επέμενε ότι αφορούσε παραχώρηση άδειας χρήσης του εστιατορίου για περίοδο «2-3 χρόνια το πολύ» ενώ η συμφωνία αφορά ρητά περίοδο 5 χρόνων με δικαίωμα ανανέωσης για περαιτέρω περίοδο 5 ετών. Περαιτέρω, ούτε σε σχέση με την ανταπαίτηση ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Το μοναδικό γεγονός για το οποίο κατέθεσε σε σχέση με την ανταπαίτηση και για το οποίο είπε ότι είχε άμεση γνώση ήταν ότι όταν οι Εναγόμενοι εγκατέλειπαν το υποστατικό πριν το παραδώσουν στους νέους ιδιοκτήτες, τους είχε δει να μεταφέρουν εξοπλισμό από αυτό. Δεν διαπίστωσα διάθεση να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα, όμως το πεδίο γνώσεων της σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα στα οποία στηριζόταν η βάση της αγωγής και η ανταπαίτηση ήταν τόσο περιορισμένο ώστε η μαρτυρία της να μην είναι βοηθητική στην προσπάθεια για διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων. Στρέφομαι στη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 (ΜΥ1). Παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα και εξετάζοντας και το περιεχόμενο των όσων κατέθεσε, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν ειλικρινής. Διέκρινα μια ξεκάθαρη προσπάθεια να «προσαρμόσει» και να παρουσιάσει τα γεγονότα όχι με τρόπο αληθινό αλλά με τρόπο που θεωρούσε ότι είναι «βοηθητικός» και «υποστηρικτικός» των θέσεων του. Ενδεικτικά, δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση του ότι δεν γνώριζε ότι το ακίνητο στο οποίο βρισκόταν το εστιατόριο ήταν, τουρκοκυπριακή ιδιοκτησία κατά τη σύναψη της συμφωνίας, Τεκμήριο
  22. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το προοίμιο της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, όπου αναφέρεται ρητά ότι το ακίνητο είναι Τουρκοκυπριακό. Θεωρώ ότι γνώριζε κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, Τεκμήριο 1, το γεγονός ότι το δικαίωμα του αποβιώσαντα στο υποστατικό ήταν απόρροια άδειας κατοχής που του είχε παραχωρηθεί από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών, όμως επέλεξε να μην καταθέσει την αλήθεια γιατί θεώρησε ότι η εκδοχή που προωθούσε ενίσχυε την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του. Σημειώνω δε ότι ισχυρίστηκε επανειλημμένα κατά τη μαρτυρία του ψευδείς παραστάσεις εις βάρος των Εναγομένων από μέρους του αποβιώσασα, κάτι το οποίο δεν δικογραφείται. Επιπρόσθετα, και σε σχέση με την ανταπαίτηση, δεν θεωρώ λογική τη θέση του Ενάγοντα 2, στην οποία επέμενε κατά την αντεξέταση, ότι όλα τα έξοδα που αφορούν οι αποδείξεις και τιμολόγια (Τεκμήρια 9-18) που παρουσίασε αφορούσαν αποκλειστικά το εστιατόριο. Ενδεικτικά αναφέρομαι στο Τεκμήριο 9, το οποίο παρουσίασε και υποστήριξε ότι επί αυτού αναγράφεται εξοπλισμός που αγόρασε αποκλειστικά για σκοπούς του εστιατορίου. Όταν του τέθηκε ότι τα τιμολόγια (debit notes) που αποτελούν το Τεκμήριο 9, εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρείας Prime Management Limited που δεν έχει καμία σχέση με το εστιατόριο, είπε ότι πρόκειτο για εταιρεία της οποίας ήταν ο μοναδικός μέτοχος και την οποία χρησιμοποιούσε για τη διαχείριση των ξενοδοχείων με τα οποία ασχολείται. Έτυχε, είπε, να εκδοθεί η απόδειξη στο όνομα της. Την ίδια δικαιολογία, η οποία θεωρώ ότι δεν είναι πειστική, προέβαλε και για αριθμό άλλων αποδείξεων που παρουσίασε. Εξετάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, που αμφισβητήθηκε και από το συνήγορο της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση, κρίνω ότι η θέση του Εναγόμενου 2 ότι αφορά «αναγκαίο εξοπλισμό», όπως τον χαρακτήρισε, για το εστιατόριο, στερείται λογικής. Όπως ο ίδιος κατέθεσε, το εστιατόριο είχε χωρητικότητα 100 περίπου ατόμων και είχε περί τα 40 τραπέζια. Όμως το Τεκμήριο 9 φαίνεται να αφορά μεταξύ άλλων, την αγορά 30 ξύλινων τραπεζιών (wooden tables), 30 πλαστικών τραπεζιών (plastic tables), 6 κεντρικών τετράγωνων τραπεζιών (centre square tables), 9 βοηθητικών τραπεζιών (side tables), 15 στρογγυλών τραπεζιών με μεταλλική βάση (round tables with iron base). Περιλαμβάνει επίσης αγορά 124 ξύλινων καρέκλων (wooden chairs), 56 πλαστικών καρέκλων (plastic chairs), 64 καρέκλων καφέ χρώματος (brown chairs with arms). Περιλαμβάνει περαιτέρω, 4 τριθέσεους καναπέδες και 11 διθέσιους καναπέδες. Αδυνατώ να δεχτώ ότι αυτός ο εξοπλισμός προοριζόταν για ένα εστιατόριο και δη του μεγέθους που περίγραψε ο ίδιος ο Εναγόμενος
  23. Αναφορικά επομένως με την μαρτυρία του, καταλήγω ότι θα ήταν ακροσφαλές να την αποδεχτώ ως αληθινή και δεν μπορώ να βασιστώ επί αυτής για την εξαγωγή συμπερασμάτων και διαπιστώσεων σε σχέση με τα γεγονότα. Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Στις 23.10.2009, ο Νικόλας Λουκά υπέγραψε, ως δικαιούχος, με τους Εναγόμενους 1 και 2, ως αδειούχους, συμφωνία, Τεκμήριο 1, δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 και 2 άδεια κατοχής, λειτουργίας και εκμετάλλευσης του εστιατορίου με την ονομασία «7 Φανάρια» που βρισκόταν στο τουρκοκυπριακό τεμάχιο με αριθμό 772, Φ/Σχ. LA II/III, Μπλοκ G, έναντι μηνιαίου ενοικίου €1.
  24. (β) Κατά τον χρόνο εκείνο, ο Νικόλας Λουκά ήταν κάτοχος άδειας κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης του εν λόγω ακινήτου από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. (γ) Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν την κατοχή του ακινήτου δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, Τεκμήριο
  25. (δ) Οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν στον αποβιώσαντα τα μηνιαία ενοίκια για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο
  26. (ε) Η άδεια κατοχής του επίδικου ακινήτου που είχε ο αποβιώσας ακυρώθηκε από το Τμήμα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας και ο αποβιώσας ενημερώθηκε σχετικά γραπτώς με την επιστολή, Τεκμήριο 6, ημερομηνίας 15.7.
  27. (στ) Οι Εναγόμενοι έχουν εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο και έχουν παραδώσει κατοχή σε τρίτο πρόσωπο. Με δεδομένο το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο, προχωρώ να εξετάσω τα επίδικα προς απόφαση θέματα. Με την αγωγή, η πλευρά της Ενάγουσας αξιώνει αποζημιώσεις εκ ποσού €5.250 για την παράβαση της συμφωνίας, Τεκμήριο
  28. Το εν λόγω ποσό αφορά σε μηνιαία ενοίκια τα οποία η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλλαν στον αποβιώσαντα. Επομένως, το προς απόφαση ζήτημα είναι κατά πόσο η συμφωνία, Τεκμήριο 1, παρέχει τη δυνατότητα ή το δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικεί το εν λόγω ποσό. Το όποιο δικαίωμα του αποβιώσαντα επί του επίδικου ακινήτου προκύπτει και ήταν αποτέλεσμα της άδειας κατοχής του επίδικου ακινήτου που του είχε παραχωρήσει ο Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών. Η εξουσία του Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών να διαχειρίζεται τουρκοκυπριακή περιουσία απορρέει από τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση & Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, Ν.139/
  29. Οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών καθορίζονται από τα άρθρα 5 και 6 του Ν. 139/
  30. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των εν λόγω προνοιών είναι ότι ο Κηδεμόνας καθίσταται διαχειριστής της τουρκοκυπριακής περιουσίας (ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο Ν. 139/91)και στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του έχει όλα τα δικαιώματα που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας. Όπως δε καθορίζει ξεκάθαρα η νομολογία, ο Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών είναι το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται στη διαχείριση της περιουσίας και η αποκλειστική εξουσία και αρμοδιότητα του αυτή δεν μπορεί να παρακαμφθεί[3]. Ο αποβιώσας είχε αποκτήσει δυνάμει της σχετικής άδειας που του παραχωρήθηκε, την φυσική κατοχή του τουρκοκυπριακού υποστατικού που βρίσκεται στο επίδικο ακίνητο και το οποίο χρησιμοποιούσε ως εστιατόριο. Η άδεια αυτή, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, είχε διάρκεια 1 έτους. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να δείχνει ότι η άδεια αυτή ανανεωνόταν μέχρι τον επίδικο χρόνο. Από τα Τεκμήρια 5, 6 και 7, αλλά και από τη μαρτυρία και των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν κατά την ακρόαση, μπορεί να συναχθεί ότι η άδεια βρισκόταν σε ισχύ μέχρι που ακυρώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο περί τον Ιούλιο
  31. Αυτό όμως είναι, μέχρι ενός βαθμού, επουσιώδες. Tο όποιο δικαίωμα του αποβιώσαντα επί του ακινήτου προερχόταν από την εν λόγω άδεια, Τεκμήριο
  32. Ήταν ρητή πρόνοια της άδειας αυτής ότι «ο Αδειούχος δεν θα έχει το δικαίωμα εκχωρήσεως ή παραχωρήσεως αδείας χρησιμοποιήσεως υπό τρίτου, του όλου ή μέρους του αντικειμένου εκτός εάν ούτος ήθελεν εκ των προτέρων λάβει την έγγραφον προς τούτο συγκατάθεση της Κεντρικής Επιτροπής» (παράγραφος 4 του Τεκμηρίου 3). Δεν δικογραφείται ισχυρισμός, ούτε και έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται ότι ο αποβιώσας είχε λάβει την προηγούμενη απαιτούμενη συγκατάθεση πριν την παραχώρηση άδειας χρήσης του υποστατικού στους Εναγόμενους δυνάμει της συμφωνίας, Τεκμήριο
  33. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με το άρθρο 15

(1)(γ) του Ν.139/91, η κατοχή ή χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που καθορίζει ο Νόμος, δηλαδή εκτός εάν σχετικό δικαίωμα δοθεί από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών, ποινικοποιείται. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη νομολογία, σε σχέση με τουρκοκυπριακή περιουσία που περιήλθε στην κατοχή του Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών, καμία δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί, από άλλο πρόσωπο εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα[4]. Το μοναδικό κατά νόμο αρμόδιο πρόσωπο το οποίο μπορούσε να παραχωρήσει στους Εναγόμενους άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού ήταν ο Κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ο αποβιώσας είχε τη φυσική κατοχή του επίδικου ακινήτου την οποία παραχώρησε στους Εναγόμενους δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο
  1. Αυτό έγινε χωρίς να προηγηθεί η συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κατά παράβαση ρητής πρόνοιας της άδειας κατοχής που είχε ο αποβιώσας, Τεκμήριο 3, αλλά και κατά παράβαση των προνοιών του Ν. 139/
  2. Όπως έχει νομολογηθεί, σε περίπτωση συμφωνίας που διέπεται από παρανομία, είτε στη σύναψη ή κατά την εκτέλεση της[5], τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση απαιτήσεων βασιζομένων σε αυτή[6]. Αυτό διότι δεν νοείται ο προσπορισμός οφέλους από συμβαλλόμενο σε παράνομη συναλλαγή[7]. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ιωάννου κ.α. ν Μουσκάλλη κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1595: «.Είναι η γνώμη μας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καθήκον, αφού διαπίστωσε το γεγονός της παρανομίας, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία σ' αυτόν που τη ζητούσε, εφόσον ήταν μέτοχος στην παράνομη συναλλαγή. Και οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ήσαν συμμέτοχοι σ' αυτή την παρανομία, στην οποία ουσιαστικά και νόμο στηριζόταν η αξίωση τους. Η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο παρανομίας που παρουσιάζεται ενώπιον του αποτελεί δικαστικό καθήκον, το οποίο απορρέει από τη εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακα της εφαρμογής του νόμου που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας. [Τ]ο Δικαστήριο όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο, διαπιστώσει παράνομη σύμβαση αρνείται θεραπεία.» Σχετική και η Glamour Developement v Christodoulou
(1984)1 C.L.R.
  1. Προκύπτει αναπόδραστα ότι η αξίωση αναφορικά με τα μη καταβληθέντα ενοίκια δεν μπορεί να επιτύχει γιατί θα συνιστούσε απόδοση θεραπείας στην Ενάγουσα που θα προέρχεται από σύμβαση που ήταν παράνομη τόσο κατά τη σύναψη όσο και κατά την εκτέλεση της. Η Ενάγουσα διεκδικεί περαιτέρω διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι να διατάζονται να της παραδώσουν κατοχή του επίδικου ακινήτου. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα αλλά, καθοριστικά, όπως παραδέχτηκε και η ίδια η Ενάγουσα κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, οι Εναγόμενοι έχουν ήδη παραδώσει κατοχή του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο. Συνεπώς δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί η Ενάγουσα συνέχισε να προωθεί τη συγκεκριμένη αξίωση αφού και η ίδια δέχεται ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν πλέον κατοχή του ακινήτου ώστε να είναι σε θέση να την παραδώσουν. Σε κάθε περίπτωση, μετά την ακύρωση της άδειας κατοχής του ακινήτου από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών, ο αποβιώσας έχασε κάθε δικαίωμα επί του ακινήτου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Winfield & Jolowitch on Tort, 17η έκδοση, σελ 494, παράγραφος 13.10: «A bare licence... may be revoked at any time, and so may many contractual licences... After revocation the licencee becomes a trespasser.». Παραπέμπω επίσης στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, παράγραφος 530: «A person who has been let into possession of land by the person entitled to such possession has the right to occupy the land as a licensee until the license is revoked by a competent authority, although he has no estate in the land». Επομένως, ακόμα και αν οι Εναγόμενοι διατηρούσαν κατοχή του ακινήτου, δεν θα μπορούσε να διαταχθεί η επιστροφή του στην πλευρά της Ενάγουσας αφού αυτή απώλεσε κάθε δικαίωμα επί του ακινήτου με την ακύρωση της άδειας χρήσης που είχε παραχωρήσει στον αποβιώσα ο Κηδεμόνας. Σημειώνω ότι η άδεια χρήσης που είχε ο αποβιώσας ήταν, εν πάση περιπτώσει, προσωποπαγής και δεν επιβίωσε ούτε θα συνέχισε μετά τον θάνατο του. Τέλος, σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας για ενδιάμεσα οφέλη €1000 μηνιαίως, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από το συγγραμμα Winflied and Jolowicz on Tort, σελ. 502, παράγραφος 13.18: «The action for mense profits is another species of the action for trespass and lies for the damage which the claimant suffered having been out of possession of his land... The action for mense profits enables the claimant to claim reasonable rent for the possession of the property by the defendant and damage for deterioration of the reasonable costs of getting possession». Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, το δικαίωμα χρήσης του αποβιώσαντα στο ακίνητο έχει ακυρωθεί από τον Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών και αυτό το γεγονός του γνωστοποιήθηκε περί τον Ιούλιο
  2. Αυτό κατέθεσε η ίδια η Ενάγουσα αλλά προκύπτει και από το Τεκμήριο
  3. Συνεπώς δεν μπορεί να αποδοθεί η συγκεκριμένη θεραπεία αφού η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί όφελος σε ακίνητο επί του οποίου δεν έχει δικαίωμα. Σε σχέση με την ανταπαίτηση, όπως είναι καλά γνωστό η αξιώσεις για ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να δικογραφούνται συγκεκριμένα και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα[8]. Όπως διαφαίνεται από την παράθεση της μαρτυρίας και την αξιολόγηση της πιο πάνω, η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει αποδείξει την αξίωση της στον απαιτούμενο βαθμό. Υπενθυμίζω ότι δεν έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 και δεν έχω ικανοποιηθεί για το ποίος ακριβώς εξοπλισμός αγοράστηκε για το εστιατόριο και για την αξία του. Επαναλαμβάνω σχετικά τα όσα αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με το τιμολόγιο (debit note) Τεκμήριο
  4. Πέραν τούτου, πολλά από τα τιμολόγια και αποδείξεις που έχουν προσκομιστεί (ενδεικτικά Τεκμήρια 9, 12, 14, 15) αφορούν εξοπλισμό όπως πιάτα, τραπεζομάντηλα κτλ. Όταν ρωτήθηκε ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέταση του γιατί δεν απομάκρυνε τον εξοπλισμό αυτό από το εστιατόριο πριν παραδώσει κατοχή, απάντησε ότι τον άφησε στον νέο ιδιοκτήτη ώστε να μπορεί να λειτουργήσει την επιχείρηση. Παραδέχτηκε επίσης ότι έλαβε για τον εξοπλισμό που άφησε στο εστιατόριο κάποια αποζημίωση από το νέο ιδιοκτήτη. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω το ποσό της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε στον εξοπλισμό που παρέμεινε στο εστιατόριο, ούτε ποιος ακριβώς ήταν ο εξοπλισμός αυτός, ούτε και το ποσοστό της αξίας τους για το οποίο αποζημιώθηκε. Συνεπώς δεν είμαι σε θέση να διακριβώσω ποια είναι η πραγματική ζημιά των εναγομένων 1 και 2 για την οποία θα δικαιούνταν, ενδεχομένως, να αποζημιωθούν. Καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι δεν απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό το ποσό των αποζημιώσεων που αξιώνουν και δεν έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης. Για τους πιο πάνω λόγους, τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση αποτυγχάνουν και απορρίπτονται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας και τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ την Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Reziye Cemil v Επί τοις αφορώσι τον Cemil Suleyman αποβιώσαντα
(2008)1 Α.Α.Δ. 987 [4] Korkut v Απόστολου Γεωργίου δια του πληρεξούσιου αντιπρόσωπου του Χαράλαμπου Ζόππου
(2008)1 Α.Α.Δ. 905 [5] Αθηνοδώρου κ.α. ν Κωνσταντίνου
(2000)1 Α Α.Α.Δ. 615 [6] Flecha Contracting Ltd v Michael Dev. Ltd
(2003)1 Α Α.Α.Δ. 263 [7] A.C. Antoniou Resports Ltd v Eleonora Hotel Apartm. Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 1321, Tsouloftas Constructions Ltd κ.α. ν Mylonas κ.α.
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 1514, Σκουτέλας ν Αγαπίου
(2003)1 Α Α.Α.Δ. 338, Chr. Mavrikios Constr. Ltd v Χατζηκωνσταντά
(2009)1 Β Α.Α.Δ. 1093 [8] Νικολάου ν Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Μεταξάς ν Δήμος Λευκωσίας
(2003)1 Α.Α.Δ. 467, John Brenan n Anthimos Demetrioy Bonded Warehouse, ECLI:CY:AD:2014:D600, Πολιτική Έφεση 193/2012, ημερομηνία 16.12.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.