Costas Koshis Co Ltd ν. Pinelane Investments Ltd κ.α., Συνενωμένες αγωγές: 2092/2011, 2093/2011, 2094/2011, 2095/2011, 2096/2011, 2097/2011, 2098/2011, 2099/2011, 2100/2011, 2101/2011, 2103/2011, 13/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Συνενωμένες αγωγές: 2092/2011 2093/2011 2094/2011 2095/2011 2096/2011 2097/2011 2098/2011 2099/2011 2100/2011 2101/2011 2103/2011 Αγωγή υπ' αριθμό: 2092/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Pinelane Investments Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2093/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Benefactoring Investments Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2094/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Farmile Investments Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2095/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και D.C. Coast Line Investments Limited Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2096/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Zoomzone Investments Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2097/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Graytique Investments Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2098/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Cyancube Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2099/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Sunscreen Investments Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2100/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Purplepath Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2101/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Brightopia Ltd Εναγόμενων Αγωγή υπ' αριθμό 2103/2011 Μεταξύ: Costas Koshis Co Ltd Ενάγοντες και Violethill Holdings Ltd Εναγόμενων 13 Μαρτίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες (σε όλες τις αγωγές): κ. Σωτήρης Χαραλάμπους & κα Δήμητρα Μαρνέρου Για Εναγόμενους (σε όλες τις αγωγές): κ. Μ. Χριστοδούλου δια Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι πιο πάνω αγωγές συνενώθηκαν με σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 19.6.2014, προς συνεκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων, με οδηγό την αγωγή υπ' αριθμό 2092/
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής 2092/2011, οι Ενάγοντες ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την παροχή λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας που έγινε με τους Εναγόμενους, ετοίμασαν εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης εταιρείας για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009 έναντι του συνολικού ποσού των €1.692,
- Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι για το ποσό αυτό εξέδωσαν τέσσερα τιμολόγια, έκαστο για το ποσό των €423,20 που αντιστοιχούσε στην ετοιμασία των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για έκαστο λογιστικό έτος. Η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται να καταβάλουν το ποσό αυτό. Οι αξιώσεις των υπόλοιπων αγωγών είναι παραπλήσιες και οι εκθέσεις απαίτησης είναι ουσιαστικά ταυτόσημες. Συγκεκριμένα, η αγωγή 2093/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €1.692,80 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Benefactoring Investments Ltd, για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, ήτοι €423.20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν τέσσερα αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2094/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €1.692,80 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Farmile Investments Ltd για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν τέσσερα αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2095/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €1.692,80 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας D.C. Coast Line Investments Limited για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν τέσσερα αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2096/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €846,40 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Zoomzone Investments Ltd για τα έτη 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν δύο αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2097/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €846,40 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Graytique Investments Ltd για τα έτη 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν δύο αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2998/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €1.269,60 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Cyancube Ltd για τα έτη 2007, 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν τρία αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2099/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €1.692,80 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Sunscreen Investments Ltd για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν τέσσερα αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2100/2001 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €846,40 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Purpepath Ltd για τα έτη 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν δύο αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2101/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €1.269,60 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Brightopia Ltd για τα έτη 2007, 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν τρία αντίστοιχα τιμολόγια. Η αγωγή 2103/2011 αφορά ισχυριζόμενη συμφωνημένη οφειλή €1.692,80 για ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας Violethill Holdings Ltd για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, ήτοι €423,20 για έκαστο έτος, και για τα οποία εκδόθηκαν τέσσερα αντίστοιχα τιμολόγια. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε από καμιά πλευρά, όλες οι Εναγόμενες εταιρείες ανήκουν στο ίδιο φυσικό πρόσωπο. Οι Εναγόμενες εταιρείες εγείρουν ουσιαστικά την ίδια υπεράσπιση σε όλες τις αγωγές. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας, συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες ετοιμάσουν εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τις έντεκα Εναγόμενες εταιρείες για την περίοδο από τη σύσταση της κάθε μιας μέχρι και το έτος 2009, για το συνολικό ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α, πλέον γραφειακά έξοδα. Οι Εναγόμενες εταιρείες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι κατά ή περί τον Απρίλιο 2010, επικοινώνησε με το δικηγορικό γραφείο Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε. αντιπρόσωπος των Εναγόντων για να ενημερώσει ότι είχαν ολοκληρώσει την εργασία που τους είχε ανατεθεί «πλην όμως λόγω φόρτου εργασίας η συμφωνηθείσα τιμή των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα, είχε μετατραπεί σε €7.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα, πράγμα το οποίο κατόπιν εντολής του πελάτη δεν έγινε αποδεκτό». Σύμφωνα με τις Υπερασπίσεις που καταχώρησαν οι Εναγόμενες εταιρείες, οι Ενάγοντες κλήθηκαν να παραλάβουν το αρχικώς συμφωνηθέν ποσό, όμως αυτοί δεν προσήλθαν, αναγκάζοντας τις Εναγόμενες εταιρείες να διορίσουν άλλο ελεγκτικό και λογιστικό γραφείο για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων έδωσε μαρτυρία η κα Κούλα Κοσιή (ΜΕ1), η κα Κούλλα Γεωργίου (ΜΕ2) και ο κ. Κωνσταντίνος Κοσιής (ΜΕ3). Για την πλευρά της Υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία η κα Χαρούλα Κονταρά (ΜΥ1) και ο κ. Άντρος Πελεκάνος (ΜΥ2). Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω ωφέλιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια όλα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και που αφορά άμεσα τα επίδικα θέματα ή που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης. Σημειώνω επίσης ότι κατά την ακρόαση παρουσιάστηκαν από τους μάρτυρες και κατατέθηκαν ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν γίνεται κατωτέρω. Πρώτη μάρτυρας των Εναγόντων ήταν η κα Κούλλα Κοσιή (ΜΕ1), διευθύντρια των Εναγόντων. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι περί το τέλος του 2008, το δικηγορικό γραφείο Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε. ζήτησε από τους Ενάγοντες να προσφέρουν λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες σε έντεκα εταιρείες που άνηκαν σε πελάτη του δικηγορικού γραφείου. Τους προτάθηκε, είπε, συνολικό ποσό €4.000 «για έλεγχο 4 χρόνων, από το οποίο ποσό 20% θα παραχωρείτο στο δικηγορικό γραφείο σαν προμήθεια». Είπε ότι αφού μελέτησαν την πρόταση, την απέρριψαν γιατί τη θεώρησαν «εντελώς ασύμφορη». Συνέχισε λέγοντας ότι το δικηγορικό γραφείο επανήλθε περί το τέλος του 2009 με νέα γραπτή πρόταση, ήτοι «€350 τον 1ο χρόνο για κάθε εταιρεία και μετά €250 το χρόνο». Η μάρτυρας ανέφερε ότι οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν το μέρος της πρότασης που αφορούσε τα €350 για τον 1ο χρόνο αλλά απέρριψαν τα προσφερόμενα €250 για τα επόμενα χρόνια. Ακολούθησε, είπε, περί το Δεκέμβριο 2009 συνάντηση μεταξύ του κ. Κ. Κοσιή, διευθυντή των Εναγόντων (ΜΕ3) και του κ. Α. Πελεκάνου (ΜΥ2), στο γραφείο του δεύτερου και οι δύο τους συμφώνησαν όπως οι Ενάγοντες πληρωθούν €350 για την ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για κάθε λογιστικό έτος, για την κάθε μια από τις Εναγόμενες εταιρείες, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. καθώς και την ετοιμασία και υποβολή των φορολογικών δηλώσεων στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης εκείνης, είπε, ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) είχε διαβεβαιώσει τον κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να συμφωνήσει μαζί του την αμοιβή του. Συμφωνήθηκε επίσης ότι ο κ. Α. Πελεκάνος θα λάμβανε €2.300 ως προμήθεια ενώ υπάλληλος του ελεγκτικού γραφείου των Εναγόντων θα λάμβανε €1.000 ως φιλοδώρημα. Σύμφωνα με τη ΜΕ1, στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας, οι Ενάγοντες ετοίμασαν τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των Εναγομένων εταιρειών και εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια για το κάθε λογιστικό έτος, για την κάθε μια από τις Εναγόμενες εταιρείες. Αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2(α)-(δ) και 5-
- Το ποσό του κάθε τιμολογίου, είπε, είναι €423,20 και αποτελεί το άθροισμα του συμφωνημένου ποσού των €350, πλέον €18 πραγματικά έξοδα, πλέον €55,20 Φ.Π.Α. Η ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι οι Ενάγοντες ετοίμασαν και παρέδωσαν στο δικηγορικό γραφείο Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε. εξελεγμένους λογαριασμούς για 38 συνολικά λογιστικά έτη και αφορούσαν τις έντεκα Εναγόμενες εταιρείες και αντίστοιχα τιμολόγια. Είπε ότι οι εξελεγμένοι λογαριασμοί δεν έγιναν αποδεκτοί και επιστράφηκαν όταν προέκυψε η διαφωνία σε σχέση με την χρέωση. Ακολούθως, και ένεκα της άρνησης των Εναγόμενων εταιρειών να εξοφλήσουν, η ΜΕ1 είπε ότι στάλθηκαν επιστολές από το δικηγόρο των Εναγόντων με τις οποίες καλούνταν να εξοφλήσουν τα τιμολόγια (Τεκμήρια 3 και 5-14). Είπε ότι λήφθηκε απαντητική επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε. (Τεκμήριο 4) στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, «ο πελάτης μας είναι διατεθειμένος όπως πληρώσει το συμφωνηθέν ποσό των 3,000 Ευρώ για τις υπηρεσίες που οι πελάτες σας έχουν προσφέρει. Αυτή ήταν η συμφωνία και ο πελάτης μας είναι έτοιμος να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Τα ποσά που εσείς αναφέρεται στις επιστολές σας ουδέποτε συμφωνήθηκαν και σε κανένα στάδιο δεν αναφέρθηκαν από τους πελάτες σας». Η ΜΕ1 παρουσίασε επίσης το Τεκμήριο 1 που αποτελείται από 3 σελίδες με χειρόγραφες σημειώσεις. Στην 1η σελίδα του Τεκμηρίου 1, κατά τη ΜΕ1, καταγράφηκε η πρόταση που μετέφερε η κα Χ. Κονταρά (ΜΥ1) και η οποία αφορούσε χρέωση €350 για την ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για το πρώτο λογιστικό έτος για κάθε εταιρεία και €250 για τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για κάθε επόμενο λογιστικό έτος. Η ΜΕ1 είπε ότι η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από τους Ενάγοντες. Αντίστοιχες χειρόγραφες καταγραφές, είπε, παρουσιάζονται και στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 1 και η ΜΕ1 επέμενε ότι αυτές έγιναν από την κα Χ. Κονταρά (ΜΥ1) και παραδόθηκαν στο γραφείο των Εναγόντων. Για την 3η σελίδα του Τεκμηρίου 1, η ΜΕ1 είπε ότι οι χειρόγραφες καταγραφές που παρουσιάζονται σε αυτή είναι του κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) και αποτυπώνουν τη συμφωνηθείσα χρέωση για 38 «σετ» εξελεγμένων λογαριασμών προς συνολικό ποσό €13.300, ποσό €2.300 που θα λάμβανε ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) ως προμήθεια, ποσό €1.000 που θα λάμβανε ως φιλοδώρημα η κα Κ. Γεωργίου (ΜΕ3) η οποία είναι η υπάλληλος του γραφείου των Εναγόντων που θα ετοίμαζε τους λογαριασμούς. Μετά την αφαίρεση των πιο πάνω ποσών από τη συνολική χρέωση, η ΜΕ1 είπε ότι παρέμενε υπόλοιπο €10.000 που θα παρέμενε στους Ενάγοντες. Δεύτερη μάρτυρας των Εναγόντων ήταν η κα Κούλλα Γεωργίου, υπάλληλος των Εναγόντων (ΜΕ2), και το πρόσωπο στο οποίο είχε ανατεθεί από τους Ενάγοντες η ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων των Εναγόμενων εταιρειών. Η ίδια, είπε, είχε ενημερωθεί από τον κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) ότι είχε συμφωνηθεί χρέωση €350 ανά εταιρεία, ανά λογιστικό έτος και στη βάση της συμφωνίας αυτής ετοίμασε τις οικονομικές καταστάσεις. Η ίδια, είπε, δεν έλαβε μέρος στις διαβουλεύσεις αναφορικά με τη χρέωση. Όταν ερωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο 1, είπε ότι η 2η σελίδα είχε σταλεί από το δικηγορικό γραφείο Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε. και ότι σε αυτή καταγράφεται η πρόταση του δικηγορικού γραφείου για €350 ανά εταιρεία για το πρώτο έτος για το οποίο θα ετοιμάζονταν οικονομικές καταστάσεις και €250 για κάθε επόμενο έτος. Όμως, είπε, ο κ. Κοσιής (ΜΕ3) της ανέφερε ότι τελικά είχαν συμφωνήσει €350 ανά εταιρεία, ανά λογιστικό έτος. Είπε ότι η ίδια ετοίμασε 38 σετ οικονομικών καταστάσεων τα οποία παρέδωσε στην κα Χ. Κονταρά, υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε. ώστε να υπογραφούν από τον πελάτη. Οι σχετικοί φάκελοι, είπε, επιστράφηκαν από την κα Χ. Κονταρά η οποία της ανέφερε ότι υπάρχει διαφωνία σε σχέση με τη χρέωση. Οι φάκελοι, είπε βρίσκονται μέχρι τώρα στο γραφείο των Εναγόντων. Κατά την αντεξέταση της, είπε ότι ο κ. Κ. Κοσιής (ΜΕ3) της είχε δώσει την 3η σελίδα του Τεκμηρίου 1, στην οποία είχε καταγράψει εκείνος την προφορική συμφωνία που έκανε με τον κ. Α. Πελεκάνο (ΜΥ2). Όμως, διευκρίνισε, η ίδια δεν ήταν παρούσα όταν έγινε η συμφωνία. Τρίτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο κ. Κ. Κοσιής (ΜΕ3), διευθυντής των Εναγόντων και σύζυγος της ΜΕ
- Εξηγώντας το περιεχόμενο της 3ης σελίδας του Τεκμηρίου 1, είπε ότι πρόκειται για χειρόγραφες σημειώσεις του οι οποίες αποτυπώνουν τη συμφωνία που έκανε με τον κ. Α. Πελεκάνο (ΜΥ2), στο γραφείο του τελευταίου, περί τον Δεκέμβριο
- Εκ μέρους των Εναγόντων, είπε, παρών στη συνάντηση ήταν μόνο ο ίδιος. Είπε επίσης ότι ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) εκπροσωπούσε τον δικαιούχο των Εναγόμενων εταιρειών και, κατά τη συνάντηση εκείνη, τους ανάθεσε την ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων για τις Εναγόμενες εταιρείες για την περίοδο από τη σύσταση τους μέχρι και το
- Συνέχισε εξηγώντας ότι ο χειρόγραφες σημειώσεις του στην 3η σελίδα του Τεκμηρίου 1 αναφέρονται σε €350 ανά εταιρεία ανά έτος, και ότι από την εν λόγω χρέωση θα πληρώνονταν €2.300 ως προμήθεια προς τον κ. Α. Πελεκάνο (ΜΥ2) και €1.000 ως φιλοδώρημα προς την κα Κ. Γεωργίου (ΜΕ2). Ο ΜΕ3 είπε ότι κατά τη συνάντηση είχε εγείρει την ανησυχία του μήπως και ο δικαιούχος των Εναγομένων εταιρειών δεν τους πληρώσει για την εργασία που θα διεκπεραίωναν. Όμως, συνέχισε, ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) τον καθησύχασε λέγοντας του ότι έχει ο ίδιος εξουσία να υπογράφει εκ μέρους του δικαιούχου για τη διενέργεια πληρωμών και του έδειξε βιβλιάριο επιταγών, διαβεβαιώνοντας τον ότι θα πληρωθεί. Ο ΜΕ3 συνέχισε λέγοντας ότι η εργασία που είχε ανατεθεί στους Ενάγοντες διεκπεραιώθηκε από αυτούς ενώ είχαν ετοιμαστεί και οι ετήσιες εκθέσεις που θα υποβάλλονταν στον Έφορο Εταιρειών. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ3, αυτός είπε ότι για την εργασία που διεκπεραίωσαν, οι Ενάγοντες χρέωσαν €350 ανά έτος ανά εταιρεία όπως ήταν και η συμφωνία, και ότι στη βάση αυτής της συμφωνίας είχαν εκδοθεί τα τιμολόγια, Τεκμήρια 2 και 5-
- Του τέθηκε ότι η συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε έγινε μεταξύ της συζύγου του (ΜΕ1), της κας Χ. Κονταρά (ΜΥ1) και του κ. Α. Πελεκάνου (ΜΥ2) και ότι κατά τη διάρκεια της συνάντηση ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ίδιο. Απάντησε ότι ήταν σίγουρος ότι συναντήθηκε προσωπικά με τον κ. Α. Πελεκάνο (ΜΥ2) και ότι αμέσως μετά τη συνάντηση προχώρησαν με την ετοιμασία των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των Εναγόμενων εταιρειών. Του υποβλήθηκε τότε ότι ο ίδιος δεν συναντήθηκε προσωπικά με τον κ. Α. Πελεκάνο (ΜΥ2) αλλά επέμενε ότι είχε γίνει η συνάντηση. Αντεξετάστηκε επίσης αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι κατά τη διάρκεια της συνάντηση ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) του έδειξε βιβλιάριο επιταγών το οποίο ανήκε στις Εναγόμενες εταιρείες Του τέθηκε ότι οι Εναγόμενες εταιρείες δεν διέθεταν τραπεζικούς λογαριασμούς και συνεπώς δεν μπορεί να υπήρχε βιβλιάριο επιταγών. Απάντησε τότε ότι δεν γνωρίζει εάν υπήρχαν ή όχι τραπεζικοί λογαριασμοί και είπε ότι ίσως το βιβλιάριο επιταγών άνηκε σε τραπεζικό λογαριασμό του δικηγορικού γραφείο στον οποίο ήταν κατατεθειμένα λεφτά πελατών (client account). Του τέθηκε ότι είχε συμφωνήσει την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για όλες τις εταιρείες και όλα τα λογιστικά έτη για το συνολικό ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. και ότι ο λόγος που είχε συμφωνήσει το ποσό αυτό είναι γιατί προσδοκούσε σε αποκλειστική συνεργασία με το δικηγορικό γραφείο του κ. Α. Πελεκάνου (ΜΥ2) το οποίο παρέχει υπηρεσίες εταιρικής διαχείρισης σε μεγάλο αριθμό εταιρειών. Είπε ότι προσδοκούσε σε συνεργασία, όχι όμως αποκλειστική και αρνήθηκε ότι είχε συμφωνήσει την εκτέλεση της εργασίας για €3.
- Επέμενε ότι η αξία της εργασίας που διεκπεραίωσαν είχε συμφωνηθεί σε €350 ανά εταιρεία ανά λογιστικό έτος πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα. Πρώτη μάρτυρας των Εναγομένων ήταν η κα Χαρούλα Κονταρά (ΜΥ1), υπάλληλος το δικηγορικού γραφείου Πελεκάνος & Πελεκάνος Δ.Ε.Π.Ε. Είπε ότι εργάζεται ως υπεύθυνη λογιστηρίου και ότι ο πελάτης τους David Cox είχε ιδρύσει της έντεκα Εναγόμενες εταιρείες στις οποίες το δικηγορικό γραφείο προσέφερε υπηρεσίες εταιρικής διαχείρισης. Είπε ότι το γραφείο συνεργάζεται με διάφορους λογιστικούς και ελεγκτικούς οίκους και ότι, σε κάθε περίπτωση, πριν τον διορισμό τρίτων επαγγελματιών για να προσφέρουν υπηρεσίες σε εταιρείες πελατών, συμφωνούν εκ των προτέρων την αμοιβή και λαμβάνουν σχετικές οδηγίες από τον πελάτη. Επί των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή, είπε ότι περί τα τέλη του 2008 συμβούλευσαν τον κ. David Cox, ιδιοκτήτη των Εναγομένων Εταιρειών, ότι έπρεπε να ετοιμαστούν εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τις Εναγόμενες εταιρείες, και ότι αυτός ζήτησε όπως το κόστος κρατηθεί στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Είπε ότι προσέγγισε τους Ενάγοντες από τους οποίους ζήτησε σχετική προσφορά ώστε να τη διαβιβάσουν στον πελάτη. Για τον σκοπό αυτό, είπε ότι έγιναν συναντήσεις κατά διαστήματα όπου συζητήθηκε το θέμα της αμοιβής αλλά δεν κατέληγαν σε συγκεκριμένη συμφωνία. Είπε ότι ο πελάτης επέμενε όπως το κόστος μην υπερβαίνει τις €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα και ότι η ίδια δεν είχε εξουσιοδότηση να συμφωνήσει οποιοδήποτε άλλο ποσό. Αρνήθηκε ότι η ίδια απέστειλε στους Ενάγοντες την προσφορά της 2ης σελίδας του Τεκμηρίου 1, και ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν πρόταση των Εναγόντων την οποία μετέφερε στον πελάτη ο οποίος δεν την αποδέχτηκε και ζήτησε χαμηλότερη. Συνέχισε λέγοντας ότι τις αρχές Δεκέμβριου 2009 μετέβη στα γραφεία των Εναγόντων και είχε συνάντηση με την κα Κ. Κοσιή (ΜΕ1) χωρίς και πάλιν να καταλήξουν σε συμφωνία. Τότε, είπε, μετέβη με την κα Κ. Κοσιή (ΜΕ1) στα γραφεία τους και ειδικότερα στο γραφείο του κ. Α. Πελεκάνου (ΜΥ2) όπου στην παρουσία της ίδιας και της κας Κ. Κοσιή (ΜΕ1) ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) τηλεφώνησε στον κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) με τον οποίο συμφώνησε ότι η αμοιβή για την ετοιμασία των εξελεγμένων λογαριασμών θα ήταν €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα. Είπε ότι μετά τη συνάντηση εκείνη, συνέταξε και απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον δικαιούχο των Εναγομένων εταιρειών στον οποίο ανέφερε το τελικό ποσό που συμφωνήθηκε. Παρουσίασε αντίγραφα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 και
- Σημειώνω ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, στις 7.12.2009 η ΜΕ1 ενημέρωνε τον δικαιούχο των εταιρειών ότι «the amount of 3,000 that our associate auditors requested for doing your audit is the minimum amount they charge...and they are not willing to negotiate any further». Έλαβαν τελικά, είπε, την έγκριση του πελάτη για το συνολικό ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. Είπε ότι οι Ενάγοντες, για τον Φεβρουάριο 2010, την ενημέρωσαν για πρώτη φορά για την απαίτηση τους να πληρωθούν €350 ανά λογιστικό έτος, ανά εταιρεία. Είπε επίσης ότι εξαιτίας της απαίτησης των Εναγόντων για επιπλέον χρήματα, η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ με αποτέλεσμα να διοριστούν άλλοι λογιστές για την διεκπεραίωση της εργασίας. Κατά την αντεξέταση, η ΜΥ1 είπε ότι από τις έντεκα Εναγόμενες εταιρείες μόνο οι δύο είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς οι οποίοι ανοίχθηκαν το
- Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο κρίνει ως λογική τη χρέωση €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα για την συγκεκριμένη εργασία απάντησε ότι το θεωρεί λογικό τόσο γιατί οι Εναγόμενες εταιρείες ήταν αδρανείς και επομένως οι οικονομικές τους καταστάσεις ήταν απλές, αλλά και γιατί οι Ενάγοντες επεδίωκαν να ξεκινήσουν συνεργασία με το δικηγορικό γραφείο και γι' αυτό αποδέχτηκαν την χαμηλότερη χρέωση. Τελευταίος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο δικηγόρος κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2), ο οποίος επιβεβαίωσε ότι ο κ David Cox είναι πελάτης του δικηγορικού γραφείου, δικαιούχος των έντεκα Εναγόμενων εταιρειών, στις οποίες το γραφείο παρέχει διοικητικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με το ΜΥ2, έγινε κάποια συνάντηση στο γραφείο των Εναγόντων μεταξύ της κας Κοσιή και της κα Χαρούλας όπου συζητήθηκε η ανάθεση στους Ενάγοντες της επίδικης εργασίας, όμως υπήρχε διαφωνία για το ύψος της αμοιβής. Τότε οι δύο τους ήρθαν στο γραφείο του και τον ενημέρωσαν σχετικά. Ο ίδιος, είπε, τηλεφώνησε στον κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) και κατάληξαν σε συμφωνία για συνολική αμοιβή €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα. Ανέφερε επίσης ότι για τη συγκεκριμένη υπόθεση, η μοναδική επικοινωνία που είχε με τον κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) ήταν το συγκεκριμένο τηλεφώνημα και αρνήθηκε ότι έγινε η συνάντηση που ισχυρίστηκε ο κ. Κ. Κοσιής (ΜΕ3). Μετά που προέκυψε η διαφωνία αναφορικά με τη χρέωση, είπε ότι ο ίδιος συνέταξε την επιστολή Τεκμήριο 4 με την οποία καλούσε τους Ενάγοντες να τηρήσουν τη συμφωνία για τη συνολική χρέωση των €3.
- Επειδή αρνήθηκαν, είπε, ο δικαιούχος των Εναγόμενων εταιρειών αποτέθηκε σε άλλο λογιστικό γραφείο στο οποίο ανέθεσε τη συγκεκριμένη εργασία. Του ζητήθηκε να τοποθετηθεί αναφορικά με τον ισχυρισμό του κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) ότι οι δύο είχαν συνάντηση κατά την οποία εκείνος έδειξε στον κ. Κ. Κοσιή βιβλιάριο επιταγών λέγοντας του ότι έχει εξουσία να υπογράφει για τη διενέργεια πληρωμών εκ μέρους του δικαιούχου των Εναγόμενων εταιρειών. Αρνήθηκε ότι συνέβη το περιστατικό αυτό, λέγοντας ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένος να υπογράφει για τη λειτουργία των τραπεζικών λογαριασμών των Εναγόμενων εταιρειών, διευκρινίζοντας ότι οι περισσότερες δεν είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς ώστε να έχουν βιβλιάρια επιταγών. Το γραφείο, είπε, διαθέτει client account αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να διενεργείτο πληρωμή με τα λεφτά του πελάτη χωρίς τις οδηγίες του και τη συγκατάθεση του. Του ζητήθηκε να τοποθετηθεί επί του Τεκμηρίου 1 και των όσων ο κ. Κ. Κοσιής (ΜΕ3) ανέφερε επί αυτού και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συμφώνησε να λάβει οποιαδήποτε προμήθεια από τους Ενάγοντες. Κατά τον ίδιο, εάν είχε συμφωνήσει να λάβει €2.300 ως προμήθεια δεν θα απέστελλε στον πελάτη του ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο να λέει ότι είχε συμφωνήσει το συνολικό ποσό των €3.000 (Τεκμήριο 15). Αντίθετα, είπε ότι το λογικό θα ήταν να επιμένει προς τον πελάτη του να αποδεχτεί τη χρέωση των Εναγόντων. Όταν κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε γιατί οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν το χαμηλό ποσό των €3.000 απάντησε ότι το δικηγορικό του γραφείο παρέχει διοικητικές υπηρεσίες σε πάρα πολλές εταιρείες και ότι οι Ενάγοντες προσδοκούσαν σε αποκλειστική συνεργασία. Αυτή, είπε, ήταν η πρώτη περίπτωση στην οποία είχαν επιχειρήσει να συνεργαστούν. Είπε επιπρόσθετα ότι οι Εναγόμενες εταιρείες, ήταν αδρανείς, δεν είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς και δεν διεξήγαν εργασίες και επομένως η εργασία ήταν απλή. Ανέφερε ότι μετά τη συμφωνία του ιδίου με τον κ. Κ. Κοσιή στο ποσό των €3.000, ενημερώθηκε σχετικά ο δικαιούχος των Εναγόμενων εταιρειών με το ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο
- Αυτό διότι πάντα τηρείτο ενήμερος ο πελάτης και δεν γινόταν ανάθεση οποιασδήποτε εργασίας χωρίς τη συγκατάθεση του. Μετά το πέρας της προφορικής μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους σε γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας της ΜΕ1, καταλήγω ότι θα ήταν ακροσφαλές να την αποδεχτώ ως αληθινή και να βασιστώ επί αυτής για να καταλήξω σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα. Από τη μαρτυρία της διαφάνηκε ότι δεν είχε άμεση γνώση αναφορικά με την συμφωνία που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Όπως κατέθεσε, η συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ του κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) και του κ. Α. Πελεκάνου (ΜΥ2), στο γραφείο του τελευταίου και η ίδια δεν ανέφερε ότι ήταν παρούσα. Τα όσα επομένως κατέθεσε είναι εξ ακοής και προέρχονται από πληροφόρηση που έλαβε. Παρά το ότι εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται, αυτή πρέπει να αξιολογείται με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Στην παρούσα περίπτωση, έδωσε μαρτυρία τόσο ο κ. Κ. Κοσιής (ΜΕ3) όσο και ο κ. Α. Πελεκάνος (ΜΥ2) και θεωρώ ότι πρέπει να βασιστώ μόνο στη δική τους μαρτυρία για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με το τι συμφώνησαν και όχι στην εξ ακοής μαρτυρία της ΜΕ
- Σημειώνω τη θέση των ΜΥ1 και ΜΥ2 ότι η ΜΕ1 ήταν παρούσα όταν έγινε τηλεφώνημα από τον κ. Α. Πελεκάνο (ΜΥ2) προς τον κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3) όταν συμφώνησαν στο ποσό των €3.000, κάτι που η ίδια η κα Κ.Κοσιή (ΜΕ1) αρνήθηκε. Πέραν τούτου, το περιεχόμενο της μαρτυρίας της δημιούργησε την αίσθηση ότι υπερέβαλε και παρουσίαζε μια εικόνα η οποία απείχε από την πραγματικότητα. Στην γραπτή της δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, αλλά και κατά την αντεξέταση, ανάλωσε αρκετό χρόνο για να εξηγήσει γιατί το ποσό των €3.000 που οι Εναγόμενες εταιρείες ισχυρίζονται ότι αποτελούσε τη συμφωνημένη αμοιβή δεν μπορεί να ισχύσει. Επιχειρηματολόγησε λέγοντας ότι θα ήταν παράλογο να γίνει αποδεκτό από τους Ενάγοντες το ποσό αυτό για «έντεκα εταιρείες, λογιστικός και ελεγκτικός έλεγχος για 4 χρόνια». Χρησιμοποιώντας μαθηματικές πράξεις εξήγησε ότι αν διαιρεθεί το ποσό των €3.000 δια 44 οικονομικές καταστάσεις, τότε ουσιαστικά οι Ενάγοντες θα χρέωνα €68,18 για κάθε σετ οικονομικών καταστάσεων. Καταλήγει η ΜΕ1 λέγοντας «Αν είναι ποτέ δυνατό κάτι τέτοιο. Δεν ακούγεται μόνο παράλογο αλλά έπρεπε η Διεύθυνση και οι ιδιοκτήτες της Ενάγουσας, να είμαστε το λιγότερο, όλοι ηλίθιοι». Όμως, το επιχείρημα αυτό της ΜΕ1 είναι έκδηλα ανακριβές και αναληθές. Από τις εκθέσεις απαίτησης και τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων σε κάθε μια από τις συνενωμένες αγωγές, φαίνεται ότι οι Ενάγοντες ετοίμασαν οικονομικές καταστάσεις για σύνολο 36 λογιστικών ετών και όχι 44 όπως η ΜΕ1 παρουσίασε. Η ξεκάθαρη αυτή ασυμφωνία ή παραπληροφόρηση από τη μάρτυρα δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε απόρριψη της μαρτυρίας της ως ανακριβή και παραπλανητική. Η ΜΕ2 δεν κρίνεται βοηθητική στην προσπάθεια διακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων. Όπως η ίδια είπε, δεν ήταν παρούσα και δεν έλαβε μέρος στις συζητήσεις που έγιναν κατά τις οποίες συμφωνήθηκε η χρέωση. Οι πληροφορίες που έχει προέρχονται από τον κ. Κ. Κοσιή (ΜΕ3). Πέραν και ανεξάρτητα από αυτό, ξενίζει το Δικαστήριο η επιμονή της ότι ετοίμασε 38 εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις ενώ, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, από τις εκθέσεις απαίτησης των συνενωμένων αγωγών φαίνεται ότι η αξίωση αφορά 36 εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις. Αναφορικά με τον ΜΕ3, πρέπει να πω ότι η άποψη που διαμόρφωσα είναι ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Η αίσθηση που μου δημιούργησε το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ήταν ότι προσπάθησε να προσαρμόσει τα όσα έλεγε με τρόπο ώστε να ενισχύσει την θέση των Εναγόντων. Οι ασάφειες και ασυνέπειες που ήταν εμφανείς σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας του με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέρος των όσων κατέθεσε δεν ανταποκρινόταν απόλυτα στην πραγματικότητα. Τα μέρη της μαρτυρίας του επί των οποίων έχω αμφιβολίες ότι είναι αληθή, αφορούν την ουσία της απαίτησης των Εναγόντων αφού έχουν σχέση με τον ισχυρισμό του για το πώς, πότε και τι συμφωνήθηκε σε σχέση με την αμοιβή των Εναγόντων. Ενδεικτικά αναφέρω την επιμονή του ότι συναντήθηκε με τον κ. Α. Πελεκάνο (ΜΥ2) στο γραφείο του τελευταίου. Όταν όμως κατά την αντεξέταση του ζητήθηκε να εξηγήσει τη διαμόρφωση του γραφείου, δίστασε εμφανώς και οι απαντήσεις και περιγραφή που τελικά έδωσε ήταν ασαφείς και όχι πειστικές. Σημειώνω επίσης τη θέση του ότι ο κ. Α. Πελεκάνος του είχε δείξει βιβλιάριο επιταγών αφήνοντας να νοηθεί ότι άνηκε στις Εναγόμενες εταιρείες και λέγοντας ότι ο κ. Α. Πελεκάνος του είπε ότι είχε εξουσία να υπογράφει εκ μέρους του δικαιούχου, για να τον καθησυχάσει ότι θα πληρωθεί. Όταν όμως του τέθηκε κατά την αντεξέταση ότι οι Εναγόμενες εταιρείες δεν διέθεταν βιβλιάρια επιταγών, ανασκεύασε εικάζοντας ότι το βιβλιάριο επιταγών μπορεί να ανήκε σε client account του δικηγορικού γραφείου στο οποίο μπορεί να βρίσκονταν λεφτά του δικαιούχου των εταιρειών. Σημειώνω επίσης την αδυναμία του να τοποθετήσει χρονικά τη συνάντηση του με τον κ. Α. Πελεκάνο, κατά την οποία ισχυρίστηκε ότι συμφώνησαν το ποσό των αμοιβής των Εναγόντων. Συνεπώς, θεωρώ τη μαρτυρία του ΜΕ3 ακροσφαλή και δεν μπορώ να βασιστώ επί αυτής για την κατάληξη σε ευρήματα. Η ΜΥ1 κρίνω ότι κατέθεσε την αλήθεια. Απαντούσε με σταθερότητα και πειστικότητα ενώ η πειστικότητα των όσων κατέθεσε ενισχύεται από το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που παρουσίασε στο Δικαστήριο μεταξύ της ιδίας και του δικαιούχου των Εναγομένων εταιρειών, Τεκμήρια 15 και
- Κατά την αντεξέταση δεν διέκρινα να περιέπεσε σε αντιφάσεις ή ασυνέπειες. Η μαρτυρία της επομένως κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΥ2 κατέθεσε με πειστικότητα, συνοχή και σταθερότητα και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Σημειώνω ότι επί των ουσιαστικών πτυχών της μαρτυρίας του δεν αντεξετάστηκε[3] και, κατ' ακολουθία, τα όσα ανέφερε παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι η συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε ο ΜΕ1 δεν έγινε ποτέ, ούτε και αμφισβητήθηκε η θέση του ότι είχε συμφωνήσει το ποσό των €3.000 με τον ΜΕ1 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν. Επιπρόσθετα, δεν του τέθηκε ότι είχε συμφωνήσει εκ μέρους των Εναγομένων εταιρειών τη χρέωση €350 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα για την ετοιμασία των επίδικων εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων, για κάθε Εναγόμενη εταιρεία για κάθε λογιστικό έτος από τη σύσταση της μέχρι το
- Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα: (α) Πριν τον Δεκέμβριο 2009 έγιναν διάφορες συζητήσεις μεταξύ εκπροσώπων των Εναγόντων και των Εναγόμενων για την ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των Εναγομένων εταιρειών από τη σύσταση τους μέχρι και το
- (β) Οι Εναγόμενοι θεώρησαν ότι είχε συμφωνηθεί η παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών έναντι του συνολικού ποσού των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα και ενημέρωσαν σχετικά τον δικαιούχο των Εναγόμενων εταιρειών (Τεκμήριο 15). (γ) Οι Ενάγοντες, μετά την ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων, ζήτησαν από τους Εναγόμενους τα ποσά τα οποία διεκδικούν με έκαστη εκ των συνενωμένων αγωγών, όπως παρατίθενται ανωτέρω, αναφορικά με τα οποία εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια (Τεκμήριο 2 και 5-14). (δ) Οι Εναγόμενοι δεν αποδέχτηκαν τις χρεώσεις που αναγράφονται στα εν λόγω τιμολόγια επιμένοντας ότι η συνολική χρέωση για την εργασία είχε συμφωνηθεί στο ποσό των €3.000, πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα (Τεκμήριο 4). (ε) Οι εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις που ετοιμάστηκαν από τους Ενάγοντες βρίσκονται και παραμένουν στην κατοχή των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι ανέθεσαν την συγκεκριμένη εργασία σε άλλο λογιστικό οίκο, για την οποία κατέβαλαν σχετική αμοιβή. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, προχωρώ να εξετάσω τις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα. Το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εδράζεται στον ισχυρισμό τους ότι οι Εναγόμενες εταιρείες παρέβησαν την προφορική τους συμφωνία, και ειδικότερα ότι παρέβησαν την υπόσχεση τους να πληρώσουν στους Ενάγοντες το συμφωνημένο ποσό που αξιώνεται με την κάθε μια από τις συνενωμένες αγωγές. Με αυτό το δεδομένο, οι Ενάγοντες όφειλαν να αποδείξουν με αποδεκτή, ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι είχαν συμφωνήσει την ετοιμασία των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων των Εναγομένων εταιρειών έναντι του ποσού των €350 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα αναφορικά με κάθε μια από της εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, για κάθε Εναγόμενη εταιρεία, για κάθε λογιστικό έτος μέχρι το
- Όταν υπάρχει ισχυρισμός για προφορική συμφωνία, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ξεκάθαρη πρόταση από ένα μέρος, η οποία να έγινε αποδεκτή από το άλλο, έναντι καλής και νόμιμης αντιπαροχής. Το ζήτημα κατά πόσο συντρέχουν τα στοιχεία αυτά, είναι αντικειμενικό και αποφασίζεται με γνώμονα τα γεγονότα και μαρτυρία που περιβάλλουν την υπόθεση. Παραπέμπω στην ακόλουθη διαφωτιστική ανάλυση από το σύγγραμμα Chitty on Contract - General Principles, 23η έκδοση, παράγραφος 42: «In order to decide whether the parties have reached an agreement it is usual to inquire whether there has been a definite offer by one party and an acceptance of that offer by the other. In answering this question, the courts apply an objective test: if the parties have to all outward appearances agreed in the same terms upon the same subject matter neither can generally deny that he intended to agree». Στην προκειμένη περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα, για να επιτύχει η αξίωση των Εναγόντων, οι ίδιοι είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι σε κάποιο στάδιο των μεταξύ τους συζητήσεων ο κ. Α. Πελεκάνος εκ μέρους των Εναγόμενων εταιρειών αποδέχτηκε, απόλυτα και ανεπιφύλακτα[4], τις χρεώσεις που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Παραπέμπω και πάλι στο σύγγραμμα Chitty on Contract - General Principles, 23η έκδοση, παράγραφος 48: «Two main rules govern the acceptance of an offer. The first is that there must be positive evidence from which the court may infer an acceptance: this may consist in words, in writing or in conduct; it may not consist simply in intention, for a mere mental acceptance is not enough. The second rule is that the acceptance must be communicated to the offeror.» Προκύπτει αβίαστα από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη, καθώς και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως διατυπώνονται πιο πάνω, ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπήρχε απόλυτη και ανεπιφύλακτη αποδοχή της χρέωσης που ισχυρίζονται. Αντίθετα, από τη μαρτυρία προκύπτει ότι έγιναν κάποιες συζητήσεις κατά καιρούς, αλλά οι Εναγόμενοι, τουλάχιστον, θεωρούσαν ότι είχαν συμφωνήσει όπως η επίδικες υπηρεσίες προσφερθούν έναντι συνολικής αμοιβής €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα. Επομένως, οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν την ύπαρξη της συμφωνίας που ισχυρίζονται. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι το αγώγιμο δικαίωμα σε όλες τις συνενωμένες αγωγές είναι η διεκδίκηση συμφωνημένης αμοιβής. Δεν διεκδικείται από τους Εναγόμενους εύλογη αμοιβή ή αμοιβή στη βάση της αρχής του quantum meruit και δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ποια θα ήταν, ενδεχομένως, η εύλογη αμοιβή για την εργασία που έχει εκτελεστεί. Ειδικότερα, τόσο ο κ. Κ. Κοσιής (ΜΕ3) αλλά και η κα Κ. Κοσιή (ΜΕ1) κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους επέμεναν ότι η μοναδική συμφωνία που υπήρχε ήταν αυτή που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Επέμεναν επίσης ότι τα τιμολόγια που δικογραφούν εκδόθηκαν στη βάση της συμφωνίας που ισχυρίζονται και, ουσιαστικά, απέκλεισαν το ενδεχόμενο να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ή να δικαιούνται τα ποσά που αξιώνουν σε οποιαδήποτε άλλη βάση. Με προβλημάτισε το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπήρχε συμφωνία για συνολική χρέωση €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον γραφειακά έξοδα και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνιστά παραδοχή ώστε να δικαιούνται οι Ενάγοντες σε απόφαση. Επί αυτού σημειώνω ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν τους επίδικους εξελεγμένους λογαριασμούς, που σύμφωνα με τους ίδιους τους μάρτυρες των Εναγόντων βρίσκονται ακόμα στην κατοχή των ιδίων. Επομένως, ακόμα και αν οι επίδικες εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις είχαν όντως ετοιμαστεί από τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος. Επιπρόσθετα, δεν είμαι σε θέση να αποφασίσω πως πρέπει να καταμεριστεί το ποσό των €3.000 μεταξύ των συνενωμένων αγωγών. Υπενθυμίζω ότι οι Ενάγοντες δικογραφούν την ετοιμασία 36 εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων ενώ η μαρτυρία της ΜΕ2 και ΜΕ3 αναφερόταν σε 38 εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, ενώ η μαρτυρία της ΜΕ1 αναφερόταν σε
- Συνακόλουθα, και για τους πιο πάνω λόγους, οι αγωγές 2092/2011, 2093/2011, 2094/2011, 2095/2011, 2096/2011, 2097/2011, 2098/2011, 2099/2011, 2100/2011, 2101/2011 και 2103/2011 απορρίπτονται. Τα έξοδα της κάθε αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων. Νοείται ότι μετά την έκδοση του διατάγματος συνένωσης, οι Εναγόμενοι δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.): ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 [4] Άρθρο 7(α), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο