Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης Λτδ ν. Γεωργίας Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 1322/14, 2/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1322/14 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης Λτδ Ενάγουσας και Γεωργίας Ανδρέου Εναγομένης ------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17/11/2014 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 02/07/2014 Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κ. Γεωργίου για κα Κλαίδου (για ν' ακούσει την απόφαση η κα Χειμωνίδου). Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Καϊμακλιώτη για Γ. Βασιλείου & Συνεργάτες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη-Αιτήτρια με αίτησή της, ημερομηνίας 17/11/2014, ζήτησε την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης ημερομηνίας 02/07/
- Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.5 θ.2, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ. 14, Δ.33 θ. 5, Δ.48 θ. 1, 2, 3 και 9, Δ.57 θ. 2, στο Άρθρο 30.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Αίτηση, με ένορκη δήλωση της Εναγόμενης-Αιτήτριας κας Γεωργίας Ανδρέου. Σύμφωνα με την ομνύουσα, κατά τον χρόνο επίδοσης της συγκεκριμένης αγωγής η ίδια είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τους δικηγόρους της και τους είχε ενημερώσει για την επίδοσή της και τους είχε αποστείλει αντίγραφό της με φαξ. Κατά τη συγκεκριμένη τηλεφωνική επικοινωνία είχε δώσει η ίδια οδηγίες για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και Έκθεσης Υπεράσπισης. Της είχε αναφερθεί, από τους δικηγόρους της, ότι απαιτείτο υπογραφή διοριστήριου δικηγόρου πλην όμως, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας της, τους είχε αναφέρει ότι θα περνούσε από το γραφείο των δικηγόρων μόλις ξεπερνούσε το πρόβλημα υγείας. Οι δικηγόροι της, στις 13/06/2014, είχαν αποστείλει επιστολή προς τους δικηγόρους των Εναγόντων με την οποία τους ενημέρωσαν για την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης στη συγκεκριμένη αγωγή. Μετά από παρέλευση αρκετών ημερών υπογράφτηκε το σχετικό διοριστήριο και καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης στις 10/07/
- Ο λόγος που δεν είχε καταχωριστεί ενωρίτερα σημείωμα εμφάνισης ήταν γιατί η ίδια ασθενούσε και είχε καθυστερήσει να υπογράψει το έντυπο διορισμού δικηγόρου. Το σημείωμα εμφάνισης είχε επιστραφεί στους δικηγόρους της, στις 22/07/2014, λόγω του ότι είχε εκδοθεί απόφαση στις 02/07/
- Σύμφωνα με την ομνύουσα, οι δικηγόροι των Εναγόντων ουδέποτε είχαν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους για καταχώρηση της έκδοσης απόφασης λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Στις 23/07/2014 η ίδια είχε ενημερωθεί από τους δικηγόρους της ότι στις 02/07/2014 είχε εκδοθεί απόφαση. Ισχυρίζεται, η ομνύουσα, ότι η πράξη των Εναγόντων είναι αντιδεοντολογική, είναι ενάντια στα χρηστά ήθη και στην πρακτική των Δικαστηρίων και η έκδοση απόφασης εναντίον της είναι παράνομη, αντικανονική και στερείται νομίμου αποτελέσματος. Υποστηρίζει, η ομνύουσα, ότι στη δική της περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για ακύρωση της απόφασης αφού οι δικηγόροι της είχαν αποταθεί αμέσως στο Δικαστήριο για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης και δεν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι θα πρέπει να δίδεται στον κάθε πολίτη η ευκαιρία να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης και να παρουσιάσει την υπόθεσή του. Καταλήγει ότι θα προκληθεί αδικία στην περίπτωση απόρριψης της υπό κρίση αίτησής της. Σε σχέση με την υπεράσπιση, είναι η θέση της ότι έχει καλή υπεράσπιση η οποία στηρίζεται στο δόγμα του «laches», ενόψει του ότι οι Ενάγοντες είχαν καθυστερήσει να διεκδικήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους. Παράλληλα, αρνείται τον τερματισμό του συγκεκριμένου λογαριασμού και προωθεί παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων δυνάμει του Άρθρου 6 του ΕΣΔΑΔ. Καταλήγει, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η ακύρωση της απόφασης. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση αντιμετώπισε την Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση Ένστασης. Η Ένστασή της βασίστηκε στη Δ.48 θ. 2-9, στη Δ.57, θ. 1-4, στη Δ.64 θ. 1, στη Δ.40 θ. 1-7, στη Δ.33 θ. 1-15 και στη Δ.17 θ. 10, στα άρθρα 26 μέχρι 32 και 40 μέχρι 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: Ότι η Αιτήτρια κωλύεται στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης λόγω δεδικασμένου, ότι η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, ότι δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη καλής ή και συζητήσιμης υπεράσπισης, ότι δεν αποκαλύπτεται κανένα στοιχείο σε σχέση με την ισχυριζόμενη υπεράσπιση της Αιτήτριας, ότι η εκδοθείσα απόφαση είχε εκδοθεί κανονικά και νομότυπα και είναι έγκυρη και δεσμευτική για την Εναγόμενη, ότι δεν αποκαλύπτεται ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, ότι η Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη αργοπορία και ότι σε περίπτωση ακύρωσης οι Ενάγοντες θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση της Κάτιας Δημητριάδου, η οποία υπηρετεί στους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση και είναι εξουσιοδοτημένη στην κατάρτιση της παρούσας Ένορκης Δήλωσης. Σύμφωνα με την ομνύουσα, δεν αποκαλύπτεται ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως αφού τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια είναι γενικά και ατεκμηρίωτα. Δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία από την Αιτήτρια για τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως. Ισχυρίζεται η ομνύουσα ότι η υπό κρίση Αίτηση καλύπτεται από το δεδικασμένο αφού στις 10/11/2014 το Δικαστήριο είχε απορρίψει προηγούμενη πανομοιότυπη Αίτηση της Εναγομένης. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η Αιτήτρια επικαλείται προβλήματα υγείας σε μια προσπάθειά της να δικαιολογήσει την παράλειψή της για έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Δεν επισυνάφθηκε οποιοδήποτε πιστοποιητικό που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό της, αλλά ούτε και αναφέρθηκε το είδος των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και την εμπόδισαν από του να μεταβεί στη Λευκωσία για να υπογράψει το έντυπο διορισμού δικηγόρου. Είναι ο ισχυρισμός της ότι η Αιτήτρια ψεύδεται όταν ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε άμεσα τον δικηγόρο της για την επίδοση της αγωγής αφού η αγωγή είχε επιδοθεί στις 26/05/2014 και οι δικηγόροι της είχαν αποστείλει επιστολή στις 13/06/2014 προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου ότι είχε καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης το οποίο επιστράφηκε στην Αιτήτρια στις 22/07/
- Καταλήγει η ομνύουσα ότι οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση είχαν ενεργήσει καθόλα νόμιμα και μέσα στα πλαίσια που ορίζει ο νόμος για εξασφάλιση απόφασης λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης από την Εναγόμενη-Αιτήτρια. Εξ ου και η εκδοθείσα απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική. Σε σχέση δε, με την Υπεράσπιση που προτάθηκε από την Εναγόμενη-Αιτήτρια είναι η θέση της ότι δεν δικαιολογείται επανάνοιγμα της υπόθεσης με βάση τους ισχυρισμούς της. Καταλήγει ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις χωρίς να προχωρήσουν σε αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800). Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1Α Α.Α.Δ. 647 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 κα ιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Joseph Kokkinos v. Wyn Developments Ltd, Πολ. Εφ. 32/10, ημερ. 24/01/2014, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ότι κατά πάγια νομολογία, για ακύρωση απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης εμφάνισης, απαιτείται όπως ο αιτητής δικαιολογήσει αφενός την παράλειψη του να εμφανισθεί και αφετέρου να πείσει ότι διαθέτει και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση είναι δεδομένο. Όπως είναι δεδομένο και το ότι το Δικαστήριο, για κατάληξη σε συμπέρασμα ότι προκύπτει τέτοια υπεράσπιση, δεν πρέπει να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1994 η οποία παραπέμπει στις Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District [1983] 1W.L.R. 439 και Sidnell v. Wilson [1966] 2 Q.B. 67), αλλά περιορίζεται σε εξέταση κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι λογικοφανής ως βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη (Πατουρής ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει η Αιτήτρια να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία της κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Η Αιτήτρια θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιοδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο παρόλο που είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, η Αιτήτρια προβάλλει τη θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, παραθέτοντας τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε, τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Ερχόμενο το Δικαστήριο στην επίδικη Αίτηση και αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη, στις 26/05/
- Αίτηση για απόφαση είχε καταχωριστεί στις 06/06/2014, αμέσως μετά την παρέλευση του χρόνου για καταχώριση εμφάνισης, η υπόθεση προχώρησε για απόδειξη, με την έκδοση της απόφασης στις 02/07/
- Σε όλο αυτό το διάστημα, η Εναγόμενη - Αιτήτρια είχε επιδείξει ενδιαφέρον για την εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης, αφού οι δικηγόροι των Εναγόντων- Καθ' ων η αίτηση είχαν ενημερωθεί για την πρόθεσή της να καταχωρίσει υπεράσπιση με επιστολή της δικηγόρου της ημερομηνίας 13/06/
- Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση της Αιτήτριας έτσι ώστε να καταρριφθούν οι ισχυρισμοί της επί του θέματος της ασθενείας της. Οπόταν, παρέμειναν ακλόνητες οι θέσεις της. Η επόμενη εξέλιξη, μετά που έμαθε για την έκδοση απόφασης, ήταν να καταχωρίσει η Αιτήτρια-Εναγόμενη, στις 07/08/2014, αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Η συνέχεια προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα το γεγονός της μη εμφάνισης της δικηγόρου της Αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ημερομηνία που η αίτηση για ακύρωση της απόφασης ήταν ορισμένη, λόγω ασθένειας. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, στις 17/11/2014, όπως φαίνεται λίγες μέρες μετά τη απόρριψη της πρώτης αίτησης. Παρά το γεγονός ότι η πλευρά των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση, μέσω της Ένορκης Δήλωσης της κας Κάτιας Δημητριάδου, είχε αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης- Αιτήτριας, όσον αφορά τους λόγους για τη μη έγκαιρη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στο Δικαστήριο καθώς και την ίδια την υπεράσπιση που προβλήθηκε, δεν μεσολάβησε, όπως θα μπορούσε να γίνει, αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην υπό κρίση Αίτηση. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν εντοπίζω κανένα λόγο για να μην αποδεχθώ τη βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω ζήτημα από μέρους της Εναγόμενης. Απ' όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια είχε δράσει άμεσα και προχώρησε χωρίς καθυστέρηση με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από την Εναγόμενη - Αιτήτρια ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, έρχομαι τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο αιτητής. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης- Αιτήτριας, όπως αυτοί καταγράφονται στις παραγράφους 17(Α), (Γ), (Δ) και (Ε ) της Ένορκης Δήλωσής της καταδεικνύουν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν παρακινδυνευμένο να αποκλεισθεί η υπεράσπισή της. Έπεται ότι πληρούται η βασική προϋπόθεση για ακύρωση της απόφασης. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, (ανωτέρω), παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές και εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης μετά που η Εναγόμενη έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που θα πρέπει να επιτραπεί στην Εναγόμενη να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση στην αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θα εγκρίνω την Αίτηση με όρους που θα σχετίζονται με τα έξοδα. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 02/07/2014 παραμερίζεται, υπό τον όρο ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια θα καταβάλει όλα τα μέχρι τώρα συσσωρευμένα δικηγορικά έξοδα εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημέρα που η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση θα της κοινοποιήσει κατάλογο του Πρωτοκολλητή που θα τα εγκρίνει. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο