← Κύπρος

Μαρίας Θεοχαρίδου ν. Γιώργου Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 2723/14, 6/2/2015

Μαρίας Θεοχαρίδου ν. Γιώργου Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 2723/14, 6/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2723/14 Μεταξύ: Μαρίας Θεοχαρίδου Ενάγουσας-Αιτήτριας και Γιώργου Κωνσταντίνου Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 14/11/2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 06 Φεβρουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Α. Δημητρίου με κ. Σωτηρίου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Σ. Γεωργίου). Για Καθ' ου η αίτηση-Εναγόμενο: κ. Κ. Σέργης. Καθ' ου η αίτηση-Εναγόμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την Αίτησή της αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία κατ ουσία ζητούσε την απομάκρυνση του Καθ' ου η αίτηση από την περιουσία ή και την οικία της. Είχε ζητήσει κατά κύριο λόγο διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται και/ή εισβάλλει και/ή χρησιμοποιεί και/ή διαμένει και/ή εκμεταλλεύεται δια οποιονδήποτε λόγο και/ή σκοπό την οικία και/ή περιουσία και/ή χώρο ιδιοκτησίας της Αιτήτριας στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5, 6021, Λάρνακα. Η Αίτηση βασίστηκε στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148) άρθρο 43, στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149), στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ. 1-4, 8-10, 40 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, της νομολογίας καθώς επίσης και επί του Δικαίου της Επιείκειας. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά κατεγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Θεοχαρίδου, Αιτήτριας, η οποία είναι γνώστης των γεγονότων. Είναι η θέση της ότι με τον Καθ' ου η αίτηση είχαν συνάψει δεσμό από το 2001 και το 2003 είχαν αποφασίσει να συγκατοικήσουν στην ιδιόκτητη κατοικία της στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5, στη Λάρνακα. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης σχέσης τους η ίδια δεν είχε αποδεχθεί τις προτάσεις γάμου από τον Καθ' ου η αίτηση λόγω του ότι η ίδια επιθυμούσε να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα των παιδιών της, τα οποία παιδιά της είχε αποκτήσει από τον προηγούμενό της γάμο. Καθ' όλη τη διάρκεια της συμβίωσης ο Καθ' ου η αίτηση αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και στην προσπάθειά της να τον στηρίξει τον βοηθούσε, είτε παραχωρώντας του χρήματα σε μετρητά, είτε εκδίδοντας προς όφελός του επιταγές. Λόγω της αγάπης που υπήρχε του είχε επιτρέψει η ίδια, από το 2006, να χρησιμοποιεί μέρος της διατηρητέας κατοικίας της στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5 ως το γραφείο του για τις επιχειρήσεις του. Μετά, όμως, τον χωρισμό, πριν περίπου ένα χρόνο, η ίδια είχε ζητήσει από τον Καθ' ου η αίτηση να εγκαταλείψει τον συγκεκριμένο χώρο, πλην όμως ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται να αποχωρήσει και απειλεί ότι θα βλάψει τόσο την ίδια καθώς και την οικογένειά της, ενώ θα της δημιουργήσει και άλλα προβλήματα. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι το 2009 ο Καθ' ου η αίτηση με τη δική της έγκριση είχε πωλήσει τον συντελεστή δόμησης της διατηρητέας κατοικίας της με την προϋπόθεση ότι το ποσό χρημάτων που θα λάμβανε θα κατατίθετο σε κοινό γραμμάτιο στην Τράπεζα. Αντ' αυτού, ο Καθ' ου η αίτηση κατέθεσε ένα μέρος του ποσού των χρημάτων στο λογαριασμό του χωρίς η ίδια να το γνωρίζει και ένα άλλο μέρος είχε τοποθετηθεί σε γραμμάτιο στην Τράπεζα, το οποίο γραμμάτιο είχε τύχει οικειοποίησης από τον Καθ' ου η αίτηση χωρίς τη δική της συγκατάθεση. Επιπρόσθετα, ο Καθ' ου η αίτηση είχε συνάψει και δεύτερη συμφωνία πώλησης συντελεστή δόμησης χωρίς να την ενημερώσει και πλαστογραφώντας την υπογραφή της αποκόμισε τεράστια οικονομικά οφέλη. Σε σχέση με αυτό, βρίσκονται σε εξέλιξη αστυνομικές έρευνες. Αυτά τα γεγονότα την είχαν οδηγήσει στο χωρισμό με τον Καθ' ου η αίτηση. Είναι περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι το 2013 όταν καμιά Τράπεζα δεν παραχωρούσε δάνειο στον Καθ' ου η αίτηση, η ίδια είχε συνάψει δάνειο ύψους €15.000- με την προϋπόθεση να αποπληρώνει τις δόσεις ο Καθ' ου η αίτηση. Όμως, λόγω του ότι δεν κατέβαλλε τις δόσεις η ίδια είχε αναγκαστεί να δεσμεύσει την ασφάλεια ζωής της προς αποπληρωμή του δανείου. Παράλληλα, η ίδια είχε υπογράψει ως εγγυήτρια τόσο σε προσωπικό δάνειο του Καθ' ου η αίτηση, καθώς και σε δύο δάνεια των εταιρειών του. Στις συγκεκριμένες εταιρείες, παρά τις ενστάσεις της, ο Καθ' ου η αίτηση την είχε διορίσει ως διευθύντρια γιατί ο ίδιος ήταν αναξιόχρεος και είχε τοποθετηθεί στο ΚΑΠ λόγω μη πληρωμής επιταγών που είχε εκδώσει. Συνέπεια των γεγονότων αυτών ήταν ο κλονισμός της εμπιστοσύνης της ομνύουσας προς το άτομο του Καθ' ου η αίτηση και η έναρξη των διαπληκτισμών, προστριβών και εντάσεων. Τότε ήταν που η ίδια είχε συνειδητοποιήσει ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέμενε μαζί της λόγω της οικονομικής της ευρωστίας. Τα τελευταία δύο χρόνια, λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση, η συγκατοίκηση ήταν δύσκολη και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα είχαν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη συμβίωση, ενώ παράλληλα ο Καθ' ου η αίτηση είχε αρχίσει να αποκρύπτει από την ίδια την αλήθεια ή και να μην την ενημερώνει σε σχέση με το τί γινόταν. Σύμφωνα με την ομνύουσα, όταν η ίδια είχε αντιληφθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση την εκμεταλλευόταν οικονομικά και του είχε ζητήσει να αποχωρήσει από την οικία της και να χωρίσουν φιλικά, ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποχωρήσει και την απειλούσε ότι θα την διέσυρε στο χώρο της εργασίας της. Λόγω των απειλών του, του απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 22/04/13 με τον δικηγόρο της, ζητώντας του να εγκαταλείψει την κατοικία της. Όταν η συγκεκριμένη επιστολή παραλήφθηκε, ο Καθ' ου η αίτηση αντέδρασε έντονα και προκλητικά εκτοξεύοντας απειλές και ύβρεις τόσο εναντίον της ίδιας, καθώς και της οικογένειάς της. Παρά το γεγονός ότι της είχε αναφέρει ότι θα έφευγε από τη διατηρητέα κατοικία της, μέχρι και σήμερα δεν το έπραξε και την χρησιμοποιεί ως γραφείο σε καθημερινή βάση προκαλώντας της τεράστια προβλήματα και ανησυχίες με την προκλητική, ανάρμοστη, άσχημη αλλά και επικίνδυνη συμπεριφορά του. Επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση και δεύτερη επιστολή, στις 14/06/13, αλλά και πάλι δεν αποχώρησε από την κατοικία της. Η παραμονή του στο χώρο είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί η ατμόσφαιρα στο σπίτι πολύ άσχημη για όλη την οικογένεια. Τόσο η ίδια καθώς και τα δύο της παιδιά, τα οποία διαμένουν μαζί της, βρίσκονται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω της παρουσίας του Καθ' ου η αίτηση στο χώρο τους και της συνεχούς έντασης και πίεσης στην οποία τους υποβάλλει. Επιπρόσθετα, οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν τον Καθ' ου η αίτηση, μετά τον χωρισμό τους, να εισέρχεται στο σπίτι της με άδεια χέρια και να εξέρχεται με μια σακούλα με αντικείμενα τα οποία όμως δεν μπορούσαν να διακριβωθούν. Η ίδια είχε προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία σε σχέση με τη συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση καθώς και την οικονομική εκμετάλλευση που είχε τύχει αλλά ιδιαίτερα για την πώληση δικής της περιουσίας χωρίς τη γνώση και τη συναίνεσή της. Οι συγκεκριμένες καταγγελίες διερευνούνται από την Αστυνομία. Η συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση συνεχίζει να είναι προκλητική και απρόβλεπτη και το τελευταίο διάστημα ο ίδιος εμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση στο χώρο της οικίας της, με αποτέλεσμα τόσο η ίδια καθώς και αρμόδιες αρχές, όπως η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, να της υποδεικνύουν ότι εμποδίζονται να έχουν ελεύθερη πρόσβαση λόγω του ότι υπάρχουν εμπόδια στα υποστατικά. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η οικία της λογίζεται ως διατηρητέο κτίριο, μέρος του οποίου ενοικιάζει σε τρίτα πρόσωπα. Τα συγκεκριμένα τρίτα πρόσωπα έχουν εκφράσει επιθυμία όπως ενοικιάσουν τον χώρο τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση κατακρατεί παράνομα και χρησιμοποιεί ως γραφείο. Καταλήγει, ότι της είναι αδύνατο να συνεχίσει να ζει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες αφού τόσο η ίδια, τα δύο παιδιά της καθώς και η μητέρα της έχουν εξαντλήσει κάθε όριο αντοχής. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της προς τον Καθ' ου η αίτηση να εγκαταλείψει την επίδικη οικία, αυτός αρνείται και έχει καταστεί προκλητικός με αποτέλεσμα να απειλεί ότι θα κάψει το σπίτι και την ίδια. Η ίδια ζει κάτω από το καθεστώς φόβου, λόγω της συμπεριφοράς και των απειλών του και φοβάται για την ίδια της τη ζωή. Καταλήγει, η ομνύουσα, ότι είναι επείγον η έκδοση των διαταγμάτων γιατί η ίδια δεν μπορεί να προβλέψει τις αντιδράσεις του Καθ' ου η αίτηση και φοβάται τόσο για τη ζωή της, αλλά και για τη ζωή των παιδιών της και της ηλικιωμένης μητέρας της. Επιπρόσθετα, θα είναι δύσκολο μέχρι και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο γιατί υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να χαθεί το ενδιαφέρον των ενοικιαστών και να μην ενοικιαστεί ο χώρος σαν καφετέρια προκαλώντας τεράστια οικονομικά προβλήματα στην ίδια και τα παιδιά της, αφού τα παιδιά της εξαρτώνται οικονομικά αποκλειστικά από την ίδια. Τέλος, ισχυρίζεται ότι υπάρχει σοβαρότατο ζήτημα για εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού ο Καθ' ου η αίτηση κατακρατεί την περιουσία της χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα που να του επιτρέπει την παραμονή του στην οικία της. Το Δικαστήριο μετά που άκουσε τον συνήγορο της Αιτήτριας έκδωσε διάταγμα ως η Παράγραφος Α της Αιτήσεως, με το οποίο απαγορεύετο στον Καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται ή και εισβάλλει ή και να χρησιμοποιεί ή και να διαμένει ή και να εκμεταλλεύεται την περιουσία της Αιτήτριας στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5 στη Λάρνακα. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Ως λόγοι Ενστάσεως κατεγράφησαν οι ακόλουθοι: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και την έκδοση του διατάγματος, ότι το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ελλιπές ή και ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος, ότι η Αιτήτρια μέσα από την Ένορκο Δήλωσή της παραπλανεί το Δικαστήριο σε σχέση με το γεγονός ότι η επίδικη κατοικία, η οποία βρίσκεται στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5, στη Λάρνακα, είναι η κατοικία διαμονής της ιδίας και των παιδιών της καθώς και της μητέρας της γιατί αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ότι το εκδοθέν διάταγμα επηρεάζει τα δικαιώματα τρίτων προσώπων, γεγονός το οποίο απεκρύβει από την Αιτήτρια, ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι δεν δικαιολόγησε την απραξία της καθώς και τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης, ότι δεν κατεγράφησαν γεγονότα που να αποκαλύπτουν το κατεπείγον ή την ιδιαίτερη περίσταση έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση μονομερούς διατάγματος ή και το γεγονός ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι οι ισχυρισμοί σε σχέση με τη ζημιά που θα υποστεί η Αιτήτρια είναι γενικοί και αόριστοι, ότι η Αιτήτρια δεν έχει την κατοχή ή τον φυσικό έλεγχο του επίδικου ακινήτου ή και όλου του ακινήτου, ότι στο διάταγμα ημερομηνίας 14/11/2014 δεν καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου ο Καθ' ου η αίτηση να συμμορφωθεί και ότι δεν μπορεί να αξιώνεται με την έκδοση μονομερούς διατάγματος η ίδια θεραπεία που αξιώνεται στην αγωγή. Νομική βάση προς υποστήριξη της Ένστασης κατεγράφησαν τα άρθρα 29, 30 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 1, 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.39 θ. 1 και 2 και η Δ.48 θ. 1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, υποστηρίχθηκε με Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, Γιώργου Κωνσταντίνου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο ίδιος και η Αιτήτρια ήταν ζευγάρι από το 2003 μέχρι τον Ιούλιο του 2013 και συζούσαν. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η κατοικία, στην οποία διαμένει η Αιτήτρια, τα παιδιά της και η μητέρα της καθ' όλη τη διάρκεια της συμβίωσής τους αλλά και μέχρι σήμερα, βρίσκεται στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5Α, στη Λάρνακα. Το ισόγειο της συγκεκριμένης κατοικίας χρησιμοποιείται ως αποθήκη από την εταιρεία Χατζηφόραδος και ένα μέρος της ως υπόστεγο αυτοκινήτων. Σε σχέση με την επίδικη διατηρητέα κατοικία, η οποία βρίσκεται στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5, είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι δεν συνδέεται με την κατοικία στην οποία διαμένει η Αιτήτρια αφού τα δύο ακίνητα συνιστούν ξεχωριστά σπίτια με διαφορετικές εισόδους και εξόδους χωρίς οποιαδήποτε επικοινωνία. Επισύναψε ως Τεκμήριο φωτογραφίες των δύο ακινήτων. Είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα, ότι την επίδικη κατοικία, στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5, την είχαν αγοράσει ο ίδιος μαζί με την Αιτήτρια και την ανακαίνισαν και την επιδιόρθωσαν με κοινή προσπάθεια και πληρωμές. Η συγκεκριμένη κατοικία είχε αγοραστεί περί το τέλος του 2004 από τη θεία της Αιτήτριας, έναντι του ποσού των Λ.Κ.60.
  2. Το συγκεκριμένο ποσό είχε διασφαλιστεί με δάνειο το οποίο είχε γίνει επ' ονόματι της Ενάγουσας-Αιτήτριας, έτσι ώστε να διασφαλιστούν ευνοϊκότεροι όροι αφού ήταν υπάλληλος των Κυπριακών Διυλιστηρίων. Η συγκεκριμένη κατοικία είχε δηλωθεί ως δωρεά στο Κτηματολόγιο και είχε εγγραφεί στο όνομα της Αιτήτριας, ως απόλυτης ιδιοκτήτριας, λόγω του ότι μεταξύ τους υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης και ουδέποτε υπήρχε πρόθεση εκ μέρους του να χαρίσει την συγκεκριμένη κατοικία στην Αιτήτρια. Αντίθετα, ο ίδιος θεωρούσε πάντοτε την Αιτήτρια ως θεματοφύλακα της συγκεκριμένης περιουσίας η οποία είχε αποκτηθεί με κοινή προσπάθεια, κοινά χρήματα ή και κοινές πληρωμές κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους. Υποστηρίζει ο Καθ' ου η αίτηση ότι από το 2008 ο ίδιος χρησιμοποιεί τον ημιυπόγειο χώρο του συγκεκριμένου ακινήτου ως γραφείο και αποθήκη. Ο συγκεκριμένος χώρος επίσης χρησιμοποιείται από τις εταιρείες του, την «Plan & Act Management Services Ltd» και «Top Plan Intergrated Business Services Ltd» και «Vifar Ltd» για την στέγαση των υπηρεσιών τους. Το ισόγειο της συγκεκριμένης κατοικίας ενοικιάζεται σε τρίτα πρόσωπα ως καφεστιατόριο. Για τη διαμόρφωση του γραφείου και της αποθήκης, ο ίδιος αλλά και οι εταιρείες του είχαν δαπανήσει ένα ποσό της τάξεως των €20.600-. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ομνύοντα, με επιθυμία της Αιτήτριας η συμβίωση μεταξύ τους τερματίστηκε τον Ιούλιο του 2013 και ο ίδιος έκτοτε είχε εγκαταλείψει την κατοικία συμβίωσης χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε επικοινωνία με την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια, όμως, εσκεμμένα και με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η οικία στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5, είναι η κατοικία διαμονής της, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού η ανώγειος κατοικία στην οποία διαμένει συνιστά άλλο, ανεξάρτητο υποστατικό, το οποίο βρίσκεται στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5Α. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του ομνύοντα ότι η Αιτήτρια υποστήριξε ψευδώς ότι ο ίδιος δεν είχε εγκαταλείψει την κατοικία αφού στην πραγματικότητα ο ίδιος έχει εγκαταλείψει την κατοικία από τον Ιούλιο του
  3. Έκτοτε η επικοινωνία μεταξύ τους είναι ελάχιστη και σκοπεί μόνο στην επίλυση των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών. Ουδέποτε ο ίδιος την είχε απειλήσει με οποιονδήποτε τρόπο ότι θα την βλάψει είτε την ίδια ή την οικογένειά της ή ότι θα τους προξενήσει κακό. Παρόλο που η αποθήκη και το γραφείο που στεγάζονται οι εταιρείες του βρίσκεται δίπλα από την κατοικία της Αιτήτριας, δεν συναντιόνται μεταξύ τους και σπανίως ο ίδιος μπορεί να συναντηθεί είτε με τον υιό της ή την κόρη της Ενάγουσας, χωρίς ποτέ να έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ τους. Προωθεί τη θέση, ο ομνύοντας, ότι διαβίωναν ως κανονικό ζευγάρι, παρόλο που δεν είχαν παντρευτεί και μοιράζονταν τα πάντα, από τις υποχρεώσεις μέχρι και τα δικαιώματα. Χρησιμοποιούσαν τόσο τα δικά του εισοδήματα καθώς και τα εισοδήματα της Αιτήτριας για τις ανάγκες της διαβίωσης τους και της στέγασής τους και παράλληλα είχαν επενδύσει στη συντήρηση και επέκταση της οικίας της Ενάγουσας στην οδό Νικηφόρου Φωκά 5Α, στη Λάρνακα. Είναι η θέση του ότι στα δέκα

(10)χρόνια συμβίωσης ο ίδιος είχε δαπανήσει ένα ποσό της τάξεως των €600.000-, το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο από τις €18.000-, τις οποίες ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι έχει δαπανήσει όλα αυτά τα χρόνια για τη συντήρηση του ιδίου. Αρνείται το γεγονός ότι έχει πλαστογραφήσει την υπογραφή της Αιτήτριας και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο συντελεστής δόμησης της επίδικης κατοικίας είχε πωληθεί και τις δύο φορές με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο και την υπογραφή της Αιτήτριας. Είναι η θέση του ότι εκ λάθους της Τράπεζας ο ίδιος είχε τοποθετηθεί στο ΚΑΠ για μικρό χρονικό διάστημα. Καταλήγει, ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα. Υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν το κατεπείγον ή οποιαδήποτε άλλη περίσταση που να νομιμοποιεί την Αιτήτρια στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Προωθεί τη θέση ότι στην περίπτωση που καταστεί απόλυτο το προσωρινό διάταγμα θα σταματήσει η λειτουργία του γραφείου του, γεγονός το οποίο θα επιφέρει στον ίδιο τεράστιες ζημιές και η ταλαιπωρία του θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα υποστεί η Αιτήτρια από την ακύρωση του συγκεκριμένου διατάγματος, αφού θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την Αιτήτρια, κατά κύριο λόγο, για να αντιμετωπίσει τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση αναφορικά με το ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο στην έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος μονομερώς. Κανένας από τους ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους συνηγόρους και των δυο μερών. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αυτών αγορεύσεων. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Λόγω του ότι έχει εγερθεί στην Ένσταση το θέμα του κατεπείγοντος της έκδοσης του συγκεκριμένου διατάγματος, ήτοι ότι στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν υπάρχουν γεγονότα που να δείχνουν το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση, το Δικαστήριο οφείλει να το εξετάσει. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαράλαμπος Ανδρέα Κουππά ν.
  1. Πουλλά Τσαδιώτη ΛΤΔ
  2. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Εφ. 312/10, ημερ. 17/07/14: «...το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ΄ όλης της ύλης. Άλλο, βεβαίως, είναι το ζήτημα πως πρέπει να προσεγγίζεται δικαστικώς το υπό αναφορά στοιχείο, το οποίο δεν θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο. Ότι, δηλαδή, ένα παρεμπίπτον διάταγμα ως δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας χορηγείται κατ΄ άσκηση δικαστικής ευχέρειας η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση το ορθό και το δίκαιο - δίκαιο ή πρόσφορο κατά το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/1960 - που αποτελεί ταυτόχρονα τον οδηγό και τον στόχο άσκησης της. Επομένως ο χαρακτηρισμός του στοιχείου του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση Resola δεν πρέπει να αφήνεται σε μεταγενέστερο στάδιο να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του προκειμένου να κρίνει αν με αυτό ικανοποιείται εκ πρώτης όψεως η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας υπέρ του αιτήματος στην απουσία της άλλης πλευράς.» Εκείνο που το Δικαστήριο εξετάζει σε σχέση με την ικανοποίηση της προϋπόθεσης του κατεπείγοντος, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η μη απομάκρυνση του Καθ' ου η αίτηση στην εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας και κατ' επέκταση στην ζωή της Αιτήτριας και της οικογένειάς της. Στην προκειμένη περίπτωση το κατεπείγον είχε αναφορά στον κίνδυνο της σωματικής και της ψυχολογικής ακεραιότητας της Αιτήτριας και της οικογένειάς της, οπότε και σαφώς γίνεται τέτοια αναφορά σε συγκεκριμένα δεδομένα που να δικαιολογούν το κατεπείγον. Αυτό είχε γίνει αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση παρατίθεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση επιδεικνύει μια συμπεριφορά προκλητική και απειλητική για την Αιτήτρια, παράγραφοι 14 και 22 της ένορκης δήλωσής της, καθώς και για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της που χρησιμοποιούν τον χώρο, ενώ παράλληλα εμποδίζει άλλα πρόσωπα από του να εισέρχονται στον χώρο. Οπόταν, θεωρώ ότι με τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στην αρχική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, είχε πληρωθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Σε σχέση με το ζήτημα της απόκρυψης στοιχείων, όπως τέθηκε το ζήτημα από την πλευρά του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση, προς υποστήριξη των αντίστοιχων λόγων ένστασης, ότι δηλαδή η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια», προβάλλεται ότι δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο ότι η επίδικη κατοικία δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την κατοικία διαμονής της Αιτήτριας και ότι οι δυο χώροι δεν επικοινωνούν. Πρέπει να αναφερθεί ότι οι φωτογραφίες, ιδιαίτερα το Τεκμήριο 2 στην Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση καταδεικνύει ότι υπάρχει κοινός χώρος που συνδέει την κατοικία της Αιτήτριας με τους χώρους στους οποίους μετακινείται ο Καθ' ου η Αίτηση. Επίσης ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια συνδέει την κατοικία στην οποία διαμένει με τον χώρο στο οποίο ο Καθ' ου η αίτηση είχε εγκατασταθεί δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί η Αιτήτρια απλά αναφέρει ότι η διατηρητέα κατοικία στην οποία στεγάζονται οι επιχειρήσεις του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση της ανήκει. Δεν λέει ότι ο χώρος στον οποίο διατηρεί τις επιχειρήσεις του ο Καθ' ου η αίτηση είναι ο ίδιος με τον χώρο που διαμένει η ίδια. Η νομολογία καθορίζει ότι η συνολική εικόνα που πρέπει να μεταδίδεται μέσα από την αίτηση πρέπει να είναι στη βάση της ορθή χωρίς παραπλάνηση (βλ. Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά.
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Στην απόφαση Bloczek Limited v. Vianova Holdings Limited, Πολ. Εφ. 387/10, ημερ. 11/07/13, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι΄ αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό (Δέστε: Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας (Δέστε: The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ 1179 και Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 - Δέστε επίσης: Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168).» Θεωρώ ότι το Δικαστήριο, με όσα ετέθησαν από την Αιτήτρια στην αρχική της ένορκη δήλωση που ήταν καθοριστική για την έκδοση του διατάγματος, είχε ενώπιόν του μια πλήρη εικόνα των σχέσεων των δύο πλευρών και τί πραγματικά συνέβαινε στον χώρο των δυο κατοικιών. Δεν απεκρύβησαν οποιαδήποτε ουσιώδη γεγονότα που να επηρεάζουν την γνώμη του Δικαστηρίου. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 και Ahmet Zein κ.ά. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R. 188 ο Δικαστής Ralph Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα όποια γεγονότα δεν αποκαλύφθηκαν ή και παραλήφθηκαν από την Αιτήτρια δεν ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα για την κρίση του Δικαστηρίου, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες στην υπό κρίση υπόθεση. Θα εξεταστούν στην συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011, ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησης του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα από το οποίο αποκαλύπτεται ότι μεταξύ των θεραπειών που ζητούνται είναι και απαγορευτικά διατάγματα της ίδια φύσης με το εκδοθέν αλλά παράλληλα ζητούνται και αποζημιώσεις τόσο ειδικές καθώς και τιμωρητικές. Σύμφωνα με την νομολογία αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τα δυο κριτήρια με την μαρτυρία που προσκόμισε. Από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία ενδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς τις αξιώσεις της Ενάγουσας, οι οποίες αποτέλεσαν και το βασικό υπόβαθρο για την αίτηση. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν μου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί αυτή η προϋπόθεση. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιωκόταν με το απαγορευτικό διάταγμα ήταν ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή, ενώ παράλληλα ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (βλ. Κυρισάββα v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κιζή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, στις σελίδες 1256-1257). Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι και αυτή η προϋπόθεση πληρούται, αφού δεν τίθεται θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων για την διασφάλιση της ψυχικής ηρεμίας και σωματικής ακεραιότητας. Δεν τίθεται θέμα μη ικανοποίησης μιας δικαστικής απόφασης αφού στην υπό κρίση περίπτωση υπάρχει θέμα σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας. Εξάλλου, η θέση της Αιτήτριας για βλάβη και ζημιά φαίνεται να στοιχειοθετείται, στην έκταση που η βλάβη προέρχεται από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση, από τα δεδομένα που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στις παραγράφους 14, 17,18, 21, 23 και 24. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Σε σχέση με τα όσα πιο πάνω συζητήθηκαν, χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1(Β) ΑΑΔ 1237: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί, ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστάσεων.» Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την ικανοποίηση και του τρίτου κριτηρίου και την ως εκ τούτου ύπαρξη των προϋποθέσεων για την οριστικοποίηση του διατάγματος που ζητείται, θα πρέπει να οδηγήσει στην επιτυχία της αίτησης. Επιπρόσθετα, η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Ερχόμενη στο ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ του Καθ' ου η αίτηση σύμφωνα και με τα στοιχεία που ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι χρησιμοποιεί τους χώρους της συγκεκριμένης κατοικίας. Δεν έχει αναφέρει ότι καταβάλλει οποιοδήποτε ενοίκιο. Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788 σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφασή του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχει καταγράψει η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι εύλογοι και θεμελιώνεται η πιθανότητα ύπαρξης κινδύνου. Από την άλλη πλευρά, το μόνο που έχει παραθέσει ο Καθ' ου η αίτηση είναι ότι θα σταματήσει τη λειτουργία του γραφείου του χωρίς οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Όσο αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος ισχυρισμός βασίστηκε στο σκεπτικό της απόφασης Ελένη Νικολαίδου ν. Νίκου Αττιπά
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1620, ότι δεν τίθεται χρόνος για συμμόρφωση με το διάταγμα οπόταν αυτό καθιστά το διάταγμα έκθετο σε απόρριψη, ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω παραπέμποντας στο ακόλουθο απόσπασμα από την συγκεκριμένη απόφαση: «Η αγγλική O.41 r.5, πριν την τροποποίησή της ήταν όμοια, κάλυπτε και διατάγματα όπως το συζητούμενο, και, όπως προκύπτει από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει η Annual Practice του 1958 σελ. 954 κ.επ., ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε με αυτό τον τρόπο. Εξηγείται συναφώς πως ενώ η διαταγή δεν καθίσταται αναποτελεσματική (ineffectual) χρειάζεται, για να είναι δυνατό να εφαρμοστεί (enforced) να οριστεί χρόνος με διαδικασία που καθορίζεται. (Βλ.Needham ν. Needham [1842] 1 Hare 633, Gilbert v. Endean [1878] 9 Ch. D. at p. 266, In re Wilde [1910] W.N. (Weekly Notes) 128, Townend v. Townend [1906] 93 LT. 680 and Re Tuck [1906] 1 Ch. D. 692). Αναγνωρίστηκε πως η διαταγή για άμεση (forthwith) τέλεση της πράξης αποτελεί επαρκή προσδιορισμό του χρόνου και συζητήθηκε το χρονικό διάστημα το οποίο, κατά περίπτωση, αυτό εξυπονοεί. (βλ. Thomas v. Nokes [1868] LR. 6 Eq. 521, Halford v. Hardy [1900] 81 L.T. 721 και Lowe v. Fox [1885] 15 Q.B.D. 667). Είναι σαφές όμως πως αυτός ο προσδιορισμός πρέπει να διατυπώνεται στο διάταγμα ή στην απόφαση και δεν προκύπτει μόνο επειδή εκδίδεται απόφαση ή διάταγμα χωρίς αναστολή εκτέλεσης.» Το εκδοθέν διάταγμα διέτασσε άμεσα τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση να σταματήσει να επεμβαίνει στο συγκεκριμένο ακίνητο μέχρι την ημέρα της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Καθορίστηκε με αυτό τον τρόπο χρόνος μέσα στον οποίο μπορούσε να αντιδράσει ή να συμμορφωθεί. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση από την έκδοση και την οριστικοποίηση του συγκεκριμένου διατάγματος, είναι πολύ μικρότερη από αυτή που θα υποστεί η Ενάγουσα-Αιτήτρια από την μη έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος. Για όλους τους ανωτέρω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε στις 14/11/2014, δικαιολογείται να παραμείνει σε ισχύ και να οριστικοποιηθεί. Ως εκ τούτου, το διάταγμα ημερομηνίας 14/11/2014 καθίσταται απόλυτο με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.