← Κύπρος

Χαράλαμπου Μούζουρου ν. Λουκά Πιττακού κ.α., Αρ. Αγωγής 2661/09, 27/2/2015

Χαράλαμπου Μούζουρου ν. Λουκά Πιττακού κ.α., Αρ. Αγωγής 2661/09, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2661/09 Μεταξύ: Χαράλαμπου Μούζουρου Ενάγοντα -και-

  1. Λουκά Πιττακού
  2. Ανδρέα Ποιητή, ως Διαχειριστών της Περιουσίας της αποβιωσάσης Σόφης Παναγή Εναγομένων --------- Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Σέργης με κ. Χ. Κυριακίδη και κα Ταουξιή για την Ανταπαίτηση (για ν' ακούσει απόφαση κ. Σέργης με κ. Ν. Κυριακίδη). Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Γ. Λουκαϊδης και κ. Αβρααμίδης μαζί με κ. Φιλίππου (για ν' ακούσουν απόφαση κα Ζίκκου και κα Ελευθερίου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησής του αξιώνει από τους Εναγόμενους γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη λόγω του δυστυχήματος που επισυνέβη στις 23/02/2008 καθώς επίσης και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €21.449,86- και μελλοντικές αποζημιώσεις ύψους €5.000- που προκλήθηκαν λόγω του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του, ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας τριάντα

(30)ετών και ήταν απόλυτα υγιής. Οι Εναγόμενοι, είναι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Σόφης Παναγή, δυνάμει διατάγματος διαχείρισης στην Διαχ. Αρ. 104/08, Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία αποβιώσασα στις 23/02/2008 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚJL
  1. Τη συγκεκριμένη ημέρα, ενώ η αποβιώσασα οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού στη Λάρνακα με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο λιμανιού προς τον κυκλικό κόμβο Νέας Σαλαμίνας στη διασταύρωση των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Πατρών και Αλέξανδρου Παναγούλη, είχε παραβιάσει τον κόκκινο σηματοδότη της πορείας της με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΑΧ253, το οποίο ανήκε στον Ενάγοντα και κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο νόμιμα και κανονικά από τον Ενάγοντα. Λόγω της βίαιης σύγκρουσης το αυτοκίνητο του Ενάγοντα υπέστη εκτεταμένες ζημιές με αποτέλεσμα την ολική καταστροφή του, ενώ ο Ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης των καθηκόντων της αποβιώσασας ο Ενάγοντας καταγράφει την παράλειψή της να σταματήσει στο κόκκινο φως με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του, την παράλειψή της να οδηγεί με τη δέουσα προσοχή, την παράνομη είσοδό της στη διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και Αλέξανδρου Παναγούλη καθώς και την παράλειψή της να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματός της. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται, ο Ενάγοντας, ότι οδηγούσε, η αποβιώσασα, υπό την επήρεια αλκοόλης, ότι δεν εφάρμοσε έγκαιρα ή και ικανοποιητικά τα φρένα του οχήματός της, ότι οδηγούσε με υπερβολική, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα, ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και γενικά ότι δεν οδηγούσε ως ένας συνετός και λογικός οδηγός. Προωθεί την θέση ότι το συγκεκριμένο δυστύχημα είχε προκληθεί λόγω της αποκλειστικής αμέλειάς της και του είχε προκαλέσει σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία, αλλά και υλικές ζημιές. Όσον αφορά τις σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη από το δυστύχημα, ο Ενάγοντας καταγράφει τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του ως την εγκεφαλική διάσειση, την απώλεια συνειδήσεως, την κεφαλαλγία, τη ζάλη, το υπερξάρθημα της δεξιάς ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης, το υπερξάρθημα της αριστεράς στερνοκλειδικής άρθρωσης, την θλάση και την ανάπτυξη μεγάλου αιματώματος στο θωρακικό τοίχωμα, το αιμάτωμα του δεξιού γόνατος και τις πολλαπλές εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο Ενάγοντας, λόγω της σοβαρότητας του δυστυχήματος, παρουσιάζει έντονες κεφαλαλγίες, οι οποίες επιδεινώνονται κατά την έκθεσή του στον ήλιο, ενώ παράλληλα παρατηρείται επιλυσμώνηση, ευερεθιστότητα και αδυναμία συγκέντρωσης. Παράλληλα, παρουσιάζεται συνεχής πόνος και δυσκαμψία στο δεξιό ώμο και βάρος στη στερνική χώρα. Όσον αφορά δε την προπέτεια της κλείδας στο δεξιό ώμο και το στέρνο θα συνιστά μόνιμη κατάσταση με αποτέλεσμα την ασυμμετρία στο θώρακα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας εργαζόταν ως οικονομικός διευθυντής στην εταιρεία «Malloupas & Papacostas» με μηνιαίες απολαβές €5.000-. Ο Ενάγοντας παρέμεινε με αναρρωτική άδεια από τις 23/02/2008 μέχρι τις 10/04/2008 και είχε απολέσει ως ημερομίσθια και φιλοδωρήματα ένα ποσό της τάξεως των €6.500-. Επιπρόσθετα, λόγω του τραυματισμού του, είχε υποστεί τα ακόλουθα έξοδα: €85,43- ποσό το οποίο είχε καταβάλλει για την λήψη της Αστυνομικής Έκθεσης, €337,43- ποσό το οποίο ξόδεψε για φάρμακα, ιατρούς και ιατρικά πιστοποιητικά, €12.000- που είναι η αξία του οχήματός του, €57- για τη μεταφορά του οχήματός του, €470- για τη ζημιά στα ρούχα και τα προσωπικά του αντικείμενα, €6.500- απώλεια ημερομισθίου και αναλογούντος φιλοδωρήματος και για τα μεταφορικά του €2.000-. Λόγω του τραυματισμού θα πρέπει να υποβληθεί σε εγχείριση στον ώμο του, η οποία θα στοιχίσει γύρω στις €5.000-. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην τροποποιημένη Υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι η αποβιώσασα δεν υπήρξε αμελής ούτε και είχε παραβεί το νόμιμο καθήκον της, αλλά, αντίθετα, το συγκεκριμένο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια ή και παράβαση του νόμιμου καθήκοντος του Ενάγοντα. Ως λεπτομέρειες της αμέλειας ή και της παράβασης του εκ του Νόμου καθήκοντος του Ενάγοντα καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, ότι οδηγούσε στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου, ότι δεν πρόσεξε την κίνηση του δρόμου ή και δεν την έλαβε υπόψη, ότι δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο της αποβιώσασας ή και δεν το έλαβε υπόψη, ότι δεν είχε στραμμένη την προσοχή του στο δρόμο, ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου ή και έγκαιρα το όχημα της αποβιώσασας ή και δεν το έλαβε υπόψη, ότι δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του έγκαιρα ή και επαρκώς, ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης, ότι εισήλθε στη διασταύρωση με κόκκινο φως ή και χωρίς να προσέξει τα φώτα τροχαίας, ότι δεν πρόσεξε την τροχαία κίνηση στο δρόμο και γενικά ότι οδηγούσε αμελώς. Διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας υπέχει συντρέχουσα αμέλεια και παράλληλα αρνούνται ότι υπέστη τις ισχυριζόμενες βλάβες ή και τις ζημιές. Επιπρόσθετα, αξιώνουν συνεισφορά εναντίον του Ενάγοντα για οποιοδήποτε ποσό δυνατό να προκύψει στην Αγωγή Αρ. 2662/
  2. Ανταπαιτούν, οι Εναγόμενοι, αποζημιώσεις για «bereavement». Είναι ο ισχυρισμός τους ότι η αποβιώσασα κέρδιζε από την εργασία της το ποσό των €14.352- ετησίως και κατέλειπε το σύζυγό της και δύο υιούς, τον Ερμή και τον Ιάκωβο, ηλικίας 21 και 16 ετών αντίστοιχα. Από τα χρήματα τα οποία κέρδιζε τα 2/3 ξοδεύονταν στα παιδιά της. Γι' αυτό και οι Εναγόμενοι αξιώνουν αποζημίωση ή και συνεισφορά από τον Ενάγοντα, αποζημιώσεις για «bereavement» και αποζημιώσεις για απώλεια εξαρτήσεως. Κατά την έναρξη της διαδικασίας έγινε δήλωση ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση θα συνεκδικαζόντουσαν και συμφωνήθηκε από κοινού ότι το όχημα του Ενάγοντα ήταν αξίας €10.040-. Είχε συμφωνηθεί επίσης και δηλωθεί, κατά την εξέλιξη της ακρόασης, από κοινού το ποσό των €4.178- ως ειδικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης είχαν επίσης κατατεθεί, εκ συμφώνου, το Έντυπο της Αστυνομίας προς το Νοσοκομείο, το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Παναγιωτίδη που αφορούσε τον Ενάγοντα, το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Περδίου που αφορούσε τον Ενάγοντα και η ιατρική Έκθεση του Δρ. Ηλία Γεωργίου και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 20, 22, 23 και
  3. Όσον αφορά τις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα, είχε γίνει από κοινού δήλωση ότι το υπερξάρθρημα του έξω άκρου της κλείδας δικαιολογεί μικρού βαθμού μείωση της μυϊκής δύναμης του ώμου της τάξης του 10% μόνο στις περιπτώσεις που απαιτείται η εξάσκηση της μέγιστης μυϊκής δύναμης του ώμου, όπως ρήξη ακόντιου και σφαίρας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα δόθηκε μαρτυρία από δώδεκα μάρτυρες. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η κα Τσάππα, Μ.Ε.1, Πρωτοκολλητής Διαχειρίσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, στην κατοχή της οποίας βρισκόταν ο φάκελος της διαχείρισης, Διαχ. Αρ. 104/08, η οποία αφορούσε τη Σόφη Παναγή. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι στις 06/05/2008 είχαν εκδοθεί έγγραφα διαχείρισης με διαχειριστές τον Λούκα Πιττακό και τον Ανδρέα Ποιητή. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1, το διάταγμα της διαχείρισης. Η συγκεκριμένη μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Λάρκου, Μ.Ε.2, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και υπεύθυνη για τις θανατικές ανακρίσεις. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, είχε διεξαχθεί θανατική ανάκριση σε σχέση με τη Σοφία Παναγή, η Θανατική Ανάκριση Αρ. 13/08 και είχαν κατατεθεί και φωτογραφίες που αφορούσαν τη σκηνή του δυστυχήματος, το οποίο είχε επισυμβεί στις 23/02/2008 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, δέσμη φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και, ως Τεκμήριο 3, το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Ως Τεκμήρια προς αναγνώριση κατέθεσε τη συνοπτική έκθεση του ατυχήματος, τις καταθέσεις του Λουκά Ευαγγέλου, του Λοχ. Μαυρή, του Αστ. 2388 Καλλέσιη, του Α/Αστ.2828 κ. Πέτρου, του Λοχ.4330 κ. Παλατέ, της κυρίας Ναταλίας Κάρολ, την κατάθεση του Λουκά Μούζουρου, την κατάθεση του Παναγιώτη Κκαφά και την Έκθεση του Κρατικού Χημείου ημερομηνίας 12/03/2008 και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια Α μέχρι Κ προς αναγνώριση. Επιπρόσθετα, κατέθεσε την κατάθεση του Λουκά Πιττακού, την κατάθεση του Μάριου Θεοφάνους, την Έκθεση Επιθεώρησης των εμπλεκομένων οχημάτων, το πρόγραμμα των φώτων τροχαίας, το πόρισμα του Θανατικού Ανακριτή καθώς και τη βεβαίωση του πορίσματος και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 4 μέχρι
  4. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι δεν είχε προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που διεξήγαγε τη θανατική ανάκριση οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Σε σχέση με το δυστύχημα μαρτυρία δόθηκε από τον Λοχ.4648 κ. Μαυρή, Μ.Ε.3, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λάρνακος. Είχε αναγνωρίσει, στο Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση, την κατάθεσή του και αυτή είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο
  5. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Στη γραπτή του κατάθεση κατέγραψε ότι στις 25/02/2008 είχε λάβει φωτογραφίες της σωρού της Σοφίας Παναγή, ενώ αυτή βρισκόταν στο νεκροτομείο Λάρνακας. Από τη σωρό είχε λάβει δείγματα αίματος, υγρού ματιού και ούρων, τα οποία είχε παραδώσει στον Αστ. 2388 κ. Καλλέσιη, για τη μεταφορά τους στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι τα δείγματα είχαν ληφθεί από την ιατροδικαστή, η οποία τα είχε τοποθετήσει σε ειδικά μπουκαλάκια και ακολούθως σε ένα χάρτινο κιβώτιο με ειδικό σφουγγαράκι και ειδικές υποδοχές. Υπήρχαν δύο μπουκαλάκια με αίμα, ένα μπουκαλάκι με υγρό ματιού και ένα για τα ούρα. Ο ίδιος ήταν παρών κατά την λήψη τους και είχε σφραγίσει το συγκεκριμένο κουτί με ταινία της Αστυνομίας, είχε καταγράψει στο κουτί τα στοιχεία της υπόθεσης και είχε υπογράψει. Ο ίδιος τα είχε μεταφέρει στον Αστυνομικό Σταθμό όπου και τα είχε παραδώσει στον Αστ. 2388 κ. Καλλέσιη για να τα μεταφέρει στο Κρατικό Χημείο στη Λευκωσία. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία δόθηκε στη συνέχεια από τον Αστ. 2388 κ. Καλλέσιη, Μ.Ε.4, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λάρνακας. Αναγνώρισε, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Δ προς αναγνώριση, την κατάθεσή του, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Στην κατάθεσή του καταγράφει ότι στις 25/02/2008 είχε παραλάβει από τον Λοχ. 4648 κ. Μαυρή, ένα σφραγισμένο κιβώτιο το οποίο περιείχε δύο φιαλίδια με αίμα, ένα φιαλίδιο με υγρό του ματιού και ένα φιαλίδιο με ούρα της Σοφίας Παναγή, τα οποία είχε μεταφέρει στο Γενικό Χημείο του Κράτους και είχε παραδώσει την ίδια μέρα στη χημικό Μαρία Αυξεντίου. Ούτε και αυτός ο μάρτυρας αντεξετάστηκε. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 3024 κ. Καβαλιέρος, Μ.Ε.5, ο οποίος αναγνώρισε, στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, την κατάθεσή του, η οποία ακολούθως σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  7. Στην κατάθεσή του κατέγραψε ότι στις 22/02/2008 και ενώ βρισκόταν σε περιπολία μαζί με τον Αστ. 4312 κ. Λαζάρου, περί η ώρα 1:35 το πρωί είχαν αντιληφθεί ότι στη συμβολή των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με τη Λεωφόρο Αλέξανδρου Παναγούλη και οδό Πατρών είχε συμβεί τροχαίο ατύχημα. Αμέσως είχε ενημερώσει την Τροχαία Λάρνακας και τον Λοχ. 4330 κ. Παλατέ, για την κρισιμότητα του δυστυχήματος στο οποίο ενέχονταν δύο αυτοκίνητα, το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KJL795, μάρκας BMW και το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΚΑΧ253, επίσης μάρκας BMW. Ο ίδιος είχε δει την οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KJL795 εκτός του αυτοκινήτου της, του KJL795, στην αριστερή πλευρά του δρόμου και είχε διαπιστώσει ότι η ζώνη ασφαλείας του οδηγού του συγκεκριμένου αυτοκινήτου βρισκόταν στην αρχική της θέση. Ο οδηγός του αυτοκινήτου ΚΑΧ253, ο Χαράλαμπος Μούζουρου, ήταν εκτός του αυτοκινήτου ενώ η συνοδηγός του, Κατερίνα Καϊλη, ήταν τραυματισμένη εντός του αυτοκινήτου και έφερε τη ζώνη ασφαλείας της. Στο μέρος του δυστυχήματος είχε φθάσει ασθενοφόρο, το οποίο είχε παραλάβει την οδηγό του οχήματος KJL795 και τη συνοδηγό του οχήματος ΚΑΧ
  8. Ο ίδιος είχε αναζητήσει μαρτυρία ανεξάρτητη σε σχέση με το δυστύχημα και είχε διαπιστώσει ότι η κυρία Ναταλία Καρόλ ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Ακολούθως, διενήργησε τεστ αλκοόλης στον Χαράλαμπο Μούζουρου, οδηγό του οχήματος ΚΑΧ253, με ένδειξη 20 mg. Τα στοιχεία που είχε συνελέξει τα είχε παραδώσει στον Λοχ. 4330 κ. Παλατέ, ο οποίος είχε αναλάβει τη διερεύνηση του τροχαίου ατυχήματος. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο ίδιος βρισκόταν σε περιπολία στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού παρά τα φώτα του «Carrefour» και κατευθυνόταν προς την οδό Αλέξανδρου Παναγούλη. Η απόσταση του αστυνομικού οχήματος από το δυστύχημα ήταν μόνο 500 μέτρα, γι' αυτό και όταν είδαν έντονο καπνό είχαν φτάσει στο δυστύχημα δύο ή τρία δευτερόλεπτα μετά που επεσυνέβη. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η κυρία Ναταλία Καρόλ ήταν οδηγός άλλου οχήματος που είχε την ίδια κατεύθυνση με την οδηγό του οχήματος ΚJL795, μάρκας BMW. Η Ναταλία Καρόλ του είχε αναφέρει ότι όταν πλησίαζε τα φώτα τροχαίας το φανάρι ήταν κόκκινο και το αυτοκίνητο της αποβιώσασας την είχε προσπεράσει από δεξιά με το κόκκινο φανάρι. Εξήγησε ότι μαζί του, το συγκεκριμένο βράδυ, βρισκόταν ο Αστ. 4312 κ. Λαζάρου, ο οποίος είχε αναλάβει τη ρύθμιση της τροχαίας κίνησης, γι' αυτό και ο ίδιος είχε τον χρόνο να μιλήσει με τον οδηγό του άλλου οχήματος και την τραυματία. Ο οδηγός αρχικά ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και ο συνοδηγός έξω. Όταν διαπίστωσε ότι ήταν εντάξει, ο ίδιος είχε κατευθυνθεί προς το άλλο αυτοκίνητο, όπου βρήκε την οδηγό του έξω από το αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου πάνω στην άσφαλτο. Είχε ελέγξει τον παλμό της, αλλά διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε. Ο ίδιος είχε διεξάγει τεστ αλκοόλης στον κ. Μούζουρου και είχε παραδώσει όλα τα στοιχεία που είχε συλλέξει στον εξεταστή του δυστυχήματος, κ. Παλατέ. Είχε διαπιστώσει ότι ο φωτισμός του δρόμου την συγκεκριμένη στιγμή ήταν πολύ καλός και ο δρόμος καθαρός και στεγνός. Αναγνώρισε, στο Τεκμήριο 2, στις φωτογραφίες 17, 18, 19 και 20, το όχημα της αποβιώσασας, Σόφης Παναγή και στις φωτογραφίες 10, 11 και 12 του Τεκμηρίου 2, το όχημα του κυρίου Μούζουρου. Ήταν η θέση του ότι η αποβιώσασα είχε βρεθεί έξω από το όχημά της, στην αριστερή πλευρά, απέναντι από την πόρτα του συνοδηγού σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου. Η ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου της δεν ήταν τραβηγμένη. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι το δυστύχημα είχε επισυμβεί νύχτα Σαββάτου. Ήταν η θέση του ότι ο συγκεκριμένος δρόμος είναι ευθύς και υπάρχει ορατότητα γι' αυτό και είχε δει καπνό όταν είχε γίνει το δυστύχημα. Όμως, δεν ήταν σε θέση, όταν είχε δει τον καπνό, να γνωρίζει τί τον είχε προκαλέσει, τον συγκεκριμένο καπνό. Κατάλαβε τί τον είχε προκαλέσει μόλις έφθασε στην σκηνή. Όταν έφθασε στην σκηνή είχε διαπιστώσει ότι το αυτοκίνητο της αποβιώσασας, ένα BMW Z4, είχε υποστεί περισσότερες από μία συγκρούσεις. Λόγω του ότι πλησιέστερο προς τον ίδιο ήταν το όχημα του κ. Μούζουρου είχε κατευθυνθεί πρώτα προς αυτόν και του είχε μιλήσει, αφού βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο. Η συνοδηγός του κ. Μούζουρου ήταν εντός του αυτοκινήτου. Όταν διαπίστωσε ότι τόσο ο οδηγός καθώς και η συνοδηγός ήταν καλά, κατευθύνθηκε προς το άλλο αυτοκίνητο, όπου έξω από το αυτοκίνητο ήταν ξαπλωμένη η αποβιώσασα. Παραδέχθηκε, ερωτηθείς, ότι η ζώνη της αποβιώσασας αν ξεκλειδωνόταν θα βρισκόταν στην ίδια θέση που την είχε βρει ο ίδιος. Δεν γνώριζε κατά πόσο είχε βρεθεί αίμα έξω από το αυτοκίνητο της αποβιώσασας. Μαρτυρία δόθηκε και από τον Α/Αστ. 2828 Ορθόδοξο Πέτρου, Μ.Ε.6, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας από το
  9. Αναγνώρισε την κατάθεσή του στο Τεκμήριο 13 και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση, στις 23/02/2008 και ώρα 01:40 είχε επισκεφθεί μαζί με τον Λοχ. 4330 κ. Παλατέ, την σκηνή ενός θανατηφόρου δυστυχήματος, παρά τα φώτα της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την Λεωφόρο Αλέξανδρου Παναγούλη και την οδό Πατρών, όπου βρήκε τα ενεχόμενα αυτοκίνητα στην τελική τους θέση μετά από την σύγκρουση. Οι ενεχόμενοι οδηγοί απουσίαζαν, γιατί είχαν μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακος και, αφού εντοπίστηκε το σημείο συγκρούσεως και οι πορείες των ενεχόμενων οχημάτων, ο ίδιος είχε ετοιμάσει πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος. Παράλληλα, είχε λάβει και τις αναγκαίες μετρήσεις. Σε μεταγενέστερο στάδιο είχαν ληφθεί συμπληρωματικά μέτρα και είχε ετοιμαστεί σχεδιαγράφημα επί κλίμακας, το οποίο παραδόθηκε στον εξεταστή της υπόθεσης, Λοχ. 4330 κ. Παλατέ. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο ίδιος είχε φθάσει στην σκηνή μετά την πάροδο δέκα λεπτών από το δυστύχημα αφού είχε ενημερωθεί μέσω ασυρμάτου για το εν λόγω δυστύχημα. Όταν είχε φθάσει στο χώρο του δυστυχήματος μαζί με τον Λοχ.4330, κ. Παλατέ, εκεί υπήρχαν μόνο οι δύο αστυφύλακες, οι Αστ. 3324 και Αστ.
  10. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι το είχε ετοιμάσει ο ίδιος και επεξήγησε ότι το δυστύχημα είχε συμβεί στη διασταύρωση των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την Λεωφόρο Αλέξανδρου Παναγούλη και την οδό Πατρών. Ήταν η θέση του ότι η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας πριν τη συγκεκριμένη διασταύρωση, οι δύο αριστερές λωρίδες είναι για την ευθεία πορεία και η τελείως δεξιά είναι για τα αυτοκίνητα που προτίθενται να στρίψουν δεξιά. Η συγκεκριμένη διασταύρωση ελέγχεται με φωτεινούς σηματοδότες και στις τέσσερεις κατευθύνσεις. Εξήγησε ότι η πορεία «Α» δεικνύει την πορεία του σπορ αυτοκινήτου BMW Ζ4 με αριθμό εγγραφής KJL795, η πορεία «Β» δεικνύει την πορεία του επιβατικού αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΚΑΧ253 και το σημείο «Χ» δεικνύει το σημείο της σύγκρουσης. Ο ίδιος είχε καταλήξει, από αυτά που είχε διαπιστώσει στη σκηνή, ότι το σπορ αυτοκίνητο, το KJL795, μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων είχε κινηθεί προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πάνω στη λίνια της διαχωριστικής νησίδας. Είχε σημειώσει το σημείο σύγκρουσης ως «Χ3». Ακολούθως, είχε προχωρήσει και είχε περάσει πάνω από τη νησίδα, είχε μπει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, είχε προχωρήσει στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, στο «Χ4» και ακολούθως είχε κινηθεί παράλληλα με το πεζοδρόμιο αφήνοντας ίχνη επί του πεζοδρομίου, τα οποία ο ίδιος είχε σημειώσει ως «Α3». Το όχημα είχε ανατραπεί αφήνοντας το ίχνος, λόγω της τριβής της οροφής του στο οδόστρωμα, το οποίο είχε σημειωθεί ως «Α4» και είχε ακινητοποιηθεί στο σημείο που σημειώθηκε ως «Α5» επί του σχεδίου. Όσον αφορά το όχημα ΚΑΧ253, είχε καταλήξει ότι μετά την σύγκρουση είχε κινηθεί προς τα αριστερά, είχε προσκρούσει στο «Χ1», πάνω στη λίνια της νησίδας και ακολούθως είχε προσκρούσει στο «Χ2». Στη συνέχεια, είχε αφήσει ίχνη πλαγιολίσθησης στη χωμάτινη διαχωριστική νησίδα και είχε καταλήξει στο σημείο «Β4». Κατά την σύγκρουση είχε αποκοπεί ο μπροστινός δεξιός τροχός του συγκεκριμένου οχήματος, ο οποίος είχε καταλήξει στο σημείο «Β5» επί του σχεδίου. Με αναφορά στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, υπέδειξε στη φωτογραφία 13, το σημείο της πρώτης επαφής των δύο οχημάτων, το οποίο ήταν στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος ΚΑΧ253 στο σημείο που απεκόπηκε ο τροχός. Όσον αφορά τις ζημιές του σπορ αυτοκινήτου BMW, με αριθμό KJL795, με αναφορά στις φωτογραφίες 19 και 20, υπέδειξε την μετατόπιση του καπό, το οποίο είχε αποκολληθεί από το δεξιό φτερό και είχε μετακινηθεί προς τα αριστερά. Με αναφορά στη φωτογραφία 7, υπέδειξε τα ίχνη που είχαν αφήσει τα δύο αυτοκίνητα. Το ίχνος «Β1» επί του σχεδίου, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, όπως προκύπτει και από την φωτογραφία 6 του Τεκμηρίου 2, καταδείκνυε την πορεία του μπροστινού δεξιού τροχού του οχήματος ΚΑΧ253, ενώ το «Β2» τον πισινό δεξιό τροχό του. Με αναφορά στη φωτογραφία 8, υπέδειξε το ίχνος «Α1», το οποίο είχε προκληθεί από το αυτοκίνητο της αποβιώσασας επί της ασφάλτου, το οποίο ίχνος συνέχισε επί της λίνιας της νησίδας και ακολούθως στη σύγκρουση επί του πεζοδρομίου. Τα ίδια δεδομένα αποτυπώνονται και στη φωτογραφία
  11. Το συγκεκριμένο σημείο είχε σημειωθεί ως «Χ3» επί του σχεδίου. Η φωτογραφία 10, ήταν η θέση του, αποτυπώνει το σημείο που είχε προσκρούσει το όχημα ΚΑΧ253 επί της λίνιας της διαχωριστικής νησίδας, το «Χ2», καθώς και την πορεία του οχήματος εντός της χωμάτινης νησίδας μέχρι την ακινητοποίησή του. Με αναφορά στις φωτογραφίες 11, 12,13 και 14, υπέδειξε τις τελικές θέσεις των οχημάτων. Εξήγησε ότι η φωτογραφία 15 απεικόνιζε τον δεξιό μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου ΚΑΧ253 εντός της δεξιάς λωρίδας της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και στην άλλη κατεύθυνση φαίνεται το αυτοκίνητο KJL795 στην τελική του θέση, την «Α5» επί του σχεδίου, Τεκμήριο
  12. Υπέδειξε την τριβή της οροφής του οχήματος KJL795 επί της ασφάλτου στην φωτογραφία
  13. Ήταν η θέση του ότι το σπορ όχημα είχε διανύσει 25 μέτρα από το αλτ της πορείας του μέχρι το σημείο σύγκρουσης, το «Χ», το οποίο βρισκόταν εντός της διασταύρωσης. Το σημείο «Χ» απέχει από την τελική θέση του σπορ αυτοκινήτου, του KJL795, 69.50 μέτρα. Ενώ το αυτοκίνητο ΚΑΧ253 είχε διανύσει 15.30 μέτρα εντός της πορείας του, πορεία «Β». Το σημείο «Χ» απείχε από την τελική θέση του οχήματος ΚΑΧ253 30 μέτρα. Υποστήριξε ότι τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά προς όλες τις κατευθύνσεις γιατί τα είχαν ελέγξει μαζί με τον Αστ.
  14. Ο ίδιος δεν είχε διαπιστώσει ίχνη τροχοπέδησης των δύο οχημάτων πριν την σύγκρουση. Κατέληξε, ότι η ανεξάρτητη μάρτυρας είχε αναφέρει ότι το σπορ όχημα είχε εισέλθει στη διασταύρωση με κόκκινο φως. Από ότι μπορούσε να διαπιστώσει στη σκηνή το σπορ όχημα πριν την σύγκρουση είχε μια ταχύτητα πέραν του επιτρεπομένου ορίου, η οποία δεν μπορούσε να εξακριβωθεί γιατί όλα τα ίχνη στο δρόμο είχαν αποτυπωθεί μετά τη σύγκρουση. Μετά τη σύγκρουση τα δύο οχήματα είχαν ακολουθήσει το καθένα τη δική του πορεία ανεξέλεγκτα μέχρι που κατέληξαν στην τελική τους θέση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν είχε φθάσει στην σκηνή του δυστυχήματος ο ίδιος δεν είχε βρει τους ενεχόμενους οδηγούς στο μέρος. Καθήκον του στη σκηνή ήταν να διεκπεραιώσει το σχεδιάγραμμα. Αρχικά ο οδηγός του οχήματος ΚΑΧ253 ήταν παρών, όμως ο ίδιος δεν είχε ασχοληθεί μαζί του. Είχε δει στη σκηνή του δυστυχήματος την ανεξάρτητη μάρτυρα και είχε ακούσει τη μαρτυρία της από τον συνάδελφό του στη σκηνή, ο οποίος συνάδελφός του είχε ασχοληθεί με την συγκεκριμένη μάρτυρα. Επέμενε στη θέση του ότι είχαν φθάσει στο μέρος του δυστυχήματος σχεδόν αμέσως μετά την πρόκληση του δυστυχήματος, λόγω του ότι είχαν ενημερωθεί άμεσα από τους συνάδελφους τους, της Τροχαίας, οι οποίοι βρίσκονταν σε περιπολία, ότι είχε γίνει θανατηφόρο δυστύχημα. Λόγω του ότι το μέρος που είχε συμβεί το δυστύχημα απέχει από την Τροχαία Λάρνακας μόνο ένα χιλιόμετρο, αμέσως μετά τη λήψη της πληροφορίας στον ασύρματο πήγε στη σκηνή και χρειάστηκε μόνο τρία με τέσσερα λεπτά για να μεταβεί στο συγκεκριμένο σημείο. Επέμενε ότι ο ίδιος είχε φθάσει στο χώρο του δυστυχήματος εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος, το οποίο ήταν μεταξύ έξι
(6)με δέκα
(10)λεπτά. Ερωτηθείς ανέφερε ότι λόγω του γεγονότος ότι η δουλειά του αφορά τροχαία δυστυχήματα, ο ίδιος, αναφορικά με όσα δυστυχήματα χειρίζεται ο ίδιος, φυλάει τις σημειώσεις του για να υπενθυμίζει τον εαυτό του όταν θα κληθεί να μαρτυρήσει. Είχε φυλάξει και στην παρούσα περίπτωση το πρόχειρο σχέδιο καθώς και την κατάθεσή του. Εξήγησε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι η Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού ξεκινά από το λιμάνι Λάρνακας και ο κυκλικός κόμβος του λιμανιού απέχει λιγότερο από ένα χιλιόμετρο από το μέρος που είχε γίνει το δυστύχημα. Με αναφορά στο σημείο «Β» επί του σχεδιαγράμματος, εξήγησε ότι υπάρχει ορατότητα προς το λιμάνι, όμως πιθανόν κάποια δέντρα στις νησίδες να εμποδίζουν την ορατότητα. Από την αντίθετη κατεύθυνση είναι πάνω από εκατόν
(100)με διακόσια
(200)μέτρα. Όσον αφορά το σημείο «Χ», ο ίδιος το είχε διαπιστώσει στη σκηνή του δυστυχήματος. Από το σημείο αυτό ξεκινούσε ίχνος από τον δεξιό μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου ΚΑΧ253 και σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ήταν το σημείο της πρώτης επαφής πάνω στο συγκεκριμένο όχημα. Μετά από αυτό, ο τροχός απεκόπηκε και έγραψε κάτω στο δρόμο, όταν αναγκάστηκε να γυρίσει από την σύγκρουση. Το σημείο «Β2» είναι μαύρισμα από τον δεξιό πισινό τροχό του οχήματος ΚΑΧ
  1. Λίγο πιο δεξιά στο σημείο «Α1» ξεκινά το τρίψιμο επί της ασφάλτου από το σπορ αυτοκίνητο KJL795, το οποίο μετά την σύγκρουση, λόγω βλάβης στη μηχανή του, κατέγραψε εκδορά. Εξήγησε ότι τα σημεία «Α1», «Β1» και «Β2» τον είχαν οδηγήσει στην κατάληξη ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν εκεί που τοποθετήθηκε το «Χ». Υποστήριξε ότι λόγω του ότι η μηχανή του αυτοκινήτου KJL795 είχε πέσει προς τα κάτω είχε κάνει εκδορά στο δρόμο μαζί με λάδια. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τα δύο οχήματα όταν συγκρούστηκαν, λόγω της βιαιότητας της σύγκρουσης, σπρώχθηκαν μαζί και στη συνέχεια ακολούθησαν το καθένα τη δική του πορεία. Τότε ήταν που είχε αποκοπεί ο τροχός και είχε καταλήξει στο σημείο «Β5» επί του σχεδίου. Το όχημα ΚΑΧ253 όταν συγκρούστηκε με το σπορ αυτοκίνητο είχε γυρίσει προς τα αριστερά γιατί το μπροστινό του μέρος όταν είχε δεχθεί το κτύπημα είχε κινηθεί προς τα αριστερά και ακολούθως είχε αρχίσει να γυρίζει αριστερόστροφα γιατί είχε παρασυρθεί από το άλλο εμπλεκόμενο όχημα. Δεν είχε ολοκληρώσει το γύρο, με την πίεση είχε γυρίσει αριστερά μέχρι ενός σημείου και, όταν αποσυνδέθηκαν τα δυο οχήματα, το ΚΑΧ253 είχε κινηθεί με ευθεία πορεία προς την γωνιά του πεζοδρομίου. Το άλλο όχημα, το KJL795, είχε συγκρουστεί στην λίνια του πεζοδρομίου, το «Χ4» και στη συνέχεια οι δεξιοί του τροχοί είχαν τριφτεί για 28.10 μέτρα, το «Α3», και είχε ανατραπεί, «Α4». Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει όλα αυτά τα γεγονότα, υποστήριξε ότι είχε παρακολουθήσει πάρα πολλά μαθήματα και είχε λάβει μέρος σε εκπαιδεύσεις σε σχέση με τη διερεύνηση δυστυχημάτων, ενώ παράλληλα είχε λάβει μέρος σε πρόγραμμα αναπαράστασης τροχαίων ατυχημάτων. Με αναφορά στη φωτογραφία 23 του Τεκμηρίου 2, υπέδειξε το ίχνος με μαύρισμα από τον τροχό, το οποίο στο σχέδιο είχε σημειώσει ως «Α3». Η άλλη εκδορά, η οποία είναι σημειωμένη ως «Α4» στο σχέδιο, φαίνεται στην ίδια φωτογραφία, αλλά και στην φωτογραφία
  2. Καταδεικνύουν, ήταν ο ισχυρισμός του, οι φωτογραφίες 23 και 31, το μέρος όπου υπήρχε τριβή της οροφής του σπορ αυτοκινήτου στο έδαφος. Επέμενε στη θέση του ότι το σπορ αυτοκίνητο είχε ανατραπεί και η οροφή του είχε τριφτεί στην άσφαλτο. Προώθησε την άποψη ότι η κατάληξη αυτή υποστηρίζεται και από την κατάσταση του σπορ αυτοκινήτου. Εξήγησε ότι το κάθε αυτοκίνητο, στο συγκεκριμένο δυστύχημα, από την αρχική του θέση μέχρι την τελική άφηνε ίχνη και αυτά τον είχαν οδηγήσει, τον ίδιο, στα συγκεκριμένα συμπεράσματα. Το σπορ αυτοκίνητο μετά την σύγκρουση κατευθύνθηκε παράλληλα με το πεζοδρόμιο και αφού ανατράπηκε κινείτο στους δύο πισινούς τροχούς, γι' αυτό δεν ήταν καθαρό το ίχνος του τροχού όπως διατυπώνεται και στην φωτογραφία
  3. Σε σχέση με το σημείο «Α4», ήταν η θέση του ότι αφορούσε εκδορά επί του οδοστρώματος από το τρίψιμο της οροφής. Ισχυρίστηκε ότι μετά το τέλος της τριβής «Α4» το όχημα ήταν στον αέρα και αυτό υποστηρίζεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε άλλο ίχνος μέχρι το «Α5», στο οποίο σημείο οι τροχοί του ήταν προς τα κάτω. Υποστήριξε ότι για να καταλήξει στη συγκεκριμένη τελική του θέση το σπορ αυτοκίνητο KJL795 και να αφήσει τα συγκεκριμένα ίχνη επί της ασφάλτου αυτό κινείτο με υπερβολική ταχύτητα. Υποστήριξε ότι για κάποιο λόγο το συγκεκριμένο όχημα είχε αλλάξει το κέντρο βάρους του και μετά είχε γυρίσει και είχε καταλήξει στην τελική του θέση. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο όχημα στο σημείο «Α5» είχε καταλήξει με τους τροχούς στο έδαφος. Είχε τριφτεί στη δεξιά πλευρά και στη δεξιά πάνω πλευρά της οροφής και επέμενε ότι δεν είχε ανατραπεί τελείως. Εξ ου και είχε αφήσει τα ίχνη που καταγράφονται στο «Α4» και ακολούθως τοποθετήθηκε στο «Α5». Ερωτηθείς ανέφερε ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν είχε ανατραπεί τελείως, είχε γύρει στη δεξιά πλευρά, γι' αυτό και είχε τριφτεί στην οροφή και ακολούθως είχε γυρίσει στη δεξιά πλευρά και είχε ισιώσει. Υποστήριξε ότι το σπορ αυτοκίνητο, το KJL795, είχε αλλάξει το κέντρο βάρους του αφού δεν είχε αφήσει άλλο ίχνος όταν τελικά γύρισε στην τελική του θέση. Σε αυτό είχε συνδράμει, ήταν η άποψή του, η ταχύτητά του αφού δεν άγγιζε το οδόστρωμα, μετά το πέρας του «Α4», ήταν στον αέρα και ακολούθως έγειρε στο «Α5» με τους τροχούς προς τα κάτω. Υποστήριξε ότι το όχημα δεν είχε ανατραπεί τελείως, σύμφωνα με τα ευρήματα στη σκηνή καθώς και την φυσική κατάσταση του οχήματος, αλλά είχε γυρίσει δεξιά, μετά αριστερά και ακολούθως ίσιωσε. Ερωτηθείς για το πώς γνώριζε ότι το όχημα οδηγείτο από την αποβιώσασα, υποστήριξε ότι με βάση τη μαρτυρία που είχε συλλεγεί και τα όσα είχαν βρεθεί στη σκηνή του δυστυχήματος, το όχημα οδηγείτο από την αποβιώσασα. Αυτό είχε διαπιστωθεί και από την Αστυνομία, η οποία είχε μεταβεί στο χώρο πολύ σύντομα μετά το δυστύχημα και δεν είχε ανεύρει οποιοδήποτε άλλο άτομο εκεί. Ήταν η θέση του, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι είχε γίνει έρευνα στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, στην οποία υπάρχουν τοποθετημένες κάμερες, για να διαπιστωθεί κατά πόσο είχε ληφθεί οποιαδήποτε σκηνή από το δυστύχημα και είχε διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη κάμερα έχει εμβέλεια μόνο μπροστά από τη μηχανή συλλογής χρημάτων και όχι μέσα στο δρόμο. Μαρτυρία δόθηκε από την Δρ. Ελένη Αντωνίου, Μ.Ε.7, ιατροδικαστή από το
  4. Σύμφωνα με την μάρτυρα, είχε διενεργήσει στις 25/02/2008 την επιθανάτια εξέταση της αποβιώσασας στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και είχε ετοιμάσει τη μεταθανάτια έκθεση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Η ίδια είχε λάβει δείγματα οφθαλμικού υγρού και αίματος και τα είχε παραδώσει στον Αστυνομικό της Τροχαίας που βρισκόταν στο Νοσοκομείο. Τα δείγματα είχαν τοποθετηθεί σε ειδικά φιαλίδια τα οποία περιείχαν τα απαιτούμενα συντηρητικά και ακολούθως είχαν τοποθετηθεί σε ειδικό χάρτινο κιβώτιο, το οποίο είχε σφραγιστεί από την Αστυνομία. Ακολούθως, είχαν τοποθετηθεί σε θέρμο και είχαν μεταφερθεί στο Κρατικό Χημείο για περαιτέρω εξέταση. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, τα συγκεκριμένα δείγματα είχαν ληφθεί η ώρα 10:00 το πρωί, κατά τη νεκροτομή και μπορούσαν να διατηρηθούν αναλλοίωτα για αρκετές ώρες. Όσον αφορά την εξωτερική εξέταση της σωρού, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε αποτύπωμα ζώνης ασφαλείας πάνω στη σωρό της αποβιώσασας. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι η αποβιώσασα είχε κάταγμα έβδομου θωρακικού σπονδύλου, θλαστικό τραύμα δεξιάς καρπικής περιοχής και δακτύλων και εκδορές μετωπιαίας περιοχής, οι οποίες καταδείκνυαν σύγκρουση με άλλο αντικείμενο. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι το κάταγμα του θωρακικού σπονδύλου είχε προκληθεί από πολύ βίαιο κτύπημα σε επιφάνεια. Εξήγησε ότι ένα τέτοιου είδους τραύμα παραλύει το σώμα και επέρχεται ο θάνατος, εξ ου και ο θάνατός της ήταν ακαριαίος. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η αποβιώσασα είχε διατομή του νωτιαίου μυελού, οπόταν με το συγκεκριμένο τραύμα δεν θα μπορούσε να ζήσει ή να περπατήσει και θα επερχόταν ο θάνατος. Ανέφερε ότι χρησιμοποιώντας τα πρώτα αντανακλαστικά η αποβιώσασα θα μπορούσε ν' ανοίξει την πόρτα, αλλά υπήρχε και πιθανότητα να μην μπορεί. Όσον αφορά τα δείγματα τα οποία είχε λάβει, εξήγησε ότι τα είχε συσκευάσει σε συσκευασία που της είχε παραδοθεί από την Αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι όταν υπάρχει οφθαλμικό υγρό λαμβάνεται δείγμα. Υποστήριξε ότι αν η αποβιώσασα φορούσε ζώνη ασφαλείας θα υπήρχε, έστω και αμυδρά, σε κάποιο σημείο του σώματός της, ένα μικρό εντύπωμα, αφού ακόμα και με ένα τράνταγμα του αυτοκινήτου, εάν ο οδηγός φορά ζώνη, θα αφήσει τρίψιμο στο λαιμό ή στην πλάγια κοιλιά λόγω του ότι η ζώνη εφαρμόζει στο σώμα του ανθρώπου. Λόγω της δουλειάς της επικεντρώνεται και εξωτερικά στο σώμα για να περιγράψει έστω και τις μικρές εκδορές και όταν αφορά τροχαίο ατύχημα πάντοτε εξετάζεται το θέμα του κατά πόσο φορούσε ή όχι ζώνη το εμπλεκόμενο μέρος. Επέμενε στη θέση της ότι δημιουργείται εντύπωμα από τη ζώνη ασφαλείας αφού είναι μια τριβή η οποία αφήνει περγαμηνοειδή απόξεση στο σώμα. Το ενδεχόμενο να είναι η ζώνη ασφαλείας χαλαρή το απέκλεισε. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι είχε εξετάσει και άλλα πτώματα τα οποία η σύγκρουση είχε πετάξει έξω από το αυτοκίνητο. Σε μια τέτοια περίπτωση, ήταν η θέση της, ότι αναμένονται εξωτερικές κακώσεις και κατάγματα. Παραδέχθηκε ότι θα ανέμενε η ίδια περισσότερες κακώσεις στην περίπτωση που η αποβιώσασα είχε πεταχτεί έξω από το αυτοκίνητο. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Μαρία Αυξεντίου, Μ.Ε.8, η οποία εργάζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους, στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας, από το 1991 και προΐσταται του Εργαστηρίου. Η ίδια κατέχει πτυχιακό δίπλωμα χημείας και μεταπτυχιακό δίπλωμα, αλλά έχει εκπαιδευτεί και σε διάφορα τοξικολογικά εργαστήρια. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι είχε παραλάβει, στις 25/02/2008, τα δείγματα που είχαν ληφθεί από τη Σοφία Παναγή, ήτοι ούρων, οφθαλμικού υγρού και αίματος και μετά την εξέταση είχε καταρτίσει σχετική έκθεση. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο Κ προς αναγνώριση το αναγνώρισε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Ήταν η θέση της ότι τα δείγματα ήταν σωστά συσκευασμένα με βάση τις οδηγίες που εκδίδονται από το Κρατικό Χημείο. Ήταν τοποθετημένα σε κουτί δειγματοληψίας και ήταν σφραγισμένα και όταν τα παρέλαβε ήταν τοποθετημένα σε θέρμο και βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Η αιτούμενη ενέργεια, σύμφωνα με την Αστυνομία, ήταν ο έλεγχος για εντοπισμό αλκοόλης ή και ναρκωτικών ουσιών, γι' αυτό και είχαν διεξαχθεί αναλύσεις. Αποτέλεσμα των αναλύσεων ήταν η ανίχνευση, στο αίμα, ποσότητας 176 mg αλκοόλης. Στον συγκεκριμένο έλεγχο είχε χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της αέριας χρωματογραφίας και είχε επίσης χρησιμοποιηθεί ο ανιχνευτής ιονισμού φλόγας. Όσον αφορά το οφθαλμικό υγρό, δεν υπήρχε επαρκής ποσότητα ούτως ώστε να προβεί το εργαστήριο σε διπλή ανάλυση. Όμως, οι αναλύσεις που είχαν γίνει, για σκοπούς επιβεβαίωσης, είχαν καταδείξει ότι η ποσότητα αλκοόλης στο οφθαλμικό υγρό ήταν της τάξεως της ποσότητας της αλκοόλης που είχε ανευρεθεί στο αίμα της αποβιώσασας. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 16, την Έκθεση που αφορούσε την ανάλυση του οφθαλμικού υγρού. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είχε στην κατοχή της το έντυπο δειγματοληψίας που της είχε παραδοθεί από την Αστυνομία μαζί με τα Τεκμήρια. Στο συγκεκριμένο έντυπο καταγράφεται η ώρα παραλαβής και η ημερομηνία, ήτοι 25/02/2008 και ώρα 13:
  7. Εξήγησε ότι τα συγκεκριμένα δείγματα παραμένουν σταθερά για πολλές ώρες, λόγω του ότι εντός των ειδικών φιαλιδίων υπάρχουν συντηρητικά. Γι' αυτό και χρησιμοποιείται και ο θέρμος, ο οποίος τα διατηρεί σε χαμηλή θερμοκρασία για αρκετές ώρες έτσι ώστε να μπορούν να μεταφερθούν. Ερωτηθείσα εξήγησε ότι σε ένα άτομο κατά το χρόνο κατανάλωσης της αλκοόλης θα καταδείξει, η οποιαδήποτε μέτρηση, μια αύξηση. Όμως, μετά παρέλευσης μιας ώρας η αλκοόλη στον οργανισμό μειώνεται. Όσον αφορά νεκρό άτομο, ήταν ο ισχυρισμός της, η ποσότητα αλκοόλης είναι σταθερή και δεν μειώνεται. Εξήγησε ότι αν κάποιος είναι νηστικός και καταναλώσει αλκοόλ, τότε το αλκοόλ θα απορροφηθεί πιο γρήγορα στον οργανισμό του. Αν έχει λάβει κάποιες λιπαρές τροφές, τότε η αλκοόλη δεν θα απορροφηθεί τόσο γρήγορα. Όμως, επέμενε εμφαντικά στη θέση ότι το κάθε άτομο αντιδρά διαφορετικά, αφού κάποια άτομα με προβλήματα υγείας μεταβολίζουν την αλκοόλη διαφορετικά και μπορεί να αλλοιωθεί το αποτέλεσμα. Όταν της υποβλήθηκε ότι η αποβιώσασα είχε καταναλώσει μόνο δύο ποτά, υποστήριξε ότι μια γυναίκα βάρους πενήντα
(50)με πενήντα πέντε
(55)κιλά με την κατανάλωση δύο ποτών απλά θα υπερέβαινε κατά πολύ λίγο το όριο, κάτι που δεν ίσχυε στην περίπτωση της αποβιώσασας. Κατέληξε, ότι δεν μπορούσε κάποιος να υπολογίσει πόσα ποτά είχε καταναλώσει η αποβιώσασα. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Λοχ. 4330 κ. Παλατέ, Μ.Ε.9, ο οποίος εδρεύει στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας, στο Τμήμα Τροχαίας, στο οποίο υπηρετεί για δεκαπέντε
(15)χρόνια. Αναγνώρισε, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, την Συνοπτική Έκθεση που είχε ετοιμάσει σε σχέση με το δυστύχημα, και αυτή σημειώθηκε ως Τεκμήριο 17, και την κατάθεσή του, και αυτή σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  1. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε εξετάσει το συγκεκριμένο δυστύχημα και είχε στην κατοχή του τον σχετικό φάκελο. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 19, τη βεβαίωση θανάτου της αποβιώσασας και, ως Τεκμήριο 20, το παραπεμπτικό του Ενάγοντα στο Νοσοκομείο. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε φωτογραφήσει την σκηνή του δυστυχήματος και είχε ετοιμάσει το σχετικό τεκμήριο με το ευρετήριο. Είχε επίσης βοηθήσει στη λήψη των μετρήσεων κατά την εξέταση του δυστυχήματος. Επιπρόσθετα, είχε παραλάβει την κατάθεση της κυρίας Κοζέλσκι, στα αγγλικά, την οποία είχε στην κατοχή του και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ο ίδιος είχε ενημερωθεί από τον Αστ. 3024 κ. Καβαλλιέρο, για το δυστύχημα και όταν είχε φθάσει στη σκηνή ο Αστ. 3024 του είχε υποδείξει τις δύο κοπέλες, οι οποίες είχαν δει πώς είχε γίνει το δυστύχημα. Οι δύο κοπέλες ήταν η Κάθριν Κοζέλσκι και η Ναταλία Καρόλε. Τις είχε προσεγγίσει ο ίδιος και εκείνες του είχαν εξιστορήσει πώς είχε γίνει το εν λόγω δυστύχημα. Του είχαν επίσης αναφέρει ότι ήταν πρόθυμες να προβούν σε γραπτές καταθέσεις, πράγμα τα οποίο η Ναταλία Καρόλε έπραξε την ίδια μέρα, ενώ η Καθρίν Κοζέλσκι το έκανε σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Καθρίν Κοζέλσκι είχε αναφέρει ότι η ίδια οδηγούσε το όχημά της στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού από τον κόμβο του λιμανιού προς την Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, εξήντα
(60)μέτρα πριν τη διασταύρωση, την είχε προσπεράσει αυτοκίνητο χρώματος ασημί από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με μεγάλη ταχύτητα, εκατόν
(100)χιλιόμετρα και στη συνέχεια, ενώ η ίδια βρισκόταν περί τα τριάντα
(30)μέτρα πριν τη διασταύρωση και με το φανάρι να είναι κόκκινο, το ασημί όχημα εισήλθε στη διασταύρωση και συγκρούστηκε με το άλλο όχημα. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Μετά που άναψε το πράσινο φως η ίδια εισήλθε στη διασταύρωση και σταμάτησε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, όπου είδε στο όχημα ΚΑΧ253 μια κοπέλα και ένα αγόρι. Στο ασημί όχημα, το οποίο είχε καταλήξει στη δεξιά πλευρά της Λεωφόρου μετά την σύγκρουση, η ίδια είχε δει μια κοπέλα εκτός του αυτοκινήτου στην αριστερή του πλευρά βαριά τραυματισμένη. Όσον αφορά την ορατότητα, ήταν η θέση του ότι δεν είχαν προβεί σε οποιεσδήποτε μετρήσεις και όσες μετρήσεις είχαν ληφθεί, αυτές αποτυπώθηκαν στο σχεδιαγράφημα που συνιστά το Τεκμήριο
  1. Επίσης ισχυρίστηκε ότι τα φώτα τροχαίας είχαν ελεγχθεί και λειτουργούσαν κανονικά. Υποστήριξε ότι ο λόγος που δεν είχε μετρήσει την ορατότητα ήταν γιατί ο δρόμος ήταν ευθύς, υπήρχε φωτισμός, ενώ παράλληλα υπήρχε και ανεξάρτητη μαρτυρία, η μια αυτόπτης μάρτυρας είχε επιβεβαιώσει αυτά που είχε αναφέρει η άλλη, γι' αυτό και δεν το είχε θεωρήσει απαραίτητο. Παραδέχθηκε ότι η θέση του, όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στη σελίδα 5 της Συνοπτικής του Έκθεσης, Τεκμήριο 17, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και ότι όταν είχε φθάσει στο μέρος του ατυχήματος οι οδηγοί των οχημάτων απουσίαζαν λόγω του ότι είχαν μεταφερθεί στο Νοσοκομείο, όπως καταγράφει και η κατάθεσή του, Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τα ενεχόμενα οχήματα είχαν σημειωθεί στο σχετικό σχεδιάγραμμα όμως ο ίδιος δεν είχε δώσει σημασία έτσι ώστε να τοποθετήσει στο σχεδιαγράφημα πού είχε σταθμεύσει, μετά την σύγκρουση, το όχημά της η αυτόπτης μάρτυρας γιατί δεν ήταν σημαντικό. Επέμενε στη θέση του ότι οι δύο αυτές κοπέλες, οι αυτόπτες μάρτυρες, ήταν στη σκηνή του δυστυχήματος όταν επεσυνέβηκε. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι από το σημείο «Χ» μέχρι την τελική θέση του σπορ αυτοκινήτου της αποβιώσασας υπήρχε μια απόσταση εβδομήντα
(70)μέτρα σε ευθεία. Ήταν η θέση του ότι υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός, γι' αυτό και είχαν ληφθεί φωτογραφίες κατά τη διάρκεια της νύχτας και επέμενε ότι η ορατότητα είναι αρκετά μεγάλη με το μάτι. Όταν ο ίδιος είχε φθάσει στη σκηνή η οροφή του σπορ αυτοκινήτου ήταν κλειστή και δεν υπήρχε οποιαδήποτε τρύπα. Αρχικά δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο τα παράθυρα ή οι πόρτες του αυτοκινήτου KJL795 ήταν ανοιχτά. Όμως, επέμενε στη θέση του ότι τα παράθυρα του συγκεκριμένου αυτοκινήτου ήταν ανοικτά, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία 17, του Τεκμηρίου 2. Με αναφορά στη φωτογραφία 30, του Τεκμηρίου 2, υποστήριξε την άποψή του ότι το παράθυρο του συνοδηγού ήταν ανοικτό. Σε ερώτηση που του τέθηκε σε σχέση με τις κάμερες που υπήρχαν στην Κεντρική Τράπεζα, υποστήριξε ότι οι κάμερες είχαν ελεγχθεί πολλές φορές, πλην όμως η εμβέλειά τους έφθανε μέχρι το πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και Πατρών και δεν λάμβανε εικόνα από τον ίδιο τον δρόμο. Όσον αφορά το υποστατικό «Καλαφάτη», το οποίο απείχε διακόσια
(200)με διακόσια πενήντα
(250)μέτρα από τον τόπο του δυστυχήματος, ούτε και οι κάμερες εκείνου του υποστατικού μπορούσαν να βοηθήσουν. Επέμενε στη θέση του ότι όταν ο ίδιος είχε φθάσει στη σκηνή του δυστυχήματος οι δύο αλλοδαπές κοπέλες βρίσκονταν εκεί, πριν το κατάστημα του «Επιφανείου», στη διασταύρωση και του τις είχε υποδείξει ο Αστ. 3024, Καβαλιέρος. Ήταν περαιτέρω η θέση του, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι στη θέση του οδηγού του σπορ αυτοκινήτου δεν είχε βρεθεί πουθενά ίχνος αίματος, ούτε και εκεί που είχε βρεθεί η αποβιώσασα είχε βρεθεί οποιαδήποτε ένδειξη αίματος. Μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Πέτρο Γεωργίου, Μ.Ε.10, ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών ως τεχνικός από το
  1. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, στις 23/02/2008 ιδιοκτήτης του οχήματος ΚJL795 ήταν η Σοφία Παναγή. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 25, τον τίτλο του οχήματος, το οποίο όχημα ήταν μάρκας BMW, μοντέλο Ζ4, κατασκευής του
  2. Είχε εγγραφεί στις 06/08/2004 ως καινούργιο. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία δόθηκε από την κα Καθρίν Κοζέλκσι, Μ.Ε.11, η οποία το συγκεκριμένο βράδυ οδηγούσε το αυτοκίνητό της επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και είχε δώσει κατάθεση για το τί είχε δει και τί είχε βιώσει το βράδυ του δυστυχήματος. Ήταν η θέση της ότι διαμένει στην Κύπρο και εργάζεται ως Οικονομική Διευθύντρια εδώ και πολλά χρόνια. Σε σχέση με το τί είχε δει και το τί είχε ακούσει εκείνο το βράδυ το είχε αναφέρει στην κατάθεσή της, την οποία αναγνώρισε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  3. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, στις 23/02/2008 ενώ οδηγούσε από τον κυκλικό κόμβο λιμανιού προς την Λεμεσό, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εξήντα
(60)μέτρα πριν από μια διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας, ένα σπορ ασημί αυτοκίνητο την είχε προσπεράσει από τα δεξιά με μεγάλη ταχύτητα γύρω στα εκατόν
(100)χιλιόμετρα. Ενώ το σπορ αυτοκίνητο οδηγείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και είχε αναμμένα τα φώτα του, πέρασε τη διασταύρωση με καθαρό κόκκινο φως και κτύπησε το αυτοκίνητο που ερχόταν από αριστερά με κανονική ταχύτητα. Το δεύτερο αυτοκίνητο είχε ακινητοποιηθεί, ενώ το ασημί σπορ αυτοκίνητο είχε κατευθυνθεί στην αντίθετη μεριά του δρόμου, ήτοι τη δεξιά πλευρά. Μετά τη σύγκρουση η ίδια περίμενε να αλλάξει το φως σε πράσινο, πέρασε τη διασταύρωση όπου και είδε στο μπλε αυτοκίνητο ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Είχε επίσης δει το σώμα της οδηγού του σπορ αυτοκινήτου έξω από το αυτοκίνητο. Η ίδια παρέμεινε στη σκηνή μέχρι που έφθασε το περιπολικό και τους ανέφερε τί είχε δει και τους είχε δώσει και το τηλέφωνό της. Απ' ότι είχε δει, τα φώτα του αυτοκινήτου που διασταύρωνε ήταν αναμμένα πριν την σύγκρουση. Σε σχέση με το σώμα της οδηγού, η ίδια δεν το είχε δει να βγαίνει από το αυτοκίνητο, αλλά το είχε δει μέσα στο δρόμο στην αριστερή πλευρά του σπορ αυτοκινήτου. Στο αυτοκίνητο ήταν και η φίλη της, η Ναταλί Καρόλε, η οποία διαμένει πλέον μόνιμα στην Αμερική. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι διαμένει στη Λεμεσό από το 2006. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι είχε αλλάξει διεύθυνση διαμονής και ότι για να παρευρεθεί στο Δικαστήριο είχε παραλάβει κλήση μάρτυρα. Υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί σε ποιον είχε δώσει κατάθεση, αλλά μπορούσε να θυμηθεί ότι κατά τον χρόνο που έδιδε κατάθεση ήταν παρών ένας αστυνομικός, ο οποίος κατέγραφε τα όσα του έλεγε στα αγγλικά. Μετά την καταγραφή των λεχθέντων της, της είχε δώσει την κατάθεση να τη διαβάσει. Επέμενε στη θέση της ότι μόνη της είχε περιγράψει το δυστύχημα, χωρίς τη βοήθεια οποιουδήποτε. Ανέφερε ότι το συγκεκριμένο βράδυ είχε έρθει με άλλους τρεις φίλους της για να μεταβούν σε συγκεκριμένο εστιατόριο στο λιμάνι της Λάρνακας, το οποίο ακολούθως μετατρεπόταν σε μπαρ όπου χόρευαν ανατολίτικους χορούς. Είχαν αναχωρήσει από τον συγκεκριμένο χώρο γύρω στις μία, όμως είχε χάσει, φεύγοντας, το δρόμο από το λιμάνι και χρειάστηκαν δεκαπέντε
(15)με είκοσι
(20)λεπτά για να ξαναβρεθούν στον κυκλικό κόμβο του λιμανιού ακολουθώντας τις πινακίδες. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι απ' ότι μπορούσε να θυμηθεί είχε δώσει κατάθεση την ίδια βραδιά προφορικά και είχε εξηγήσει τί είχε συμβεί. Ο αστυνομικός τους είχε ζητήσει, τόσο της ίδιας αλλά και της φίλης της, να επιστρέψουν στο σπίτι τους και να ηρεμήσουν και ακολούθως να μεταβούν για γραπτή κατάθεση, πράγμα το οποίο η ίδια έπραξε στις 13/03/2008. Δεν είχε δώσει γραπτή κατάθεση στον ίδιο αστυνομικό στον οποίο είχε εξιστορήσει προφορικά τί είχε συμβεί το συγκεκριμένο βράδυ. Ανέφερε ότι στο μπλε αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν δεξιά του δρόμου, είχε δει δύο παιδιά. Το συγκεκριμένο μπλε αυτοκίνητο, όταν η ίδια ήταν σταματημένη στα φώτα, ήταν σε απόσταση πέντε
(5)μέτρα στα δεξιά της, αλλά δεν μπορούσε να δει πολύ καλά γιατί είχε συγκρουστεί άσχημα στη μπροστινή του πλευρά. Είχε δει, επίσης, το σπορ αυτοκίνητο να πετά σε όλη τη διαδρομή, η οποία εμπειρία ήταν σοκαριστική. Υποστήριξε ότι όλα είχαν γίνει πολύ γρήγορα και ενώ το δικό της φως ήταν κόκκινο. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε καταναλώσει αλκοόλ, υποστήριξε ότι δεν πίνει αλκοόλ και ότι είχαν έρθει στη Λάρνακα με τους φίλους της μόνο για φαγητό, χορό και τραγούδι. Στη σκηνή είχε προσεγγιστεί από έναν αστυνομικό, ο οποίος στη συνέχεια της είχε αναφέρει να επισκεφθεί τον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, πράγμα το οποίο έπραξε η ίδια τρεις με τέσσερις μέρες αργότερα. Όταν της υποβλήθηκε ότι ήταν συγχυσμένη και ότι γι' αυτό είχε χάσει και την πορεία της προς την Λεμεσό, υποστήριξε ότι δεν ήταν συγχυσμένη και ότι απλά είχε χαθεί. Η ίδια οδηγούσε με ταχύτητα 50 χ.α.ω., γι' αυτό και μπορούσε να υπολογίσει ότι το σπορ όχημα, το οποίο την είχε προσπεράσει, είχε την διπλάσια ταχύτητα από το δικό της. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι δεν το είχε δει, από πίσω της, το σπορ αυτοκίνητο γιατί οδηγείτο πολύ γρήγορα, είχε δει μόνο τα φώτα του όταν την είχε προσπεράσει. Ανέφερε ότι η φίλη της είχε προσεγγίσει το σπορ αυτοκίνητο και είχε δει το πτώμα δίπλα από το αυτοκίνητο, στα είκοσι
(20)μέτρα. Η ίδια απλά είχε δει το σώμα, αλλά δεν είχε προσεγγίσει το σπορ αυτοκίνητο. Στο σπορ αυτοκίνητο ήταν ο ισχυρισμός της ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο άτομο. Επέμενε στη θέση της ότι το συγκεκριμένο βράδυ η ίδια είχε βιώσει μια σοκαριστική εμπειρία και είχε δει ένα φοβερό συμβάν αφού είχε δει ένα πτώμα σε απόσταση είκοσι
(20)μέτρων. Υποστήριξε ότι ευθυνόταν, για το συγκεκριμένο δυστύχημα, η οδηγός που είχε αποβιώσει γιατί οδηγούσε πολύ γρήγορα, είχε περάσει την διασταύρωση με κόκκινο φως και είχε χτυπήσει το μπλε αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν μέσα στην διασταύρωση. Ανέφερε, σε ερώτηση που της είχε τεθεί, ότι και οι δυο οδηγοί της ήταν άγνωστοι. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Χαράλαμπος Μούζουρου, ο Ενάγοντας, Μ.Ε.12, ο οποίος είναι λογιστής στο επάγγελμα και διατηρεί δικό του γραφείο τον τελευταίο ενάμισι χρόνο. Όταν είχε γίνει το δυστύχημα ο ίδιος ήταν οικονομικός διευθυντής στην εταιρεία «Malloupas & Papacostas». Για το συγκεκριμένο δυστύχημα είχε δώσει κατάθεση, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 26. Στην κατάθεσή του είχε καταγράψει ότι το συγκεκριμένο βράδυ βρισκόταν με την σύζυγό του σε νυχτερινό κέντρο για διασκέδαση και γύρω στις 01:15 π.μ. είχαν ξεκινήσει για το σπίτι τους, στην Ξυλοφάγου. Κατευθυνόταν, με το όχημά του με αρ. εγγραφής ΚΑΧ253, από την οδό Πατρών προς την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, με αναμμένα τα φώτα στην κανονική τους θέση, με σκοπό να την διασταυρώσει για να πάει απέναντι στην Λεωφόρο Αλέξανδρου Παναγούλη. Πλησιάζοντας στα φώτα τροχαίας ελάττωσε ταχύτητα και λόγω του ότι το φως ήταν πράσινο έλεγξε δεξιά και όταν είδε ότι από δεξιά τα αυτοκίνητα ήταν μακριά μπήκε στην διασταύρωση. Όταν έφθασε στο κέντρο της διασταύρωσης είχε ακούσει ένα δυνατό χτύπημα στη δεξιά μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου του και στη συνέχεια δεν είχε αντιληφθεί τί γινόταν. Μετά από πέντε
(5)λεπτά είχε δει την γυναίκα του βαριά τραυματισμένη και είχε βγει έξω από το αυτοκίνητο όπου είδε την Αστυνομία και το ασθενοφόρο. Η σύζυγός του είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο, ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης. Εκεί στο χώρο του δυστυχήματος του είχε γίνει αλκοτέστ με ένδειξη 20 mg. Λόγω του ότι είχε αρχίσει να ζαλίζεται είχε μεταφερθεί και ο ίδιος στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Ήταν η θέση του, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι στη συγκεκριμένη διασταύρωση ορατότητα προς τα δεξιά υπάρχει μόνο την ώρα που μπαίνεις στη διασταύρωση, λόγω της ύπαρξης των κτιρίων. Με αναφορά στο Τεκμήριο 3, υπέδειξε ότι σε σχέση με την πορεία «Β» η ορατότητα προς τα δεξιά είναι στο τέλος της διασταύρωσης γιατί υπάρχει και νησίδα με δέντρα και θα πρέπει να είσαι μπροστά από τα δέντρα για να μπορέσεις να δεις δεξιά. Σημείωσε επί του σχεδίου, με πράσινο χρώμα και το γράμμα Χ, από πού άρχιζε η ορατότητα προς τα δεξιά. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, μετά το δυστύχημα η γυναίκα του είχε τραυματιστεί βαριά και όταν την είδε είχε κατεβεί και ο ίδιος από το αυτοκίνητο. Ο ίδιος ζαλιζόταν και είχε μώλωπες και πόνους σε όλο του το κορμί καθώς και στο δεξί γόνατο και στον δεξί ώμο, σε σημείο που δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Η γυναίκα του είχε μεταφερθεί πρώτη στο Νοσοκομείο Λάρνακας και ακολούθως είχε μεταφερθεί και ο ίδιος. Η γυναίκα του είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και είχε στην συνέχεια μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για να τοποθετηθεί σε αναπνευστήρα. Ο ίδιος είχε νοσηλευθεί για δύο μέρες και ακολούθως είχε υπογράψει σχετικό έγγραφο για να βγει από το Νοσοκομείο έτσι ώστε να πάει στη γυναίκα του που ήταν στην εντατική διασωληνωμένη. Του είχε παραχωρηθεί φαρμακευτική αγωγή για ένα μήνα, όμως οι πονοκεφάλοι και οι ζαλάδες είχαν συνεχιστεί για αρκετό καιρό. Στην εργασία του είχε επιστρέψει σαράντα μέρες μετά το δυστύχημα, όμως συνέχιζε να έχει πονοκεφάλους και πόνο για ακόμα δύο-τρεις μήνες και μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει δυσκολία κίνησης του δεξιού χεριού και δυσμορφία της δεξιάς πλευράς λόγω της ξεκόλλησης της κλείδας. Επίσης έχει ενοχλήσεις στο δεξί του ώμο και το δεξί του χέρι. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι τα όσα είχε βιώσει το συγκεκριμένο βράδυ ήταν ξεκάθαρα στο μυαλό του και συμφωνούσε απόλυτα με το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Παραδέχθηκε ότι είχε καταναλώσει δύο ουίσκι το συγκεκριμένο βράδυ. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι μπαίνοντας τη διασταύρωση είχε ελαττώσει ταχύτητα για να μπορεί να την ελέγξει. Τα φώτα στα δεξιά του τα είχε δει ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση γι' αυτό και στην κατάθεσή του είχε καταγράψει ότι υπήρχαν κάποια αυτοκίνητα. Υποστήριξε ότι η σύγκρουση είχε γίνει σε κλάσματα δευτερολέπτου όταν μπήκε μέσα στη διασταύρωση. Όταν ο ίδιος είχε μπει στη διασταύρωση τα συγκεκριμένα φώτα φαίνονταν μακριά και σίγουρα φαίνονταν να είναι πέραν των δέκα
(10)μέτρων, εξ ου και το είχε καταγράψει στην κατάθεσή του, όμως δεν μπορούσε να διακρίνει αν ένα αυτοκίνητο προσπερνούσε το άλλο. Το φανάρι στη δική του πορεία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν πράσινο από τη στιγμή που μπήκε στη διασταύρωση μέχρι που είχε δει τα φώτα στη δεξιά του πλευρά τα οποία τελικά συγκρούστηκαν μαζί του, σε κλάσματα δευτερολέπτου. Δεν μπορούσε να καθορίσει την απόσταση στην οποία είχε δει τα φώτα. Ερωτηθείς για την ταχύτητα του αυτοκινήτου που ερχόταν από δεξιά, ήταν η θέση του ότι δεν είχε σχηματίσει κάποια άποψη. Επέμενε στην αρχική του θέση ότι για να μπορείς να ελέγξεις την κίνηση δεξιά της διασταύρωσης θα πρέπει να μπεις στη διασταύρωση και ο ίδιος είχε διανύσει γύρω στα πέντε με έξι μέτρα μέχρι την σύγκρουση. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι η σύγκρουση ήταν βίαια, εξ ου και είχε τραυματιστεί ο ίδιος και περισσότερο η γυναίκα του, η οποία είχε πάθει σπασμούς. Είχε μεσολαβήσει κάποιος χρόνος μέχρι να αντιληφθεί τί γινόταν λόγω του ότι είχε χτυπήσει και ο ίδιος στο κεφάλι. Παραδέχθηκε ότι πριν μεταφερθεί στο Νοσοκομείο του είχε γίνει αλκοτέστ. Υποστήριξε ότι όταν ο ίδιος είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο υπήρχαν αστυνομικοί στη σκηνή με τους οποίους ο ίδιος είχε μιλήσει. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για τον Ενάγοντα, για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Λούκα Πιττακό, Μ.Υ.1, σύζυγο της αποβιώσασας Σόφης Παναγή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, είχε νυμφευθεί την αποβιώσασα το 1985 και είχαν αποκτήσει δύο υιούς, τον ένα το 1986 και τον άλλο το 1991 και κατά τον χρόνο του θανάτου της ο μεγαλύτερος υιός ήταν 21 ετών και ο μικρότερος
  1. Ο μεγαλύτερος τότε είχε αρχίσει σπουδές στην Αγγλία, ενώ ο μικρότερος ήταν μαθητής σε δημόσιο σχολείο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, το 2008 διατηρούσε επιχείρηση «Pet Shop» με την γυναίκα του, το οποίο ονομαζόταν «Love Birds». Στη συγκεκριμένη εταιρεία εργάζονταν και οι δύο με εισόδημα περίπου Λ.Κ.9.000- ο καθένας. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 27 (Α) και (Β), τις δηλώσεις μισθωτών που αφορούσαν τα έτη 2006 και
  2. Όσον αφορά τα έξοδα των παιδιών του, υποστήριξε ότι ο μεγάλος του υιός χρειαζόταν περί τις Λ.Κ.1.000- μηνιαίως και ο μικρότερος γύρω στις Λ.Κ.500- μηνιαίως. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση του ότι η γυναίκα του ήταν υπάλληλος της εταιρείας και ότι δήλωναν τα εισοδήματά τους στο Φόρο Εισοδήματος. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τα κέρδη της εταιρείας την συγκεκριμένη περίοδο γιατί τότε η εταιρεία επεκτείνετο και τα κέρδη επενδύονταν πίσω στην εταιρεία. Ερωτηθείς δεν μπορούσε να θυμηθεί τα κέρδη της εταιρείας για τα έτη 2007 μέχρι
  3. Επέμενε στη θέση του ότι ο λογιστής του δεν του είχε αναφέρει ποτέ το καθαρό κέρδος της επιχείρησης. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κ. Λουκαϊδης και ο κ. Φιλλίπου είχαν υποστηρίξει τις θέσεις τους δια ζώσης, θέσεις τις οποίες υποστηρίζουν με αναφορά σε νομολογία. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο κ. Φιλίππου είχε αγορεύσει μόνο επί του ύψους των αποζημιώσεων και όχι για το θέα της ευθύνης αφού η ασφαλιστική είχε αποδεχθεί ευθύνη κατά την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ η πλευρά του Ενάγοντα είχε καταχωρίσει εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο όλων των αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)». Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για τον Ενάγοντα, καθώς και τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Οι μάρτυρες Μ.Ε.1, κα Τσιάππα και η Μ.Ε.2, κα Λάρκου, Πρωτοκολλητές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, είχαν δώσει μαρτυρία η οποία προέκυπτε από την εκτέλεση των καθηκόντων τους και απλά αφορούσε την κατάθεση εγγράφων που περιέχονταν σε φακέλους του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ήτοι της Διαχ. Αρ. 104/08 και της Θανατικής Ανάκρισης 13/
  1. Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και η μαρτυρία του Λοχ. Μαυρή, Μ.Ε.3 και του Αστ.2388 κ. Καλλέσιη, Μ.Ε.4, δεν αμφισβητήθηκαν αφού δεν αντεξετάστηκαν. Ούτε και η μαρτυρία του Αστ.3024 κ. Καβαλιέρου, Μ.Ε.5, που ήταν ο πρώτος που είχε φθάσει στη σκηνή του δυστυχήματος λίγα δευτερόλεπτα μετά την σύγκρουση είχε αμφισβητηθεί στην ουσία της. Όμως, κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν συγχυσμένος αναφορικά με το ποια από τις δυο κοπέλες που είχαν δει το δυστύχημα οδηγούσε το αυτοκίνητο καθώς και αναφορικά με το ποιο από τα δυο άτομα βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου ΚΑΧ253 όταν το προσέγγισε. Κατά την αντεξέτασή του διόρθωσε τη θέση του και υποστήριξε τα όσα είχε καταγράψει στην κατάθεσή του, Τεκμήριο
  2. Εν πάση περιπτώσει, δεν ενέχει ουσιαστική σημασία το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας του. Ο Α/Αστ. 2828 Πέτρου, Μ.Ε.6, υποστήριξε τα ευρήματά του με σθένος και σαφήνεια. Με πολύ ακρίβεια είχε ετοιμάσει το σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 3, και το είχε επεξηγήσει με τεκμηριωμένες θέσεις, οι οποίες ανταποκρίνονταν στα δεδομένα του συγκεκριμένου δρόμου καθώς και στα στοιχεία που είχαν βρεθεί στο δρόμο όπως αυτά είχαν απεικονιστεί και στις φωτογραφίες Τεκμήριο
  3. Για κάθε εύρημά του υπήρχε αποδεικτικό στοιχείο στη σκηνή, το οποίο είχε φωτογραφηθεί. Με πολύ καθαρότητα σκέψης είχε εξηγήσει πως είχε οδηγηθεί στον καθορισμό του σημείου συγκρούσεως, ήτοι του «Χ». Δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση, παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν επισταμένη. Τα ευρήματα του στην σκηνή συνάδουν και με τη μαρτυρία της αυτόπτη μάρτυρος κας Κοζέλσκι, Μ.Ε.11, η οποία είχε αναφέρει ότι η αποβιώσασα την είχε προσπεράσει από δεξιά και είχε συγκρουστεί με το όχημα ΚΑΧ253 ενώ αυτό είχε μπει στην διασταύρωση σε κανονική ταχύτητα. Εν πάση περιπτώσει, δεν είχε λόγο ο συγκεκριμένος μάρτυρας, Μ.Ε.6, να πει ψέματα και άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι γνώριζε πολύ καλά το αντικείμενό του. Διαφωνώ με την εισήγηση του κ. Λουκαϊδη ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε αναφερθεί σε θέματα που δεν ενέπιπταν στις γνώσεις του. Αντίθετα, αποκαλύφθηκε ότι είχε παρακολουθήσει εξειδικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχέση με την εξέταση τροχαίων ατυχημάτων καθώς και σε σχέση με αναπαραστάσεις τέτοιων ατυχημάτων και γι' αυτό κάθε του συμπέρασμα υποστηριζόταν από στοιχεία που είχε βρεθεί στη σκηνή του δυστυχήματος αλλά συνάδουν και με την λογική. Η Δρ. Αντωνίου, Μ.Ε.7, καθώς και η κα Αυξεντίου, Μ.Ε.8, έδωσαν μαρτυρία ως εμπειρογνώμονες. Οι αρχές με βάση τις οποίες ένα Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι καλά γνωστές. Αναφορικά με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και γενικά τον τρόπο χειρισμού της μαρτυρίας τους, σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θεοσκάπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ.988, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, σελ.750-751, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 298, σελ.290, Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841 και Will's Principles of Circumstantial Evidence, 7η έκδοση, σελ.216. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα, ακόμη και αν αυτές παραμείνουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι επιστήμονες εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι που θα αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αφενός, βοηθούμενο όμως από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε στο σύνολό της, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως και οι συνήθεις μάρτυρες επί των γεγονότων. Στην Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, διευκρινίστηκε ότι οι εμπειρογνώμονες μπορούν να δώσουν μαρτυρία γνώμης, δηλαδή να εκφράσουν τη γνώμη τους πάνω σε υποθετικές καταστάσεις πραγμάτων ή καταστάσεις πραγμάτων που εκλαμβάνονται σαν δεδομένες. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (βλ. R v. Lanfear
(1968)1 All E.R. 683, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Και οι δυο μάρτυρες άφησαν το Δικαστήριο με πολύ καλές εντυπώσεις. Ειλικρινείς και αμερόληπτες και οι δυο έκαναν αναφορά στα συμπεράσματά τους τα οποία είχαν προκύψει από τις εξετάσεις τις οποίες είχαν διενεργήσει. Η Δρ. Αντωνίου, Μ.Ε.7, είχε διαπιστώσει τα αίτια θανάτου της αποβιώσασας και είχε λάβει τα δείγματα τα οποία είχαν σταλεί για εξέταση στο Κρατικό Χημείο. Η μαρτυρία της ότι τα δείγματα είχαν ληφθεί και συσκευαστεί δεόντως ενισχύθηκε και από την μαρτυρία της κας Αυξεντίου, Μ.Ε.8. Το ίδιο και η θέση της για την ποσότητα του οφθαλμικού υγρού, δηλαδή ότι ήταν λίγη αλλά ότι μπορούσαν να διεξαχθούν οι απαιτούμενες εξετάσεις. Παρά την αντεξέταση και των δυο αυτών μαρτύρων, η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε αλλά αντίθετα τα αποτελέσματα των εξετάσεων που διενήργησαν παρέμειναν αναλλοίωτα. Όσον αφορά την θέση της Δρ. Αντωνίου, Μ.Ε.7, ότι θα ανέμενε περισσότερες εξωτερικές κακώσεις αν η αποβιώσασα πεταγόταν έξω από το αυτοκίνητο, θεωρώ ότι συνιστά μια δική της άποψη, η οποία παραγνωρίζει τις υπόλοιπες συνθήκες και τα δεδομένα του δυστυχήματος και δεν μπορώ να αποδεχθώ το συγκεκριμένο κομμάτι της μαρτυρίας της. Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση δεν της είχαν τεθεί οι περιβάλλουσες συνθήκες του ατυχήματος, όπως π.χ. ότι το αυτοκίνητο είχε συγκρουστεί με το μπροστινό του μέρος επί του άλλου οχήματος, ότι είχε διανύσει κάποια απόσταση στους δυο τροχούς και είχε τριφτεί η οροφή του στο οδόστρωμα. Επίσης παραγνωρίζει το γεγονός ότι η αποβιώσασα δεν φορούσε ζώνη. Όσον αφορά την μαρτυρία του Λοχ. 4330 Παλατέ, Μ.Ε.9, ήταν επίσης πολύ κατατοπιστική, αν εξαιρεθεί το γεγονός ότι αρχικά είχε καταγράψει στην Συνοπτική Έκθεση που είχε ετοιμάσει, Τεκμήριο 17, ότι όταν είχε φθάσει στο χώρο του δυστυχήματος οι δυο οδηγοί ήταν παρόντες, ενώ ακολούθως στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 18, είχε καταγράψει ότι αυτοί είχαν διακομισθεί στο Νοσοκομείο. Η συγκεκριμένη αντίφαση δεν είναι τόσο σημαντική που να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ακριβής. Έχει νομολογηθεί ότι μόνο ουσιώδεις αντιφάσεις μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Οι μικροαντιφάσεις, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ. Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστη v. P.T.A. Foodlab & Nutricional Services
(2006)1 Α.Α.Δ. 827 και Νεκτάριος Περικλέους v. Νίκου Γεωργίου κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 80 και Brigitta Helmond v. Ευανθίας Μιχαηλίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2125). Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ανάφερε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Μ.Ε.9, συνάδουν πλήρως με την κατάθεσή του, Τεκμήριο 18, και την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήρια 2 και
  1. Η μαρτυρία του είχε ενισχυθεί και από την μαρτυρία της Μ.Ε.11, κας Κοζέλσκι. Δηλαδή ότι του είχε πει προφορικά την εκδοχή της και ακολούθως είχε προβεί σε γραπτή κατάθεση σε άλλον αστυφύλακα στην Λεμεσό. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου 1, στην τελική του αγόρευση, ότι η διερεύνηση του δυστυχήματος ήταν ελλιπής. Αντίθετα, η συλλογική προσπάθεια του Μ.Ε.6, Α/Αστ. 2828 κ. Πέτρου και του Μ.Ε.9, Λοχ. 4340 Παλατέ είχαν οδηγήσει στην περισυλλογή όλων των απαραίτητων στοιχείων για την πλήρη διερεύνηση του δυστυχήματος και είχε γίνει ενδελεχής έρευνα. Ερχόμενη στην μαρτυρία της αυτόπτη μάρτυρος, Μ.Ε.11, κας Κοζέλσκι, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση στα όσα είχε αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου με τα όσα είχε αναφέρει αμέσως μετά που είχε βιώσει το δυστύχημα προφορικά στον Αστ. 4340 κ. Παλατέ, Μ.Ε.
  2. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του Εναγόμενου 1 ότι η μαρτυρία της θα πρέπει να αγνοηθεί γιατί ήταν αντιφατική. Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω. Η συγκεκριμένη μάρτυρας ήταν ξεκάθαρη, αντεξεταζόμενη, ότι τα φώτα στην πορεία της είχαν αλλάξει σε πορτοκαλί ενώ βρισκόταν στα σαράντα
(40)μέτρα και σε κόκκινο όταν βρισκόταν στα τριάντα
(30)μέτρα από τα φώτα, δηλαδή όταν την προσπερνούσε το αυτοκίνητο της αποβιώσασας. Οπόταν, το μόνο λογικό συμπέρασμα ήταν ότι η αποβιώσασα είχε περάσει με κόκκινο φώς. Το συγκεκριμένο συμπέρασμα υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης, το «Χ», βρισκόταν εικοσιπέντε
(25)μέτρα από το αλτ της πορείας της μέσα στη διασταύρωση. Οι ισχυρισμοί της συνάδουν πλήρως με την πραγματική μαρτυρία στην σκηνή του δυστυχήματος όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στα Τεκμήρια 2 και
  1. Επίσης ήταν πολύ θετική στο γεγονός ότι μόνο ένα άτομο βρισκόταν στο ασημί αυτοκίνητο, της αποβιώσασας, και το οποίο άτομο είχε δει τόσο η φίλη της καθώς και η ίδια έξω από το αυτοκίνητο το ασημί. Κάποιες μικρό-αντιφάσεις υπήρχαν, οι οποίες δικαιολογούνται από την έντονη και επισταμένη αντεξέταση της συγκεκριμένης μάρτυρος, αλλά και από το γεγονός ότι υπήρχε μετάφραση στη διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν είχε κανένα λόγο ή συμφέρον να πει ψέματα, η συγκεκριμένη μάρτυρας, αφού της ήταν παντελώς άγνωστοι και οι δυο εμπλεκόμενοι στο δυστύχημα. Τα όσα είχε αναφέρει συνάδουν με τη λογική, αλλά και με τις μετρήσεις στις οποίες είχαν προβεί οι Α/Αστ. 2828 κ. Πέτρου, Μ.Ε.6 και ο Λοχ. 4340, κ. Παλατές, Μ.Ε.
  2. Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.12, επίσης άφησε το Δικαστήριο με τις καλύτερες εντυπώσεις. Ήταν ειλικρινής και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε δει φώτα στα δεξιά του όταν είχε μπει στη διασταύρωση, αλλά είχε θεωρήσει ότι τα φώτα ήταν σε κάποια απόσταση από αυτόν και με δεδομένο ότι δεν γνώριζε την ταχύτητα με την οποία κινούνταν τα συγκεκριμένα φώτα καθώς επίσης και ενόψει του γεγονότος ότι το δικό του φανάρι ήταν πράσινο συνέχισε την πορεία του και σε κλάσματα δευτερολέπτων είχε γίνει η σύγκρουση. Η θέση του αυτή υποστηρίζεται από το εύρημα του Μ.Ε.6, Α/Αστ. 2828 κ. Πέτρου, ότι το όχημά του βρισκόταν 15.30 μέτρα στην πορεία του όταν χτυπήθηκε αλλά και με την θέση της κας Κοζέλσκι, Μ.Ε.11, ότι η ίδια δεν είχε δει από πίσω της τα φώτα της αποβιώσασας γιατί κινείτο πολύ γρήγορα. Η δική του η μαρτυρία είναι σε αρμονία με τα όσα είχαν καταγραφεί και λεχθεί από την Μ.Ε.11, την αυτόπτη μάρτυρα, αλλά και με τα πραγματικά δεδομένα και στοιχεία όπως είχαν ανευρεθεί στη σκηνή του δυστυχήματος. Τα ίδια γεγονότα τα είχε καταγράψει ο Ενάγοντας στην κατάθεσή του χωρίς να γνωρίζει ότι η αυτόπτης μάρτυρας είχε δώσει μια σχεδόν πανομοιότυπη περιγραφή του δυστυχήματος. Αυτό δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι η μαρτυρία του ήταν ειλικρινής και αληθινή, χωρίς ίχνος υπερβολής. Οπόταν και αποδεκτή στην ολότητά της από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 δεν έπεισε το Δικαστήριο αναφορικά με τις απολαβές της αποβιώσασας, αφού κατατέθηκε η φόρμα μισθωτού του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων που αφορούσε το 2006 και το 2007 όπως είχε υποβληθεί χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία κατά πόσο το συγκεκριμένο εισόδημα είχε γίνει αποδεκτό. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι το 2008 η αποβιώσασα εργαζόταν. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω ότι τα γεγονότα σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας τις πρωινές ώρες της 23/02/2008, ήτοι περί η ώρα 01:20 με 01:30, οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής ΚΑΧ253, μάρκας BMW, επί της οδού Πατρών με πρόθεση να περάσει απέναντι στην Λεωφόρο Αλέξανδρου Παναγούλη, ως η πορεία «Β» στο σχεδιαγράφημα Τεκμήριο
  3. Η συγκεκριμένη διασταύρωση ελέγχεται από φώτα τροχαίας και στις τέσσερεις κατευθύνσεις, τα οποία το συγκεκριμένο βράδυ λειτουργούσαν κανονικά, ενώ στη συγκεκριμένη Λεωφόρο ο οδικός φωτισμός είναι πάρα πολύ καλός και η ορατότητα επί της Λεωφόρου περί τα (διακόσια) 200 μέτρα, αφού ο δρόμος είναι ευθύς. Λόγω του ότι το φως της πορείας του Ενάγοντα ήταν πράσινο είχε ξεκινήσει την είσοδό του στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού από την οδό Πατρών όταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KJL795, μάρκας BMW, σπορ, το οποίο οδηγείτο από την Σοφία Παναγή, συγκρούστηκε μαζί του επί του μπροστινού δεξιού μέρους του αυτοκινήτου στο σημείο «Χ» και ενώ βρισκόταν 15.30 μέτρα εντός της πορείας του, ήτοι της διασταύρωσης. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή λόγω της ταχύτητας που διατηρούσε το σπορ αυτοκίνητο KJL795, το οποίο είχε παραβιάσει τον φωτεινό σηματοδότη της πορείας του που ήταν κόκκινος, η πορεία «Α» στο Τεκμήριο 3, διανύοντας 25 μέτρα στην πορεία του Ενάγοντα. Λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης επί του μπροστινού δεξιού μέρους του αυτοκινήτου του Ενάγοντα ο δεξιός τροχός του οχήματος του είχε αποκοπεί, ενώ το ίδιο το αυτοκίνητο είχε αρχικά χτυπήσει πάνω στη διαχωριστική λίνια, στο σημείο «Χ1», φωτογραφίες 8 και 9 στο Τεκμήριο 2, είχε πλαγιολισθήσει, είχε στη συνέχεια εισέλθει εντός της χωμάτινης νησίδας και είχε καταλήξει στο σημείο «Β4» στο Τεκμήριο 3, φωτογραφία 10 στο Τεκμήριο 2, διανύοντας 30 μέτρα σε ευθεία από το σημείο της σύγκρουσης, το «Χ». Το άλλο ενεχόμενο όχημα λόγω της ταχύτητας που διατηρούσε, η οποία είχε ανακοπεί από την παρουσία του οχήματος ΚΑΧ253 στην διασταύρωση, είχε επίσης χτυπήσει πάνω στη λίνια της διαχωριστικής νησίδας, στο «Χ3», είχε πέσει η μηχανή του στο οδόστρωμα αφήνοντας λάδια επί του δρόμου, είχε προσκρούσει στο πεζοδρόμιο, «Χ4», ακολούθως είχαν τριφτεί οι τροχοί του επί του πεζοδρομίου, σημείο «Α3», είχε ανατραπεί με την οροφή του να τρίβεται επί του οδοστρώματος, «Α4» και τελικά είχε καταλήξει σε όρθια θέση με το μπροστινό του μέρος να βλέπει προς το κατάστημα της Εταιρείας DOMEX, στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, «Α5», έχοντας διανύσει περίπου εβδομήντα
(70)μέτρα στο αντίθετο ρεύμα από ο σημείο της σύγκρουσης, το «Χ». Τόσο σφοδρή ήταν η σύγκρουση που η αποβιώσασα είχε ανευρεθεί έξω από το αυτοκίνητό της στην αριστερή του πλευρά νεκρή και ο Ενάγοντας, καθώς η συνοδηγός του, είχαν τραυματιστεί σοβαρά και είχαν διακομισθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Αιτία του συγκεκριμένου δυστυχήματος ήταν το γεγονός ότι η αποβιώσασα οδηγούσε το όχημά της έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλης, ήτοι 176 mg, η οποία προφανώς είχε επηρεάσει την ικανότητά της για οδήγηση με αποτέλεσμα να οδηγεί χωρίς να φορά τη ζώνη ασφαλείας της, με μεγάλη ταχύτητα, να παραβιάσει το κόκκινο φως της πορείας της και να μην χρησιμοποιήσει καθόλου τα φρένα της όταν είδε τον Ενάγοντα εντός της διασταύρωσης. Ο Ενάγοντας είχε εισέλθει στη διασταύρωση, λόγω του πράσινου σηματοδότη, αλλά δεν μπορούσε να ελέγξει την διασταύρωση πριν εισέλθει σε αυτή λόγω του ότι στη δεξιά πλευρά του υπήρχαν δέντρα, κτίρια και νησίδα. Όταν είχε δει φώτα αυτοκινήτου σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε νοιώσει και την σύγκρουση, οπόταν δεν παρεχόταν η ευχέρεια λήψης οποιωνδήποτε μέτρων αποφυγής του οχήματος της αποβιώσασας λόγω του ξαφνικού της εμφάνισής του στη δεξιά του πλευρά. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KJL795 οδηγείτο από την αποβιώσασα. Η αυτόπτης μάρτυρας, Μ.Ε.11, είχε δει μια γυναίκα να το οδηγεί και ακολούθως την είδε νεκρή στην αριστερή πλευρά του συγκεκριμένου οχήματος. Το ίδιο είχε διαπιστωθεί και από τον Μ.Κ.5, Αστ. 3024 κ. Καβαλλίερο, ο οποίος είχε φθάσει άμεσα στη σκηνή. Δεν συνάδει με την λογική να οδηγείτο το συγκεκριμένο όχημα από οποιοδήποτε άλλο αφού η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή που ακόμη και έτσι να ήταν αυτό το άτομο δεν θα μπορούσε να φύγει από το μέρος του δυστυχήματος ή να βγει από το αυτοκίνητο χωρίς βοήθεια. Λόγω της ταχύτητας της και του γεγονότος ότι η αποβιώσασα δεν φορούσε ζώνη, είχε εκσφενδονιστεί από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου της αφού το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι κατά την τριβή της οροφής του οχήματος και λόγω της ανεξέλεγκτης πορείας του η ίδια είχε μετακινηθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το βάρος απόδειξης που έχει ο Ενάγων στην περίπτωση θανατηφόρου δυστυχήματος έχει καθοριστεί στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάριου Φραντζή ν. Ανδρέα Φραντζή δια της μητρός και πλησιέστερης συγγενούς και φίλης του Δέσπως Χρυσάνθου, συζύγου Μάριου Φραντζή
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου στη σελίδα 1305 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτας Κυριάκου
(2010)1 A.A.Δ. 665). Ο ενάγων πρέπει βέβαια να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου του, καθώς επίσης οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται, όπως έχει λεχθεί στη Ράλλης Μακρίδης & Υιοι Λτδ v. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447, στον εναγόμενο «... ... να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας.». Όπως ταυτόχρονα λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, δεν είναι όμως από την άλλη «... ... αναγκαίο για τον ενάγοντα να αποκλείσει κάθε πιθανή δυνατότητα ότι το δυστύχημα δυνατό να προκλήθηκε χωρίς αμέλεια από την πλευρά του εναγόμενου ...». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε αμέλεια από πλευράς της αποβιώσασας και κατά πόσο η αποβιώσασα ευθυνόταν αποκλειστικά για το δυστύχημα. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων, τόσο των Αγγλικών, όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί να εξετάζεται αφηρημένα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218. Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη, στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά. (ανωτέρω), ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 καταγράφει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, εισήγαγε ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η μη εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας το εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Η οδική συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού, ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει, ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή, από τα δεδομένα της τροχαίας κίνησης και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από τον οδηγό να επιδείξει για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το εάν κάποιος οδηγός επέδειξε ή όχι αμέλεια, εξαρτάται από το αν κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης έπραξε ότι θα έπραττε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις. Παρόλο ότι η επήρεια αλκοόλ από μόνη της δεν αποδεικνύει αμέλεια, βλ. Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, εντούτοις το γεγονός αυτό μπορεί να προσφέρει εξήγηση για μια ενέργεια ή ανέργεια του εμπλεκόμενου οδηγού, βλ. Παπαχαραλάμπους ν. Πατέρα
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1497. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα εξετάσω το θέμα της ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους της αποβιώσασας αναφορικά με την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Με δεδομένο ότι η αποβιώσασα οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, 176mg αντί 22mg που είναι το επιτρεπόμενο όριο, τα αντανακλαστικά της αδράνησαν, πέρασε την διασταύρωση ενώ το φως της πορείας της ήταν κόκκινο, με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα που νόμιμα διασταύρωνε την συγκεκριμένη οδό. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης, τα οποία να δεικνύουν ότι έλαβε οποιοδήποτε μέτρο αποφυγής της σύγκρουσης. Ο δε Ενάγοντας είχε δει φώτα μόλις του το είχε επιτρέψει η ορατότητα και ενώ βρισκόταν μέσα στην διασταύρωση. Με εκδηλωμένο τον κίνδυνο ο Ενάγοντας δεν μπόρεσε να αντιδράσει, ενώ η αποβιώσασα η οποία είχε ορατότητα περί τα εκατόν
(100)με διακόσια
(200)μέτρα είχε αγνοήσει παντελώς το γεγονός ότι πιθανόν να βρίσκονταν και άλλοι οδηγοί στο δρόμο, καταδεικνύοντας μια αδιαφορία για τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Ο Ενάγοντας βρισκόταν ακριβώς μπροστά στα 25 μέτρα. Μια αδιαφορία που είχε ολέθριες συνέπειες για το άτομό της, αλλά και για τον ανυποψίαστο Ενάγοντα. Η γενική αρχή είναι ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια εκτός αν η υπέρβαση αυτή, συνδυαζόμενη με άλλα γεγονότα ή και περιστάσεις, οδηγεί σε τέτοια κατάληξη. Αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Ανδρούλλα Κυριάκου Παναγρίτη ν. Αντώνη Χαραλάμπους
(2012)1(Α) ΑΑΔ 439, Avraam and Another v. Andreou
(1988)1 C.L.R. 391, Βρυωνίδης v. Σωφρονίου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1181, Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1696, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811, στη σελίδα 1816 και Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1825, στη σελίδα 1831. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι περιβάλλουσες συνθήκες ενισχύουν τη θέση του Δικαστηρίου ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα έφερε η αποβιώσασα, η οποία οδηγούσε σε ένα φωτισμένο δρόμο, ελεγχόμενο από φώτα τροχαίας, με μεγάλη ορατότητα στην πορεία της και αμέλησε να δει ή και δεν είδε τον Ενάγοντα, ο οποίος διασταύρωνε το δρόμο ενώ το φως της πορείας του ήταν πράσινο, με την δική του ορατότητα να αρχίζει μετά την είσοδό του στη συγκεκριμένη διασταύρωση. Είχε εισέλθει στην διασταύρωση αγνοώντας παντελώς ή και μη λαμβάνοντας υπόψη την παρουσία του Ενάγοντα μέσα στην διασταύρωση και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ν' αποφύγει την σύγκρουση είχε καρφωθεί στην δεξιά πλευρά του οχήματός του. Η αποβιώσασα αδιαφόρησε και δεν ενήργησε ως μια συνετή οδηγός που χρησιμοποιούσε τον δρόμο. ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΜΕΛΕΙΑ Όσον αφορά το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας, στην απόφαση Μαυρίδης v. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.1013 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51,57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεσηFitzgerald v. Lane
(1988)2 All E.R.961 η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abades
(1967)1 All E.R.672,677 είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα εάν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων από τη μια, και του ενάγοντα από τη άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα. .................................. Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών, οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. » Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής, (όπως ήταν τότε), ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambousv. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Μια θεώρηση της νομολογίας που αφορά δυστυχήματα σε ελεγχόμενες από φώτα τροχαίας διασταυρώσεις, καταδεικνύει ότι ο οδηγός που περνά με πράσινο φως δεν ευθύνεται για τη σύγκρουση με όχημα που περνά με κόκκινο φως, εκτός αν ο πρώτος ήταν σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα το άλλο όχημα και να λάβει μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Στην τελευταία περίπτωση, ο οδηγός είναι υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας. Παραπέμπω στις αποφάσεις Φοινικαρίδης v. Γεωργίου (ανωτέρω), Kyriacou v. A. Kortas & Sons Ltd
(1981)1 C.L.R. 35, Ορφανίδου v. Πέρναρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 253 και στην Θεοφάνης Γ. Καζάκου ν.
  1. Δωρέττας Αβρααμίδου
  2. Ελένης Δημητρίου, ως Διαχειριστές του αποβιώσαντος Νίκου Αβρααμίδη
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1626. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ευδοκίας Γεωργίου Μαχάττου κ.ά. ν. Δημόκριτου Αριστείδη
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1265, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Ερχόμενοι τώρα στο θέμα της συντρέχουσας ευθύνης, παρατηρούμε κατά πρώτον ότι η νομολογία είναι δεδομένη. Στη Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475, ο Εφεσείων ο οποίος εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο, εκρίθη εν τούτοις ως ευθυνόμενος κατά 25%. Είχε υποβάλει ο Εφεσείων ότι η υπόθεση Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 All ER 115, στην οποία και βασίζεται ο Εφεσίβλητος ενώπιον μας, ήταν καθοριστική της θέσης ότι ο οδηγός που εισέρχεται με πράσινο δεν έχει ευθύνη. Το Εφετείο είχε άλλη άποψη, λέγοντας τα εξής (σ. 483-σ.484): «Η υπόθεση αυτή είναι σημαντική ως προς τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας. Είναι ξεκαθαρισμένο όμως ότι κάθε άλλο παρά έθεσε οποιαδήποτε αρχή που θα ήταν δυνατό να αναχθεί σε κανόνα δικαίου που θα διείπε όλες τις περιπτώσεις ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά τους. Αντίθετα, τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μη ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών.» Η προσέγγιση αυτή είναι διαχρονική. Στην υπόθεση Varnakides v. Papamichael
(1970)1 CLR367, και πάλι απεδόθη ευθύνη στον οδηγό που είχε προτεραιότητα, ανάλογη δε προσέγγιση υπήρξε και στην Panayides v. Kyriacou
(1969)1 CLR 167. Η προσέγγιση αυτή συναρτάται προς τη θεμελιακή έννοια της αμέλειας ως πάντοτε θέμα γεγονότων και όχι κανόνος, ώστε και η σημασία των σημάτων τροχαίας να ανάγεται και να σταθμίζεται στο συνολικό πλαίσιο του καθορισμού των υποχρεώσεων επιμέλειας των χρηστών του δρόμου.» Στην υπόθεση Φοινικαρίδης (ανωτέρω), ο Ενάγοντας είχε δει τον μοτοσικλετιστή απέναντί του και κατά τη διάρκεια που ήταν στη διασταύρωση το φως άλλαξε σε κίτρινο, πράγμα που ο ίδιος μπορούσε να διαπιστώσει, γι' αυτό και κρίθηκε ένοχος συντρέχουσας αμέλειας γιατί δεν ξανάστρεψε την προσοχή του στον μοτοσικλετιστή. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από αυτά της Φοινικαρίδης (ανωτέρω). Στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί, ο Ενάγοντας είχε εισέλθει στην διασταύρωση ενώ το φως ήταν πράσινο, όπως δικαιούταν να πράξει με μεγαλύτερη ταχύτητα και μετά που είχε ελέγξει κατά πόσο ερχόταν από δεξιά άλλο αυτοκίνητο και όταν είχε χτυπηθεί ήταν 15.30 μέτρα εντός της διασταύρωσης. Σίγουρα δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι η αποβιώσασα οδηγούσε αψηφώντας όλους τους κινδύνους που ελλόχευε η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και η ταχύτητα. Δεν μπορούσε έγκαιρα να προβλέψει ο Ενάγοντας ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση η αποβιώσασα αφού ακολουθούσε η αποβιώσασα το αυτοκίνητο της Μ.Ε.11 και αμέσως μετά που το προσπέρασε επήλθε η σύγκρουση. Ο Ενάγοντας έβλεπε τα φώτα του οχήματος που προπορευόταν της αποβιώσασας, ήτοι του οχήματος της Μ.Ε.11, το οποίο κινείτο αργά. Δεν μπορούσε να προβλέψει για να λάβει οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Θα μπορούσε περαιτέρω να λεχθεί ότι τα περιστατικά της υπόθεσης Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 All E.R. 115 είναι πανομοιότυπα με την υπό κρίση υπόθεση. O Sir Wilfrid Green ανέφερε τα ακόλουθα, στις σελίδες 401 - 402 της απόφασης, που αφορούν καίρια το υπό εκδίκαση θέμα: «In my opinion Reeves was entitled to assume that traffic approaching the crossing from the west would act in obedience to the statutory regulations and he was not bound to assume or provide for the case of an eastbound vehicle entering the crossing in disobedience to the red light. This does not, of course, mean that, if he had noticed the appellants van in time, it was not his duty to take all reasonably possible steps to avoid coming into collision with it notwithstanding that the appellants van was acting in breach of the regulations. But he did not see it and I do not see how it can be said that he was under any obligation to assume the possibility of its presence. It is said that before entering the cross-roads he ought to have satisfied himself that there was no eastbound vehicle entering the cross-roads in defiance of the traffic light, and that by placing himself on the off-side of moving northbound traffic which obscured his vision he was guilty of negligence in depriving himself of the possibility of seeing traffic entering the crossing from the west. But if I am right in thinking that he was under no duty towards traffic entering the crossing in disobedience to the light to assume the possibility of such entry, it cannot have been negligence on his part to put himself in a position where such traffic, if it existed, would be invisible to him.» Ο Ενάγοντας δεν είχε καθήκον συνεχούς παρατήρησης για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ήτοι της παραβίασης του κόκκινου σηματοδότη, ιδιαίτερα ενόψει της ορατότητας του η οποία άρχιζε μετά την είσοδό του στη διασταύρωση. Ιδιαίτερα έχοντας κατά νου τον τρόπο που κινείτο το σπορ αυτοκίνητο που οδηγούσε η αποβιώσασα. Είναι αμφίβολο κατά πόσο στον ελάχιστο εκείνο χρόνο θα μπορούσε, λαμβάνοντας υπόψη και τον χρόνο συνειδητοποίησης του κινδύνου (thinking distance), ν' αντιδράσει προς αποφυγή της σύγκρουσης. Σύμφωνα με την μαρτυρία του, είχε δει απλά φώτα δεξιά του, όταν βρισκόταν εντός της διασταύρωσης, τα οποία ήταν μακριά του και όπως θα αναμενόταν από κάποιον που ελέγχει δεξιά της πορείας του σε μια διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας, τα οποία στην αντίθετη από αυτόν κατεύθυνση ήταν στην κόκκινη στάση. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν έχω πεισθεί στα πλαίσια του νόμου και της νομολογίας ότι υπήρξε οποιαδήποτε ευθύνη του Ενάγοντα που να στοιχειοθετεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας αφού προκύπτει ακριβώς ότι η ορατότητα που είχε η αποβιώσασα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διακόσια
(200)περίπου μέτρα, ότι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είχε τα φώτα του αναμμένα και ότι υπήρχε άμεση και πλήρης δυνατότητά της να το δει. Φανερά, λοιπόν, οι συνθήκες ορατότητας επέτρεπαν έγκαιρη αντίληψη της ύπαρξής του στο δρόμο, ενώ η δική του αντίληψη σε σχέση με την παρουσία της αποβιώσασας στο δρόμο ήταν περιορισμένη λόγω του περιορισμένου της ορατότητας. Η σύγκρουση οφειλόταν αποκλειστικά στην παράλειψη της αποβιώσασας να σταματήσει στο κόκκινο φανάρι που έλεγχε την πορεία της, στην οδήγηση καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, αλλά και στο να παρατηρήσει έγκαιρα την παρουσία του Ενάγοντα στο δρόμο ενώ της παρέχονταν όλες οι συνθήκες για να το πράξει. Είναι φανερό επίσης ότι δεν έγινε οποιαδήποτε χρήση των φρένων. Η ανενέργειά της να προσέξει το αυτοκίνητο που κινείτο στο δρόμο έγκαιρα ενδεχομένως να εξηγείται από την επίδραση του αλκοόλ, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, καθώς και από το γεγονός ότι οδηγούσε με κάποια ταχύτητα, αλλά ήταν και οι αποκλειστικοί λόγοι του δυστυχήματος. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Όσον αφορά τις γενικές αποζημιώσεις οι αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά τους. Αρκεί να λεχθεί ότι ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα, βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R 789. Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση του ανθρώπου, βλ. Μαυροπετρή ν. Γεωργίου
(1995)1 Α.Α.Δ 66. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Στην Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Καραολή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 445 επισημαίνεται ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Είναι δεκτό, επίσης, πως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος, βλ. Ιακώβου ν. Ι. Παπαδάκη κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ 2079 και Karkallis v. Galatariotis & Sons
(1980)1 C.L.R.
  1. Αποτελεί επίσης σταθερή αρχή πως οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση (βλ. απόφαση Μαυροπετρή, ανωτέρω). Οι σωματικές βλάβες, τις οποίες υπέστη ο Ενάγοντας συνεπεία του συγκεκριμένου δυστυχήματος, έχουν γίνει αποδεκτές από όλες τις πλευρές, εξ ου και όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά είχαν κατατεθεί εκ συμφώνου, Τεκμήρια 20, 22, 23 και
  2. Είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση με αποτέλεσμα να έχει απώλεια συνειδήσεως, κεφαλαλγία και ζάλη. Επίσης διαπιστώθηκε υπερξάρθημα της δεξιάς ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης, υπερξάρθημα της αριστεράς στερνοκλειδικής άρθρωσης, θλάση και ανάπτυξη μεγάλου αιματώματος στο θωρακικό τοίχωμα, αιμάτωμα στο δεξί γόνατο και πολλαπλές εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος. Για τους συγκεκριμένους τραυματισμούς είχε παραμείνει εκτός εργασίας για σαράντα
(40)ημέρες, ενώ υπέφερε με πόνους για τρεις
(3)περίπου μήνες. Ο Ενάγοντας είναι νεαρό πρόσωπο, ηλικίας τριάντα
(30)ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, το οποίο υπέστη πολύ επώδυνες κακώσεις. Μπορεί να παρέμεινε στο Νοσοκομείο για δυο μόνο μέρες, πλην όμως, συνέχισε να υποφέρει για τρεις
(3)ακόμα μήνες μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο. Η προπέτεια της κλείδας στον δεξιό ώμο καθώς και στο στέρνο, τα οποία είχαν προκληθεί από το υπεξάρθρημα που υπέστη στο δυστύχημα, συνιστούν μόνιμη κατάσταση με συνέπεια την ασυμμετρία και την μικρή διαταραχή της κοσμητικής εμφάνισης του θώρακα και τη μείωση της μυϊκής δύναμης του ώμου του, της τάξεως 10%, εκεί όπου απαιτείται η εξάσκηση της μέγιστης μυϊκής δύναμης. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Ξυδά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 792 επιδικάσθηκαν στον εφεσείοντα, για σωματικές βλάβες που υπέστη σε τροχαίο ατύχημα, γενικές αποζημιώσεις ύψους £8.000,00-, οι οποίες συνίσταντο σε θλαστικό τραύμα αριστερού αντίχειρα, κάταγμα βάσεως 5ου μετακαρπίου αριστεράς χειρός, συντριπτικό κάταγμα κοτύλης αριστερού ισχίου, διάστρεμμα αριστερού γόνατος, αίμαθρο τραύματος αριστερού αντίχειρος με μόνιμα κατάλοιπα δυσκαμψία του ισχίου με συνέπεια την πιθανότητα ενόχλησης και αίσθησης αδυναμίας μετά από παρατεταμένη γρήγορη βάδιση ή άθληση και δημιουργία οστεοαθρίτιδας και με πιθανότητα αντικατάστασης άρθρωσης του ισχίου στο μέλλον. Αυξήθηκαν από το Εφετείο στις £12.000,00- επί πλήρους ευθύνης. Στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Χριστοφόρου
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2812 κρίθηκαν ως ορθές επιδικασθείσες αποζημιώσεις ύψους £25,000- όπου ο Ενάγοντας ήταν νεαρό άτομο και είχε παραμείνει στο Νοσοκομείο για εννέα μόνο μέρες υποφέροντας από ζαλάδες, άλγος και δυσκαμψία αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, συμπιεστικό κάταγμα του σώματος του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου και εγκεφαλική διάσειση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα στη γραπτή τους αγόρευση εισηγήθηκαν, στη σελίδα 16, ότι ένα ποσό της τάξεως των €30.000- θα συνιστούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί ο Ενάγοντας. Θα αντλήσω καθοδήγηση από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Ενάγοντα ως προς τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων, στις οποίες υπάρχει αναλογία με την υπό εξέταση υπόθεση. Θα πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε υπόψη η έκταση του τραυματισμού και τα επακόλουθά του και να γίνονται οι αναγκαίες προσαρμογές αφού κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη μου τη φύση, την έκταση και την σοβαρότητα των σωματικών βλαβών που υπέστη ο Ενάγοντας όπως παρατίθενται πιο πάνω, την ταλαιπωρία και την αναστάτωση που του προκάλεσαν, ιδιαίτερα ότι οι κακώσεις ήταν επώδυνες και υπέφερε από αυτές, σύμφωνα με το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού Τεκμήριο 22 και καθοδηγούμενη από τη σύγχρονη τάση της νομολογίας, όπως την έχω σκιαγραφήσει προηγουμένως και πώς αυτή θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €20.000- αποτελεί, υπό τις περιστάσεις, εύλογη αποζημίωση, ιδιαίτερα έχοντας κατά νου ότι ο Ενάγοντας έχει αποθεραπευτεί πλήρως, πλην της προπέτειας της κλείδας στον δεξιό ώμο καθώς και στο στέρνο του, το οποίο θα είναι μόνιμο κατάλοιπο του τραυματισμού καθώς και η απώλεια της μυϊκής δύναμης του ώμου της τάξεως του 10%. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, αυτές έχουν από κοινού συμφωνηθεί στο ποσό των €14.218-. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, για το ποσό των €20.000-, ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €14.218- ως ειδικές αποζημιώσεις. Ερχόμενη, τώρα, στο θέμα του τόκου, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ατύχημα επισυνέβη την 23/02/2008 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 29/04/2010, ήτοι περίπου δυο χρόνια μετά, η συγκεκριμένη καθυστέρηση πρέπει να ληφθεί υπόψη ως προς την επιδίκαση τόκου. Θεωρώ ορθό όπως επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων εκ €20.000- επιδικαστεί τόκος 4% από την γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 23/02/2008 μέχρι τις 29/04/2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και νόμιμος τόκος από 29/04/2010 μέχρι τελείας εξόφλησης. Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, ήτοι το ποσό των €14.218-, θα φέρει νόμιμο τόκο από 29/04/2010 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, στην κλίμακα των αποδοθέντων ποσών. Για σκοπούς, όμως, πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω το ποσοστό ευθύνης που θα καταλόγιζα στον Ενάγοντα στην περίπτωση που θα κατέληγα ότι υπείχε συντρέχουσα ευθύνη για το δυστύχημα. Λόγω του ότι μια τέτοια κατάληξη, για την ύπαρξη συντρέχουσας ευθύνης, θα μπορούσε να βασιστεί μόνο στο γεγονός ότι δεν είχε υπολογίσει ότι τα φώτα που έβλεπε στα δεξιά του, πρώτον ήταν του αυτοκινήτου της αποβιώσασας και δεύτερον θα έρχονταν κατά πάνω του, παρά το γεγονός ότι ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία της αποβιώσασας ήταν στην κόκκινη στάση, τότε θα του απέδιδα ποσοστό ευθύνης 15%. Επιπρόσθετα, θα εξετάσω το ζήτημα της απόδειξης της Ανταπαίτησης, για το ενδεχόμενο κατ' έφεση ανατροπής της κρίσης του Δικαστηρίου ότι την ευθύνη για το δυστύχημα φέρει αποκλειστικά η αποβιώσασα. Για σκοπούς πληρότητας θα εξεταστεί το ζήτημα των αποζημιώσεων συνεπεία ψυχικής οδύνης. Το θέμα έχει ρυθμιστεί από το άρθρο 58
(7)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο θεμελιώνει, προς όφελος περιορισμένου αριθμού στενών συγγενών, αξίωση για καθορισμένες αποζημιώσεις λόγω της απώλειας (bereavement). Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το ποσό το οποίο ήθελε επιδικαστεί ως αποζημίωση λόγω απώλειας ορίζεται στις £10,000-, ήτοι €17.086 και, ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα δικαιούνταν απόφαση για το εν λόγω ποσό στην περίπτωση που κρινόταν ότι ο Ενάγοντας είχε συντρέχουσα ευθύνη στο συγκεκριμένο ποσοστό που θα του απεδίδετο ως η δική του ευθύνη. Επίσης, στην Ανταπαίτηση ζητούνται αποζημιώσεις για την απώλεια της εξαρτήσεως. Στην απόφαση Κουτζιή v. Κωνσταντίνου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 908, στη σελίδα 929, λέχθηκε ότι: «Είναι αποδεκτό από τη νομολογία ότι, αφού διακριβωθούν τα καθαρά εισοδήματα αποθανόντος μετά από αστικό αδίκημα, από αυτά εξαιρείται ένα ποσό της τάξεως του 1/4, 1/3, ανάλογα με το κατά πόσο υπάρχουν παιδιά.» Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί τα εισοδήματα της αποβιώσασας. Έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 27(Α)και (Β) φορολογικές δηλώσεις της αποβιώσασας που αφορούσαν τα έτη 2006 και 2007, στις οποίες οι χρονιαίες απολαβές της ανέρχονταν στο ποσό των £8.000- και τίποτε περισσότερο. Δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αποδοχή του συγκεκριμένου ποσού από το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος, ούτε και σε σχέση με το γεγονός ότι το 2008 εργαζόταν. Οι συγκεκριμένες αποζημιώσεις αναλογούν προς το εισόδημα του αποβιώσαντος, αφού αφαιρεθεί ένα ποσοστό για τις προσωπικές ανάγκες που θα είχε αν ζούσε. Αν δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία που να δικαιολογεί ασφαλή και όχι θεωρητική πρόβλεψη για μελλοντικές εξελίξεις, η εξέταση των μελλοντικών προοπτικών δεν είναι θεμιτή, ούτε λαμβάνεται υπόψη ο μελλοντικός πληθωρισμός, βλ. Cookson v. Knowles [1978] 2 All E.R. 604, Fysco Contracting Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Αντωνίου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. Επιπρόσθετα, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τον βαθμό εξάρτησης των δυο τέκνων της αποβιώσασας, ηλικίας 21 ετών και 16 ετών κατά τον επίδικο χρόνο. Λόγω ακριβώς της έλλειψης μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί κανένας από τους τρόπους υπολογισμού που έχουν καταγραφεί στην απόφαση Θεοφάνης Γ. Καζάκου ν.
  2. Δωρέττας Αβρααμίδου
  3. Ελένης Δημητρίου, ως Διαχειριστές του αποβιώσαντος Νίκου Αβρααμίδη, (ανωτέρω), στις σελίδες 1643- 1647, στην οποία απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο είχε απαριθμήσει τους τρόπους καθορισμού της αποζημίωσης με βάση το άρθρο 58
(15)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως ακολούθως: Για κάθε κονδύλι ξεχωριστά, για το κερδαινόμενο εισόδημα μείον τα προσωπικά έξοδα του αποθανόντος και με την κλασσική ποσοστιαία προσέγγιση. Επίσης στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Κεφάλαιο 148, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 389-400, υπάρχει σχετική περικοπή για το συγκεκριμένο κεφάλαιο αποζημιώσεων. Οπόταν, ακόμη και αν αποφασιζόταν ότι ο Ενάγοντας είχε οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν αποζημιώσεις για την απώλεια εξάρτησης λόγω ελλείψεως μαρτυρίας. Των πιο πάνω λεχθέντων, εκδίδεται απόφαση, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, για το ποσό των €20.000- ως γενικές αποζημιώσεις με τόκο 4% από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 23/02/2008 μέχρι τις 29/04/2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και νόμιμο τόκο από 29/04/2010 μέχρι τελείας εξόφλησης. Επίσης, εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €14.218-, ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από 29/04/2010 μέχρι εξοφλήσεως. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, στην κλίμακα των αποδοθέντων ποσών. Για την Ανταπαίτηση αποδίδονται προς όφελος του Ενάγοντα τα έξοδα μέχρι την ακρόαση, αφού η Απαίτηση είχε συνεκδικαστεί με την Ανταπαίτηση και δεν είχαν γίνει ξεχωριστά έξοδα ακροάσεως. (Υπ.) .................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.