← Κύπρος

ΝΙΚΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ν. ΑΝΝΑΣ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2465/2011, 30/3/2015

ΝΙΚΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ ν. ΑΝΝΑΣ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2465/2011, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2465/2011 Μεταξύ: ΝΙΚΟΥ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ Ενάγοντα και ΑΝΝΑΣ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Εναγόμενης 30 Μαρτίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Μ. Χριστοδούλου για Γιάννη Πολυχρόνη Για Εναγόμενη: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις για «προσβολή της προσωπικότητας ή/και αξιοπρέπειας που υπέστη κατόπιν. αδικαιολόγητης εξύβρισης ή/και λεκτικής επίθεσης» που ισχυρίζεται ότι δέχτηκε από την Εναγόμενη, καθώς και αποζημιώσεις για παραβίαση «των ανθρωπίνων ή/και συνταγματικών δικαιωμάτων του να τυγχάνει σεβασμού η ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή». Αξιώνει επίσης διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να τον εξυβρίζει και να του επιτίθεται φραστικά. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, κατά ή περί τις 2.8.2011 η Εναγόμενη «άνευ ευλόγου αιτίας του επιτέθηκε ή/και εξύβρισε ή/και προσέβαλε» αποκαλώντας τον «κιλίντζιρον» και/ή «αλήτη» και/ή λέγοντας του «να πάει στα ανάθεμα». Ως αποτέλεσμα, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι «ένιωσε τρομερά προσβεβλημένος, θίχτηκε η προσωπικότητα ή/και αξιοπρέπεια του, υπέστη ενόχληση, δυσφορία, αδικαιολόγητη για την κοινωνική υπόσταση του». Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία την ίδια μέρα και ότι «η Εναγόμενη ή/και οι συγγενείς της παραδέχτηκαν στην Αστυνομία την ως άνω παρανομία ή/και προσβολή του ονόματος του Ενάγοντα». Λέει επίσης ότι παρόμοια περιστατικά εξύβρισης του Ενάγοντα είχαν συμβεί και στο παρελθόν σε διάφορους χρόνους «πλην όμως κατόπιν παρεμβάσεων ή/και διαβεβαιώσεων της Αστυνομίας ότι δεν θα επαναληφθεί ο ενάγοντας δεν προχώρησε σε κανένα μέτρο εναντίον της». Με την Υπεράσπιση της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Αρνείται περαιτέρω το σύνολο των ισχυρισμών του Ενάγοντα και υποστηρίζει ότι η «υπόθεση είναι δημιούργημα του ενάγοντος ο οποίος θέλει να της αποσπάσει την κατοχή του σπιτιού που της παραχώρησε η Διοίκηση προβάλλοντας ψευδείς ισχυρισμούς για κακή συμπεριφορά εκ μέρους της». Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος και ο Αστ. 821 Κώστας Αναστασίου. Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία η Εναγόμενη. Παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας επί των επίδικων θεμάτων και των σημείων εκείνων που κρίνονται σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Κατά τη μαρτυρία του, ο Ενάγοντας (ΜΕ1) είπε ότι διαμένει με τους γονείς του σε σπίτι που τους παραχώρησε η τοπική διοίκηση. Οι γονείς του, είπε, διαμένουν στην κύρια κατοικία και ο ίδιος μαζί με τη σύζυγο του διαμένουν σε «βοηθητικά δωμάτια» πίσω από την κύρια κατοικία. Είπε ότι η Εναγόμενη διαμένει στο διπλανό σπίτι μαζί με τη μητέρα της και την οικιακή βοηθό τους και ότι τις δύο κατοικίες χωρίζει ένα «ττέλι». Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο Ενάγοντας, αυτός και η Εναγόμενη είχαν πολλές προστριβές στο παρελθόν και συνέβηκαν μεταξύ τους διάφορα περιστατικά τα οποία διατάραξαν τις σχέσεις τους. Είπε δε ότι για κάποιες από τις διαφορές τους έχουν καταλήξει στο Δικαστήριο. Συνέχισε λέγοντας ότι αιτία των προστριβών τους είναι η «απρεπής και βασανιστική συμπεριφορά» της Εναγόμενης έναντι των εκάστοτε αλλοδαπών οικιακών βοηθών της. Είπε ότι ο ίδιος σε πολλές περιπτώσεις αναγκάστηκε να επέμβει για να υπερασπιστεί τις εκάστοτε οικιακές βοηθούς της Εναγόμενης και να καταγγείλει την Εναγόμενη για τη συμπεριφορά της και ότι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Εναγόμενη να είναι επιθετική και εχθρική απέναντι του. Σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, ο Ενάγοντας είπε ότι στις 2.8.2011 ήταν έτοιμος να πάει στη δουλειά και όταν βγήκε από το σπίτι του συνάντησε την μητέρα της Εναγόμενης, την οποία καλημέρισε. Άκουσε τότε, είπε, την Εναγόμενη, η οποία βρισκόταν στην κουζίνα του σπιτιού της, να φωνάζει «Μιλάς με τζείνον τον αλήτη; Με τζείνον τον κιλίντζιρον;» Τότε εκείνος, είπε, ρώτησε την Εναγόμενη αν αναφέρεται στον ίδιο με αυτά τα λόγια. Η Εναγόμενη δεν του απάντησε αλλά έκλεισε με δύναμη την πόρτα της κουζίνας της φωνάζοντας του «Να πας στα ανάθεμα». Κατά την αντεξέταση του, είπε ότι καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου, που κατά τον Ενάγοντα συνέβηκε στις 2.8.2011, η Εναγόμενη δεν είχε βγει από την κουζίνα της κατοικίας της. Είπε ειδικότερα ότι η Εναγόμενη αμέσως πριν το περιστατικό ήταν ανεβασμένη σε καρέκλα της κουζίνας της και εργαζόταν στα ερμαράκια της κουζίνας, και ακολούθως κατέβηκε από την καρέκλα και έκλεισε με δύναμη την πόρτα της κουζίνας της φωνάζοντας του. Ερωτήθηκε από το συνήγορο της Εναγόμενος κατά πόσο η Εναγόμενη δικαιούται να κλείσει την πόρτα της κουζίνας της. Απάντησε ότι «μπορεί να την κλείσει πιο σιγά χωρίς να μου φωνάζει». Υποστήριξε επίσης ότι ο ίδιος βρισκόταν κοντά στην πόρτα η οποία ήταν γυάλινη και υπήρχε ο κίνδυνος, λόγω της δύναμης με την οποία η Εναγόμενη είχε κλείσει την πόρτα να σπάσει το γυαλί και να τον τραυματίσει. Θεώρησε, είπε ότι τα λόγια της Εναγόμενης τον είχαν προσβάλει ως άνθρωπο και είχαν προσβάλει την προσωπικότητα του και γι' αυτό αποφάσισε να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία. Είπε ότι ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι είχε γίνει παρατήρηση στην Εναγόμενη και ότι η Εναγόμενη, στην παρουσία συγγενών της, είχε απολογηθεί στους αστυνομικούς για την συμπεριφορά της. Ενημερώθηκε επίσης ότι η αστυνομία δεν θα προχωρούσε με ποινική δίωξη εναντίον της. Ο ίδιος όπως, ανέφερε, θεώρησε ότι δεν ήταν αρκετό το ότι είχε απολογηθεί στους αστυνομικούς γιατί η Εναγόμενη έπρεπε να είχε απολογηθεί στον ίδιο και γι΄αυτό αποφάσισε να προωθήσει την παρούσα αγωγή «όχι κατ' ανάγκη για τα χρήματα απλά σαν τρόπο να την αναγκάσει να λογικευτεί». Ερωτώμενος σε σχέση με τις διαφορές που είχαν με την Εναγόμενη στο παρελθόν αναφέρθηκε σε περιστατικό όπου, κατά τον ίδιο, η Εναγόμενη είχε κλειδώσει οικιακή βοηθό στο δωμάτιο της χωρίς φαγητό και νερό με αποτέλεσμα ο ίδιος να αναγκαστεί να προβεί σε καταγγελία. Είπε ότι αυτό ήταν μια μόνο περίπτωση όπου η Εναγόμενη είχε συμπεριφερθεί απρεπώς σε οικιακή της βοηθό. Αναφέρθηκε επίσης σε άλλο περιστατικό όπου, μετά από εκατέρωθεν καταγγελίες, η αστυνομία κατηγόρησε τόσο αυτόν όσο και την Εναγόμενη. Κατά την αντεξέταση ενώ στην αρχή απόφευγε να απαντήσει ξεκάθαρα, τελικά παραδέχτηκε ότι σε εκείνη την περίπτωση ο ίδιος καταδικάστηκε κατόπιν ακρόασης και ότι μετά την καταδίκη του απέσυρε το παράπονο του εναντίον της Εναγόμενης η οποία τελικά απαλλάχθηκε. Του τέθηκε ότι ο λόγος που απέσυρε το παράπονο του ήταν διότι το τότε εκδικάζον Δικαστήριο δεν είχε πιστέψει την εκδοχή του και τον καταδίκασε και ότι μετά την καταδίκη του η καταγγελία που είχε κάνει εναντίον της Εναγόμενης είχε καταστεί άνευ αντικειμένου. Αρνήθηκε την υποβολή λέγοντας ότι ο λόγος που απέσυρε την καταγγελία ήταν σαν ένδειξη καλής θέλησης προς την Εναγόμενη. Είπε ότι ο λόγος που καταδικάστηκε ήταν γιατί δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο και δεν ήξερε να προωθήσει σωστά την υπεράσπιση του ενώ η Εναγόμενη εκπροσωπείτο. Επέμενε ότι ο ίδιος δεν προκάλεσε ποτέ την Εναγόμενη διότι είναι καλός γείτονας. Αναφέρθηκε σε άλλο περιστατικό όταν η τότε οικιακή βοηθός της Εναγόμενης είχε λιποθυμήσει και ο ίδιος έτρεξε να βοηθήσει και να ηρεμήσει και τη μητέρα της Εναγόμενης η οποία είχε αναστατωθεί. Είπε ότι για τη βοήθεια που παρείχε, «αν και δεν ζήτησα οτιδήποτε, δεν άκουσα ούτε ένα ευχαριστώ». Αντίθετα, είπε, η ανάρμοστη συμπεριφορά της Εναγόμενης απέναντι του και απέναντι της οικογένειας του συνεχίστηκε. Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε επισταμένα αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους είχε στο παρελθόν προστριβές με την Εναγόμενη. Είπε, μεταξύ άλλων, ότι «πάρα πολλές φορές η Εναγόμενη βγαίνει εκτός εαυτού και φωνάζει, ξιτιμάζει και δημιουργεί και άλλα προβλήματα, όπως φέρνει άλλες φίλες της το πρωί, πολύ πρωί όταν κοιμούμαι, κάθονται ακριβώς δίπλα στο ττέλι και χωρίς να σέβεται κάμνει επίτηδες φασαρία για να μας ξυπνήσει. Επίσης κάμνει και φασαρία με τα μωρά το μεσημέρι μεταξύ 1-4μμ που είναι αργία και εκμεταλλεύεται την αθωότητα και τα παιχνίδια των παιδιών που φροντίζει και ενοχλεί τους γονείς μου που κοιμούνται. Και άλλα παρόμοια.» Έχουν, είπε, και οι γονείς του πρόβλημα με τις συμπεριφορές αυτές αλλά λόγω ηλικίας δεν μπορούν να έρθουν στο Δικαστήριο. Του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι αυτός είναι που δημιουργεί συνέχεια προβλήματα στην Εναγόμενη με σκοπό να εξαναγκάσει την Εναγόμενη να εγκαταλείψει το σπίτι που της έχει παραχωρηθεί από την τοπική διοίκηση ώστε να το διεκδικήσει εκείνος και η σύζυγος του. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι αυτή είναι η επιδίωξη του, χαρακτηρίζοντας ως πολύ άνετα τα «βοηθητικά» δωμάτια στα οποία διαμένει με τη σύζυγο του πίσω από το σπίτι των γονιών του. Επανέλαβε ότι σε πολλές άλλες περιπτώσεις έχει προβεί σε «ανεπίσημες», όπως τις χαρακτήρισε, καταγγελίες στην αστυνομία για τη συμπεριφορά της Εναγόμενης αλλά και για τη «βασανιστική» συμπεριφορά της Εναγόμενης προς τις διάφορες οικιακές βοηθούς της. Είπε ότι περιήλθαν στην αντίληψη του διάφορες περιπτώσεις όπου οικιακές βοηθοί έφυγαν «άρον άρον» εξαιτίας της αντιμετώπισης που τύγχαναν και σε συγκεκριμένη περίπτωση όταν κάποια οικιακή βοηθός είχε φτάσει, κατά τον ίδιο, σε τέτοια κατάσταση απελπισίας που απείλησε να σκοτώσει την Εναγόμενη και αυτός αναγκάστηκε να ενημερώσει την αστυνομία. Καταλήγοντας, ο Ενάγοντας είπε ότι κίνησε την παρούσα αγωγή «γιατί ζητούσα και ζητώ με κάποιο τρόπο η γειτόνισσα μου να με σέβεται και να σταματήσει την άσχημη συμπεριφορά της απέναντι μου. Νιώθω ότι η προσωπικότητα μου έχει προσβληθεί και ο μόνος τρόπος για να διορθωθεί η προσβολή αυτή ήταν να έρθω στο Δικαστήριο». Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο Αστ. 821 Κώστας Αναστασίου (ΜΕ2). Είπε ότι εργάζεται στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Λάρνακας και ότι στις 3.8.2011 ο Ενάγοντας κατήγγειλε ότι τον είχε εξυβρίσει η Εναγόμενη. Παρουσίασε αντίγραφο της σχετικής καταχώρησης που έκανε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του σταθμού η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο

  1. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η καταχώρηση έγινε στις 3.8.2011 και αναφέρει ότι «Στις 3.08.2011 καταγγέλθηκε από τον Νίκο Αυξεντίου, Εκβατών 2 Λάρνακα τηλ 99[.] ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 2030 η γείτονας του ονόματι Άννα η οποία διαμένει στη διπλανή οικία με αριθμό 4 τον εξύβρισε με τις λέξεις άχρηστο και κιλίτζιρο ενώ βρισκόταν έξω από την οικία όπου διαμένει». Ο ΜΕ2 πρόσθεσε ότι μετά τη λήψη της καταγγελίας, επισκέφτηκε την οικία της Εναγόμενης, όμως αυτή απουσίαζε και της τηλεφώνησε αργότερα και της έκανε σύσταση και παρατήρηση. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ2 επανέλαβε ότι η καταχώρηση, Τεκμήριο 1, έγινε από τον ίδιο και ότι ήταν βέβαιος ότι το περιστατικό συνέβη στις 3.8.
  2. Για την πλευρά της Υπεράσπισης, έδωσε μαρτυρία μόνο η Εναγόμενη, η οποία είπε ότι είναι γείτονες με τον Ενάγοντα αλλά από τότε που άρχισε να την παρενοχλεί έχουν σταματήσει να έχουν οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους, «ούτε καλημέρα», όπως έχει πει. Η ίδια είπε, διαμένει σε κατοικία μαζί με τη μητέρα της και μια οικιακή βοηθό και ότι έχει ύψος μόλις 1,20 μέτρα. Είπε ότι η κουζίνα του σπιτιού της εφάπτεται με την κουζίνα του σπιτιού του Ενάγοντα και ότι οι πόρτες της κάθε κουζίνας χωρίζονται από διαχωριστικό τοίχο ύψους 1,50 μέτρα, πάνω στον οποίο υπάρχουν γλάστρες με λουλούδια. Μετά τον τοίχο, οι αυλές των δύο σπιτιών χωρίζονται από «ττέλι». Η Εναγόμενη αρνήθηκε κατά τη μαρτυρία της ότι έγινε οποιοδήποτε επεισόδιο με τον Ενάγοντα στις 2.8.2011 ή στις 3.8.
  3. Αρνήθηκε επίσης ότι έβρισε τον Ενάγοντα, ως εκείνος ισχυρίζεται, λέγοντας ότι «το ήθος και ο χαρακτήρας μου δεν μου επιτρέπουν να χρησιμοποιώ έτσι λέξεις». Της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι προκαλεί συνεχώς προβλήματα στον Ενάγοντα γιατί αυτός την καταγγέλλει για τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τις οικιακές της βοηθούς και για τη συμπεριφορά της. Απάντησε ότι ο Ενάγοντας την έχει καταγγείλει επανειλημμένα στην αστυνομία, στον ιερέα και σε γνωστούς αλλά η ίδια ουδέποτε του μίλησε άσχημα ή τον εξύβρισε. Αρνήθηκε επίσης τα όσα της καταλογίζει για τον τρόπο που μεταχειρίζεται τις οικιακές της βοηθούς. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στις τελικές τους αγορεύσεις, τις οποίες έχω ακούσει και μελετήσει με προσοχή. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, με γνώμονα τις αρχές που καθορίζει η νομολογία[1]. Ο Ενάγοντας δεν μου έχει δημιουργήσει θετική εντύπωση. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως αθώο θύμα απρόκλητης και αδικαιολόγητης κακής συμπεριφοράς από την γείτονα του χωρίς ο ίδιος να κάνει οτιδήποτε μεμπτό. Ήταν εμφανής επίσης η προσπάθεια του να πείσει ότι η Εναγόμενη είναι άτομο το οποίο συνηθίζει να «βασανίζει» τις οικιακές βοηθούς της, αναγκάζοντας τον να προσπαθήσει να τις υπερασπιστεί και να τις προστατεύσει. Παρουσίασε αυτό ως τον λόγο για τον οποίο η Εναγόμενη είναι αρνητικά προσκείμενη έναντι του. Όμως, κατά την αντεξέταση, προέκυψε μια διαφορετική εικόνα αφού διαφάνηκε ότι δεν είναι μόνο εκείνος που έχει καταγγείλει στο παρελθόν την Εναγόμενη αλλά και η Εναγόμενη έχει προβεί σε καταγγελίες εναντίον του. Ήταν εμφανές ότι προσπάθησε να συγκαλύψει ή προσπεράσει το γεγονός αυτό στην κυρίως εξέταση του γιατί δεν ήταν συμβατό με την εικόνα του καλού γείτονα που προσπαθούσε να προβάλει. Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα, αναφορικά με την ημερομηνία που, κατά τον Ενάγοντα πραγματοποιήθηκε το περιστατικό και η καταγγελία του στην αστυνομία, έρχεται σε αντίφαση τόσο με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 όσο και με την μαρτυρία του ΜΕ
  4. Σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ2 είναι και τα όσα κατέθεσε για το ότι ακολούθησε μετά την υποβολή του παραπόνου του στην αστυνομία. Ενώ ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη, στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας της παραδέχτηκε τα όσα της καταλογίζει ο Ενάγοντας και απολογήθηκε, ο ΜΕ2 είπε ότι είχε επισκεφθεί την οικία της Εναγόμενης αλλά δεν την βρήκε και της μίλησε μόνο τηλεφωνικά χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε παραδοχή και απολογία. Σημειώνω επίσης ότι ενώ στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι το περιστατικό συνέβη στην παρουσία του πατέρα του, κατά την μαρτυρία του είπε ότι παρούσα ήταν η μητέρα του ενώ δεν προσκόμισε τελικά τη μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου προσώπου που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του. Τα πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος με ειλικρίνεια ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια αναφορικά με γεγονότα. Θα ήταν συνεπώς ακροσφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία του και να βασιστώ σε αυτήν για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα. Ο ΜΕ2 θεωρώ ότι ήταν ανεξάρτητος και αμερόληπτος μάρτυρας του οποίου η μαρτυρία κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του ήταν σύντομη και ουσιαστικά περιορίστηκε να αναφέρει ότι έλαβε καταγγελία από τον Ενάγοντα στις 3.8.2011, και όχι στις 2.8.2011 όπως ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε καταθέσει, ότι τον είχε εξυβρίσει η Εναγόμενη με τις λέξεις «άχρηστε» και «κιλίνζιρε». Είπε επίσης ότι είχε επισκεφθεί την Εναγόμενη αλλά δεν κατάφερε να την συναντήσει γιατί απουσίαζε και ότι τελικά επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικώς και της έκανε παρατήρηση. Δεν επιβεβαίωσε αυτά που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε, ότι δηλαδή μετά την παρατήρηση που της έγινε από την αστυνομία η Εναγόμενη απολογήθηκε στους αστυνομικούς. Η Εναγόμενη κατέθεσε ότι οι σχέσεις της με τον Ενάγοντα είναι όντως διαταραγμένες αλλά, κατ΄ εκείνη, για το γεγονός αυτό ευθύνεται μόνο ο ίδιος ο Ενάγοντας και όχι η ίδια. Μου είναι δύσκολο να δεχτώ την επιμονή της ότι δεν συνέβη κανένα απολύτως περιστατικό με τον Ενάγοντα στις 2.8.2011 ή στις 3.8.
  5. Κατ' εκείνη, ο λόγος για τον οποίο ο Ενάγοντας «δημιούργησε», όπως ισχυρίζεται στην Υπεράσπιση της το περιστατικό αυτό, ήτοι γιατί «θέλει να της αποσπάσει την κατοχή του σπιτιού που της παραχώρησε η Διοίκηση». Αυτό δεν τεκμηριώθηκε με κανένα τρόπο. Σημειώνω επίσης την άρνηση της ότι επικοινώνησε μαζί της η αστυνομία για να της κάνει παρατήρηση, κάτι που είναι αντίθετο με τη μαρτυρία του ΜΕ
  6. Αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας της, θεωρώ ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Δεν με έπεισε ότι δεν συνέβη κανένα απολύτως περιστατικό με τον Ενάγοντα στις 2.8.2011 ή στις 3.8.
  7. Δεν με έπεισε ούτε ότι δεν επικοινώνησε μαζί της κανένας αστυνομικός σε σχέση με το περιστατικό ή σε σχέση με την καταγγελία του Ενάγοντα. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδεχτώ σε όσα είπε για να καταλήξω σε ευρήματα. Επειδή τόσο η μαρτυρία του Ενάγοντα όσο και η μαρτυρία της Εναγόμενης δεν έγιναν αποδεκτές, είναι ουσιαστικά αδύνατο να διαμορφώσω ασφαλή εικόνα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα. Αυτό το οποίο διαφάνηκε από τα σημεία της μαρτυρίας όπου υπάρχει σύμπτωση των εκδοχών των δύο πλευρών είναι ότι ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη διαμένουν σε γειτονικές κατοικίες και ότι έχουν συχνές προστριβές και προβλήματα μεταξύ τους. Διαφάνηκε επίσης από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ2 ότι στις 3.8.2011 δέχθηκε παράπονο από τον Ενάγοντα ο οποίος ισχυρίστηκε ότι την ημέρα εκείνη η Εναγόμενη τον εξύβρισε, ως αναγράφεται στο Τεκμήριο
  8. Τα όσα όμως καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 δεν αποτελούν άμεση γνώση του ΜΕ2 αλλά αντικατοπτρίζουν τα όσα του ανέφερε ο Ενάγοντας, η μαρτυρία του οποίου δεν έγινε αποδεκτή. Όπως είναι καλά γνωστό το γενικό βάρος απόδειξης της βάσης αγωγής βρίσκεται και παραμένει στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να παρουσιάσει αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του[2] και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not)[3]. Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος του Ενάγοντα υποστήριξε ότι η βάση αγωγής του Ενάγοντα δεν είναι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στις θεραπείες που αξιώνει γιατί η συμπεριφορά της Εναγόμενης συνιστούσε προσβολή της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας του κατά παράβαση του άρθρου 15 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι κάθε ένας έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή τυγχάνει σεβασμού. Επί αυτού, σημειώνω ότι το άρθρο 15 του Συντάγματος αντιστοιχεί με το άρθρο 18

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος είναι αγώγιμη και, αν αποδειχθεί, παρέχεται δικαίωμα έννομης προστασίας και αποκατάστασης μέσω της αστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων[4]. Η έννοια του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και ο τρόπος με τον οποίο το άρθρο 15 του Συντάγματος πρέπει να προσεγγίζεται, αναλύεται στην υπόθεση Γρηγορίου ν Δημοκρατία (Αρ. 2)
(1996)4 Α.Α.Δ.1100. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Στην έννοια του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής περικλείονται όλα τα στοιχεία που συναποτελούν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας και λειτουργίας κάθε ανθρώπου. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν ολόκληρο το εύρος της σωματικής και ψυχοπνευματικής κατάστασης του ατόμου που έχει αναφαίρετο δικαίωμα να καλλιεργεί όπως ο ίδιος επιθυμεί, με μοναδικό περιορισμό τις νομοθετικές ρυθμίσεις, που εισάγονται σύμφωνα με την παράγραφο
(2)του άρθρου 15 του Συντάγματος (και την ανάλογη της Σύμβασης). Η εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής προεκτείνεται στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις και στη συναναστροφή των ανθρώπων για ψυχική, πνευματική και σωματική επικοινωνία.» Στην παρούσα περίπτωση, η εκδοχή του Ενάγοντα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα δεν έχει γίνει δεχτή και επομένως ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, τα όσα ισχυρίζεται ότι του είπε η Εναγόμενη στις 2.8.
  1. Ακόμα όμως και εάν ο Ενάγοντας είχε αποδείξει ότι τη συγκεκριμένη μέρα η Εναγόμενη του είχε πει όσα ισχυρίζεται, κατά την κρίση μου και πάλιν δεν θα είχε αποδειχθεί παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής, κατά παράβαση του άρθρου 15 του Συντάγματος. Οι λέξεις και φράσεις που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη χρησιμοποίησε εναντίον του, ακόμα και εν εκστομίστηκαν στην παρουσία οποιουδήποτε τρίτου, δεν μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ότι συνιστούν καταπάτηση της ψυχικής, πνευματικής και σωματικής κατάστασης και προσωπικότητας του Ενάγοντα κατά παράβαση του συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος του για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής ώστε να δικαιολογούν παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν έχω εντοπίσει νομολογία αλλά ούτε και ο συνήγορος του Ενάγοντα έχει παραπέμψει σε νομολογία, όπως συμπεριφορά αυτής της φύσης και έκτασης να έχει θεωρηθεί παραβίαση του άρθρου 15 του Συντάγματος ή της αντίστοιχης πρόνοιας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στη βάση αυτής της κατάληξης, διαφαίνεται επομένως ότι ο Ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει τα γεγονότα που, κατ' εκείνον, στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα που ισχυρίζεται. Αυτό ουσιαστικά καθορίζει και το αποτέλεσμα της αγωγής. Πέραν αυτού όμως, παρά τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η αξίωση δεν εδράζεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, θα αναφερθώ επιγραμματικά και στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  2. Η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, ουσιαστικά κωδικοποιεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Ακόμα και αν ο Ενάγοντας είχε αποδείξει ότι η Εναγόμενη τον εξύβρισε με λέξεις που συνιστούν δυσφήμιση, ιδιαίτερης σημασίας είναι η παράγραφος 3 του άρθρου 17 του Κεφ. 148 που προνοεί ότι: «Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι - (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα σωματική ποινή η φυλάκιση σε περίπτωση καταδίκη· (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του· (γ) αποδίδουν στον ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο· (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια.» Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, είναι ξεκάθαρο ότι στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα δεν εμπίπτουν σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 17
(3), Κεφ. 148, ανωτέρω. Συνεπώς, για να ήταν σε θέση ο Ενάγοντας να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή στη βάση του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης και, κατ' επέκταση, να δικαιούται σε αποζημιώσεις, όφειλε να αποδείξει ότι συνεπεία της δυσφήμισης έχει υποστεί ειδική ζημία. Επί του προκειμένου, ειδική ζημιά δεν δικογραφείται[5] αλλά ούτε και τέθηκε καμία μαρτυρία που να την αποδεικνύει, έστω και έμμεσα. Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273, Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [2] Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason v
(1)Αντώνης Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A247, Πολιτική Έφεση 273/2010, ημερομηνίας 8.4.2014 [3] Μαρσέλ κ.α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 1858, Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 462 [4] Τάκη Γιάλλουρου ν Ευγένιου Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 [5] Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφος 164: «in actions of slander for words not actionable per se, actual temporal damage must be alleged in the statement of claim and proved.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.