← Κύπρος

STROSSROUD CO LTD ν. N. E. T (ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2217/12, 19/2/2015

STROSSROUD CO LTD ν. N. E. T (ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2217/12, 19/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2217/12 Μεταξύ: STROSSROUD CO LTD Ενάγουσας και N. E. T (ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ Εναγόμενης Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Σαμμούτας. Για Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Αριστοτέλους για κ. Κ. Ανδρέου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Ποσνακίδης). ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αγωγή της αξιώνει το ποσό των €22.554-, ως υπόλοιπο τιμολογίων για προϊόντα τα οποία είχε παραδώσει στην Εναγομένη Εταιρεία. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας Εταιρείας, μετά από παράκληση της Εναγόμενης Εταιρείας, της είχε πωλήσει και της είχε παραδώσει, με πίστωση, πετρελαιοειδή κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του
  2. Για τα συγκεκριμένα προϊόντα το συμφωνηθέν ή και το λογικό τίμημα ανερχόταν στις €22.554-. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας Εταιρείας, η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση της αξίας των παραδοθέντων προϊόντων. Στην Υπεράσπισή της η Εναγόμενη Εταιρεία προβάλλει προδικαστική Ένσταση, η οποία εστιάζεται στο γεγονός ότι η Ενάγουσα έχει αποκρύψει ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο και συγκεκριμένα ότι δεν είναι αδειούχος εταιρεία για την πώληση όλων των ειδών πετρελαιοειδών ή και για τη λειτουργία πρατηρίου. Επιπρόσθετα, προωθεί ως Υπεράσπιση ότι ουδέποτε είχε παραλάβει πετρελαιοειδή αξίας €22.554-. Υποστηρίζει τη θέση ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είχε ενεργήσει παράνομα ή και αντισυνταγματικά παραβιάζοντας τη μεταξύ των μερών συμφωνία με τρόπο που να αποτελεί ποινικό αδίκημα ή και απάτη ή και ψευδείς παραστάσεις. Ως λεπτομέρειες της απάτης ή και των ψευδών παραστάσεων ή και της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς κατέγραψε τα ακόλουθα: Ότι η Εναγόμενη Εταιρεία σε τακτά χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν το πρατήριο της Ενάγουσας Εταιρείας για να προμηθευτεί πετρελαιοειδή με βυτιοφόρο χωρητικότητας 4.000 λίτρων ή 4 τόνων, ότι η Ενάγουσα ή και οι αντιπρόσωποί της ή και υπάλληλοί της παρουσίαζαν στους αντιπροσώπους της Εναγομένης Εταιρείας μετρητή, ο οποίος έδειχνε ότι προμήθευαν το βυτιοφόρο της Εναγόμενης με 4.000 λίτρα πετρέλαιο, ενώ στην πραγματικότητα το προμήθευαν με τα μισά, ήτοι 2.000 περίπου λίτρα, ότι η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια ή και καταστάσεις με τις οποίες παρουσίαζε ή και επιβεβαίωνε ότι είχε πωλήσει στην Εναγομένη 4.000 λίτρα πετρελαιοειδή ανά επίσκεψη, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία εν γνώσει της και με σκοπό να αποκομίσει όφελος προμήθευε το βυτιοφόρο με λιγότερα λίτρα από τα συμφωνηθέντα, ότι η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία όπως το γεγονός ότι δεν κατείχε άδεια λειτουργίας πρατηρίου ή και πώλησης πετρελαιοειδών. Προωθείται η θέση ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε διαμαρτυρηθεί στην Ενάγουσα Εταιρεία σε σχέση με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά και είχε προχωρήσει και σε καταγγελία στην Αστυνομία. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της Ενάγουσας Εταιρείας, μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Κοσμά Κουρρή, Μ.Ε.1, διευθυντή της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη εταιρεία και ο ίδιος είναι διευθυντής της. Κατέθεσε, ως Τεκμήρια 1 και 2, το πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας καθώς και το πιστοποιητικό των διευθυντών της. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η εταιρεία είναι πρατηριούχος πετρελαιοειδών στο Σταθμό της Εταιρείας Lukoil και ασχολείται με την αγορά και πώληση πετρελαιοειδών. Εξήγησε ότι η δική του εταιρεία διαχειρίζεται πρατήριο της Lukoil, από το οποίο πρατήριο η Εναγόμενη Εταιρεία αγόραζε πετρελαιοειδή. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη Εταιρεία έστελνε τους οδηγούς της και η Ενάγουσα Εταιρεία την προμήθευε με πετρελαιοειδή και οι οδηγοί υπέγραφαν πάνω σε κάρτες το ποσό για το πετρέλαιο που παραλάμβαναν και ακολούθως εκδίδονταν τα σχετικά τιμολόγια. Τα συγκεκριμένα τιμολόγια κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4 και οι καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με τον κ. Κουρρή, Μ.Ε.1, η Ενάγουσα Εταιρεία είχε άδεια λειτουργίας, η οποία άδεια λαμβάνεται πάντοτε από την εταιρεία στην οποία ανήκουν τα πρατήρια, στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Lukoil. Κατέληξε, ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €22.554-, το οποίο ποσό ζητήθηκε με επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας Εταιρείας, πλην όμως ουδέποτε καταβλήθηκε. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο πρατήριο συνεργάζεται μέχρι σήμερα με τη εταιρεία πετρελαιοειδών Lukoil χωρίς να τερματιστεί η συμφωνία. Εξήγησε ότι τον Απρίλιο του 2012 η Ενάγουσα Εταιρεία είχε πωλήσει τα δικαιώματά της στο Σταθμό. Σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείτο για την πώληση πετρελαιοειδών στην Εναγόμενη Εταιρεία, ερωτηθείς εξήγησε ότι τηρούνταν κάρτες στο πρατήριο και όταν κάποιος προμηθευόταν με πετρελαιοειδή υπέγραφε για την παραλαβή τους πάνω στην κάρτα. Το ποσό που προέκυπτε από τις κάρτες υπολογιζόταν και κάθε δεκαπέντε μέρες εκδίδονταν τα σχετικά τιμολόγια. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι οι υπάλληλοι της Εναγόμενης Εταιρείας υπέγραφαν τις συγκεκριμένες κάρτες κάθε φορά που τους προμήθευαν με πετρελαιοειδή, ήτοι το ποσό και μαζί με το τιμολόγιο παραλάμβαναν και τις υπογεγραμμένες κάρτες. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν καταγραφόταν η ποσότητα των πετρελαιοειδών που παραλάμβαναν οι οδηγοί ούτε στα τιμολόγια αλλά ούτε στις κάρτες, ήταν ο ισχυρισμός του ότι όταν ο οδηγός προμηθευόταν με πετρέλαιο υπέγραφε στην κάρτα την αξία της ποσότητας που παραλάμβανε. Η ποσότητα, ήτοι τα λίτρα πετρελαίου που είχε προμηθευτεί η Εναγόμενη Εταιρεία, υπήρχαν καταγραμμένα στο λογιστήριο, η οποία ποσότητα προέκυπτε από την αντλία στην οποία υπάρχει και μετρητής. Υποστήριξε ότι όταν γίνεται συνεργασία με μια εταιρεία, η συγκεκριμένη εταιρεία παραχωρεί εκ των προτέρων τους αριθμούς των αυτοκινήτων της που δικαιούνται να τροφοδοτούνται με πετρέλαιο. Υπήρχαν οδηγίες προς τους υπαλλήλους της Ενάγουσας Εταιρείας όταν ένα αυτοκίνητο τροφοδοτείται με καύσιμα να καταγράφεται ο αριθμός του αυτοκινήτου που τα προμηθεύεται και να υπογράφει στην κάρτα ο οδηγός. Η Ενάγουσα Εταιρεία, με βάση τον κατάλογο που της δίδεται, τροφοδοτεί τα συγκεκριμένα οχήματα με πετρελαιοειδή και οι οδηγοί των οχημάτων αυτών υπογράφουν την κάρτα. Όμως, ορισμένες φορές τυχαίνει να τηλεφωνήσει ο διευθυντής κάποιας εταιρείας και να αναφέρει ότι θα στείλει κάποιο αυτοκίνητο για να το προμηθεύσουν με πετρελαιοειδή, το οποίο μπορεί να μην είναι πάνω στην λίστα. Σε σχέση με τα τιμολόγια ο ίδιος δήλωνε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε γιατί ήταν δουλειά του λογιστηρίου η έκδοση των τιμολογίων. Το λογιστήριο βρίσκεται στην Λευκωσία και μετά την έκδοση των τιμολογίων τα απέστελλε στην Λάρνακα. Όταν του υποδείχθηκαν κάποια έγγραφα αναγνώρισε ότι ανήκαν στην Ενάγουσα Εταιρεία όμως δεν γνώριζε κατά πόσο είχαν συνταχθεί από την Ενάγουσα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε καταγγείλει την Ενάγουσα Εταιρεία για νόθευση καυσίμων. Υποστήριξε ότι δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό, από το οφειλόμενο, από την Εναγόμενη Εταιρεία. Επιπρόσθετα αρνήθηκε ότι το υπόλοιπο ποσό το οποίο του οφείλεται ανέρχεται στις €5.855-. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Εναγομένης Εταιρείας, μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Ττοφαλλή, Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας, ο οποίος κατέθεσε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι είναι ο κύριος μέτοχος και διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο είχε πέντε βυτιοφόρα, τα οποία εφοδιάζονταν με πετρέλαιο από πρατήριο το οποίο ελεγχόταν από την Ενάγουσα Εταιρεία. Τα συγκεκριμένα πέντε αυτοκίνητα είχαν αριθμούς εγγραφής ΚΡΚ356, ΚSY054, ΗΝΤ535, ΕΜΝ894 και ΚΑΖ220, όλα χωρητικότητας 4.000 λίτρα το καθένα. Ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οι οδηγοί των συγκεκριμένων βυτιοφόρων είχαν υπογράψει οποιεσδήποτε καταστάσεις λογαριασμών ή τιμολόγια, τα οποία είχαν εκδοθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Ενάγουσας Εταιρείας όταν εφοδίαζαν τους υπαλλήλους της Εναγομένης Εταιρείας με πετρελαιοειδή, εξέδιδαν αποδείξεις τις οποίες τους παρέδιδαν. Όμως, ουδέποτε είχαν εφοδιαστεί τα βυτιοφόρα της Εναγομένης με ποσότητα καυσίμων αξίας €22.554- όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Τα βυτιοφόρα της Εναγόμενης Εταιρείας, όπως προκύπτει από εκδιδόμενες αποδείξεις εξόφλησης, είχαν εφοδιαστεί από το πρατήριο που ελεγχόταν από την Ενάγουσα Εταιρεία, με πετρελαιοειδή αξίας €651- στις 30/01/2012, €421,08- την 01/02/2012, €770- στις 03/02/2012, €1.200- στις 06/02/2012 και €3.499,82- στις 09/03/
  5. Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε καταβάλει στην Ενάγουσα Εταιρεία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ποσό των €6.583,90-. Περί τα μέσα Μαρτίου του 2012 είχε διαπιστώσει ο ίδιος ότι στα βυτιοφόρα τοποθετείτο λιγότερο πετρέλαιο από αυτό που έδειχνε ο δείκτης και τότε διαμαρτυρήθηκε ο ίδιος στον διευθυντή της Ενάγουσας, κ. Κουρρή. Ακολούθως, λόγω του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση από την Ενάγουσα Εταιρεία, ο ίδιος είχε καταγγείλει την Ενάγουσα στην Αστυνομία και είχε διακόψει κάθε συνεργασία μαζί της. Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 7, δέσμη αποδείξεων της Ενάγουσας Εταιρείας, την οποία ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του. Οι συγκεκριμένες αποδείξεις κατατέθηκαν μόνο ως προς το γεγονός ότι τις είχε στην κατοχή του. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές προχώρησαν με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων με τις οποίες υποστήριξαν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενό τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ. 462: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα της Ενάγουσας Εταιρείας καθώς και τον διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας ενόσω κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο κ. Κουρρής, Μ.Ε.1, ήταν πολύ λακωνικός, σε τέτοιο βαθμό που απλά ανέφερε στο Δικαστήριο το οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς να μπορεί να το επεξηγήσει γιατί δεν γνώριζε ούτε τις ποσότητες πετρελαιοειδών με τις οποίες είχε προμηθεύσει η Ενάγουσα Εταιρεία την Εναγόμενη Εταιρεία, αλλά ούτε είχε εμπλακεί ο ίδιος με την έκδοση των τιμολογίων αφού αυτά είχαν εκδοθεί από το λογιστήριο στην Λευκωσία. Κατέθεσε ως τιμολόγια, Τεκμήριο 4, κάποια έγγραφα τα οποία έφεραν το λογότυπο της εταιρείας «Total Plus», ενώ είχε ισχυριστεί ότι η Ενάγουσα Εταιρεία διατηρούσε πρατήριο της εταιρείας «Lukoil». Τα συγκεκριμένα έγγραφα ήταν ανυπόγραφα. Ερωτηματικά γεννούνται επίσης και από το περιεχόμενο των κατ' ισχυρισμό καρτών, Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του τηρείτο κάρτα για κάθε μήνα. Στην κάρτα με ημερομηνία 09/03/2012 δεν καταγράφεται ο αριθμός αυτοκινήτου που είχε προμηθευτεί με πετρελαιοειδή και το ίδιο ισχύει και για την κάρτα ημερομηνίας 23/02/
  2. Στις άλλες δυο κάρτες δεν ήταν συμπληρωμένοι οι αριθμοί εγγραφής των οχημάτων που είχαν προμηθευτεί τα συγκεκριμένα καύσιμα. Δεν μπορεί η συγκεκριμένη μαρτυρία να αποτελέσει βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ή για να αποδείξει την αξίωση για λόγους που θα καταστούν εμφανείς στην συνέχεια. Ο Διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας, κ. Ττοφαλλής, έδωσε μια εκδοχή η οποία έμεινε αναντίλεκτη λόγω της έλλειψης αντεξέτασης. Σύμφωνα με την νομολογία ισχυρισμοί που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους, παραμένουν ακλόνητοι και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί, βλ. Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013. Παραπέμπω σχετικώς και στην υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medοusa Constructions Ltd
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2476 ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεώς του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Άμεσα σχετική και χρήσιμη επί του συζητούμενου είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460. Οπόταν, έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση θα πρέπει να εξεταστεί η νομική πτυχή της υπόθεσης. Αυτό που μπορεί να εξαχθεί από τη μαρτυρία είναι ότι πράγματι μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και της Εναγόμενης υπήρχε συνεργασία που αφορούσε την πώληση πετρελαιοειδών από την Ενάγουσα Εταιρεία στην Εναγόμενη Εταιρεία. Όμως, το σύστημα χρέωσης της Ενάγουσας Εταιρείας δεν ήταν ασφαλές ή και ήταν ανακριβή με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Διαπιστώνεται ότι η προδικαστική ένσταση, η οποία καταγράφηκε στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης Εταιρείας, δεν έχει προωθηθεί και θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε γεγονός ή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι έχει αποκρυφτεί οποιοδήποτε στοιχείο από την Ενάγουσα Εταιρεία. Ερχόμενη στην αξίωση, ο διάδικος, σύμφωνα με την νομολογία, οφείλει να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του, βλ. Λουκαΐδης v. Εκδοτικής Εταιρείας Αλήθεια Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, σελ. 44. Από την στιγμή που προσάγεται ικανή και θετική μαρτυρία με αποδεικτικά στοιχεία ικανοποιείται το νομικό πρωταρχικό βάρος που έχει ο Ενάγοντας («legal burden of proof») και εναποτίθεται πλέον στους ώμους του Εναγόμενου η αντίκρουσή τους («evidential burden of proof»), βλ. O´Hare & Browne: Civil Litigation, 12η έκδ., σελ. 451 κ.ε.. Οπόταν, το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει προσκομιστεί ικανή και θετική μαρτυρία σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας. Η αγωγή σαφέστατα αφορά υπόλοιπο λογαριασμού στη βάση των τιμολογίων που τηρούσε η Ενάγουσα Εταιρεία. Στην παλαιότερη υπόθεση D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 263 καταγράφηκε ότι "η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας". Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση DEMIL IMPORTS EXPORTS LTD ν. Ζήνων Κωνσταντινίδης ΛΤΔ
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462: «Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 ΑΑΔ 962). To πρωτόδικο Δικαστήριο αφού αξιολόγησε τη μαρτυρία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εφεσίβλητοι απέδειξαν ότι εξέδωσαν και τα τιμολόγια και τα δελτία μεταφοράς και ότι παρέδωσαν στους εφεσείοντες τα εμπορεύματα...». Βλ. επίσης Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος ΛΤΔ ν. Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1358, Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd
(2002)1B Α.Α.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, καθώς και το γεγονός ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1 Α Α.Α.Δ. 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1746), θα πρέπει να εξεταστούν τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα Εταιρεία έφερε το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι η Εναγόμενη Εταιρεία όφειλε το ποσό των €22.554- ως υπόλοιπο λογαριασμού. Σύμφωνα με την υπόθεση A.L. Mantovani & Sons v. Christis Travel & Tourism Ltd (ανωτέρω): «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφ εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν........ Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση. Τότε και μόνο τίθεται θέμα απόσεισης του αποδεικτικού βάρους. (Βλ. Κυριακή Σ. Αθανασίου και Νεόφυτος Αθανασίου, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος, τέως από τη Λεμεσό, v. Αντώνη Κουνούνη, ιατρού, από τη Λεμεσό Πολιτική Έφεση αρ. 9041-29.5.97)». Στην Mantovani (ανωτέρω) κρίθηκε, και επικυρώθηκε από το Εφετείο, πως ο λογιστής (που παρουσιάστηκε ως ο μόνος μάρτυρας προς υποστήριξη της απαίτησης) δεν ήταν γνώστης των γεγονότων τα οποία εμφανίζονταν στους λογαριασμούς καθώς και ότι δεν υπήρχε ίχνος μαρτυρίας που να αποδείκνυε την ύπαρξη της οφειλής. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Marketrends Insurance Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2006)1 Α.Α.Δ. 734, η οποία αφορούσε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού και κρίθηκε ότι ο μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών που καταγράφονταν στους λογαριασμούς. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της Τράπεζας που ακολούθησε, θεωρώντας ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τελικά, ότι «καταστάσεις λογαριασμών .. δεν εξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, αφού παραμένουν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απόληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο». (Βλ. επίσης Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ,
(2010)1 Β Α.Α.Δ. 846). Στην υπό εξέταση αγωγή παρουσιάστηκε η δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 4, η οποία αφορούσε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, τιμολόγια τα οποία καταδείκνυαν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Τα συγκεκριμένα «τιμολόγια», που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια, δεν καθορίστηκε ποιος τα είχε εκδώσει και δήλωνε, ο κ. Κουρρής, ότι η έκδοση των τιμολογίων ήταν δουλειά του λογιστηρίου στη Λευκωσία. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας ήταν σκόρπια αφού δεν γνώριζε ούτε με πόσα λίτρα πετρέλαιο είχε προμηθεύσει η Ενάγουσα Εταιρεία την Εναγόμενη Εταιρεία, ούτε τί τιμή χρεωνόταν ανά λίτρο η Εναγόμενη Εταιρεία. Δεν ανέφερε ότι ο ίδιος είχε ιδία γνώση των γεγονότων. Αντίθετα, είχε αναφέρει ότι οι υπάλληλοι της Ενάγουσας Εταιρείας είχαν οδηγίες να εφοδιάζουν τα αυτοκίνητα που τους είχαν δοθεί, από την Εναγομένη Εταιρεία σε λίστα, με πετρελαιοειδή. Ο ίδιος δεν γνώριζε τους αριθμούς των οχημάτων που είχαν παρασχεθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία για να τους επιτρέπεται η προμήθευση πετρελαιοειδών. Ουσιαστικά δεν είχε καμία γνώση για τα γεγονότα. Εφαρμόζοντας τις αρχές της υπόθεσης Mantovani (ανωτέρω) θεωρώ ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει προσκομιστεί η απαιτούμενη μαρτυρία αφού το άτομο που έδωσε μαρτυρία δεν είχε εκδώσει τα τιμολόγια που συνιστούν το Τεκμήριο 4 αλλά ούτε και γνώριζε ο Μ.Ε.1 οτιδήποτε σε σχέση με αυτά τούτα τα γεγονότα. Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα, καταλήγω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν έχει αποδείξει το υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο της οφείλεται από την Εναγόμενη Εταιρεία. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης Εταιρείας και εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.