PREMIER SHUKUROGLOU CYPRUS LIMITED ν. ΗΛΙΑ ΣΚΟΥΛΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1251/14, 5/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1251/14 Μεταξύ: PREMIER SHUKUROGLOU CYPRUS LIMITED Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση και ΗΛΙΑ ΣΚΟΥΛΛΟΥ Εναγόμενου-Αιτητή Αίτηση Ημερομηνίας 27/11/2014 για ακύρωση απόφασης Ημερομηνία: 05 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ζαννέττου για Ι. Φράγκο και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κ. Αγαθοκλέους). Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Σέργης (για ν' ακούσει απόφαση κα Θωμά). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτηση του ο Εναγόμενος ζήτησε από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή/και να ακυρώνεται η απόφαση ημερομηνίας 02/10/
- Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.17 θ.10 και στη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Αίτηση, με την ένορκη δήλωση του Εναγομένου, Ηλία Σκούλλου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, είχε πληροφορηθεί για την έκδοση απόφασης εναντίον του στις 09/10/2014 μετά που οι δικηγόροι του είχαν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στις 07/10/
- Είναι ο ισχυρισμός του ότι πράγματι του είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα στις 22/07/2014 και στις 24/07/2014 είχε δώσει στους δικηγόρους του οδηγίες όπως τον εκπροσωπήσουν. Είχε ετοιμαστεί το σημείωμα εμφάνισης και είχε υπογραφτεί και έγγραφο διορισμού δικηγόρου από τον ίδιο. Είχε ανατεθεί στη γραμματέα του δικηγορικού γραφείου όπως καταχωρίσει το σημείωμα εμφάνισης μετά την έναρξη του δικαστηριακού έτους, τον Σεπτέμβριο. Όμως, η συγκεκριμένη γραμματέας από τα μέσα Σεπτεμβρίου μέχρι και τις αρχές Οκτωβρίου απουσίαζε με άδεια ασθενείας λόγω σοβαρού προβλήματος στην σπονδυλική της στήλη. Με τη λήξη της αναρρωτικής της άδειας και όταν επέστρεψε στα καθήκοντά της, στις 06/10/2014, η γραμματέας Άντρη Μιχαήλ είχε συνειδητοποιήσει ότι το σημείωμα εμφάνισης δεν είχε καταχωριστεί και είχε ενημερώσει σχετικά τους δικηγόρους που θα τον εκπροσωπούσαν, οι οποίοι την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 07/10/2014, είχαν καταχωρίσει το σημείωμα εμφάνισης. Είναι ο ισχυρισμός του, ότι η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης δεν συνιστά περιφρονητική συμπεριφορά προς την δικαστική διαδικασία ούτε και ήταν μια εσκεμμένη ή αδικαιολόγητη εκ μέρους του πράξη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος έχει καλή υπεράσπιση έναντι των ισχυρισμών των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και στηρίζει την υπεράσπισή του στο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι από το 2006 μέχρι το 2010, ως πατατοπαραγωγός είχε συνεργαστεί με τους Ενάγοντες και είχε αγοράσει εμπορεύματα της ειδικότητάς τους. Περί τα τέλη του 2010, παρά το γεγονός ότι η συνεργασία είχε τερματιστεί, ο ίδιος είχε συνεχίσει να τους καταβάλλει διάφορα ποσά έναντι της οφειλής του. Τον Μάρτιο του 2014 είχε συναντηθεί με τον κ. Ευαγγελίδη, αντιπρόσωπο των Εναγόντων στην περιοχή Κοκκινοχωρίων και είχαν συμφωνήσει ότι με την καταβολή, εκ μέρους του, του ποσού των €25.000- θα εξοφλούνταν όλα τα χρεωστικά υπόλοιπα. Το συγκεκριμένο ποσό θα καταβαλλόταν δια μηνιαίων δόσεων εκ €1.000- μηνιαίως. Έναντι του συγκεκριμένου ποσού έχει καταβάλει τέσσερις δόσεις, οπόταν ο ίδιος οφείλει σήμερα στους Ενάγοντες το ποσό των €21.000-. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε παράτυπες χρεοπιστώσεις χωρίς τη δική του συγκατάθεση γι' αυτό και αμφισβητεί το χρεωστικό υπόλοιπο. Καταλήγει, ότι έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση την οποία δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο, οπόταν είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ούτως ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση, στην οποία κατεγράφησαν έντεκα λόγοι Ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ότι ο παραμερισμός της απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες γιατί θα τους εμποδίσει από το να εισπράξουν το λαβείν τους, ότι η Αίτηση θα βλάψει τα μέγιστα τη δικαιοσύνη γιατί θα πλήξει την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, ότι δεν υπάρχει σοβαρός λόγος ή και δικαιολογία για την παράλειψη του Εναγόμενου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω αδιαφορίας του Εναγόμενου η οποία δεν μπορεί να συγχωρεθεί ή και ήταν περιφρονητική σε σημείο που να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, ότι δεν προβλήθηκε καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ότι η Αίτηση αντιβαίνει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και είναι αντίθετη στους δικονομικούς θεσμούς, είναι καταχρηστική, κακόπιστη και σκοπεί στην καθυστέρηση της σύντομης εκδίκασης της υπόθεσης. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.17 θ.10 και 11, στη Δ.48 θ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 31 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 1 - 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου καθώς επίσης και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ευαγγελίδη, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγόντων και γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Ενάγοντες είχαν καταχωρίσει μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου γιατί είχε επιδοθεί νομότυπα το κλητήριο ένταλμα, χωρίς ο Εναγόμενος να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Στις 02/10/2011, ακριβώς λόγω της μη εμφάνισης του Εναγομένου, εκδόθηκε σχετική απόφαση για το ποσό των €32.507,46σεντ- πλέον τόκο 5,5% ετησίως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Ακολούθως, στις 02/12/2014, είχε καταχωριστεί, επί της περιουσίας του Εναγομένου, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ2534/14, ενώ στις 03/12/2014 είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ1955/
- Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 27/11/
- Είναι η θέση του ότι κανένας δικαστικός θεσμός δεν απαγορεύει την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης κατά τις καλοκαιρινές διακοπές. Παράλληλα, δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί το συγκεκριμένο σημείωμα εμφάνισης δεν είχε καταχωριστεί από οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου, αφού ασθενούσε η συγκεκριμένη. Είναι η δική του κατάληξη ότι η παράλειψη ή και η αμελής συμπεριφορά των δικηγόρων του Εναγόμενου δεν αποτελεί λογική εξήγηση ή και βάσιμο λόγο να στερηθούν οι Ενάγοντες της νομότυπα εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής δεν προβάλλει σοβαρό λόγο ή και δικαιολογία, αλλά γενικά εξηγά την καθυστέρηση στην καταχώριση εκ μέρους του δικηγόρου του σημειώματος εμφάνισης. Καταλήγει ότι προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου η συνεργασία μεταξύ του και των Εναγόντων και αρνείται οποιαδήποτε προφορική συμφωνία, η οποία συνιστά μια απεγνωσμένη προσπάθεια του Εναγόμενου για αποφυγή καταβολής της πληρωμής. Υποστηρίζει ότι υπήρξε μια καθυστέρηση τεσσάρων μηνών στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, η οποία δεν έχει δικαιολογηθεί. Εισηγείται την απόρριψη της Αιτήσεως που καταχωρίστηκε. Όλες οι πλευρές καταχώρισαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και θα γίνει αναφορά σε αυτό όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800). Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Πιο πρόσφατα στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 647 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση στην Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 806. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο, παρόλο που είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Στην υπόθεση KCP Commission Agents & Importers Limited και Άλλη ν. Ανδρέα Μιχαήλ εμπορευόμενου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 σχετικά με την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση οι εφεσείουσες παρουσίασαν την μαρτυρία ενός προσώπου που ανάφερε ότι του είχαν παραδοθεί το κλητήριο ένταλμα και το διοριστήριο του δικηγόρου για να τα μεταφέρει στον δικηγόρο των εφεσειουσών, αλλά τα ξέχασε στο αυτοκίνητό του. Όμως, καμία μαρτυρία δεν υπήρχε για το κατά πόσο οι εφεσείουσες είχαν ενδιαφερθεί να μάθουν τί ενέργειες είχε κάνει ο δικηγόρος τους και κατά πόσο είχε προχωρήσει η υπόθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η παράλειψη των εφεσειουσών να δώσουν, μεταξύ άλλων, ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν είχαν καταχωρήσει εμφάνιση οδηγούσε αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης για παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης και ότι ο μοναδικός σκοπός τους ήταν η παρέλκυση της διαδικασίας. Παρατίθεται απόσπασμα από τις σελίδες 418-419 της απόφασης του Εφετείου: «Το πρώτο ζήτημα είναι αν οι εφεσείουσες κατόρθωσαν με την ένορκη δήλωση προσώπου που διατηρεί κατάστημα κοντά στην επιχείρηση τους - να δικαιολογήσουν την παράλειψη να εμφανιστούν έγκαιρα. Είναι μία πτυχή του θέματος με την οποία δεν καταπιάστηκε ο πρωτόδικος δικαστής. Είναι όμως σοβαρό θέμα που ασκεί επίδραση στην εξουσία του δικαστηρίου και πρέπει να του επιληφθούμε μέσα, ασφαλώς, από τα στοιχεία που υπάρχουν: Fylactou v. Michael, ανωτέρω. Ο μάρτυρας των εφεσειουσών ισχυρίστηκε ότι στις 16/5/89 η εφεσείουσα 2 του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής (που επιδόθηκε την προτεραία) με το διοριστήριο του δικηγόρου της για να του τα παραδώσει την επομένη (17/5/89), που θα πήγαινε στη Λεμεσό. Τα ξέχασε όμως στο αυτοκίνητο του όπου έμειναν για αρκετές ημέρες. Η εφεσείουσα 2 τίποτε δεν έκαμε για να εξακριβώσει την τύχη των εγγράφων που έστειλε ή της ίδιας της υπόθεσης της. Δεν επικοινώνησε με το δικηγόρο της και δεν εξήγησε γιατί δεν προέβη σε αυτή την απλή ενέργεια που θα αναμενόταν λογικά. Το ενδιαφέρον των εφεσειουσών εκδηλώθηκε όταν αντιμετώπιζαν τις συνέπειες πτωχευτικής διαδικασίας που άρχισε εναντίον τους ο εφεσίβλητος από 16/6/89. Υπό τις περιστάσεις είναι φανερό ότι οι εφεσείουσες δεν αιτιολόγησαν την απραξία τους σε βαθμό που ο εφεσίβλητος πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελος του». Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαπιστώνεται ότι από τις 24/07/2014 που είχε υπογράψει, κατά τον ισχυρισμό του, ο Αιτητής το διοριστήριο δικηγόρου τίποτε δεν έπραξε σε σχέση με την αγωγή μέχρι τις 09/10/2014. Το ενδιαφέρον του προφανώς εκδηλώθηκε καθυστερημένα. Στην υπό κρίση περίπτωση ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της επίδοσης της αγωγής στον Αιτητή και της ημερομηνίας έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν τρεις
(3)μήνες και αρκούντως μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο χρόνο που παρήλθε στην υπόθεση που μνημονεύεται πιο πάνω. Ο Αιτητής είχε καθήκον και υποχρέωση να ενδιαφερθεί και να μάθει τι είχε απογίνει η υπόθεσή του, την οποία είχε αναθέσει σε δικηγόρο. Καμία, όμως, μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Απλά είχε αφήσει το θέμα της αγωγής στην τύχη του. Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο αιτητής. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής προβάλει τη θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αναφερόμενος σε προφορική συμφωνία μεταξύ του και του κ. Ευαγγελίδη, την οποία συμφωνία ο ίδιος προφανώς δεν είχε τηρήσει αφού δεν κατέβαλλε το, κατά τον δικό του ισχυρισμό, ποσό των €1.000- μηνιαίως. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς του είχε καταβάλει τέσσερις δόσεις αντί εννέα που θα έπρεπε να είχε καταβάλει. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται παράνομες χρεοπιστώσεις χωρίς να δίδει οποιαδήποτε λεπτομέρεια και παραγνωρίζοντας ότι η αγωγή αφορά υπόλοιπο τιμολογίων ή και υπόλοιπο λογαριασμού. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) Α.Α.Δ. 678, στη σελ.685). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, (ανωτέρω), παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Διαπιστώνεται ότι αυτό που έπραξε ο Αιτητής στην υπό κρίση υπόθεση ήταν να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι είχαν γίνει παράτυπες χρεοπιστώσεις χωρίς την συγκατάθεσή του. Οι ισχυρισμοί αυτοί με την γενικότητα που έχουν προβληθεί πόρρω απέχουν από το να συνιστούν υπεράσπιση. Αναφορικά με την μη εμφάνιση του Εναγόμενου- Αιτητή καθ' όλη την εξέλιξη της αγωγής, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο, στις 18/07/2014, αίτηση για απόφαση είχε καταχωριστεί στις 20/08/2014 και μετά την παρέλευση του χρόνου για καταχώριση εμφάνισης, η υπόθεση προχώρησε αμέσως για απόδειξη, με την έκδοση της απόφασης στις 02/10/2014. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Εναγόμενος-Αιτητής δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του Αιτητή ότι οι δικηγόροι του από τις 24/07/2014 περίμεναν μέχρι τις 07/10/2014 για να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης λόγω και των καλοκαιρινών διακοπών γιατί πολύ καλά γνωρίζουν ότι μόνο δικόγραφα δεν καταχωρούνται κατά τις καλοκαιρινές διακοπές και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα μπορούν να καταχωρηθούν ή γιατί έλειπε μια υπάλληλός τους. Εν πάση περιπτώσει, μπορούσαν να στείλουν μια επιστολή στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε την Ενάγουσα Εταιρεία με την οποία να ενημερώνουν για την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Αντί τούτου, παρέμειναν αδρανείς για τρεις και πλέον μήνες. Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε από τον Εναγόμενο-Αιτητή ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και έχοντας επίσης καταλήξει ότι δεν έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528), η αίτηση είναι καταδικασμένη. Με βάση τις πιο πάνω αρχές και εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν δικαιολογήθηκε η μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεων εντός της ταχθείσας προθεσμίας, αλλά και ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης μετά που ο Εναγόμενος έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο να καταχωρίσει εμφάνιση και υπεράσπιση στην αγωγή αφού εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύφθηκε ούτε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θα απορρίψω την Αίτηση με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας-Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο