ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ν. Μαρίας Παφίτη, Αγωγή Αρ. : 1678/02, 5/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. : 1678/02 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Ενάγοντες -Αιτητές και Μαρίας Παφίτη Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19/12/2014 για ανανέωση και παροχή άδειας εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 25/09/2002 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Φεβρουαρίου, 2015. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Κασσιανή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτήθηκαν, στις 19/12/2014, διάταγμα που να επιτρέπει την ανανέωση και εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 25/09/2002, λόγω της παρέλευσης δέκα
(10)ετών από την ημέρα έκδοσής της. Η Αίτηση για ανανέωση και παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μάριου Γεωργίου, ο οποίος είναι υπάλληλος των Εναγόντων-Αιτητών. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι στις 25/09/2002 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των £514,10- με τόκο 12% ετησίως από 01/01/2002 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής. Η Εναγόμενη δεν διέθετε οποιαδήποτε περιουσία δυνάμενη να κατασχεθεί. Στις 04/03/2003 είχε εξασφαλιστεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των £30- μηνιαίως. Η Εναγόμενη δεν κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό και εξακολουθεί να οφείλει σήμερα το ποσό των €5.203,93- πλέον τόκους. Ο λόγος που αιτούνται την ανανέωση της απόφασης είναι για να καταχωριστεί ΜΕΜΟ σε περιουσία της Εναγόμενης, την ύπαρξη της οποίας έχουν πρόσφατα πληροφορηθεί. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.θ.1-4, 8
(1)(κκ) και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνόδευε την Αίτηση και οι Ενάγοντες-Αιτητές ζήτησαν άδεια να καταχωρίσουν συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Γεωργίου, ημερομηνίας 30/01/2015, διαφοροποιείται το οφειλόμενο υπόλοιπο και καταγράφεται ότι το σημερινό υπόλοιπο της Εναγομένης ανέρχεται στις €2.274,45- πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Όσον αφορά τον λόγο που δεν είχαν ληφθεί μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Εναγομένης, ήταν ο ισχυρισμός του ότι είχαν προσπαθήσει να την ειδοποιήσουν επανειλημμένα, αλλά δεν μπορούσαν να την εντοπίσουν. Είχε εντοπιστεί στο στάδιο των μηνιαίων δόσεων σε άλλη διεύθυνση. Από πληροφορίες που συνέλεξαν είναι μόνιμα εγκατεστημένη στο εξωτερικό. Είναι ο ισχυρισμός του ότι μόλις πρόσφατα, οι Ενάγοντες-Αιτητές, έχουν πληροφορηθεί την ύπαρξη περιουσίας στο όνομά της, γι' αυτό αιτούνται την ανανέωση της απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «8. Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Η συγκεκριμένη διαταγή τροποποιήθηκε και η απόφαση ισχύει για δέκα
(10)έτη. Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός των δέκα
(10)ετών, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για ανανέωση ή εκτέλεση μετά την παρέλευση δέκα
(10)ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL E.R. 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ.7). Στο The Annual Practice 1958, την Αγγλική Πρακτική, από την οποία μπορεί ν' αντληθεί καθοδήγηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue». Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας ανανέωσης και εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο δέκα
(10)ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των δέκα
(10)ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η ανανέωση της δικαστικής απόφασης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Στην Duer v. Frazer [1991] 1 All E.R. 438, διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι
(6)χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των δέκα
(10)ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του οφειλέτη από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer, το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι
(6)ετών. Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι
(6)ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές, οι Ενάγοντες-Αιτητές έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η ανανέωση της απόφασης και η άδεια εκτέλεσης μετά τα δέκα
(10)χρόνια. Οι Ένορκες Δηλώσεις του κ. Γεωργίου είναι πολύ λακωνικές και δεν δικαιολογούν την αδράνεια των Εναγόντων-Αιτητών για δώδεκα
(12)χρόνια. Καταγράφουν απλώς, παράγραφος 4 της αρχικής Ένορκης Δήλωσης, ότι το μόνο μέτρο εκτέλεσης που είχε ληφθεί ήταν η καταχώριση της αίτησης μηνιαίων δόσεων το 2003. Έκτοτε, δηλαδή από το 2003, δεν έγινε οτιδήποτε άλλο, κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης δεν έχει ληφθεί εδώ και δώδεκα χρόνια
(12)χρόνια. Σημειώνεται ότι ενώ στην πρώτη ένορκη δήλωση το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €5.203,93-, στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση το ποσό αυτό είχε μειωθεί σε €2.271.45-. Γεννάται επίσης το ερώτημα γιατί για τόσα χρόνια δεν προέβαιναν οι Ενάγοντες σε έρευνα για να διαπιστώσουν κατά πόσο υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία και περίμεναν, αδρανείς, μέχρι τώρα. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το θέμα της καθυστέρησης, η αιτιολόγηση και η μαρτυρία που απαιτείται να δίδεται προς τον σκοπό αυτό από τον εξ αποφάσεως πιστωτή, ως έχοντα το βάρος απόδειξης και κατάδειξης των συνθηκών αυτών, και κατ' επέκταση το κατά πόσο θα χορηγηθεί άδεια για ανανέωση της απόφασης και εκτέλεσης της ή όχι, θα εξαρτάται από και θα εξετάζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων και γεγονότων κάθε υπόθεσης ώστε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου να είναι δίκαιη, επωφελής και να γίνεται με γνώμονα την απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των μερών. Αυτό είναι το ζητούμενο. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιωνδήποτε ουσιαστικών μέτρων εκτέλεσης. Αντίθετα, παρέμειναν αδρανής για δώδεκα
(12)και πλέον χρόνια, από το 2003. Τόσο στην αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Γεωργίου, καθώς και στην συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή του, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, δώδεκα
(12)χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, είχε εκδοθεί το 2002, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Η έλλειψη εξήγησης θεωρώ ότι καθιστά, δίχως άλλο, έκθετη σε απόρριψη την Αίτηση, γιατί δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα ελάχιστα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέτασή της και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δώδεκα
(12)χρόνια αδράνειας, από την καταχώριση της αίτηση μηνιαίων δόσεων, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη δικαιολογία ότι δεν μπόρεσαν να την εντοπίσουν και ότι τώρα η μόνη εξασφάλιση των Εναγόντων θα είναι η κατάθεση ΜΕΜΟ. Αυτό όφειλαν να το πράξουν εδώ και χρόνια αν ήθελαν να εξασφαλίσουν την απαίτησή τους. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός και όφειλαν να λάβουν τα προς αυτούς διαθέσιμα μέτρα εκτέλεσης, πράγμα που δεν έπραξαν, αλλά αντίθετα άφησαν να παρέλθουν δώδεκα
(12)χρόνια παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη, σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους, δεν είχε καταβάλει οποιαδήποτε δόση. Όπως προανέφερα, τα διατάγματα του Δικαστηρίου, και δη ένα διάταγμα για ανανέωση δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση δώδεκα
(12)ετών από την έκδοσή της, δεν εκδίδονται in abstracto και επί ματαίω. Καταλήγω, λοιπόν, ότι ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο